Φρέαρ, τεύχος 14 (Φεβρουάριος 2016)

Frear 14

Πατρίδα μου δεν είναι κάποιος πύργος ή κάποια στέγη / Ολόκληρη η γη είναι πολιτεία και οικία / έτοιμη να στεγάσει την ζωή μας…έλεγε ο Κράτης από την Θήβα, όπως διαβάζω στην καθιερωμένη «στήλη» του παλαιού μου δασκάλου στην Νομική, του Μαριάνου Δ. Καράση, για τις Ουτοπίες της αρχαιότητας. Μαθητής του Διογένη από την Σινώπη, έδωσε έναν πιο ήπιο και μειλίχιο τόνο στον Κυνισμό και ακολούθησε τον δρόμο του «κοσμοπολίτη», αποστρεφόταν την πολυτέλεια και ζούσε ζωή λιτή χωρίς να είναι δούλος κανενός. Δεν είχε κτήμα ή σπίτι ούτε έπιπλα και μη έχοντας δικό του τόπο διαμονής περνούσε όλη την ημέρα στα δημόσια οικήματα, στην Αθήνα, και διανυκτέρευε με την γυναίκα του. Πηγές αναφέρουν ότι ο γάμος του συνοδεύτηκε από δημόσια συνουσία, πιθανώς για να δείξει την ανωτερότητα της φύσης απέναντι στον πολιτισμό. Η κυνική ουτοπία του είναι η Πήρα, καταμεσίς σε μία θάλασσα· ποτέ δεν πλέει προς τα εκεί άνθρωπος μωρός, παράσιτος, λαίμαργος ή ξελιγωμένος από τους γλουτούς μιας πόρνης και κανείς εκεί δεν έχει πάρει τα όπλα για την δόξα ή το χρήμα.

Φρέαρ Βυζαντινόν_

Μικροδιηγήματα από τον διαγωνισμό που διοργάνωσε το Φρέαρ, με όριο λέξεων τις εκατόν πενήντα και μόνη προϋπόθεση την χρήση της λέξης «φρέαρ». Το αποτέλεσμα είναι απολαυστικό και περιλαμβάνει όλη την πολυμορφία του σχετικού είδους, όπως την έχουμε παρουσιάσει και εδώ με αφορμή σχετικά αφιερώματα και εκδόσεις. Ο Π. Ένιγουεϊ διατυπώνει σε τρεις γραμμές την επανάσταση του Δον Κιχώτη κατά του συγγραφέα του, ο Βασίλης Γόνης περιγράφει κλιμακωτά μια αστική αυτοχειρία, η Λίλια Κυρίτση δίνει ανθηρό λόγο σε μια αντρική ερωτική ενηλικίωση, ο Ηλίας Κεφάλας ψάχνει το έαρ στο φρέαρ αλλά δεν αποφεύγει το σημαίνον πηγάδι, μια Έλλα προσκαλείται έστω και μεταφυσικά ως επιθυμητή κοπέλα δια χειρός Νατάσας Κεσμέτη. Η Μαρία Κουγιουμτζή συνοψίζει έναν ερωτικό φόνο σε μια παράγραφο και μια ντουλάπα, ο Ντίνος Σιώτης «φωτογραφίζει» μια όμορφη γυναίκα ξαπλωμένη που όλοι βλέπουν κι υποκρίνονται πως δεν και ο Παναγιώτης Ράμμης, στο πιο φορτισμένο των μικροκειμένων επιστρέφει στο πηγάδι των παιδικών του χρόνων. Και πολλοί άλλοι πυκνώνουν σε ελάχιστες λέξεις ολόκληρα σύμπαντα.

Tobias Wolff, Californie, 2009, φωτ. Jean Luc Bertini

Οι εκπλήξεις συνεχίζονται, για εμάς που ξεφυλλίζουμε τα περιοδικά από το τέλος, και η επόμενη αναπάντεχη συνάντηση είναι με τον Τομπάϊας Γουλφ, έναν από τους κορυφαίους σύγχρονους Αμερικανούς διηγηματογράφους, που η κριτική συγκαταλέγει με τους Ρέιμοντ Κάρβερ και Ρίτσαρντ Φορντ. Λέει μεταξύ άλλων ο Γουλφ: Δεν θέλω να υποβαθμίσω την σημασία της πρόθεσης και της συνειδητότητας κατά την συγγραφική διαδικασία. Προφανώς και πρέπει να λειτουργείς συνειδητά. Ωστόσο, σε μεγάλο βαθμό, το ύφος του έργου σου ορίζεται από τον τρόπο που βλέπεις τη ζωή, από την προσωπική σου οπτική. Και δεν έχεις πάντοτε επίγνωση αυτής της οπτικής. Είναι σαν εκείνο το ρητό που λέει ότι «το ψάρι δεν ξέρει ότι ζει μες στο νερό»… [σ. 64]. Το τεύχος δημοσιεύει και διήγημα του συγγραφέα.

Σε μια άλλη εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνομιλία ο Μαρσέλ Γκωσέ, συγγραφέας μιας περίφημης πολιτικής ιστορίας της θρησκείας (Η απομάγευση του κόσμου) μας καλεί να σκεφτούμε το Ισλάμ υπό το πρίσμα όλων των ιστορικών, κοινωνικών και πολιτικών δεδομένων. Ιστορικά η θρησκεία οργάνωσε την ζωή των κοινωνιών και η νεωτερική πρωτοτυπία έγκειται στην έξοδο από αυτή την οργάνωση. Η έξοδος αυτή διαχέεται σε πλανητικό επίπεδο και είναι η έσχατη σημασία της παγκοσμιοποίησης. Η ρήξη με την θρησκευτική οργάνωση του κόσμου είναι πλέον δεδομένη. Συνεπώς δεν πρέπει να εκπλησσόμαστε που σε κάποιους χώρους η διείσδυση αυτής της νεωτερικότητας βιώνεται σαν μια πολιτιστική επίθεση.

Κατασκευή Ιησού_

Ένας άλλος σημαντικός ερευνητής, ο Μάικλ Γουόλτσερ, συγγραφέας του κορυφαίου έργου Δίκαιοι και άδικοι πόλεμοι, συνομιλεί με τον Θεοφάνη Τάση για την πολιτική σκέψη σήμερα και, μεταξύ άλλων, για την πολεμικά εγκλήματα, τα σχετικά αντίποινα, την τρομοκρατία και την άνοδο του ισλαμικού χαλιφάτου. Ο Γουόλτσερ παραδέχεται τις προγενέστερες πλάνες του, όπως για παράδειγμα την πεποίθηση ότι ο θρησκευτικός πόλεμος ήταν ένα καθαρά ιστορικό θέμα. Η θεωρία της αναπόφευκτης εκκοσμίκευσης ήταν θεμελιωδώς λανθασμένη. Όμως και πάλι, απευθυνόμενος στους ανά τον κόσμο πιστούς, υπενθυμίζει: Την στιγμή της Δημιουργίας δεν υπήρχαν εβραίοι, χριστιανοί ή μουσουλμάνοι παρά μόνο άνθρωποι κα ο φυσικός νόμος που ίσχυε γι’ αυτούς προηγείται από κάθε αποκάλυψη θεϊκού νόμου και εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα. Η απαγόρευση της δολοφονίας των αθώων είναι μέρος αυτού του νόμου, την οποία καμία ομάδα ζηλωτών δεν μπορεί να καταργήσει.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΟι πολυτιμότερες σελίδες του τεύχους αφιερώνονται στον Γιάννη Κιουρτσάκη και σε μια εκτενή συνομιλία με τον Διονύση Σκλήρη. Όσοι δεν γνωρίζουν το έργο του ας σπεύσουν να διαβάσουν τις σκέψεις του για όλα όσα τον έχουν απασχολήσει όλα αυτά τα χρόνια: την εξορία ως συνθήκη του σύγχρονου ανθρώπου, την αναζήτηση της εξορίας μέσα στην ίδια την πατρίδα, τις εσωτερικές αυτοεξορίες, την «ελληνικότητα», την γλώσσα, τον ατέρμονα κύκλο ταυτότητας και ετερότητας. Στα άλλα κείμενα, ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος ονειρεύεται γραπτώς Όνειρον του δια βίου μεταφραστού Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ο π. Βασίλειος Θερμός συλλογίζεται πάνω στην κρίση ως σύμπτωμα ενός βαριά άρρωστου λαού, η Ελένη Μαρινάκη δοκιμάζει τρία (εξαιρετικά) μικρά κείμενα, οι Στρατής Πασχάλης, Τάσος Γαλάτης, Χρίστος Ρουμελιωτάκης κ.ά. καταθέτουν ποίηματά τους κ.ά.

[234 σελ.]

Στις εικόνες: Βυζαντινό φρέαρ, Tobias Wolff , κατασκευή Ιησού και έργο του Κώστα Σιαφάκα, σχέδια του οποίου κοσμούν το τεύχος.

(δε)κατα, τεύχος 44

COVER 44_

Αφιέρωμα Ειδήσεις

Ειδήσεις: Σε ποιον ανήκουν, ποιος τις φτιάχνει, από πού έρχονται; Σαράντα τέσσερις συγγραφείς και δημοσιογράφοι επιχειρούν να απαντήσουν με όλους τους τρόπους, μυθοπλαστικούς και μη. Με τον τρόπο που παρουσιάζονται οι ειδήσεις από τα κυρίαρχα μέσα μαζικής ενημέρωσης – ειδησεογραφικά πρακτορεία, εφημερίδες, ραδιόφωνο, τηλεόραση -, δεν είναι απορίας άξιο ότι ο κόσμος έχει περιέλθει σε αξιολύπητη κατάσταση, γράφουν τα (δε)κατα στην εισαγωγή του αφιερώματος, με τίτλο οι ειδήσεις είναι η κρίση. Πράγματι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, αμέτρητα συμβατικά, καλωδιακά αλλά και ιντερνετικά κανάλια εκφέρουν έναν λόγο και μια εικόνα που μετά βίας μοιάζει με «ειδήσεις», ενώ κατ’ ουσία είναι ρηχές ματιές σε συμβάντα. Είναι σα να παίζουν το ίδιο έργο, βασισμένο στην αρχή που λέει ότι κάθε θεατής πρέπει να στρέφεται σε μια οθόνη και να βρίσκει θέματα που γυαλίζουν και καθηλώνουν.

Μια ενδιαφέρουσα θέση εκφράζει ο David Jacobson στο κείμενό του Η τηλεόραση σου κάνει καλό. Η τηλεόραση κατηγορείται συνεχώς ότι ενθαρρύνει την απάθεια, την αδράνεια, την παθητικότητα, την δουλική υπακοή. Κανένας όμως δεν έχει παρατηρήσει την επίδρασή της σε εκείνους που τους είχαν στερήσει την δυνατότητα να έχουν πρόσβαση σε όλη την παγκόσμια ποικιλία και χυδαιότητά της. Μπορεί αρχικά να προκαλέσει απογοήτευση και οργή στους αποκλεισμένους θεατές και συμμέτοχους στο παγκόσμιο ηλεκτρονικό καρναβάλι· στην συνέχεια όμως μπορεί να οδηγήσει σε δράση. Όταν βέβαια κερδίσουν την μάχη τους, είναι αλήθεια ότι μπορεί να γίνουν όπως όλοι εμείς οι υπόλοιποι.

A woman watches television in her house in the outskirts of Sudan's capital, Khartoum April 5, 2010. REUTERS/Zohra Bensemra (SUDAN - Tags: SOCIETY IMAGES OF THE DAY)

Οι κάτοικοι των χωρών του πρώην Σοβιετικού μπλοκ και οι Νοτιοαφρικανοί την εποχή του απαρτχάιντ εκδήλωσαν αυτή την κατάσταση. Οι κυβερνήσεις δικαιολογούσαν τον αποκλεισμό του πληθυσμού από κάθε σχετική πρόσβαση ως απόδειξη της ηθικής και πολιτιστικής του ανωτερότητας. Όφειλαν λοιπόν να είναι και ευγνώμονες στους πολιτικούς τους κυρίους που προαποφάσιζαν για λογαριασμό τους τι του ωφελούσε και τι όχι. Ο συγγραφέας θυμάται μερικούς κατηφείς ντόπιους σ’ ένα μπαρ στην Πράγα, να παρακολουθούν στην τηλεόραση μια ταινία που έδειχνε την παρακμή των Δυτικών· το ύφος τους έμοιαζε με εκείνων που ετοιμάζονται να περάσουν από μια εξέταση. Τα χρόνια που προηγήθηκαν της κατάρρευσης της σοβιετικής αυτοκρατορίας, εργάτες στην Ανατολική Γερμανία αρνούνταν να εργαστούν σε περιοχές που δεν έφτανε το σήμα της δυτικογερμανικής τηλεόρασης.

Man Watching TV in a Bar, Detroit 1972

Αλλά εκείνο που του έκανε μεγαλύτερη εντύπωση στον συγγραφέα ήταν τα πρόσωπα των πρώην υπαλλήλων του καθεστώτος, στους οποίους είχαν επιρρίψει την ευθύνη των παραπτωμάτων του παρελθόντος και οι οποίοι ήταν πλέον ευπρόσδεκτοι σε τηλεοπτικές συζητήσεις από τις οποίες αποκλείονταν στο παρελθόν: Έμοιαζαν με παιδιά ξαμολημένα στο δρόμο. Που δεν χρειάζονταν πια να υπερασπιστούν τα αδικαιολόγητα, να εμφανίζονται πάντα με το προσωπείο του επίσημου ψεύτη, να φοβούνται τους φίλους στη χώρα τους περισσότερο από τους υποτιθέμενους εχθρούς της, που τώρα άρχισαν αν τους χαμογελάνε, να συζητάνε, να μιλάνε εφεξής για απαγορευμένα θέματα, να παραδέχονται τα λάθη του παρελθόντος. Το ίδιο συνέβαινε με τους εκπροσώπους της κυβέρνησης του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική. Η ευχαρίστηση που αισθάνθηκαν όταν τους αντιμετώπισαν ως πραγματικούς ανθρώπους, όχι σαν αφύσικα τέρατα και απόκληρους, ήταν πασιφανής. Τουλάχιστον είχαν γίνει ξανά αποδεκτοί στο ανθρώπινο γένος. [σ. 53]

Φίλιππος Δρακονταειδής, Τάσος Καλούτσας, Χρύσα Φάντη, Δημήτρης Μίγγας, Μάριος Ποντίκας, Γιώργος Σκαμπαρδώνης κ.ά. στο διήγημα, Θανάσης Τριαρίδης, Θανάσης Χονδρός / Αλεξάνδρα Κατσιάνη, Γιάννης Τζώρτζης στο αφήγημα, Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, Ηλίας Γκρης, Κώστας Κουτσουρέλης, Χρήστος Μπουλώτης, Σοφία Διονυσοπούλου κ.ά. στην ποίηση συγγράφουν πλευρές των ειδήσεων, ενώ ο Γώργος Ρούβαλης ενώνει τις δυο ειδήσεις για τις τραγικές δολοφονίες του 1963 (Λαμπράκης – Κέννεντι) σε ένα κείμενο προσωπικής μνήμης.

News

Στο πεδίο των απόψεων και των εκτιμήσεων ο Μανώλης Παράσχος γράφει για την δημοσιογραφική αξία των ειδήσεων την ψηφιακή εποχή, ο Ben Bagdikian αναρωτιέται ποιος είναι κύριος της ενημέρωσης, ο Γιάννης Στρούμπας «τοποθετεί» την είδηση μεταξύ τραγωδίας και παρωδίας, ο Τάσος Τσακίρογλου επιχειρεί να αναπνεύσει υπό το τοξικό νέφος των ΜΜΕ, ο Δημήτρης Τζουμάκας παρακολουθεί «ειδήσεις με μανικιούρ στις οκτώ» και o Justin Fox παρακολουθεί τα νέα μονοπώλια του διαδικτύου και ιδίως το Facebook με την Google, που «ετοιμάζονται να μας πνίξουν, αν τους αφήσουμε». Και μιας και το έφερε η κουβέντα, αλιεύω από τον δεκατοδείκτη, την καθιερωμένη σελίδα – στήλη του περιοδικού, που παρουσιάζει κάθε φορά αδιανόητα δεδομένα από διάφορους τομείς, το έτος κατά το οποίο εικάζεται ότι θα κυκλοφορήσει η τελευταία εφημερίδα στην Αμερική είναι το 2034.

Σε άλλα που δεν φτάνουν ποτέ ως ειδήσεις, ο Θεοδόσης Πυλαρινός ερευνά την Αλληλογραφία Μενέλαου Λουντέμη – Αντώνη Μυστακίδη, η Μάρω Δούκα θυμάται ποιος ήταν ο Ασαντούρ Μπαχαριάν, ο Γιώργος Μπράμος επιχειρεί ένα υπαρξιακό πορτρέτο του επιστήθιου φίλου του Ανταίου Χρυσοστομίδη και το περιοδικό καταγράφει υποψηφίους, νικητές και σκεπτικά για το καθιερωμένο βραβείο των (δε)κάτων, The Athens Prize for Literature.

50s family

Το τεύχος περιλαμβάνει και μια εκτενή, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συνομιλία του Ρωμανού Κοκκινάκη με τον Χρήστο Οικονόμου. Ο συγγραφέας αναφέρεται, εκτός πολλών άλλων, στην συνειδητοποίηση της μεγάλης γοητείας της γραφής που για τον ίδιο είναι η έκσταση της διαδικασίας να βγαίνει από τον εαυτό του και να γίνεται κάθε φορά κάποιος άλλος· να θέλει να ζήσει περισσότερες από μια ζωές, σα να μην του φτάνει η δική του. Γι’ αυτό και ποτέ δεν γοητεύθηκε από την ιδέα της ατέρμονης ενδοσκόπησης μέσω της λογοτεχνίας. Το στοίχημά του είναι να μπαίνει στην θέση του άλλου και να προσπαθεί να κάνει την ιστορία κομμάτι του εαυτού του αναγνώστη, μέρος της δικής του εμπειρίας.

Δεν χρειάζεται να είσαι άστεγος για να γράψεις μια καλή ιστορία για έναν άστεγο, όμως πρέπει να έχεις εκείνη την ακατανίκητη παρόρμηση να μπεις στη θέση ενός άστεγου, ή οποιουδήποτε άλλου, και να προσπαθήσεις να δεις τον κόσμο μέσα από τα δικά του μάτια, σε όλες τις ανεπαίσθητες και ιδιαίτερες εκδοχές του.

 [σ. 192]

Οι πρώτες δυο εικόνες: Τηλεθεατές στο Σουδάν [2015, Reuters / Zohra Bensemra] και στο Ντιτρόιτ [1972]