(δε)κατα, τεύχος 48 (χειμώνας 2016 – 2017)

Αφιέρωμα: Παίξτε μπάλα! 

Πέρασε σχεδόν μια σαιζόν όπου προβλήματα υγείας, νοσοκομεία, μετακομίσεις και άλλες απρόσκλητες πλην αναπόφευκτες εκδηλώσεις της ζωής και με προσπέρασαν τεύχη λογοτεχνικών περιοδικών που με συνέπεια εκδίδονται στην ώρα τους ή εκτός προγράμματος αλλά πάντα με πληθώρα κειμένων παντός είδους και τέχνης του λόγου. Επανέρχομαι λοιπόν πάντα πιστός αναγνώστης τους κι αρχίζω με τα τρία προηγούμενα τεύχη των (δε)κάτων, εφόσον πάντα μπορεί κανείς να τα παραγγείλει στην οικεία διεύθυνση κι ενώ ήδη αυτές τις μέρες βγαίνει στην κυκλοφορία το 49ο τεύχος, με κείμενα γραμμένα από γιατρούς και φαρμακοποιούς, για να δούμε δηλαδή αν και πώς οι θεράποντες ψυχών και σωμάτων μπορούν να μας θεραπεύσουν και με τις λέξεις.

Αλλά το 48ο τεύχος προστάζει Παίξτε μπάλα!, κι αμέσως ανταποκρίνονται δυο ενδεκάδες συγγραφέων που πεζογραφούν το διόλου πεζό άθλημα με ωραίες φάσεις σπουδαίων και άσημων αγώνων αλλά σε κάθε περίπτωση διαχρονικών αναμνήσεων οριστικά φυτεμένων στον σχετικό βαθμολογικό πίνακα. Τιμής ένεκεν, βέβαια, το τεύχος ανοίγει με την μορφή ενός Ουρουγουανού συγγραφέα που γνωρίζει απ’ όλες τις πλευρές τις δυο τέχνες που συνυπάρχουν εδώ. Ο Eduardo Galeano γράφει για το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως, όπως άλλωστε τιτλοφορείται το σχετικό δοκιμιακό του βιβλίο από το οποίο και παρατίθεται ένα εκτενές απόσπασμα.

«Τα ασημένια εικοσάρικα» του Γιώργου Σκαμπαρδώνη μας επιστρέφουν στο 1973, στον αγώνα Φλόγας Αναλήψεως και Α.Ε. Χαριλάου. Σαφώς Ανατολική Θεσσαλονίκη λοιπόν, χωμάτινο γήπεδο, χωρίς κερκίδες, περιφραγμένο με δικτυωτό σύρμα, εστίες με μισοχαλασμένα δίχτυα, τα γνωστά. Ο φακός στρέφεται στον Καλντερίδη, γιό αριστερού και βαριά σταμπαρισμένου Ποντίου, που πληρώνει τα σπασμένα του πατέρα του, κι οι αντίπαλοι οπαδοί τον φωνάζουν εν χορώ μπατίρη. Αλλά εκείνος έχει στη χούφτα του ένα μάτσο ασημένια εικοσάρικα, δανεισμένα από συμπαίκτες και δικούς του οπαδούς, και τους τα ρίχνει στα κεφάλια, ενώ εκείνοι μόλις καταλαβαίνουν τι συμβαίνει, σιωπούν, βουβαίνονται, κοιτάζονται μεταξύ τους αιφνιδιασμένοι, κι ύστερα πέφτουνε στο χώμα κι αρχίζουν να τα μαζεύουνε γονατιστοί, ταπεινωμένοι, και να τα χώνουνε στις τσέπες τους. Κι είναι πλέον η πορεία του πεπρωμένου, στην συνέχεια, η μπάλα από τα πόδια του να ταξιδέψει ωραία μέχρι να φτάσει στην εστία του αντιπάλου.

Η «Νίκη!» του Φίλιππου Δρακονταειδή είναι ένα παράδειγμα πώς η λογοτεχνία γράφει ατόφιο κεφάλαιο Ιστορίας. Εδώ ο αγώνας γίνεται στα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1917), με πρωταγωνιστές το πλήρωμα ενός αγγλικού πλοίου στο γεωργιανό Μπατούμι και τους γηγενείς, σε ένα συναρπαστικό παιχνίδι που θρυμματίζει πρωτόκολλα και στερεότυπα και καταλήγει σε μια οργιαστική γιορτή.  Ή πώς μια μέρα που δεν θα την έγραφε η Ιστορία καταλήγει σε μια μέρα που θα έπρεπε να γράψει η Ιστορία. «… Αεθλοφόρος περί τα τέρματα» για τον Γιώργο Μπλάνα είναι ο ίδιος ο πατέρας του, που χάρη στο αφιέρωμα επιστρέφει για να διηγηθεί ξανά με τρόπο ίδιο αλλά και διαφορετικό τις αναμνήσεις του από την ομάδα του, το Αιγάλεω, στα χρόνια του ’50.

Ο Κώστας Ακρίβος μας γνωρίζει «Αλάνες και αλάνια» της δικής του περιοχής, δανείζοντας ένα απόσπασμα από ανέκδοτο μυθιστόρημα, για να μας περιγράψει έναν αγώνες ζωής και θανάτου ανάμεσα σε νεαρούς Πειραιώτες και Παιδοπολίτες. Ο Βασίλης Τσιαμπούσης διηγηματογραφεί ένα «πέναλντι» στα ξένα, σε συμφραζόμενα κοινωνικά και ερωτικά. Και πόσο «χαμένα» πάνε όσα έκαναν οι παλιοί μάγοι της μπάλας όταν δεν μπορεί σήμερα κανείς να τα δει; Ο «καπετάνιος» του Αλέξανδρου Ασωνίτη («Κοντέ, τον τελικό ή τη ζωή σου») ανακαλύπτει στα διαδικτυακά βίντεο 7 λεπτά και 31 δευτερόλεπτα ενός σπουδαίου αγώνα αλλά ο ίδιος δεν φαίνεται πουθενά! Σαν να μην έπαιξε ποτέ… Αλλά και πέρα από αυτό, ένα μόνο πράγμα ζητάει: να ξαναγίνει 28 χρονών, όπως τότε, στον τελικό, για μια μόνο μέρα. Όχι μέρα, πολύ είναι η μέρα. Για δυο ώρες μόνο, δυο ωρίτσες. Να ξαναγίνει ο τελικός ακριβώς όπως τότε, ακριβώς. Με φανέλες χωρίς διαφημίσεις και παίκτες στα νιάτα τους χωρίς τατουάζ και βαμμένα αλλόκοτα μαλλιά […] Να ξαναπαίξει τον τελικό, να πάρει το αίμα του πίσω….

Ο Μηνάς Βιντιάδης ξεκινά την δική του «Δικαίωση» από την κλασική ανακοίνωση στα μεγάφωνα του γηπέδου, που προκαλούσε πάντα γέλιο: Παρακαλείται ο φίλαθλος κύριος τάδε όπως μεταβεί στο Μαιευτήριον τάδε… Η γυναίκα του γεννάει.  «Το ματσάκι» του Κώστα Καβανόζη έχει δυο αξέχαστες εικόνες: στην μια, η μπάλα φεύγει προς την θάλασσα και ξανοίγεται ως μακριά· στην δεύτερη, οι ελάχιστοι παίκτες ανάβουν τα φώτα δυο αυτοκινήτων και παίζουν μέχρι να φέξει. Ο Δημήτρης Φύσσας στα «Πόδια στις Τρεις Ελιές» αφιερώνει δυο γραμμές στο παιδί που πάντα περισσεύει και μένει απ’ έξω απ’ το παιχνίδι. Ο Ευγένιος Αρανίτσης ιστοριογραφεί την ημερομηνία «31 Μαρτίου 1937» οριστικά και αμετάκλητα σε ποίημα πεζογραφικής ένδυσης, ο Δημήτρης Τζουμάκας βρίσκεται στις κερκίδες μιας «Σφαγής στην Ισπανία», ο Γιώργος Βέης παρακολουθεί «Γκολτζήδες κάτω από τη Σαχάρα» κ.ά.

Μια άλλη ομάδα αθλείται στην ποίηση κι εκεί τα στιγμιότυπα είναι εξίσου θεαματικά. Μεταξύ άλλων, ο John Berryman στιχουργεί για ένα αγόρι που έχασε τη μπάλα, ο Χρίστος Παπαγεωργίου για τις παρενέργειες ενός γκολ, ο Γιάννης Τζανετάκης για τους παλιούς του ήρωες που γερνάνε, αξύριστοι θλιμμένοι αλλά πάντα έτοιμοι να σηκωθούν από τον πάγκο ένα χαμένο να γυρίσουνε παιχνίδι, ο Γιώργος Κεντρωτής αφιερώνει στον Αριστείδη Παπάζογλου που πλην σ’ / απείρων ελιγμών ορμή είχε δείξει / ειρμούς κρυφούς (πριν απ’ τον Κρόιφ) είρων /και δίκαιος και μέγας – ο Αριστείδης, ο Λευτέρης Πούλιος βλέπει κάποιους άλλους να παίζουν μπάλα με το ίδιο το ποδόσφαιρο, ο Δημήτρης Καλοκύρης, πάντα αιφνίδιος, αναμεταδίδει ένα άλλο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, κάπου μακριά από εδώ, όπου θέλουμε δε θέλουμε είμαστε όλοι καλεσμένοι.

Στα δοκιμιακά κείμενα, μεταξύ άλλων, ο Robert Birnbaum μας υπενθυμίζει δέκα βιβλία για το ποδόσφαιρο, χάρη σε δημοσίευμα του Αθηναϊκού  Πρακτορείου Ειδήσεων διαβάζουμε για το ποδόσφαιρο στα χρόνια της αντίστασης, η ομάδα του obrero.gr θυμάται την καλτ ομάδα της Εθνικής Βουλγαρίας 1993 – 1994 και ο Δημήτρης Κωστόπουλος ανθολογεί «Λόγια της μπάλας» και μας θυμίζει πως ο Κωστής Παπαγιώργης, πιστός μελετητής του ποδοσφαίρου, έγραφε στα Σιαμιαία και ετεροθαλή ότι όπως οι θυσίες των Χριστιανών δεν ήταν απόδειξη για την ύπαρξη του Θεού αλλά μονάχα της πίστης τους γι’ αυτόν, έτσι και η θρησκευτική προσκόλληση του οπαδού δεν αναδεικνύει την όποια θετική αξία του ποδοσφαίρου αλλά μόνο την παθιασμένη του ανάγκη να παραδοθεί σε κάτι.

Θεαματικότατο τεύχος!

[σ. 180]

Στις εικόνες: Δεληκάρης και Λοσάντα περιμένουν τον λογοτέχνη τους / Ένα παιδικό μου παιχνίδι, ακριβώς την εποχή που το γνώρισα / Κατάκοποι αλλά εμφανώς ικανοποιημένοι οι παίκτες του Αιγάλεω φωτογραφίζονται αμέσως μετά την λήξη ενός ιστορικού αγώνα κατάταξης, στο γήπεδο της Ριζούπολης. Ο Γιάννης Μπλάνας άνω αριστερά. / Αριστείδης Παπάζογλου, 1964, στον αγώνα Ολυμπιακού – Εθνικού 1-0, με γκολ δικό του. Η φωτογραφία από εδώ.

Φρέαρ, τεύχος 15 (Ιούνιος 2016)

Φρέαρ 15

Κάθε τεύχος του περιοδικού κοσμείται από τουλάχιστον μια εκτενή συνομιλία με κάποιον σύγχρονο στοχαστή, που πάντα παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Αυτή την φορά διαβάζουμε τον Ζαν Λυκ Μαριόν σε συνομιλία του με τον Διονύση Σκλήρη. Ο μελετητής, μεταξύ άλλων, της καρτεσιανής σκέψης, ερευνητής των γνωστικών επιστημών, της τέχνης και της ψυχανάλυσης, εμπνευσμένος από τους Καινή Διαθήκη, τους Αποστολικούς και άλλους ελληνόφωνους Πατέρες των πρώτων αιώνων, και τον Ιερό Αυγουστίνο Ιππώνος, εφορμάται στην αναζήτησή του από την εντελώς σύγχρονη υποκειμενικότητα, στην οποία ασκείται μέσω της φιλοσοφικής μεθόδου της φαινομενολογίας.

Jean Luc Marion

Με την φαινομενολογία μπορούμε να φιλοσοφήσουμε και πάλι για τον έρωτα, την τέχνη, τον Θεό, το θαύμα, υποστηρίζει ο Μαριόν. Δεν υπήρξε μια «θεολογική στροφή στην φαινομενολογία» αλλά, αντιθέτως, το θεολογικό ερώτημα είχε τεθεί στον ορίζοντα της φαινομενολογίας ήδη από τον Husserl· και μετά έχουμε ασφαλώς τον Martin Heidegger, τον Paul Ricoeur, τον Emmanuel Levinas, τον Jacques Derrida, τον Michel Henry. Γιατί ασχολούνται όλοι αυτοί οι φαινομενολόγοι στοχαστές με την θεολογία; Όχι, ασφαλώς, επειδή επρόκειτο ειδικά για θεολόγους ή για ιδιαιτέρως αφοσιωμένους πιστούς. Όχι, ήταν για έναν λόγο περισσότερο τυπολογικό. Η περιοχή της θρησκευτικής εμπειρίας και της πνευματικής ζωής, αν μπορούμε να μιλήσουμε για «θρησκευτική» εμπειρία και για «πνευματική ζωή», είναι ένας «χώρος» που όλοι ξέρουν ότι προσφέρει φαινόμενα, τα οποία έχουν μια ορισμένη πραγματικότητα, ενίοτε μια εξαιρετική, μια έκτακτη πραγματικότητα, που υπάρχει ακόμα κι αν είναι δύσκολο να ανιχνευθεί.

Edmund Husserl.

Ο Μαριόν αναφέρει εδώ ακριβώς την έννοια του μυστικισμού που εμφανίστηκε κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, ακριβώς σε μια στιγμή που η φιλοσοφία αδυνατεί να αποδώσει την θρησκευτική εμπειρία. Γιατί και η συστηματική θεολογία – δογματική γίνεται μια οιονεί φιλοσοφία και δεν μπορεί ούτε και αυτή να εξηγήσει την «γεωγραφία» της πνευματικής ζωής. Σε μια τέτοια στιγμή δημιουργείται ένας ανεξάρτητος λόγος που αποκαλείται μυστικισμός και ο οποίος ομιλεί με τρόπο αυτοαναφορικό, χωρίς αναφορά ούτε στην φιλοσοφία, που τον κακολογεί, ούτε στην συστηματική θεολογία που δυσπιστεί απέναντί του, ενώ οι Διαφωτιστές τον θεωρούν ως μια μορφή τρέλας, και ορισμένοι θεολόγοι ως αρχή ανεξέλεγκτων αιρέσεων. Σε κάθε περίπτωση, η μυστική εμπειρία δεν έλαβε καμία σωστή ερμηνεία. Και είναι απολύτως αναμενόμενο που η φαινομενολογία πήγε να ψάξει εκεί, γιατί ήθελα να διαπιστώσει τι μπορούμε να κάνουμε με αυτές τις απρόσιτες περιοχές.

hernan-lavin-cerda

Η δεύτερη, επίσης καθιερωμένη στο Φρέαρ, εκτενής συζήτηση περί λογοτεχνίας, γίνεται ανάμεσα στον Χιλιανό ποιητή και πεζογράφο Ερνάν Λαβίν Θέρδα [Hernán Lavin Cerda] και τους Mario Meléndez και Gerardo Miranda, αδημοσίευτη ακόμα στα ισπανικά. Ο Θέδρα, που έγραψε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του στο Μεξικό, όπου κατέφευγε μετά την επιβολή της δικτατορίας του Πινοσέτ, συζητά και συ-σκέπτεται πάνω στο πνεύμα της Λένκα Φρανούλιτς, σημαντικής προσωπικότητας της χιλιανής κουλοτύρας, την επίδραση του Πάμπλο Νερούδα, την εξάπλωση του Νερουδισμού προς το καλό και το κακό, την καταλυτική εμφάνιση Νικανόρ Πάρρα. Ένα μεγάλο μέρος του τεύχους αφιερώνεται στον Μανόλη Αναγνωστάκη, για τον οποίον γράφουν νέοι φιλόλογοι που συμμετείχαν σε πλούσια σχετική Ημερίδα.

Γιατί δεν αγαπάμε την δημοκρατία; αναρωτιέται η Μυριάμ Ρεβώ Ντ’ Αλλόν [Myriam Revault d’ Allonnes], που τιτλοφορεί έτσι το νέο της βιβλίο (χωρίς το ερωτηματικό) και μπορούμε να διαβάσουμε σε προδημοσίευση της ελληνικής έκδοσης τις σκέψεις της για την συνθήκη απογοήτευσης του δημοκρατικού ανθρώπου και τις διαβαθμίσεις του μίσους για την «αστική δημοκρατία». Μιλάμε για την αγάπη της πατρίδας, του έθνους, της πολιτείας, της ανθρωπότητας, αλλά ποτέ για την αγάπη της δημοκρατίας – γιατί άραγε;

Henri Bergson

Στο τεύχος δημοσιεύονται τρία ανέκδοτα, νεανικά κείμενα του Χρήστου Μαλεβίτση, σπουδαίου στοχαστή και μεταφραστή σημαντικών φιλοσοφικών έργων, στα οποία αναγνωρίζει κανείς, όπως γράφει στην εισαγωγή του ο Δημήτρης Αγγελής, ορισμένους από τους θεματικούς άξονες που θα τον απασχολήσουνε και αργότερα (η επικαιρότητα του φιλοσοφικού λόγου σήμερα, το ιερό, η μεταφυσική δίψα κλπ.). Σε αυτά τα πρώιμα εξομολογητικά γραπτά, συνεχίζει ο επιμελητής, δεν μπορεί να μην παρατηρήσει κανείς το πάθος της έκφρασης και τον έντονο ιδεαλισμό του συγγραφέα. Επιλέγω μια ενδεικτική παράγραφο από τα «Γράμματα στην αγαπημένη»:

Ρίχνω δίκαιο του Μπερξόν που λέει πως οι άντρες που είχανε πλούσιο, δημιουργικό ψυχικό κόσμο, νιώθανε την παρουσία τους σα μια νέα μουσική. Είτε ήτανε δημιουργοί θρησκειών, είτε φιλόσοφοι, είτε οδηγοί λαών, είτε ποιητές, αυτό που κάνανε  δεν ήταν παρά το συγκεκριμένο: ποίηση μιας μουσικής αρμονίας. Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε πως όταν δε νιώθουμε τη μουσική υφή των έργων αυτών των ανθρώπων, τα έργα σκέτα τα βλέπουμε παράταιρα, αδιανόητα και πολύ συχνά ανόητα. Ακόμα και οι πιο λογικές ιδέες των φιλοσόφων είναι αποκυήματα της μουσικής. Γι’ αυτό παραξενευόμαστε όταν βλέπουμε μεγάλα μυαλά να μη μπορούσαν να δουν πράγματα που ο κοινός νους έβλεπε.

Εσωτερική διάσταση

Στις ύστερες σελίδες ο Μαριάνος Καράσης συνεχίζει ακάθεκτος στις ουτοπίες της αρχαιότητας, με στάση αυτή τη φορά στον Αριστοφάνη, ο Γιάννης Β. Κωβαίος εντοπίζει στοχαστικές και αστόχαστες «προσαρμογές» στα σχολικά βιβλία, η Νατάσα Κεσμέτη εκφράζει τις πάντα πυκνές σκέψεις της, o Γιώργος Μητρούλιας παρατηρεί την πόλη να εισχωρεί στην «χαμένη ύπαιθρο». Ξεχωρίζω δυο εξαιρετικά κείμενα: ένα εγκώμιο μεμψιμοιρίας δια χειρός Θεοφάνη Τάση κι ένα διπλό σχόλιο του Κώστα Βραχνού, πρώτα περί facebook,  σε συνομιλία με γραπτά του Byung – Chul Han και ύστερα περί ισλαμοφιλίας, όπου αναρωτιέται πώς η συντριπτική πλειονότητα των μετριοπαθών ισλαμιστών (περίπου 1,5 δισεκατομμύριο πιστών) ανέχεται να κατασυκοφαντείται και να καταδυναστεύεται από μια αμελητέα μειονότητα φανατικών.

Στα λογοτεχνικά πεζά του τεύχους, ο Δημήτρης Χριστόπουλος παρακολουθεί «ένα ζευγάρι στο χρόνο» με τρία στιγμιότυπα σε πρώτο, δεύτερο και τρίτο πρόσωπο αντίστοιχα. «Η απόστροφος», μου είχες πει τότε, «μας υπενθυμίζει αυτό που πρέπει να χάσουμε, ό,τι τέλος πάντων αφήνουμε πίσω μας, για να γίνει καλύτερη η ζωή μας». Ο Μιχάλης Μακρόπουλος δημιουργεί πάνω στο αστείρευτο μοτίβο του άγνωστου επισκέπτη στην πόρτα [«Ο επισκέπτης»], ο Βασίλης Τσιαμπούσης ανασυνθέτει μια γλωσσική Βαβέλ σε μοναστηριακή αυλή και ο υπογράφων αναθυμάται μια ημέρα που έμεινε ίδια και απαράλλαχτη στον χρόνο, από την Κυψέλη μιας παιδικής δεκαετίας. Και όπως πάντα, τα παραπάνω αποτελούν ένα μόνο μέρος από την ύλη του τεύχους.

Το τεύχος κοσμείται με σχέδια της Ελένης Γλύνη.

Στις εικόνες: Jean Luc Marion, Edmund Husserl, Hernán Lavin Cerda, Henri Bergson, Εσωτερική διάσταση.