Λογοτεχνείο, αρ. 48

Νάσος Θεοφίλου, Αναμνηστική ιστορία, Περιοδικό Χάρτης, τεύχος 3 (Νοέμβριος 1982), σ. 280.

Σ’ ένα ξέφωτο της αγοράς, έξω από κάτι κλειστές αποθήκες, είδαν συγκεντρωμένο κόσμο και πλησίασαν μαζί με τους περίεργους που έτρεχαν προς τα κει. Με δυσκολία κατάφεραν να διαπεράσουν τον κλοιό των θεατών που παρακολουθούσαν την υπαίθρια παράσταση ενός ταχυδακτυλουργού. Εκείνη τη στιγμή, μόλις είχε βγάλει απ’ το ημίψηλο καπέλο του έναν δικέφαλο αετό που φτεροκοπούσε απεγνωσμένα, καθώς τον κρατούσε από τα πόδια με υψωμένο το χέρι του. Ψιθύρισε κάτι μεθυσμένα λόγια σα κρυπτογραφημένες προσευχές και το πτηνό εξαφανίστηκε, αφήνοντας μέσα στο χέρι του ένα μεγάλο σοκολατένιο αυγό. Ύστερα, μέσα σε ζητωκραυγές, έβγαλε απ’ το ημίψηλο μία μία τις σημαίες όλων των ευρωπαϊκών χωρών, τις πέταξε με δύναμη στον αέρα, κι όπως έπεφταν πάνω απ’ τα κεφάλια των κατάπληκτων θεατών, κομματιάστηκαν σε χιλιάδες προκηρύξεις από αρωματικά, πολύχρωμα χαρτομάντιλα. Έκανε ακόμα ένα δυο νούμερα και στο τέλος, αφού ευχαρίστησε τον κόσμο, έβγαλε δίσκο κι άρχισε να μαζεύει τα κέρματα που έριχναν οι θεατές, σα νεωκόρος μπροστά στο εκκλησίασμα.

Στον Νίκο Βλαντή

Λογοτεχνείο, αρ. 47

Μάξιμ Μπίλερ, Γη των πατέρων και των προδοτών, εκδ. Πόλις, 2001, μτφ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, επιμ. Ηλίας Κανέλλης, σ. 271 – 272 (Maxim Biller, Land der Väter und Verräter, 1994).

Κοιτούσε μέσα του κι έτρεμε απ’ το φόβο του γιατί από τη μια στιγμή στην άλλη είχε αρχίσει να βλέπει κάθε εικόνα ξεχωριστά, κάθε φωτογραφία που τράβηξε τα τελευταία είκοσι χρόνια. Είχε μετατραπεί σε φωτογραφική μηχανή και φιλμ συγχρόνως. Και απέναντί του όλοι αυτοί, οι άνθρωποι στο ξενοδοχείο, οι πελάτες του Σόκολοφ. Ο στρατηγός που έκλεινε τακτικά δωμάτιο για να κάθεται σ’ ένα τραπέζι και να μελετάει κάτι μεγάλες, χοντρές εγκυκλοπαίδειες, ώσπου τον έπαιρνε καθιστό ο ύπνος. Η κοπέλα που πέρασε έναν ολόκληρο μήνα ξαπλωμένη στο κρεβάτι με το παλτό, να καπνίζει το ένα τσιγάρο πίσω απ’ το άλλο. Το ζευγάρι, αυτή ξανθιά, εκείνος μελαχρινός, που συναντιούνταν στο Σόκολοφ ερήμην των οικογενειών τους για χρόνια ώσπου να γιορτάσουν στο ίδιο ξενοδοχείο το γάμο τους. Ο ξανθός όμορφος χίπι που του έσβηνε συνεχώς ο ναργιλές, οι χαρτοπαίκτες που το χάραμα έδινα ο ένας στον άλλον πίσω τα κερδισμένα, οι γέροι με τους μικρούς του πεζοδρομίου, ο ρώσος ζωγράφος, το ζευγάρι των Αμερικανών, η Γερμανίδα κι ο Γκέερμαν, ο διευθυντής του ξενοδοχείου που μερικές φορές καθόταν στα άδεια δωμάτια και κοιτούσε για ώρες το πάτωμα, οι καθαρίστριες που δεν παρέλειπαν ποτέ να ανακατέψουν τις βαλίτσες των πελατών. Οι Ανατολίτες κι οι Ευρωπαίοι, οι Γιέκες και οι Φελάχοι, οι Σεφαρδείμ και οι Ασκενάζυ, οι μαύροι και οι λευκοί και οι κίτρινοι και οι κόκκινοι – όλοι τους, ο κόσμος όλος και μαζί μ’ αυτούς ο Πούλβερ, ο καημένος ο Πούλβερ που καθόταν κι έβλεπε όλες εκείνες τις εικόνες να τρέχουν μέσα του σε απόσταση δευτερολέπτων η μια πίσω απ’ την άλλη, ο Πούλβερ που άρχισε να ιδρώνει, να καίγεται σαν παλιά μηχανή προβολής. Κι έπειτα όταν πέρασαν όλα, όταν πέρασε και το τελευταίο κάδρο, έγινε μέσα του πάλι σκοτάδι και γαλήνη κι άρχισε η άλλη ταινία, η ταινία της νιότης του. Κι ο Πούλβερ είχε την εντύπωση ότι από τη στιγμή της γέννησής του δεν είχε κάνει τίποτα άλλο απ’ το να φωτογραφίζει κάθε στιγμή εκείνης της υπέροχης εποχής.

Στην Μαρία Ευσταθιάδη