Λογοτεχνείο, αρ. 126

Ριού Μουρακάμι, Σχεδόν διάφανο γαλάζιο, εκδ. Printa, 2008, μτφ. Αλέξανδρος Καρατζάς, επιμ. Νάσια Ντινοπούλου, σ. 99-100 [Ryu Murakami, Kagirinaku tomei ni chikai buru, 1976 / Αγγλ. τίτλος Almost transparent blue].

Και μετά αυτές οι σκέψεις κι όλες οι εικόνες που βλέπεις απ’ τα αμάξι καθώς οδηγείς συσσωρεύονται, σωριάζονται η μία πάνω στην άλλη. Τα σπίτια και τα χωράφια, που έρχονται σιγά σιγά προς το μέρος σου και μετά τ’ αφήνεις ξαφνικά πίσω σου…Κι όλο αυτό το σκηνικό κι ό,τι έχεις μες στο κεφάλι σου, ανακατεύονται. Ο κόσμος που περιμένει στη στάση του λεωφορείου κι ένας μεθυσμένος μ’ επίσημο ένδυμα που τρεκλίζει εκεί μπροστά, και μια γριά μ’ ένα καλάθι γεμάτο πορτοκάλια, και λιβάδια γεμάτα λουλούδια και λιμάνια και εργοστάσια ηλεκτρικού – τα βλέπεις όλα αυτά, κι αμέσως μετά δεν μπορείς να τα δεις πια, αλλά μπερδεύονται στο κεφάλι σου μ’ αυτά που σκεφτόσουνα πριν, καταλαβαίνεις τι σου λέω; Το φίλτρο φακού που έχεις χάσει και τα λιβάδια με τα λουλούδια και το εργοστάσιο γίνονται ένα. Ε, τότε κι εγώ τα ανακατεύω σιγά σιγά, όπως μ’ αρέσει, αυτά που βλέπω κι αυτά που σκέφτομαι, και ρίχνω μέσα και όνειρα και βιβλία που έχω διαβάσει κι αναμνήσεις, για να στήσω – πώς να σ’ το πω; – μια σκηνή σαν αναμνηστική φωτογραφία.

Λογοτεχνείο, αρ. 125

Χένρυ Μίλλερ – Ένα χαμόγελο στην άκρη της σκάλας, εκδ. Οδυσσέας, [με 13 τετραχρωμίες του Χουάν Μιρό], μτφ. Αγγελική Στραγητοπούλου, [Henry Miller, The smile at the foot of the ladder, 1948], σ. 8 -11.

Βουτηγμένα σε ομόκεντρους κύκλους σκιάς, αποκαλύπτονταν σειρές σειρές πρόσωπα που κάπου κάπου τα σκίαζαν κενά που ο προβολέας έγλειφε με την απληστία μιας γλώσσας, ψάχνοντας για κανένα δόντι που να λείπει. Οι μουσικοί κολυμπώντας στην αχλή και στις ακτίνες μαγνησίου, κολλημένοι στα όργανά τους σε μια κατάσταση παραίσθησης, με τα κορμιά τους να ταλαντεύονται σαν καλάμια στο αβέβαιο παιχνίδι της σκιάς με το φως. Ο ακροβάτης να στροβιλίζεται στον υπόκωφο χτύπο του ντραμ και ο καβαλάρης πάνω στο ασέλωτο άλογο να εμφανίζεται πάντα μέσα σε μια φανφάρα από σάλπιγγες. Όσο για τον Αύγουστο ήταν ποτέ το αδύναμο στρίγγλισμα ενός βιολιού και πότε ο σαρκαστικός ήχος του κλαρινέτου που τον ακολουθούσαν παντού καθώς χοροπηδούσε κάνοντας τα καλαμπούρια του. Όταν όμως έφτανε η ώρα της έκστασης, οι μουσικοί αλλόκοτα εμπνευσμένοι, παρασύρονταν σ’ αυτή την ελικοειδή αποκορύφωση της ευδαιμονίας, όμοιοι με βεγγαλικά καρφωμένα στην πλατεία ενός ξέφρενου πανηγυριού.