Το Δέντρο, τεύχος 203 – 204 (Απρίλιος 2015)

Δέντρο

[Μεγάλοι συγγραφείς, μικρά κείμενα]

Κάθε τεύχος του Δέντρου με θέτει ενώπιον του ίδιου κάθε φορά διλήμματος: να διαβάσω τις διακόσιες περίπου σελίδες του μονορούφι, αφιερώνοντας ολόκληρη την ημέρα σε αυτή την πανσπερμία κειμένων και ερεθισμάτων ή να επιβραδύνω την ανάγνωσή του, διαβάζοντας ένα ή δυο κείμενα κάθε φορά, καθυστερώντας το γύρισμα της τελευταίας σελίδας. Αυτή τη φορά δοκίμασα το πρώτο, παραδιδόμενος στην βουλιμική διάθεση της στιγμής.

Τα μικρά κείμενα των μεγάλων συγγραφέων που καταλαμβάνουν ένα μέρος του τεύχους, περιέχουν, εκτός από απολαυστικό λόγο και ενδιαφέρουσες εκπλήξεις. Ποιος θα περίμενε δια χειρός Οκτάβιο Πας μια ερωτικότατη ιστορία με ένα θηλυκό κύμα που τον ακολουθεί παντού, σε ταξίδια και σε σπίτια, οδηγώντας σε παρανάλωμα εικόνων και λέξεων; Εδώ συνυπάρχουν ένα άγνωστο μικρό κείμενο του Μπόρχες για το Ταγκό, μια επιστολή του Λουί – Φερντινάν Σελίν στον Ελί Φορ, μια συζήτηση με τον Ελίας Κανέτι για τον Κάφκα, την Φελίτσε και την Δίκη, ένα εξομολογητικό πολιτικό κείμενο του Βάτσλαβ Χάβελ, μια διήγηση για την ρωμαϊκή ζωή του Τζέμις Τζόις, κείμενα των Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, Ντίνο Μπουτζάτι, Τζόις Κάρολ Οόουτς, Σέιμους Χίνι (για τον Έζρα Πάουντ), απόσπασμα από τα ημερολόγια των αδελφών Γκονκούρ, γράμματα του Ελία Καζάν, απόσπασμα από το τελευταίο μυθιστόρημα του Ίαν ΜακΓιούαν…

BreecePancake

… και ένα από τα δώδεκα διηγήματα που έγραψε ο Μπρις Ντ’ Τζ. Πάνκεϊκ [Breece D’ J Pancake], αυτόχειρας στα είκοσι επτά του, που έγραψε για την κουλτούρα και την γεωγραφία της Δυτικής Βιρτζίνια και κατ’ επέκταση την ασφυκτική ατμόσφαιρα των μικρών πόλεων, την σφοδρή εφηβική επιθυμία για απόδραση, την σμίλευση του χαρακτήρα κατά τα πρότυπα ενός άγριου και αφιλόξενου περιβάλλοντος – όλα αυτά τα στοιχεία, σκέφτομαι, που σήμερα μας υπενθυμίζει ο κινηματογράφος και ελάχιστοι συγγραφείς. Αναρωτιέμαι πως θα ήταν σήμερα τα γραπτά του άγνωστού μας αυτού συγγραφέα. [απόδοση: Γιάννης Παλαβός]

Τα δυο κορυφαία κείμενα του φακέλου προέρχονται από δυο Ιταλούς συγγραφείς, τον Ένιο Φλαϊάνο και τον Βιτσέντζο Κόνσολο. Ο δεύτερος μας ταξιδεύει στην Πλατεία των Διασταυρωμένων Πεπρωμένων, στον μιλανέζο Άγιο Αμβρόσιο την δεκαετίας του ’50, όπου ο ήρωας, φοιτητής από την Σικελία στο Μιλάνο, παρακολουθεί από την πανσιόν της δεσποινίδας Κολόμπο δυο αποκλίνουσες πραγματικότητες: τραμ χωρίς αριθμό να καταφθάνουν από τον Κεντρικό Σταθμό και να ξεφορτώνουν στο Κέντρο Μεταναστών πλήθη ολόκληρα ανθρώπων που έρχονταν από τον Νότο, κυρίως από την Σικελία, για να υποβληθούν σε ελέγχους και ιατρικές εξετάσεις και κατόπιν να σταλούν στα εργοστάσια της Ευρώπης ή στα ανθρακωρυχεία του Βελγίου. Κι από την άλλη μεριά ο Τσίρο βλέπει να συγκεντρώνονται μπροστά στο τμήμα διμοιρίες αστυνομικών, πανέτοιμες ν’ αναχαιτίσουν τους εργάτες της Πιρέλι ή της Άλφα Ρομέο, που έχουν κατέβει σε απεργία. [απόδοση: Ευαγγελία Γιάννου]

Vincenzo-Consolo

Ήταν η περίοδος που σήμαινε το τέλος της αγροτιάς, την αποτυχία των αγροτικών μεταρρυθμίσεων στη Σικελία, την νίκη των φεουδαρχών, των αιώνιων Γατόπαρδων, ή αυτών που βρίσκονταν ακόμη πιο πάνω, των gabelloti, των μαφιόζων εκμεταλλευτών της γης. Ήταν εκείνη η περίοδος την οποία ο Παζολίνι αργότερα χαρακτήρισε ως «ανθρωπολογική μετάλλαξη» αυτής της χώρας.

Ολόκληρη η ιστορία του εικοστού αιώνα σε λίγες γραμμές, η αιώνια μετανάστευση, ο αγώνας για μια καλύτερη ζωή. Κι όμως, το κείμενο απολήγει σε τρυφερό περιστατικό νοσταλγίας, μια αξέχαστη συνάντηση με την Άννα Μανιάνι πάνω από μια σαρκοφάγο στα νησιά των μεταναστών, στο Λίπαρι. Να μια σκηνή που θα άξιζε την μουσική του Νικόλα Πιοβάνι, που, τι έκπληξη, συναντούμε πιο κάτω, με μικρό απόσπασμα από το αμετάφραστο – ελπίζουμε όχι για πολύ ακόμα – βιβλίο του Η μουσική είναι επικίνδυνη. Για τον Πιοβάνι το πιάνο είναι η γραφομηχανή του και αυτός ο έρωτας με το βασικό εργαλείο της δουλειάς του δεν τρέφεται από κάποιο μύθο ή φετίχ, παρά από την ιδιότητα ενός πραγματικού πιανίστα εκτελεστή (και κατά τη γνώμη μου του κορυφαίου κινηματογραφικού συνθέτη των τελευταίων χρόνων, του έχουμε άλλωστε αφιερώσει αρκετά κείμενα εδώ στο Πανδοχείο) που χρησιμοποιεί το πιάνο κυρίως για να συνθέσει, σαν μια γραφομηχανή, με το χαρτί του πενταγράμμου στο αναλόγιο, το μολύβι στο στόμα και τη γόμα στο πληκτρολόγιο. [απόδοση: Φανή Δ. Μουρίκη]

nicola-piovani-638x425

Ο Τζόναθαν Κόου εκκινεί από την παρακολούθηση του μπεκετικού Περιμένοντας τον Γκοντό στο οποίο πήγε τις κόρες του, που όπως ήταν αναμενόμενο υπέφεραν, η δε νεαρότερη – δεκατεσσάρων ετών – αποκάλεσε την υποχρέωση να δει την παράσταση ως έγκλημα συγγενικό με την άσκηση βίας κατά ανηλίκου. Ο συγγραφέας παραδέχεται την ματαιότητα του εγχειρήματος αλλά βρίσκει ευκαιρία να ξεσκονίσει μια παλιά του εργασία για την παράδοση των κωμικών ντουέτων, την καθιερωμένη σχέση κυρίου – υπηρέτη και τον συγγραφέα ως υπηρέτη και κύριο των ηρώων του.

Στην ουσία κάθε γυναίκα που συναντάω σκέφτομαι πώς θα ήταν να κάνω έρωτα μαζί της. Όλοι οι άντρες έχουν τέτοιες σκέψεις αλλά δεν τις αποκαλύπτουν. Το να ερωτευτείς είναι κάτι διαφορετικό…γράφει στην … εξάτομη αυτοβιογραφία του με τίτλο Ο Αγών μου ο Καρλ Όβε Κνάουγκαρντ, ο Νορβηγός Προυστ, και μια επίσκεψη στο σπίτι του και το έργο του αποτελεί έναν από τους σταθμούς της περιπλάνησής μας. Αργότερα περνάμε από το πλούσιο αρχείο του Αντόνιο Ταμπούκι (ποιος ξέρει πότε θα διαβάσουμε τα εξήντα χειρόγραφα τετράδια γεμάτα σημειώσεις, σχέδια για διηγήματα, εντυπώσεις ταξιδιών, σκαριφήματα επιστολών, πρώτες γραφές μελλοντικών βιβλίων…), επιστρέφουμε στο Λονδίνο του ’60 μαζί με τον Μάικλ Κειν και τον Χάρολντ Πίντερ, αποτολμούμε μια ανατομία στο πάθος του Πιερ Πάολο Παζολίνι, ξαναδιαβάζουμε την τετραλογία των Λαγών του Τζον Άπνταικ, καλούμε τον Τομ Γουλφ να επιστρέψει στο Μπρονξ, διαβάζουμε νεοελληνικά διηγήματα και δοκίμια και επιστρέφουμε στο πυκνό εισαγωγικό σημείωμα:

Karl Ove Knausgård.

Ο άκριτος αναγνώστης όπως ο καταναλωτής της μαζικής κουλτούρας, είναι μνημείο ταύτισης. Αχειραγώγητος από την καλλιέργεια, περνά χωρίς μεσολαβήσεις από την αθωότητα στον συναισθηματισμό. Οι χαρακτήρες που συναντά στο μετά – Άρλεκιν ανάγνωσμα είναι πάντα αυτός ο ίδιος, ή μοιάζουν εντυπωσιακά με τα πρόσωπα που ακούει και βλέπει γύρω του. Ανάμεσα στο κείμενο και σ’ αυτόν είναι αδιανόητη οποιαδήποτε δημιουργική σχέση ή στροφή στα ενδότερα, η «διαστολή» του εαυτού, που έλεγε ο Χάρολντ Μπλουμ. Δεν επικοινωνία με καμία ετερότητα, αφού βρίσκεται απέναντι σε μια περίπου αυτοβιογραφική συνθήκη. […] Αυτός ο αναγνώστης εισπράττει από ένα ταμείο που εισφέρει ο ίδιος.

[195 σελ]

Στις εικόνες: Breece D’ J Pancake, Vincenzo Consolo Nicola Piovani, Karl Ove Knausgård.

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 40 (χειμώνας 2014)

Δ40

Φάκελος: Η επόμενη μέρα

Το ζήτημα είναι να βρει κανείς έναν τρόπο για να «βλέπει» τους ανθρώπους και κατά συνέπεια τον εαυτό του. Φυσικά οι άνθρωποι «φαίνονται» παντού: στους δρόμους, στα κέντρα, στη λαχαναγορά ή στα ανώτερα ιδρύματα. Οι άνθρωποι, κατά το κοινώς λεγόμενο, είναι παντού οι ίδιοι. Ωστόσο τα ζωτικά ένστικτα δεν έχουν παντού την ίδια ισχύ. Αν για παράδειγμα αναλογιστεί κανείς τα λογοτεχνικά έργα που του αρέσουν, θα διαπιστώσει με κάποια έκπληξη ότι πρόκειται για έργα που μιλούν για οριακές καταστάσεις (πολέμους, έρωτες, κινδύνους) οι οποίοι φέρνουν τους ήρωες σε επαφή με ό,τι βαθύτερο έχουν. Υπ’ αυτή την έννοια η λαϊκή μάζωξη ή η λαϊκή διασκέδαση παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον… [σ. 16]

… έλεγε ο Κωστής Παπαγιώργης σε συνέντευξη του στην Αμάντα Μιχαλοπούλου, το 1993, για το περιοδικό Ρεύματα που έβγαζε τότε ο Ντίνος Σιώτης [τεύχος 13, Μάιος – Ιούνιος 1993] και τώρα αναδημοσιεύεται εδώ, γεμάτη με τον αειθαλή, εύχυμο λόγο του ιδανικού μας δοκιμιογράφου. Το περιοδικό κλείνει σαράντα τεύχη και δέκα χρόνια, συνεπώς η επόμενη ημέρα του είναι ήδη εδώ και γεμάτη, όμως υπάρχει και η απώτερη επόμενη ημέρα για όλο τον κόσμο, εκείνη που αναφέρεται στο μέλλον. Αυτό το άδηλο, απρόβλεπτο και αλλά και εν μέρει ήδη κακοστρωμένο μέλλον επιχειρούν να λογοτεχνήσουν 46 συγγραφείς. Γράφουν μεταξύ άλλων οι Βισουάβα Σιμπόρσκα, Δημήτρης Νόλλας, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Κώστας Βούλγαρης, Κώστας Καβανόζης, Παναγιώτης Ράμμης, Γιώργος Μπλάνας, Χρήστος Οικονόμου, Θανάσης Χονδρός – Αλεξάνδρα Κατσιάνη (τους ακούμε χρόνια στις κασέτες και τους δίσκους του Δημοσιοϋπαλληλικού Ρετιρέ), Δημήτρης Καλοκύρης, Γρηγόρης Σακκαλής, Φίλιππος Δρακονταειδής, Ηλίας Κεφάλας, Jose Emilio Pacheco, Κατερίνα Χρυσανθοπούλου, Μηνάς Βιντιάδης, Μάριος Ποντίκας, Θανάσης Τριαρίδης, Μανόλης Ξεξάκης, Δημήτρης Φύσσας, Χρήστος Μπουλώτης, Αμάντα Μιχαλοπούλου κ.ά.

Παπαγιώργης 6

Και συνεχίζει ο Παπαγιώργης από εκεί που τον αφήσαμε: Το πανηγύρι, ο καβγάς, ο αγώνας, το γλέντι, το μεθύσι, ο γάμος ή η κηδεία είναι τελετές που διασώζουν πάντα κάτι πηγαίο –αρκεί βέβαια να μετέχει κανείς και να μην είναι ξενέρωτος ματάκιας. Για να μιλήσουμε ακόμα πιο συγκεκριμένα, ο νεοέλληνας «διανοούμενος», όπως λέει ο Χρήστος Βακαλόπουλος, έχει ένα βασικό γνώρισμα –δε γλεντάει. Ακόμα και δέκα βότκες να κατεβάσει, δεν ξέρει να πει ένα τραγούδι, το πολύ να παραληρεί για τον Σεφέρη. Πως να μην καταφύγει κανείς στα «σκυλάδικα», όπου ακόμα γυναίκες και άντρες ξεφαντώνουν; Από κει και πέρα πάσα ένστασις δεχτή: κάθε χώρος έχει το μεγαλείο και την αθλιότητα του. [σ. 16]

Ο (δε)κατοδείκτης συνεχίζει να καταγράφει τις εφιαλτικές μετρήσεις του πλανήτη που οφείλουμε όλοι να γνωρίζουμε, όπως για παράδειγμα ότι τα παιδιά που συμμετέχουν σε στρατιωτικές συγκρούσεις στον κόσμο είναι 300.000 ή ότι οι άνθρωποι που ζουν υπό το καθεστώς σύγχρονης δουλείας ανέρχονται σε 30 εκατομμύρια. Κατά τα άλλα δέκα πολυεθνικές εταιρείες παράγουν, ελέγχουν και διακινούν παγκοσμίως το 95 % του τι τρώμε, πίνουμε, με τι πλενόμαστε και καλλωπιζόμαστε, με τι πλένουμε τα ρούχα μας και καθαρίζουμε τα σπίτια μας, τι χάπια παίρνουμε και τι τσίχλες μασάμε, καθώς και πολλές άλλες εξαρτήσης της δια βίου ενασχόλησης με την καθημερινότητα Είναι οι Coca Cola, Procter & Gamble, General Electric, Johnson & Johnson, Nestle, Kelloggs, Mars, Kraft, Pepsico, Unilever, που με τη σειρά τους ελέγχουν πάνω από 400 εταιρείες στον κόσμο. Κανένα πρόβλημα με τις πολυεθνικές εταιρείες, αρκεί να μην αποτελούν καρτέλ – μονοπωλια με τις γνωστές επιπτώσεις στην ποιότητα των προϊόντων, στην διαμόρφωση των τιμών, στα πάμφθηνα εργατικά χέρια και στην διαμόρφωση των παγκοσμίων τιμών αγοράς. Αλλά τελικά αποτελούν μονοπώλια και όλα τα παραπάνω συμβαίνουν.

addario_bhutan monks monastery_

Τι άλλο συμβαίνει εδώ; Ο μαρκήσιος ντε Σαντ συνομιλεί με τη Ρεμπέκα Μίλερ για την επόμενη μέρα της νέας Δημοκρατίας· ο Δημήτρης Καλοκύρης εικονογραφεί ένα συμπυκνωμένο ψηφιακό αφήγημα για την επόμενη νύχτα· «με την καλή έννοια» οι Ενρίκε Σερβίν Χερέρα, Ρήγας Καππάτος, Ρίβα Λάββα και Γιώργος Ρούβαλης ιχνογραφούν την ωραία και την άσχημη πραγματικότητα. Κι ο Παπαγιώργης απορεί: Δεν είναι άραγε γελοίο ένας ταλαιπωρημένος άνθρωπος να φεύγει στο εξωτερικό και μετά από μια δεκαετία στα ξένα να επιστρέφει στα πάτρια καραγκιοζάκος που μαϊμουδίζει Χέγκελ, Καντ, Χούρεσλ και δε συμμαζεύεται; Τι μπορείς να περιμένεις από τέτοια άτομα; [σ. 15]

Πόσο δίκιο έχεις Παπαγιώργη, κι έχουμε αμέτρητους τέτοιους….

[192 σελ.]

Στην τελευταία εικόνα, το θαυματουργό ποτό σε μοναστήρι του Μπουτάν.