Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 526 (Φεβρουάριος 2012)

Όψεις της κρίσης. Ελληνική λογοτεχνία και φιλοσοφικός στοχασμός.

Η σημερινή κρίση φέρνει ξανά στην επικαιρότητα δύο κείμενα ελλήνων στοχαστών (που όλως τυχαίως διέπρεψαν στο εξωτερικό;) που επεσήμαναν έγκαιρα τις παθογένειες και τις αγκυλώσεις της νεοελληνικής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που επέβαλε τον παραγκωνισμό του φιλοσοφείν, που από τέχνη βίου που πραγματώνει την συνάφεια θεωρίας και πράξης αναγνωρίστηκε ως θεωρητική σπουδή ανίκανη να επέμβει πρακτικά επί του ιστορικού γίγνεσθαι κι έτσι, όταν η φιλοσοφική σκέψη αναμετριόταν καιρό τώρα με τις «ασθένειες» της νεοελληνική δημοκρατίας κανείς δεν διέθετε ευήκοα ώτα. Το κείμενο του Νίκου Ταγκούλη αφορά ακριβώς τον «νεωτερικό «μύθο» της κρίσης» στο παραπάνω πλαίσιο και εντός του ευρύτερου αφιερώματος του τεύχους.

Ο Κώστας Αξελός έθετε (Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας) ήδη στα τριάντα του τα ερωτήματα που θέτουμε σήμερα κατόπιν εορτής. Η σύγχρονη Ελλάδα τρέφεται με τη δυτική σκέψη αλλά προσπαθεί απεγνωσμένα να χωνέψει τις ξένες επιστημονικές επιτεύξεις. Στην πραγματικότητα, η δίδυμη αδελφή της επιστήμης, η τεχνική, λείπει παντελώς. Οι Νεοέλληνες δεν κατασκευάζουν τον κόσμο, ούτε καν την ίδια τη χώρα τους. Δεν ξέρουν να «φτιάχνουν»…κοπιάζουν αλλά δεν παράγουν έργο. Μεγάλα έργα – της σκέψης, της επιστήμης, της τεχνικής ή της τέχνης – δεν βλέπουν το φως της ημέρας. Στην έλλειψη δημιουργικής φαντασίας του νεοέλληνα έρχονται να προστεθούν οι αυταπάτες της αυτοσυνείδησης του έθνους, όπως ο ελληνοκεντρισμό που ουδέποτε πραγματώθηκε σε πολιτικό, πολιτισμικό ή αισθητικό επίπεδο. Η ελληνοκεντρική αντίληψη ήταν αυτή που επέτρεψε τον νεοέλληνα από την αυτοσυνειδησία. Δεν του επέτρεψε να παρουσιάσει ένα νέο άνοιγμα στον κόσμο, παρά τον άφησε να επαναπαύεται στον μιμητισμό και στην προγονοπληξία.

Το δεύτερο κείμενο, που επίσης επανεκδόθηκε την χρονιά που μας πέρασε και μας θυμίζει ο μελετητής είναι Οι αιτίες παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας του Παναγιώτη Κονδύλη που εστίασε, μεταξύ άλλων, στην εξής αντίθεση: ενώ στην υπόλοιπη Δύση η εμφάνιση της αστικής κουλτούρας συνδέθηκε στη συλλογική συνείδηση ως το αντίπαλο δέος της αριστοκρατίας και της κληρικοκρατίας, στον ελλαδικό χώρο ετέθη στον αντίποδα της εργατικής τάξης. Η φερόμενη ως αστική τάξη δεν διέρρηξε στο ελάχιστο τους δεσμούς της με το φεουδαρχικό μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης και διατήρησε το πατριαρχικό σχήμα εξουσίας (σχέση πατέρα – γιου, πολιτικού – ψηφοφόρου, υπακοής – προστασίας), ενώ το κράτος διογκώθηκε με την είσοδο μιας μεγάλης μάζας υπαλλήλων χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, με σοβαρές επιπτώσεις στην λειτουργία της κρατικής μηχανής, που εφεξής προσκρούει στην αγραμματοσύνη, τη στενοκεφαλιά, την κουτοπονηριά και την συμπλεγματικότητα.

Ο Λευτέρης Καλοσπύρος αναζητά «τα πρόσωπα της νεοελληνικής παρακμής» και τα εντοπίζει μέσα σε τέσσερα λογοτεχνικά έργα (Το τέλος της μικρής μας πόλης του Δ. Χατζή, Βιοτεχνία υαλικών του Μ. Κουμανταρέα, Φανταστική Περιπέτεια του Αλέξανδρου Κοτζιά και Εις τον πάτον της εικόνας Μ. Δούκα) που συνθέτουν άτυπα ακριβώς μια μικρή ιστορία της νεοελληνικής παρακμής, ο Γιάννης Δούκας εστιάζει στους στίχους του Λευτέρη Πούλιου, ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου στην «ελληνική πεζογραφία μπροστά στην κρίση (τώρα και άλλοτε)» και οι Νίκος Παναγιωτόπουλος, Ιωάννα Μπουραζοπούλου και Μάκης Καραγιάννης για την πώς βλέπουν την κρίση στο έργο τους.

Στα μηνιαία του Οξύτονα ο Αλέξης Ζήρας βλέπει στο πρόσωπο του Γ. Γραμματικάκη έναν από τους ελάχιστους ακαδημαϊκούς που δεν είναι περιχαρακωμένος στη φοβική ή στη συμφεροντολογική αυτάρκεια των εκατοντάδων συναδέλφων του αλλά διατυπώνει δημόσιο λόγο και υπογραμμίζει την ανάγκη να βγούμε από την αδράνεια, την αυτοκαταστροφική λογική και την απόδοση ευθυνών στο πολιτικό και μόνο σύστημα. Αντί η κρίση να φέρει στη χώρα την σοβαρότητα και την ευθύνη, έχει εκτραπεί σε μια περιδίνηση περί το μηδέν, σε μια αφόρητη φλυαρία με λίγο περιεχόμενο. Αρνούμαι στο εξής να ακούσω όσους επαγγέλλονται διαρκώς την «σωτηρία» μας. Με εξοργίζουν εκείνο που δήθεν υπερασπίζονται τα ιερά και όσια του τόπου – ή την εθνική κυριαρχία μας – ενώ είμαστε οι Έλληνες που τον παραδώσαμε στο μπετόν και την ασχήμια. Δεν με συγκινεί πια ο θρήνος των συνδικαλιστών και των λογής «εκπροσώπων»: την εξουσία τους υπερασπίζονται μόνο, για την δική τους βολή ενδιαφέρονται….

Ο Γιάννης Μπασκόζος, τέλος, μοιράζεται μια εκ βαθέων συζήτηση με τον Αλέξη Πανσέληνο, για το «πώς λίγες εκατοντάδες που ήρθαν από την εξορία κατάφεραν να υποτάξουν στην αντιδημοκρατική νοοτροπία τους τις γενιές που είχαν μεγαλώσει με το ροκ αλλά και με τον θαυμασμό στους αγώνες της αριστεράς» αλλά και για τις Σκοτεινές Επιγραφές του:  Η απώλεια της Χλόης, η αίσθηση του ανθρώπου που φεύγει από πλάι σου, που εν μέρει το αισθάνεσαι και σαν προδοσία, ξυπνάει μέσα σου και τις αναμνήσεις της σχέσης, μιας σχέσης που, όπως ξέρουμε, ποτέ δεν είναι η πλήρης κατάκτηση του άλλου. Πάντοτε ο άλλος είναι ένα σύμπαν που από ένα σημείο και μετά δεν κατακτιέται. Αυτή είναι και η βάσανος του έρωτα και η διαρκής προσπάθεια του έρωτα για την κατάκτηση του άλλου. Για άλλους τελειώνει με έναν συμβιβασμό και για άλλους παραμένει μια εσαεί αναζήτηση. Όλες οι σχέσεις είναι η προσπάθεια προσέγγισης δύο μοναχικών ανθρώπων, που παραμένουν μοναχικοί. Ακουμπάνε ο ένας τον άλλον, αγγίζουν σημεία, αλλά μένει ανέγγιχτος ο πυρήνας του καθενός. [120 σελ.]

Στις φωτογραφίες: Κ. Αξελός, Π. Κονδύλης.

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 525 (Ιανουάριος 2012)

Στα μέσα Δεκεμβρίου του 2011 έφυγε πλήρης ημερών ο George Whitman, ο θρυλικός ιδρυτής του Shakespeare & Co, ενός βιβλιοπωλείου στην Αριστερή Όχθη του Παρισιού, πνευματικό ορόσημο της πόλης από το 1948. Ένα μεγάλο ταξίδι του άλλαξε τη φιλοσοφία ζωής, όπως και για τόσους άλλους: στη δική του περίπτωση ήταν οι όλες χώρες της Λατινικής Αμερικής που γύρισε με κάθε τρόπο και με ελάχιστα χρήματα. Η γενναιοδωρία και η φιλοξενία που του έδειξαν οι λατινοαμερικανοί τον σημάδεψαν οριστικά: η επιθυμία του να την ανταποδώσει στους ταξιδιώτες – ανθρώπους των γραμμάτων από όλο τον κόσμο ήταν καθοριστική. Και πώς να ξεχνούσε και το στίχο του Yeats: Μην είστε αφιλόξενοι στους ξένους, γιατί μπορεί να είναι μεταμφιεσμένοι άγγελοι…

Στο βιβλιοπωλείο το έχουν μείνει, κοιμηθεί, φάει, γράψει και δουλέψει πάνω από 40.000 άνθρωποι. Ανάμεσά τους και συγγραφείς: Henry Miller, Anais Nin, Samuel Beckett, James Baldwin, Lawrence Durrell, William Burroughs. Ο φίλος του Lawrence Ferlinghetti άνοιξε ένα αντίστοιχης φιλοσοφίας βιβλιοπωλείο στο San Francisco. Έτσι το παλιό μανάβικο στην Rue de la Bucherie με τα χαρακτηριστικά δέντρα με τα μικρά ροζ λουλούδια έγινε ένας μοναδικός τόπος συγκέντρωσης, με αναρίθμητες ιστορίες και μια σπάνια κοινοβιακή φιλοσοφία ζωής και πνεύματος – και το προς μνήμη του Whitman δισέλιδο του τεύχους μάς θυμίζει πως μας περιμένει πάντα – έστω τους πιο τυχερούς.

Ο Αλαίν ντε Μποτόν συζητάει για το βιβλίο του Μια βδομάδα στο αεροδρόμιο και στην εμπειρία της εβδομαδιαίας του διαμονής στο Χίθροου – αυτός κι αν είναι τυχερός!: «Παρά την εξάντληση του ταξιδιώτη, οι αισθήσεις του βρίσκονται σε εγρήγορση, καταγράφοντας τα πάντα – το φως, τη σηματοδότησης, το χρώμα των δερμάτων, τους μεταλλικούς ήχους, τις διαφημίσεις – τόσο έντονα λες και είναι νεογέννητο… Εδώ βλέπεις την παγκοσμιοποίηση, τον άκρατο καταναλωτισμό, τις διαλυμένες οικογένειες, το σύγχρονο μεγαλείο σε δράση…Τα αεροδρόμια είναι εξαιρετικά μέρη για να παρακολουθείς τον κόσμο χωρίς να κινδυνεύεις να αντιληφθούν ότι τους κατασκοπεύεις….Είναι μέρη όπου η υψηλή τεχνολογία συναντά την καταναλωτική κοινωνία – όπου νοιώθουμε την παρουσία του τεράστιου συλλογικού νου του σύγχρονου κόσμου».

Και πώς δικαιολογεί την συνεργασία λογοτεχνίας και επιχείρησης, καθώς το συγκεκριμένο βιβλίο του ανατέθηκε από την εταιρεία που διαχειρίζεται το αεροδρόμιο το συγκεκριμένο βιβλίο; «Οι συγγραφείς είναι πολύτιμοι μάρτυρες των εξελίξεων στον σύγχρονο κόσμο. Τους χρειαζόμαστε στα αεροδρόμια, αλλά και στα νοσοκομεία, στις τράπεζες, στα σουπερμάρκετ, στα σχολεία. Θα πρέπει να προσέχουμε ώστε η αναφορά στη συναισθηματική ζωή να μην είναι η μοναδική επιλογή που τους αφήνουμε».

Για τον συγγραφέα το πιο συναρπαστικό σχετικό αφήγημα θα το έγραφε ο Ντάντλεϋ Μάστερς, που πέρασε τριάντα χρόνια στο αεροδρόμιο γυαλίζοντας παπούτσια: «Υπάρχει πάρα πολύ υλικό στην καθημερινή ζωή. Αυτό που κάνει έναν συγγραφέα δεν είναι η ποιότητα του υλικού αλλά ο τρόπος που το ερμηνεύει. Γι’ αυτό μερικές φορές πχ κάποιος που έχει δει τα πάντα, όπως ένας πρωθυπουργός για παράδειγμα, να μην μπορεί να γράψει καθόλου καλά…» Και πέρα από τη βαθιά διχασμένη κοινωνία που μας αποκαλύπτουν ολοκάθαρα οι χώροι των αεροδρομίων, «την ίδια στιγμή μας προσκαλούν να ονειρευτούμε έναν τέλειο κόσμο κάπου αλλού. Μας βοηθούν να έρθουμε σε επαφή με την ιδέα των εναλλακτικών πραγματικοτήτων και την έννοια της σχετικότητας. Μας ταρακουνούν ώστε να θυμηθούμε ότι ο κόσμος είναι πιο παράξενος, συναρπαστικός και ποικιλόμορφος απ’ ότι τον φανταζόμαστε όταν βρισκόμαστε σε οικείο περιβάλλον…»

Στον φάκελο του τεύχους, που τιτλοφορείται «Τι Διαβάσαμε το 2011. Τάσεις και προεκτάσεις», η ελληνική πεζογραφική και ποιητική παραγωγή του έτους συντομογραφείται από τους Γιώργο Ξενάριο και Γιάννη Δούκα αντίστοιχα. Η Έρη Σταυροπούλου μιλάει για την περιπέτεια της ανασύστασης του μέχρι τώρα αγνώστου χειρογράφου της Διδώς Σωτηρίου (Τα Παιδιά του Σπάρτακου), παρουσιάζονται πρόσφατες εκδόσεις των Τζέφρυ Ευγενίδη, Τζον Λε Καρέ, Ρομπέρτο Μπολάνιο κ.ά.

Και μια ιστορία από τον Βασίλη Βασιλικό, αφηγημένη στον Γιάννη Ν. Μπασκόζο: «Κάποτε στη Χούντα κάποιοι καταγγείλανε μια οικογένεια ως αντιστασιακούς. Οι αστυνομικοί πάνε για εξακρίβωση. Κτυπάνε την πόρτα: Ασφάλεια, ανοίξτε! Το ζευγάρι κοιτάει μήπως έχει κάτι ενοχοποιητικό και ανακαλύπτει στη βιβλιοθήκη το Ζ. Δεν προλαβαίνουν να το κρύψουν και το ρίχνουν μέσα στη σούπα, μια κακαβιά που έβραζε στο μάτι της κουζίνας. Οι ασφαλίτες κάνουν έλεγχο, δεν βρίσκουν τίποτα και ενώ ετοιμάζονται να φύγουν τους μυρίζει η σούπα. «Δοκιμάστε», τους προτρέπουν οι ιδιοκτήτες. Οι ασφαλίτες νιώθουν άσχημα που τους ταλαιπώρησαν και δοκιμάζουν από ευγένεια. «Ωραία είναι, μάλλον έχει πολλά μελανούρια» αποφαίνονται…»

Γιατί εκτός από την αιώνια ανθρώπινη αντίσταση υπάρχει και η απολαυστική ταπείνωση των απανταχού ανθρωπακίων.