Μνήμες από έξι θερινά βιβλία

chatwin

Το πλοίο Σίφνος – Παταγωνία

Το 1992 αναζητούσα δουλειά στο Αιγαίο και μετά από τρεις μήνες σε Σύρο, Θήρα και Μήλο κατέληξα στην Σίφνο, όπου θα έβγαζα τις επόμενες πέντε καλοκαιρινές σαιζόν, δουλεύοντας οπουδήποτε, σε ψυγεία παγωτών, παρατημένα ταβερνεία στην άκρη του κόσμου (ή του Κάστρου), αγγειοπλαστεία, μπάρες. Όλα αυτά τα καλοκαίρια έπαιρνα μαζί μου τα βιβλία του Bruce Chatwin Στην Παταγωνία και Τι γυρεύω εδώ; (αμφότερα εκδ. Χατζηνικολή, μτφ. Τάσος Κιρκής). Με συνάρπαζε η αυθόρμητη γραφή του ακούραστου ταξιδιώτη, το αδηφάγο του μάτι, η μανιώδης καταγραφή των εντυπώσεών του, η αναζήτηση συνομιλητών όπου και να βρισκόταν. Τα βιβλία έμεναν στην μέση και τα συνέχιζα στην επόμενη θερινή περιπέτεια. Όταν τελείωναν τα ξανάρχιζα. Με είχε τόσο πολύ ξεσηκώσει η περιπλάνηση του Τσάτουιν που συμφώνησα να μπαρκάρω για έξι μήνες με γκαζάδικο που έφτανε ως την Νότια Αμερική. Η φυγή κόλλησε την τελευταία στιγμή στην έκδοση ναυτικού φυλλαδίου αλλά ο συγγραφέας παραμένει ο μόνος που με οδήγησε σε απόφαση τόσων ναυτικών μιλίων.

modinos_

Η Αφρική στο Φραγκοκάστελλο

Το 2008 νοίκιασα ένα πέτρινο σπίτι δίπλα στην θάλασσα, στο Φραγκοκάστελλο, στον Νότο των Χανίων, ενώ παραδίπλα εξίσου βουλιαγμένο στην άμμο και τις καλαμιές έστεκε το αρχαίο φρούριο. Μοιραζόμασταν την ίδια ερημιά και τους ίδιους δαιμονισμένους αέρηδες. Τότε ήταν που διάβαζα βουλιμικά το βιβλίο του Μιχάλη Μοδινού Ο μεγάλος Αμπάι (εκδ. Καστανιώτη), την αδιανόητη ιστορία της αναζήτησης των πηγών του Νείλου αλλά και την εξίσου συναρπαστική διαδικασία της αφήγησής της. Κάθε φορά που ο αέρας με κατέκλυζε με άμμο που παραμένει μέχρι και σήμερα ανάμεσα στις σελίδες, ήθελα να σκέφτομαι πως φτάνουν μαζί από εκείνα τα μέρη, από την Αίγυπτο απέναντι. Πράγματι, χάρη σ’ εκείνο το βιβλίο της άμμου, η Αφρική πλησίασε όσο ποτέ τον δικό μου Νότο.

banks

Λιβεριανή Αντίπαρος

Τα καλοκαίρια δεν παύω να αναζητώ την Αφρική, με την αυταπάτη ότι η θερινή ζέστη θα μου μεταδώσει κάτι από τις πονεμένες της αύρες. Κι έτσι ένα αχρονολόγητο καλοκαίρι στην Αντίπαρο, στο κάμπινγκ όπου μέτρησα τα περισσότερα απολαυστικά ακοίμητα εικοσιτετράωρα που έζησα ποτέ, μπορούσα να βρίσκομαι και στην Λιβερία, χάρη στην συναρπαστική μυθιστορία του Russel Banks American darling (εκδ. Πόλις). Κι ας γνώριζα ότι η άγραφη μαγεία της μαύρης ηπείρου αποτελεί την μια πλευρά της, και πως η άλλη μαυρίζει από τις δραματικές πολιτικές συγκυρίες και την σκληρότητα ενός κόσμου που την συνθλίβει. Αλλά η ηρωίδα του βιβλίου δεν φοβήθηκε να τολμήσει τις πιο δύσκολες επιλογές και να αλλάξει την ζωή της ξανά και ξανά.

paradiso_

Τεμπελχανείο στην Κούβα

Το 2011 έζησα είκοσι μερόνυχτα στα ελεύθερα κατασκηνώματα της Γαύδου, που ταυτίστηκαν με το Paradiso του Χοσέ Λεσάμα Λίμα (εκδ. Ίνδικτος). Θυμάμαι τις αναγνώσεις κάτω από τις μικρές λάμπες ενός καφενείου με το όνομα Τεμπελχανείο στην έρημη «χώρα» του νησιού, ένα μέρος όπου τα εγκαταλειμμένα αυτοκίνητα ήταν περισσότερα από τους κατοίκους. Η μικρή αυλή του καφενείου, με τους κάθε λογής ξέμπαρκους του νησιού και τις παραισθησιογόνες συζητήσεις, έμοιαζε με ανεστραμμένο καθρέφτη του μεγάλου αιθρίου γύρω από το οποίο ζούσαν οι δεκάδες χαρακτήρες του καλειδοσκοπικού, μπαρόκ μυθιστορήματος ενός σπουδαίου Κουβανού συγγραφέα, που οι αρχές απαγόρευσαν ακριβώς γιατί δεν το καταλάβαιναν, συνεπώς «κάτι ύποπτο θα έγραφε».

TE?IKO

Η γυναίκα της Γαύδου

Ανίκανος να ξεχάσω τις θάλασσες του Κρητικού Νότου, επανήλθα στην Γαύδο το επόμενο καλοκαίρι και οι αμμόλοφοί της ήταν το ιδανικό περιβάλλον για να αισθανθώ έστω κάτι ελάχιστα κοινό με τον αξέχαστο ήρωα του βιβλίου του Κόμπο Άμπε Η γυναίκα της άμμου (εκδ. Άγρα). Εκεί διάβαζα την αδιανόητη ιστορία του άντρα που αιχμαλωτίστηκε από μια γυναίκα που του δινόταν ολοκληρωτικά, σ’ ένα σπίτι χωμένο στο βάθος ενός λάκκου, σε μια αχανή αμμώδη περιοχή, χωρίς δυνατότητα διαφυγής. Ένα μεσημέρι που αποκοιμήθηκα σ’ έναν κεκαυμένο αμμόλοφο ονειρεύτηκα ότι ήμουν εγώ ο αιχμάλωτος της Γυναίκας και, παραδόξως, δεν με ενοχλούσε καθόλου το γεγονός ότι με κρατούσε δέσμιο στον βαθύ της λάκκο, όπου περνούσαμε τις ημέρες μας εξαντλημένοι από τους πανταχού παρόντες και στα πάντα εισχωρούντες κόκκους, ενώ τις νύχτες φτυαρίζαμε την άμμο, για να μη μας σκεπάσει ολοκληρωτικά.

Αντίδρομα_

Αντίδρομος στο Ταρλάμπασι

Άλλα πέρυσι το καλοκαίρι έζησα σ’ έναν πραγματικό λάκκο του κόσμου, στις απερίγραπτες φτωχογειτονιές του Ταρλάμπασι και του Μπουλμπούλ, στα έγκατα της Κωνσταντινούπολης, μακριά από τα περάσματα των τουριστών. Σ’ εκείνες τις γειτονιές με τις βαθιές κατηφόρες και τους στενούς δρόμους που έσφυζαν από τους κατοίκους, που αδυνατούσαν να ζουν στα πνιγηρά τους σπίτια, παρά κάθονταν όλοι έξω, δίπλα στα σκουπίδια, πάνω σε χαλάκια και χαρτόνια, μαζί με τα μικρά παιδιά να φτιάχνουν αυτοσχέδια παιχνίδια από το τίποτα, αναζητούσα ένα ανάγνωσμα να μου μιλήσει για όλες αυτές τις επικράτειες. Είχα εξαντλήσει τον Ορχάν Παμούκ και τον Γιασάρ Κεμάλ, αλλά ευτυχώς είχαν μόλις εκδοθεί τα Αντίδρομα στον ήλιο του Φώτη Τερζάκη (εκδ. Πανοπτικόν), συλλογή εξαίσιων ταξιδιωτικών κειμένων που ξεκινούν από την Κωνσταντινούπολη και φτάνουν μέχρι την Μέση και την Βαθειά Ανατολή. Ο πρώτος αυτός τόμος είναι γεμάτος από τα βλέμματα ενός πολυδιαβασμένου, πολιτικοποιημένου και ακούραστου ταξιδιώτη που αναζητά στις ύστατες γωνιές του κόσμου την ενότητα και την διαφορά, όψεις του ίδιου νομίσματος μια άξιας κοινωνικής – κοινοτικής συνείδησης.

Πρώτη δημοσίευση σε: Lifo, μπλογκ / στήλη Βαγγέλη Μακρή / VAM33.

Παρουσιάσεις των παραπάνω βιβλίων εδώ: Μοδινός, Μπανκς, Λίμα, Αμπέ. Τερζάκης. Ο Τσάτουιν θα παρουσιαστεί σύντομα στο Πανδοχείο όποτε και θα προστεθεί ο σχετικός σύνδεσμος.

W.G. Sebald – Άουστερλιτς

teliko austerlitz.qxd

Τα ερείπια της Ευρώπης, το παρελθόν που μας περιβάλλει

… πόσο λίγα μπορούμε να συγκρατήσουμε, πόσων λογιών και πόσο πολλά πράγματα περνάνε διαρκώς στη λήθη, με κάθε ζωή που σβήνει, πώς ο κόσμος αδειάζει, σαν να λέμε, από μόνος του, καθώς κανένας δεν ακούει, δεν ζωγραφίζει και δεν διηγείται τις ιστορίες που μένουν πίσω σε αμέτρητους τόπους και αντικείμενα, που από μόνα τους δεν έχουν τη δυνατότητα της μνήμης, ιστορίες, για παράδειγμα […] όπως αυτή που λένε τα αχυρένια στρώματα, αφημένα σαν φαντάσματα πάνω στα σανιδοκρέβατα… [σ. 28 – 29]

Η μνήμη πρωταγωνιστεί ξανά στο έσχατο βιβλίο του συγγραφέα που πάντα σε παρασύρει σε ατέλειωτες περιπλανήσεις σε πάσης φύσεως τόπους και αναμνήσεις. Αυτή τη φορά κτήτωρ και χρήστης τους είναι ο Ζακ Άουστερλιτς, που πλέκει ένα συνεχές, πυκνό δίκτυο αφηγήσεων που ανασυνθέτει ο αφηγητής – συγγραφέας. Ο αφηγητής γνωρίζει τον Άουστερλιτς μέσα στη σκοτεινή αίθουσα του σιδηροδρομικού σταθμού της Αμβέρσας, ανάμεσα σε δυο ιδιαίτερους χώρους, το Νυχτόραμα και στην Αίθουσα των χαμένων βημάτων.

Sebald 3

Ήταν ένας άντρας που έμοιαζε νέος παρά το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους, απασχολημένος να φτιάχνει σχέδια και σκίτσα, κρατώντας κάποια στιγμή μια φωτογραφική μηχανή, μια παλιά Ένσαϊν με φυσούνα. Ο Άουστερλιτς ανταποκρίθηκε στην διάθεση του αφηγητή για συνομιλία, δίχως να παραξενευτεί για την αμεσότητά του – όπως άλλωστε αντιλήφθηκε πολλές φορές έκτοτε, οι μοναχικοί ταξιδιώτες είναι κατά κανόνα ευγνώμονες όταν βρίσκουν συνομιλητή καμιά φορά έπειτα από σιωπή αδιάκοπη για μέρες. Συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις αποδεικνύεται κιόλας ότι είναι έτοιμοι ακόμη και να ανοιχτούν χωρίς αναστολές σε κάποιον ξένο.

Ακολουθεί μια σειρά τυχαίων συναντήσεων των δυο αντρών. Η δεύτερη συνάντηση συμβαίνει σ’ ένα μικρό μπαρ σε μια βιομηχανική περιοχή της Λιέγης, όπου ο Άουστερλιτς κρατούσε σημειώσεις σ’ ένα τραπεζάκι από μελαμίνη, για την νέα πια αρχιτεκτονική, που εξέφραζαν η αναλαμπή από τις υψικαμίνους ενός τεράστιου σιδηροχυτηρίου, τα οράματα της ιδανικής εργατούπολης και η απερίσκεπτη κατασκευή εργατικών πολυκατοικιών, οδηγώντας τον στην σκέψη ότι πάντοτε τα καλύτερά μας σχέδια μετατρέπονται κατά την υλοποίησή τους στο ακριβώς αντίθετό τους. Η τρίτη συνάντηση «έμελλε» να γίνει στα σκαλοπάτια του δικαστικού μεγάρου, όπου ο Άουστερλιτς συλλογίζεται πάνω στους δαιδάλους του κτίσματος: διάδρομοι που δεν οδηγούν πουθενά, αίθουσες και δωμάτια χωρίς πόρτες, εσωτερικές αυλές χωρίς μια αχτίδα φωτός, αδιέξοδα με στοιβαγμένα ντουλάπια, γραφεία και έγγραφα, λες και κάποιος πάσχιζε κι εδώ ν’ αντισταθεί σε μια πολιορκία. 

ensign

Αυτή είναι μία από τις μανίες του Άουστερλιτς: η αρχιτεκτονική και η ιστορία της, στην ουσία ο τρόπος με τον οποίο ορίζει τις ζωές των ανθρώπων. Ο ψηλός θόλος του σταθμού της Λουκέρνης του δίνει την αίσθηση ότι βρίσκεται κανείς, πέρα από κάθε εγκοσμιότητα, σε έναν καθεδρικό ναό αφιερωμένο στις διεθνείς συγκοινωνίες και στο διεθνές εμπόριο, ενώ το ρολόι του γίνεται ο εκφραστής της νέας παντοδυναμίας, καθώς οι επιβάτες οφείλουν να συντονίσουν την ζωή τους με αυτό. Οι μελέτες του Άουστερλιτς για την αρχιτεκτονική των σιδηροδρομικών σταθμών καταλήγουν κι αυτές σε συλλογισμούς σοφίας και θλίψης ή νέων αναζητήσεων καθώς, αναρωτιέται αν οι σχεδιαστές αυτών των τόπων έχουν σκεφτεί το βάσανο του αποχαιρετισμού και τον φόβο του ξένου.

Αλλά είναι η εξέλιξη των οχυρωματικών έργων που τον σαγηνεύει, καθώς με κάθε ευκαιρία διαπιστώνει πως όσο οχυρώνεται κανείς, άλλο τόσο βαθύτερα μπαίνει στην άμυνα. Ένα μικρό άρθρο για το οχυρό του Μπρέεντονκ τον οδηγεί στις πύλες του παράξενου κτίσματος που δεν φαίνεται να ακολουθεί κανένα αρχιτεκτονικό σχέδιο παρά κάποιο καρκινοειδές ον (ο συγγραφέας παραθέτει την κάτοψη για του λόγου το αληθέστατο). Η περιπλάνηση στον στοιχειωτικό χώρο, μεταξύ άλλων και πρώην ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, προκαλεί σειρά ανάλογων σκέψεων, που κάποτε διασταυρώνονται με τις εφιαλτικές μνήμες του Ζαν Αμερύ και κάποια λόγια του Κλωντ Σιμόν όταν κατερχόταν στην αποθήκη των αναμνήσεών του.

auster.

Θα έπρεπε μια φορά, είπε ακόμη, να φτιάξουμε έναν κατάλογο με τα οικοδομήματά μας καταχωρισμένα κατά μέγεθος, και τότε θα αντιλαμβανόμασταν αμέσως ότι τα κτίρια που βρίσκονται κάτω από το σύνηθες μέγεθος των οικιακών αρχιτεκτονημάτων – η καλύβα, το ερημητήριο, το σπιτάκι του φύλακα, το περίπτερο με θέα, το παιδικό σπίτι στον κήπο – μας υπόσχονται τουλάχιστον μια αναλαμπή ειρήνης, ενώ αντίθετα κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι του αρέσει ένα γιγαντιαίο κτίριο… Θα το θαύμαζε στην καλύτερη περίπτωση, και ο θαυμασμός αυτός είναι ακριβώς ο προάγγελος του τρόμου, γιατί γνωρίζουμε βέβαια ότι τα κτίρια τεραστίων διαστάσεων στέκουν εκ των προτέρων στη σκιά της καταστροφής τους και η σύλληψή τους εμπεριέχει εξαρχής τη βεβαιότητα ότι κάποτε θα μετατραπούν σε ερείπια.

Ο Άουστερλιτς δεν έχει καταγωγή. Όταν ήταν παιδί στερήθηκε πατρίδα, γλώσσα και όνομα και τώρα δεν μπορεί να αισθανθεί οικεία πουθενά και αναζητά απεγνωσμένα την ταυτότητα της καταγωγής του. Ήταν απλά ένας Εβραίος που έφτασε στην Ουαλία και μεγάλωσε σ’ ένα μικρό χωριό στο σπίτι ενός καλβινιστή ιεροκήρυκα και της γυναίκας του, η οποία καμιά φορά τριγύρναγε απλώς μέσα στο σπίτι για να ελέγξει αν ήταν όλα στη θέση τους, αμετακίνητα, όπως κατ’ αυτήν έπρεπε. Εκεί έζησε σιωπηλά και μοναχικά, σκυμμένος πάνω από μεγάλα λεξικά και άτλαντες.

w-g-sebald-3

Ποτέ δεν αισθάνθηκε, όπως ομολογεί, ότι ανήκει σε μια κοινωνική ή επαγγελματική τάξη ή σε ένα δόγμα. Νιώθει εξίσου άβολα ανάμεσα στους καλλιτέχνες και τους διανοούμενους όσο και στην μικροαστική ζωή και αδυνατεί να συνάψει στενές φιλίες. Με τους ανθρώπους τον συνδέουν μόνο συγκεκριμένοι τύποι ευγένειας, τους οποίους τραβούσε στα άκρα, προτού απομακρυνθεί οριστικά. Στις αέναες ευρωπαϊκές περιπλανήσεις του ο Άουστερλιτς αναζητά την καταγωγή του, κι ας μην έχει συναντήσει ποτέ κανέναν με τέτοιο όνομα στους τηλεφωνικούς καταλόγους πόλεων και χωρών.

Ο χρόνος, είπε ο Άουστερλιτς μέσα στο αστεροσκοπείο του Γκρήνουιτς, είναι μακράν η πιο ψεύτικη απ’ όλες τις εφευρέσεις μας….αλλά κάποτε σ’ έναν σταθμό, θαυμάζοντας μια γυναίκα που λίμαρε απορροφημένη τα νύχια της, είπε φευγαλέα ότι ήταν η θέα του χρόνου που περνάει, όπως αργότερα κι αντίστροφα συνέχιζε να βλέπει μπροστά του την Αντέλα: όμορφη όπως ήταν τότε, έτσι αναλλοίωτη έχει μείνει πάντα για μένα. Σε κάποια άλλη στιγμή εξομολογείται στον συνομιλητή του ότι συνήθιζε να αποκλείει τον εαυτό του από τα λεγόμενα τρέχοντα γεγονότα, με την ελπίδα ότι ο χρόνος δεν θα περάσει, ότι θα μπορούσε να τρέξει πίσω του, ότι εκεί θα ήταν όλα όπως πριν, ότι όλες οι στιγμές του χρόνου υπάρχουν ταυτόχρονα, η μια δίπλα στην άλλη…

278

Όλοι εμείς, ακόμη κι αυτοί που πίστευαν ότι έχουν παρατηρήσει και την πιο ασήμαντη λεπτομέρεια, αρκούμαστε σε κοινότοπες εκφράσεις, σαν τα έτοιμα σκηνικά που τα βλέπουμε ίδια κι απαράλλαχτα, σ’ ένα σωρό παραστάσεις. Προσπαθούμε να αναπαράγουμε την πραγματικότητα, όσο περισσότερο προσπαθούμε όμως τόσο πιο πολύ μας επιβάλλεται αυτό που ανέκαθεν βλέπαμε στο θέατρο της Ιστορίας: ο πεσών τυμπανιστής στρατιώτης να μαχαιρώνει άλλον στρατιώτη, το μάτι ενός αλόγου να σβήνει, ο άτρωτος αυτοκράτορας περιστοιχισμένος από τους στρατηγούς του, μέσα στην παγωμένη στο χρόνο αντάρα της μάχης. Η ενασχόλησή μας με την Ιστορία, ήταν, κατά την άποψη του Χίλαρυ, ενασχόληση με προκατασκευασμένες πάντοτε εικόνες, χαραγμένες στο βάθος του μυαλού μας, στις οποίες κολλάμε διαρκώς το βλέμμα μας, ενώ η αλήθεια βρίσκεται κάπου αλλού, σ’ ένα «εκτός» που δεν το έχει ανακαλύψει άνθρωπος. [σ. 76 – 77]

theresien_

Το Άουστερλιτς είναι η ιστορία μιας ατέλειωτης περιπλάνησης στα ερείπια της Ευρώπης· σε μνημεία, εγκαταλελειμμένες και ερειπωμένες επαύλεις, νυχτερινά περίχωρα, σταθμούς. Είναι μια διήγηση μέσα στην διήγηση («είπε ο Άουστερλιτς», «έπιασε την αφήγηση ο Άουστερλιτς») για τους ξεριζωμένους και τους απάτριδες, μια απεγνωσμένη προσπάθεια να διατηρηθεί η μνήμη και να μην χαθεί το παρελθόν. Είναι η ατέλειωτη εικονογραφία του συγγραφέα – το σμήνος των γλάρων που έχει μαζευτεί όπως πάντα στο γήπεδο ποδοσφαίρου έξω απ’ το Ίπσουιτς, οι μισοβουλιαγμένες βάρκες στα τενάγη του Κόλτσεστερ, οι μαυρισμένοι από το ντίζελ τοίχοι στα βιομηχανικά προάστια. Είναι, τέλος, η προσπάθεια της γλώσσας να δει με φωτογραφίες και να μιλήσει με λέξεις που πασχίζουν να τα εκφράσουν όλα αυτά.

SONY DSC

Αν θεωρήσουμε τη γλώσσα μια παλιά πόλη, με ένα λαβύρινθο από στενάκια και πλατείες, με συνοικίες που φτάνουν βαθιά πίσω στο χρόνο, με γκρεμισμένες, αναβαθμισμένες και ξαναχτισμένες γειτονιές και πιο απομακρυσμένα προάστια που όλο και εξαπλώνονται στα περίχωρα, τότε εγώ έμοιαζα με άνθρωπο που λόγω μιας μακρόχρονης απουσίας δεν μπορεί πια να βρει το δρόμο του σ’ αυτό το συνονθύλευμα, δεν ξέρει πια σε τι χρησιμεύει μια στάση λεωφορείου, τι είναι ακάλυπτος, διασταύρωση, λεωφόρος ή γέφυρα. Ολόκληρο το οικοδόμημα της γλώσσας, η συντακτική διάταξη των επιμέρους τμημάτων, η στίξη, οι σύνδεσμοι, ακόμα και τα ονόματα συνηθισμένων πραγμάτων, όλα ήταν τυλιγμένα σε μια αδιαπέραστη ομίχλη. […] Πίστευα διαρκώς ότι μια φράση είναι κάτι που υποθετικά μόνο έχει νήμα, στην καλύτερη περίπτωση προσωρινό, κάτι σαν απόφυση της ασχετοσύνης μας, με το οποίο, όπως μερικά φυτά και ζώα της θάλασσας με τα πλοκάμια τους, ψηλαφούμε το σκοτάδι που μας περιβάλλει. [σ. 129 – 130]

Εκδ. Άγρα, 2006, μτφ. από τα Γερμανικά Ιωάννα Μεϊτάνη, σελ. 306 [Austerlitz, 2000].

Oι εικόνες 3, 5 και 6 προέρχονται από το βιβλίο.