Περιοδικό (δε)κατα τεύχος 29 (άνοιξη 2012)

Φάκελος: λογοκρισία – λογοκλοπή

Η γύμνια θα σήμαινε ότι όλα μπορούν να συμβούν σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά η ΝΥΤ είναι ταγμένη ακριβώς στο αντίθετο: να πείθει τους αναγνώστες της ότι ο κόσμος είναι υπό έλεγχο, ότι υπάρχουν πράγματα τα οποία δεν πρόκειται να συμβούν ποτέ, ότι κάποιοι καλοί άνθρωποι μας φροντίζουν και ότι τα προβλήματα, ναι μεν υπάρχουν, αλλά σοφοί ηγέτες θα βρουν λύσεις. Οι απεικονίσεις γυμνών σωμάτων ή ερωτικών σκηνών θα αναστάτωναν τους αναγνώστες, θα τους δημιουργούσαν την αίσθηση ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να επαναστατήσουν τα ανθρώπινα πάθη, και ν’ ανατρέψουν τον κόσμο που ξέραμε…

γράφει σ’ ένα ενδιαφέρον του δοκίμιο ο Wallace Shawn («Υπάρχει ενδιαφέρον για το σεξ;»), αναφερόμενος και στην προσωπική του εμπειρία συγγραφικής απομόνωσης ακριβώς επειδή στα γραπτά του «ασχολούνταν υπερβολικά με την εφηβική εμμονή του σεξ». Ο βασικός φάκελος του τεύχους αφορά τις περίκαυστες έννοιες της λογοκρισίας και της λογοκλοπής, που υπήρξαν και το αντικείμενο ειδικής ημερίδας που οργάνωσαν η ΕΣΗΕΑ, η Εταιρεία Συγγραφέων και η Κοινωνία των (δε)κάτων. Η λογοτεχνική κοινότητα, παρά τα επανειλημμένα κρούσματα λογοκλοπής από νέους Έλληνες πεζογράφους δεν έχει πάρει θέση στο φαινόμενο που έχει πάρει διαστάσεις χιονοστιβάδας και καθώς η ελληνική γλώσσα έχει το σοβαρό μειονέκτημα να ομιλείται μόνο στην Ελλάδα και την Κύπρο δεν υπάρχει σοβαρό λογισμικό εργαλείο ελέγχου, ενώ τα πνευματικά δικαιώματα αποτελούν terra incognita και το νομικό πλαίσιο σπανίως λειτουργεί.

Εκτενώς καταθέτουν τις απόψεις τους και ο Κώστας Βούλγαρης περί εύνοιας και δυσμένειας του Τύπου σε είδη λογοτεχνίας, ο Αναστάσης Βιστωνίτης περί λογοκλοπής και πνευματικών δικαιωμάτων και ο Γιώργος Κεντρωτής, περί Λογοκλοπής και Μετάφρασης. Ο τελευταίος τονίζει ότι στην ειδική περίπτωση της λογοτεχνίας η στοιχειοθέτηση της λεγόμενης αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος είναι έργο αφάνταστα δύσκολο έως και ανέφικτο. Αν όμως η λογοτεχνία (με την αποδεκτή εξαίρεση του δοκιμίου) απεχθάνεται, όπως λέγεται, τις υποσημειώσεις και τις διευκρινιστικές αναφορές, για τα λοιπά είδη των κειμένων δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Όποιος χρησιμοποιεί λόγια και ιδέες άλλου, χωρίς να αναγράφει την πηγή, μετέρχεται λογοκλοπή. Οι τίτλοι και οι υπογραφές και των υπόλοιπων κειμένων είναι ενδεικτικοί: Η λογοκλοπή ως προϋπόθεση της δημοσιογραφίας (Σπύρος Μοσχονάς), Μίμηση και λογοκλοπή (Γιώργος Μπλάνας), Λογοκρισία και δημοσιογραφική υπερθέρμανση (Βασίλης Καραποστόλης), Λογοκρισία και αυτολογοκρισία στη δημοσιογραφία και τη δημιουργική γραφή (Νίκος Κουνενής), Λογοκρισία στον Τύπο (Τάσος Αναστασίου), Λογοκλοπή στον ηλεκτρονικό Τύπο (Μαριάννα Τζιαντζή).

Διηγηματογραφούν οι Ούρσουλα Φώσκολου, Δημήτρης Κανελλόπουλος, Μάνος Μπονάνος, Γιώργος Ρούβαλης, Μάρτυ Λάμπρου (στο απολαυστικό «Κουζίνα ΠΙΤΣΟΣ» υπό καταιγισμό μικρών πλην εφιαλτικών κοριτσίστικων ψεμάτων), Tobias Wolff, Χοσέ Εμίλιο Πατσέκο. Δοκιμιακά, ο Peter Schjeldahl για τον «κομψό ρακοσυλλέκτη» ζωγράφο Τζον Κέριν, ο Νάσος Βαγενάς «αναζητά το πρωτοποριακό» στον Λάκη Παπαστάθη, ο Ρήγας Καππάτος για τον Χρυσοθήρα του Τσάπλιν κι ένα Γράμμα από το Μεξικό (Έλια Ραμίρες Ρούβαλη) μας γνωρίζει με την προέλευση και την ακμή του μεξικάνικου μπολερό. Στα μαγνητόφωνα ο Ουμπέρτο Έκο διατρέχει τα 80 του χρόνια από τον Manzoni στον Μίκυ Μάους και η Bobbie Ann Mason τους καθημερινούς της ήρωες. Τέλος το κείμενο του Ιωάννη Παπαγιάννη, πηγαινοερχόμενο μεταξύ ανθρώπων «πραγματικών και ανύπαρκτων» μας θυμίζει τον άνθρωπο που γέννησε η φαντασία του Μαρσέλ Αιμέ, έναν χαρακτήρα που, όπως όλοι θα επιθυμούσαμε, είχε την ικανότητα να περνάει μέσα από τοίχους:

Τις νύχτες που ο αέρας έτρεχε χωρίς λόγο, εκείνος διέσχιζε τους τοίχους της κάμαρας της αγαπημένης του. Όμως, τη νύχτα των πρώτων Χριστουγέννων τους, όταν, ύστερα από ερωτικό, απρέ ρεβεγιόν ραντεβού, προσπάθησε, όπως συνήθιζε, να διαπεράσει τον τοίχο, σφήνωσε μέσα στα τούβλα (έφταιγε μάλλον, εξηγεί ο συγγραφέας, φαρμακευτική αγωγή την οποία κατά λάθος έλαβε) και υποχρεώθηκε να διαμείνει εκεί. Έτσι εγκαταλείπει τον ήρωά του ο παραμυθάς και δεν μας εξιστορεί τα (έκτοτε) βάσανά του. […] Όμως πέρασε καιρός (πάντοτε απαραίτητος) και η τύχη έφερε μια κοπέλα. Δεν ήταν η ίδια που είχε κάποτε αγαπήσει. Τυχαία περνούσε δίπλα στον μαντρότοιχο και, επειδή ο σοβάς είχε φθαρεί από τις κακοκαιρίες και τις ηλιαχτίδες κι επειδή τα αυτιά της ήταν νεανικά, κατόρθωσε να ακούσει τη λεπτή σαν σκόνη φωνούλα. Γκρέμισε τον τοίχο και τον απελευθέρωσε. Ήταν πάλι Χριστούγεννα και τα φωτάκια στα μπαλκόνια έφτιαχναν μια αντιστροφή της ημέρας: τα σκοτεινά σημεία έλαμπαν και μόνο το φως γινόταν σκοτάδι…

[Σελ. 192]. Το επόμενο, καλοκαιρινό τεύχος του περιοδικού εδώ.

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 30 (καλοκαίρι 2012)

Φάκελος: πατέρες και γιοι

Η Δημοκρατία δεν είναι κάτι που μπορεί να εξαχθεί, όπως η Κόκα Κόλα. Πρέπει να δημιουργηθεί εκ των ενόντων, σύμφωνα με την κουλτούρα, τις συνθήκες κάθε χώρας… λέει ο Κάρλος Φουέντες, αναφερόμενος στον ισχυρισμό της Βορειοαμερικανικής Διοίκησης μετά το φιάσκο των υποτιθέμενων όπλων μαζικής καταστροφής στο Ιράκ ότι πρωταρχικός στόχος είναι η προώθηση της δημοκρατίας. Και αναρωτιέται ο συνεντευξιαζόμενος συγγραφέας: πώς και δεν ενδιαφέρθηκαν για την προώθηση της δημοκρατίας στο γειτονικό Μεξικό αφήνοντάς το για 75 χρόνια με μονοκομματικό σύστημα; Κατα τα άλλα, επιμένει, «οι ΗΠΑ δεν θα είχαν να φάνε, δεν θα χαν πρωινό δίχως τους μεξικανούς εργάτες».

Ο φάκελος του τεύχους περιλαμβάνει πατερικά και υιικά πεζογραφήματα από τους Gustavo Escanlar, Oscar Hijuelos, Γιάννη Ευσταθιάδη, Γιώργο Ρούβαλη, Ηρώ Νικοπούλου, Κωνσταντίνο Μπούρα, Γιώργο Χουλιαρά, Ξενοφώντα Μπρουντζάκη και ποίηση από τους Maram Al – Masri, Γιώργο Μπλάνα, Σάρα Θηλυκού και Μιχάλη Παπανικολάου. Εκτός αφιερώματος στα διηγήματα οι Ηλίας Κουτσούκος, Κώστας Αλεξόπουλος, Νικόλας Τζερμαδιανός, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Διονύσης Καλαμβρέζος, Κυριάκος Χαλκόπουλος, Νίκος Ξένιος, Αλίνα Συμεωνάκη,  Ελίνα Τραϊφόρου, Liliana Pedroza κ.ά. Ο Christopher Hitchens στις «Ομιλούσες κεφαλές» του αναμειγνύει Ηράκλειτο, Leonard Cohen, Καλλίμαχο, W.H. Auden, Nelly Sachs και στα Γράμματα, η Νίκη Μαραγκούαπό την Αίγυπτο και ο  Γιάννης Πολύζος από τη Νέα Υόρκη.

Μια παλαιότερη συνέντευξη του Κορνήλιου Καστοριάδη μοιάζει να αφορά ακριβώς την σημερινή συγκυρία. Ο Καστοριάδης αναφερόμενος μεταξύ άλλων στα χαρακτηριστικά της μετεπαναστατικής εμφυλιακής ελληνικής διαμάχης παρατηρεί πως η νομιμοφροσύνη και η αλληλεγγύη έχουν τοπικό ή τοπικιστικό χαρακτήρα, συχνά ισχυρότερο από τον εθνικό και τις πολιτικές κατατάξεις και διαιρέσεις να είναι κυρίως σχετικές με τα πρόσωπα των «αρχηγών» και όχι με ιδέες ή με προγράμματα, ούτε καν με «ταξικά» συμφέροντα, και διαπιστώνει: Στην Ελλάδα, μέχρι και σήμερα, το κράτος εξακολουθεί να παίζει τον ρόλο του ντοβλετιού, δηλαδή μιας αρχής ξένης και μακρινής, απέναντι στην οποία είμαστε ραγιάδες και όχι πολίτες…

… ενώ εν συνεχεία αναρωτιέται: Γιατί οι Έλληνες που σκοτώνονταν εννέα χρόνια για να απελευθερωθούν από τους Τούρκους θέλησαν αμέσως μετά ένα βασιλιά; Και γιατί, αφού έδιωξαν τον Όθωνα, έφεραν τον Γεώργιο; Και γιατί μετά ζητούσαν «ελιά, ελιά και Κώτσο βασιλιά;». Η παραδοσιακή «αριστερή» άποψη, συνεχίζει ο Κ.Κ., υποστηρίζει πως όλα τα επέβαλαν η Δεξιά, οι κυρίαρχες τάξεις και η μαύρη αντίδραση. Μπορούμε όμως να πούμε ότι όλα αυτά τα επέβαλαν ερήμην του ελληνικού λαού; Πως εκείνος δεν καταλάβαινε τι έκανε, δεν ήξερε τι ήθελε, τι ψήφιζε, τι ανεχόταν; Σε μια τέτοια περίπτωση αυτός ο λαός θα ήταν ένα νήπιο. Εάν ο ελληνικός λαός δεν είναι υπεύθυνος για την ιστορία του, τότε ας του ορίσουμε έναν κηδεμόνα. Σας θυμίζει κάτι; Μας θυμίζει κάτι;

Σε ένα άλλο εκτεταμένο πολιτικό κείμενο, γραμμένο αυτή τη φορά ακριβώς τη στιγμή της τραγικής μας κατάστασης, ο Νάνος Βαλαωρίτης αναφέρεται στην ψυχολογία του φτωχού και κατατρεγμένου έθνους που ποτέ δεν έσβησε από τον μέσο Έλληνα, ακόμα και από την πολιτική και πνευματική ελίτ και επικεντρώνεται στην υποσυνείδητη γερμανική μνησικακία εναντίον της Ελλάδας, με στοιχεία λαϊκίστικου φανατισμού και με ομοιότητες με το λιντσάρισμα, καθώς στις πλάτες ενός λάθους φορτώνονται και άλλα αναρίθμητα κρύβοντας με αυτό τον τρόπο τα δικά τους λάθη.

Στις πίσω σελίδες και διαβάζω για την τακτοποίηση του αρχείου του Αλεξάντρ Σολζενίτσιν από την χήρα του, Ναταλία Ντιμιτρίεβνα, που έμεινε δίπλα του ως σύζυγος, πρώτη αναγνώστρια των έργων του, επιμελήτρια, μαγείρισσα, οδηγός, ερευνήτρια για χάρη του και σύνδεσμος ανάμεσα σ’ εκείνον και τον κόσμο. Το αρχείο περιέχει τα πάντα ή σχεδόν τα πάντα, από τον σταυρό που φορούσε όταν ήταν παιδί έως το πλήρες χειρόγραφο του Αρχιπελάγους Γκουλάγκ, το οποίο φίλοι του είχαν θαμμένο επί είκοσι χρόνια κάπου στην Εσθονία, μακριά από τα χέρια της KGB. Συγκινημένη η Ναταλία μας συγκινεί: Το να βλέπω την οδοντόβουρτσά του και όλα του τα πράγματα μου προκαλεί ένα επώδυνο συναίσθημα. Ωστόσο ζω, κυρίως, αυτή την ευτυχία συγκυρία, έχοντας την αίσθηση ότι ζω ακόμη με τον σύζυγό μου μέχρι το τέλος της ζωής μου.

Για να ελαφρώσουν τις συνωστισμένες ομοσπονδιακές φυλακές της χώρας, οι βραζιλιάνικες αρχές προτείνουν στους φυλακισμένους την ανάγνωση: για κάθε βιβλίο που θα διαβάζουν κερδίζουν τέσσερις μέρες, με ανώτατο όριο 12 βιβλία το χρόνο. Θα πρόκειται βέβαια για βιβλία κλασικά ή φιλοσοφικά ή επιστημονικά κι έτσι συνολικά θα μπορούν να κερδίζουν ενάμιση μήνα για κάθε χρόνο έκτισης ποινής… διαβάζω στην τελευταία σελίδα του τεύχους και σκέφτομαι πόσες εφαρμογές θα άξιζε να είχε εδώ αυτή η ιδέα. Μετράω, μετράω… … και συμφωνώ απόλυτα μ’ ένα ακόμα σημείωμα της πίσω αυλής: Η Πάτι Σμιθ δεν το βάζει κάτω. Η βετεράνα τραγουδοποιός, συνθέτης, ποιήτρια, ακτιβίστρια και γιαγιά του πανκ, στα 66 της κυκλοφορεί τον πρώτο της εδώ και 8 χρόνια δίσκο με 12 ποιητικά τραγούδια. […] και κρατά ψηλά τη σημαία της αμφισβήτησης. Όχι σαν κάτι άλλους συνομηλίκους τους που το ’ριξαν στον δήθεν ασκητισμό – μοναχισμό και τη νιρβάνα του ψευδοευδαιμονισμού. Λέγε με Λέοναρντ Κοέν ή Μπομπ Ντίλαν...

Στις εικόνες: Φουέντες και Βαλαωρίτης στη νεότητά τους, Σολτζενίτσιν και Ναταλία κι ένα μέρος όπου σίγουρα οι αποφυλακισθέντες της Βραζιλίας θα είναι ευπρόσδεκτοι.