Λογοτεχνείο, αρ. 73

Πασκάλ Μπρυκνέρ, Ο άγιος ζιγκολό, εκδ. Αστάρτη, 2005, μτφ. Λόισκα Αβαγιανού, σ. 187 (Pascal Bruckner, L’ amour du prochain, 2004)

Πάντα μου ονειρευόμουν να αλαφρύνω, τόσο πολύ φοβόμουν μην πνιγώ κάτω από το βάρος των όντων, των πραγμάτων. Βλέποντας τους γονείς μου να συσσωρεύουν χρόνο με τον χρόνο έπιπλα και μικροαντικείμενα, και τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου να φεύγουν για διακοπές με εφτά ή οχτώ βαλίτσες τη μια πλάι στην άλλη, ένοιωθα εξουθενωμένος. Δεν υπάρχει παρά μονάχα ένα έγκυρο επιχείρημα ενάντια στην αρχή της ιδιοκτησίας: αυτό που κατέχουμε μας κατέχει. Πολύ νωρίς δεν ήθελα πια κανένα φορτίο, λαχταρούσα να γίνω ευέλικτος, υδραργυρικός. Να μη βαραίνω, μα μη με βαραίνει τίποτα, να μη με δεσμεύει τίποτα: έφερα σε πέρας αυτό το πρόγραμμα. Είχα λύσει τα δεσμά που με κρατούσαν ενωμένο με την οικογένειά μου, τους φίλους μου, την ερωμένη μου, για να αφοσιωθώ στο μοναδικό μου πάθος. Αποτινάζοντας από πάνω μου κάθε αλυσίδα δεν είχα επίσης θυσιάσει και το ουσιώδες;

Στον Σπύρο Καρυδάκη

Λογοτεχνείο, αρ. 72

Ρολάν Μπαρτ, Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου, εκδ. Κέδρος – Ράππα, 1983, μτφ. Βασίλης Παπαβασιλείου, σ. 116-119 (Roland Barthes, Fragments d’ un discours amoureux, 1997).

Έρωτας ανέκφραστος.
1. Δυο παντοδύναμοι μύθοι μας έκαναν να πιστέψουμε ότι ο έρωτας μπορούσε, όφειλε μάλιστα να εξιδανικευτεί σε αισθητική δημιουργία: ο σωκρατικός μύθος («ο έρωτας σε βοηθάει να γεννοβολάς πολλούς, ωραίους και υπέροχους λόγους») και ο ρομαντικός μύθος (θα φτιάξω ένα έργο αθάνατο γράφοντας το πάθος μου).
Ωστόσο ο Βέρθερος, που άλλοτε σχεδίαζε και πολύ και καλά, δεν μπορεί να φτιάξει το πορτρέτο της Καρλότας (μόλις που σκιτσάρει τη σιλουέτα της, δηλαδή ακριβώς αυτό που τον αιχμαλώτισε στη γυναίκα αυτή) «Έχασα, τη θεία δύναμη, τη ζωοδότρα, που μ’ αυτήν έπλαθα κόσμους ολόγυρά μου».
(…)
3. Δεν μπορώ να γράψω τον εαυτό μου. Ποιο είναι, άλλωστε, το εγώ που θα γραφόταν στην περίπτωση αυτή. Ενόσω θα εισχωρούσα στη γραφή, η γραφή θα το αποδυνάμωνε, θα το αχρήστευε (…)
4. Θέλω να γράψω τον έρωτα, σημαίνει έρχομαι αντιμέτωπος με τον κυκεώνα της γλώσσας: αυτήν την περιοχή ταπεινοφροσύνης, όπου η γλώσσα είναι περίσσια και ταυτόχρονα λειψή, υπερβολική (εξαιτίας της απεριόριστης διαστολής του εγώ και της συγκινησιακής πλημμυρίδας) και συνάμα φτωχή (εξαιτίας των κωδίκων μέσω των οποίων ο έρωτας τη συρρικνώνει και την ισοπεδώνει).

Στον Γιώργο Γιατρομανωλάκη