W. G. Sebald – Αίσθημα ιλίγγου

All’estero 0951 SEBALD-AISTHIMAσημαίνει «στα ξένα». Σε πόσα ξένα βρέθηκε αυτός ο συγγραφέας και για πόσους διαφορετικούς λόγους; Η Βιέννη του 1980 είναι για τον Ζέμπαλντ η αλλαγή τόπου ως ελπίδα ξεπερασμού μιας κακής περιόδου. Η «ανικανότητά του να υπερβεί κάποια αόρατα όρια» τον ωθεί σε διαρκή περιπλάνηση στη Βιέννη, σε ατέρμονο περπάτημα· ανταλλάσσει κουβέντες μόνο με τα γκαρσόνια και τις σερβιτόρες, κάπου νομίζει ότι αναγνώρισε τον ποιητή Δάντη, εξόριστο από την πόλη του. Αυτές οι ξεθεωτικές περιπλανήσεις μέσα στη νύχτα είναι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσει το αίσθημα δυσφορίας η ιλίγγου. Της μνήμης άραγε; Γιατί δεν τολμάει να το γράψει; Μα ούτε σε αυτή μπορεί να σταθεί: η μνήμη δεν σε διαβεβαιώνει για τίποτα, συχνά σε κοροϊδεύει, σε παραπλανεί. Σου μιλάει με τη φωνή μιας δασκάλας, με μια σερβιτόρα που μοιάζει να μεταφέρει μυστικά μηνύματα μεταξύ των πελατών, με την εικόνα των ασθενών ενός γηροκομείου καθώς στηρίζονται στο μπράτσο του νοσηλευτεί…έτσι είναι όταν γέρνεις πάνω στο ρεύμα του χρόνου.

Casanova_ritrattoΝέα φυγή για την Βενετία, διαφορετικά διωκόμενος από τον άλλοτε διωκόμενο από τις αρχές Τζάκομο Καζανόβα, που δεν σταμάτησε να συλλογίζεται τα όρια της ανθρώπινης λογικής και διαπίστωσε ότι…είναι μεν σπάνιο να τρελαθεί ο άνθρωπος, ωστόσο συνήθως δεν χρειάζονται πολλά για να φτάσει ως εκεί. Αρκεί μόνο μια ελάχιστη μετατόπιση και τίποτα δεν είναι όπως παλιά. Ο περιπλανητής συλλογίζεται πάνω στη νομολογία της εποχής, επί το πλείστον επικεντρωμένη στη ρύθμιση του ερωτικού πάθους. Βλέποντας στο ξενοδοχείο τον νυχτοφύλακα να έχει κι αυτός αποκοιμηθεί, με ανοιχτή την τηλεόραση, σκέφτεται πως μόνο οι μηχανές έχουν καταλάβει ότι δεν επιτρέπεται πια να κοιμόμαστε….Τα έργα του Πιζανέλλο τού ωθούν την επιθυμία να καταφέρει να τα παρατήσει όλα εκτός από το να βλέπει…

a postcard which Kafka wrote to Ottla from Riva del Garda.Το ταξίδι του Δρα Κ. στα Λουτρά της Ρίβα δεν του είναι διόλου ευχάριστο. Βασανισμένος από μια ιστορία που δεν μπορεί να φύγει από το μυαλό του, αγοραφοβισμένος, ο Δρ Κ. αναζητά την επιστροφή στο δωμάτιό του. στέκει για ώρα στο παράθυρο, κοιτάζει κάτω το δρομάκι. Είναι αδύνατον, σημειώνει την επόμενη μέρα, να ζήσεις τη μόνη δυνατή ζωή, να ζήσεις μαζί με μια γυναίκα, ο καθένας ελεύθερος, ο καθένας για τον εαυτό του… Βιέννη – Βενετία – Ρίβα – Τεργέστη. Στο δωμάτιο του ξενοδοχείου Sandwirt περιμένει να εμφανιστεί ο μπρούτζινος άγγελος που επισκέπτεται τους ταξιδιώτες. Και πράγματι εκείνος έρχεται αλλά όταν ο Κ. σηκώνει πάλι τα μάτια του βλέπει μια βαμμένη ξύλινη φιγούρα από ακρόπρωρο καραβιού, σαν αυτές που είναι κρεμασμένες στο μπαρ των ναυτικών. Η καταρρακτώδης βροχή την άλλη μέρα δεν τον αποτρέπει από την έξοδο, το αντίθετο μάλιστα, επιθυμεί να ξεπλυθούν από πάνω του οι προηγούμενες μέρες. Αλλά αντί να βγει, αρχίζει στο ημίφως της σάλας του ξενοδοχείου να γράφει στην Φελίτσε, να της γράφει ατέλειωτα. Γιατί αυτός ο δύσφορος, μοναχικός αλληλογράφος δεν είναι άλλος από τον Φραντς Κάφκα και τις αληθινές ημερολογιακές του καταγραφές…

wg-sebaldΙl ritorno in patria αρχίζει από το Ίνσμπρουκ και τον σιδηροδρομικό του σταθμό, με τους άστεγους που με την μεγαλύτερη δυνατή θεατρικότητα υπογραμμίζουν τις απόψεις τους για το εκάστοτε θέμα, με κινήσεις από το ρεπερτόριο μιας ιδιαίτερης υποκριτικής τέχνης, παντελώς άγνωστης στις δικές μας σκηνές. Ο ταξιδιώτης συγγραφέας διαφέρει από οποιονδήποτε άλλο…κάθεται σ’ ένα μίζερο εστιατόριο του σταθμού, υπομένει την αγένεια της σερβιτόρας, επισκέπτεται μια εκκλησία βαθιά σ’ ένα φαράγγι, παρατηρεί την ζωγραφισμένη Οδό του Μαρτυρίου: Τα σκούρα ρούχα είχαν ενωθεί με τον εξίσου σκούρο φόντο έτσι που δεν ξεχώριζες τίποτα. Νόμιζες ότι έβλεπες απ’ ό,τι είχε απομείνει να δεις, κάτι σαν μάχη φαντασμάτων, πρόσωπα κα χέρια που αιωρούνταν ελεύθερα στο ζόφο της αποσύνθεσης. Ο δρόμος της επιστροφής είναι ένας δρόμος διαρκώς ανοιχτός.

stendhalΕίναι ακριβώς η γνώριμη γραφή του Ζέμπαλντ, που και εδώ εναλλάσσεται με εικόνες με γεωγραφικούς χάρτες, έργα τέχνης, φωτογραφίες σπιτιών, προσωπογραφίες, εσώφυλλα βιβλίων, ex libris, επισκεπτήρια και κάρτες, επίσημες εκθέσεις, ταξιδιωτικά έγγραφα, κουπόνια εστιατορίων, ημερολόγια, αποκόμματα εισιτηρίων, μια σελίδα από καλεντάρι του 1980… Είναι τα εικονιστικά αντίστοιχα της γραφής, οι ιδιόμορφοι διάλογοι ανάμεσα στις λέξεις και στα εικονίσματα της μνήμης. Και ήδη από τις πρώτες σελίδες, αυτές που άφησα τελευταίες (Μπελ ή Το παράξενο γεγονός του έρωτα), ο Σαντάλ, επιστρέφοντας στα πεδία των μαχών καιρό αργότερα, σκηνικά πια στο βιβλίο του Περί έρωτος, γνωρίζει ότι η εικόνα του παρελθόντος άλλοτε αποτελείται μονάχα από γκρίζα χωράφια και άλλοτε του έρχονται εικόνες με τέτοια ασυνήθιστη σαφήνεια, που δεν πιστεύει ότι μπορεί να τις εμπιστευτεί.

sebaldΌσο εξουθενωτικές είναι αυτές οι ιστορίες του, άλλο τόσο επιθυμείς την εξουθένωσή τους, να σε σύρουν ταυτόχρονα σε παρόν και παρελθόν, ακολουθώντας τις περιπλανήσεις δικές του και άλλων. Ο συγγραφέας επιζητά τον χώρο γιατί δεν αντέχει τον χώρο, γράφει σε ένα είδος που περικλείει πολλά είδη γιατί μόνο με αυτό τον τρόπο μπορεί να τακτοποιεί όλα όσα θυμάται και βλέπει, ή, τουλάχιστο να έχει την αυταπάτη ότι το κάνει. Ο Ζέμπαλντ ξεκίνησε να γράφει στα 47 και έχασε την ζωή του στον δρόμο, εκεί δηλαδή που έβρισκε την ζωή του, μια ζωή περιπλανώμενος, οδικός αναζητητής εκείνου που με τεράστια υπομονή μας περιμένει να ταξιδέψουμε για να μας συναντήσει.

Άλλωστε, κατά τα λόγια του Μπελ / Σταντάλ, στην πραγματικότητα, όπως ξέρουμε, όλα είναι πάντα διαφορετικά.

Εκδ. Άγρα, 2009, μτφ. από τα γερμανικά: Ιωάννα Μεϊτάνη, 221 σελ., με μεταφράσεις ξενόγλωσσων χωρίων και σημειώσεις της μεταφράστριας [Schwindel Gefühle, 1990].

Στις εικόνες: Τζάκομο Καζανόβα, καρτ ποστάλ του Κάφκα από την Ρίβα, και ο Σταντάλ ανάμεσα στον συγγραφέα.

Κωστής Παπαγιώργης – Περί μνήμης

ΜνήμηΟ μεθυσμένος, όπως παρατήρησε ο Ντοστογιέφκσι, δεν πίνει για να ξεχάσει, απεναντίας πίνει για να θυμηθεί. Δραματοποιεί το παρόν δεξιωνόμενος το παρελθόν εν βρασμώ καρδίας. Ακατάπαυτη ιδεόρροια, σάμπως να φέρει μέσα του τα σπλάχνα δέκα ανθρώπων, δεξιοτεχνία στους δραματικούς αναχρονισμούς, μπουφόνος κατά ευτυχή σύμπτωση και οδυνόμενος κατ’ ανάγκη, παριστάνει τον σωσία του εαυτού του που επανήλθε αψηφώντας τον χρόνο. Σε αυτές τις στιγμές παρατηρούμε ότι δεν νοείται ανάκληση χωρίς δραματικό νόημα. Είτε στο σπίτι του έχασε στα χαρτιά, είτε δεν άντεξε κάποτε μια προσβολή, ο μεθυσμένος αντιδρά σαν έμπειρος υποκριτής, παίζει θέατρο όχι μόνο για να θεατριστεί μπροστά στα (πάντα απαραίτητα) μάτια των άλλων, αλλά κυρίως για να θυμηθεί την αλήθεια του εαυτού του που λανθάνει μισοναυαγισμένη. [σ. 80]

papagiorgis Για άλλη μια φορά η ζωή (άρα και το τέλος με το οποίο είναι οργανικά ζευγαρωμένη) ξεπερνάει την φαντασία και την γραφή, την φιλοσοφία και την ανάγνωση. Φέτος άρχισα να επιστρέφω στα κείμενα του Κωστή Παπαγιώργη, έχοντας διανύσει έναν μεγάλο κύκλο αναγνωστικής εμπλοκής με την δοκιμιακή και φιλοσοφική γραφή. Και πάνω που ήδη τελείωσα την τόσο διαφορετική, κατά εικοσιπενταετία μεταγενέστερη ανάγνωση των δικών του ευαγγελίων, πάνω που προετοίμαζα μια οριακή διαλεκτική επ’ αυτών και με τον ίδιο και ακριβώς την ημέρα που άρχισα να ετοιμάζω την πρώτη καταγραφή αυτής της τόσο δύσκολα καταγράψιμης «ανάγνωσης», έμαθα την ταχύτατη φυγή του. Ευτυχώς, στο τέλος πάντα επανακάμπτει η γραφή, εκδικείται με την δική της διάρκεια και η Μνήμη στην οποία αφιέρωσε [και …«αφιέρωσε», όπως μεταφορικολογούμε] ένα πυκνό βιβλίο θα ενοικεί και στα γραπτά του.

1320243352bΑκόμα θυμάμαι την έκπληκτη αίσθηση της ανάγνωσης του πρώτου βιβλίου του που έπιασα στα χέρια μου, του Ίμερος και κλινοπάλη, τότε στις εκδόσεις  Ροές [1988], σ’ ένα μικρόσχημο τομίδιο με την έκσταση της Αγίας Θηρεσίας στο εξώφυλλο, δίπλα σε μια πλατειά πορτοκαλιά γραμμή και αργότερα το Περί μέθης [Ροές, 1987], βασικό εγχειρίδιο τότε για μας να κατανοήσουμε όχι τους «αλκοολικούς» επιδειξίες συγγραφίσκους του θλιβερού μας μικροελληνικού χωριού αλλά τους αληθινούς ροκ εντ ρόλλ χαρακτήρες, όπως ο Nick Cave τότε, για τους οποίους οι προαναφερθέντες αντιγραφείς των ξένων μεθυσμένων είχαν κατα-μαύρα μεσάνυχτα. Στο τέλος της γραμμικής μνήμης, φτάνω στο πρόσφατο πρώτο τεύχος του Νέου Πλανόδιου που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό, με κεντρικό αφιέρωμα ακριβώς την γραφή του Κωστή Παπαγιώργη. Μια φράση από εκεί αποδίδει ακριβώς την συγγραφική ιδιοσυστασία του: καλλιεργητής της στοχαστικής, νευρώδους, ελευθέριας γραφής, που παλινδρομεί διαρκώς ανάμεσα στην προσωπική έκφραση και τη γενική ερμηνευτική, ανάμεσα στη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία, χωρίς να λογοδοτεί σε καμία.

Memory-myths-001Μας αρέσει, αρχίζει ο Παπαγιώργης, να μας μιλούν για την συνείδηση, για το εσωτερικό κάτοπτρο που διαθέτουμε, κι ύστερα να παρακολουθούμε πάνω στο μυθικό μας έσποπτρο ράκη του εαυτού μας και του κόσμου. Μόνο που και απολησμονημένες σκηνές καταλαμβάνουν εξαπίνης την σκηνή της συνείδησής μας και μας μετακινούν σε ένα βάθος που μας ανήκει αποκλειστικά. Εκεί βλέπουμε κάτι που οι άλλοι δεν βλέπουν, ζούμε ψευδαισθητικά κάτι που ξαναζήσαμε άλλοτε,  σ’ έναν ακαριαίο αποκρυφισμό της στιγμής. Η ανακλητικότητα αυτή δεν είναι διόλου δεδομένη, καθότι καταφτάνει μέσα από έναν δρόμο που δεν ελέγχουμε.

Paul Klee - Carpet of Memory 1914_Οι επαφές μας ασκούνται στην πανοψία: πρόσωπο με πρόσωπο βλέπουμε τα πάντα, αλλά όχι το παρελθόν τους – ιδού το όριο στην εποπτεία των άλλων. Το παρελθόν τους τούς ανήκει, βρίσκεται στο αφανές του ιδιωτικού τους χρόνου. Ρωτάμε τον άλλον «Πόσων χρονών είσαι;» αλλά ουδέποτε «Πόση μνήμη έχεις;». Τα ημεροχρονολόγια δεν τα γνωρίζει η μνήμη· ο τρόπος που εισάγεται και εξάγεται κανείς από τον χρόνο του μοιάζει να αναγνωρίζει κάποιο «κατώφλι», μετά από το οποίο το εδώ και το εκεί, το τώρα και το άλλοτε διαθλώνται και εναλλάσσονται. Χωρομαθημένοι καθώς είμαστε, δύσκολα κατανοούμε την αιφνίδια σύνδεση του άλλοτε και του τώρα. Διαθέτουμε μήπως μνημονική αλχημεία η οποία καταργεί τον χρόνο και τον χώρο; Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι βλέπουμε την μνημονική παράσταση με τέσσερα μάτια; Δύο του αλλοτινού εγώ μας και δύο του τωρινού;

hqdefaultΗ καθημερινή μας ανάκληση του παρελθόντος δεν αποτελεί μια απλή τεχνική του ψυχοπρακτικού βίου. Η μνήμη ανακαλεί τα πάντα: μέσα στο άηχο ενδιαίτημά μας ξαναβλέπουμε ξέφτια από παλαιά πρόσωπα, σκηνές από γλέντια, μια οδυνηρή μετακόμιση, κάποια ευτυχή συνάντηση, καθημερινές παραστάσεις με σούρτα φέρτα, φευγαλέες κουβέντες, ένα κραταιό συλλαλητήριο. Το παράδοξο, γράφει ο Παπαγιώργης, είναι ότι ενώ μια παρελθούσα εικόνα επανέρχεται όταν την ανακαλούμε, την συλλαμβάνουμε στατική και ασάλευτη. Ανήκει μήπως σε μια αδιερεύνητη εσωτερικότητα, σε μια δική της πατρίδα απ’ όπου πρέπει να εκπατρισθεί για να μας δοθεί;  Η κίνηση απουσιάζει, αφού το παρελθόν αποτελεί μόνο μία διάσταση του χρόνου· πώς να κινηθεί κάτι αν δεν διαθέτει και τις τρεις χρονικές διαστάσεις; Η μνήμη μνημειώνει αλλά δεν αφηγείται· εμφανίζεται στιγμιοτυπικά, σαν απόκομμα, σαν ασάλευτη εικόνα. Η όραση υπερτερεί κατά κράτος και η στιγμιοτυπική μνήμη αποδίδει τον χώρο, το σχήμα, το πρόσωπο, αλλά στερείται χρόνου και κινήσεως. Όλες οι εικόνες έχουν πέσει θύματα της ασάλευτης αχρονικότητας.

henribergson2Η μνήμη δεν ψάχνει – αυτή που γυρεύει είναι η ανάμνηση, που επιδίδεται σε ετεροκίνητη έρευνα. Δεν κλαίμε για κάτι συγκεκριμένο, κλαίμε για όλες τις δυστυχίες της ζωής μας, όπως γράφει ο Ίταλο Σβέβο. Κι εδώ αρχίζει η μεγάλη ανασκαφή του Παπαγιώργη στους φιλοσόφους, λογοτέχνες, ερευνητές της μνήμης. Από τον Αριστοτέλη και τον Αυγουστίνο στον Καντ, από τον Χιουμ στον Φρόυντ, από τις πρωτοπόρες συλλογιστικές των Henri Bergson και Edmund Husserl στα γραπτά των Gilles Deleuze, Maurice Halbwachs, Emmanuel Kant, Maurice Merleau – Ponty, Paul Ricoeur και άλλων μνημογράφων. Και βέβαια από τον Ναμπόκοφ και την βιογραφία του Μίλησε μνήμη όπου ακριβώς ζητάει από την μνήμη του να μιλήσει μέχρι τον Μαρσέλ Προυστ που υποβαθμίζει την μνημονική πράξη και στρέφεται προς την «αναζήτηση» του χαμένου χρόνου. Ο Ζιλ Ντελέζ ερμήνευσε παραδειγματικά την προυστική τεχνική του μυθιστορήματος. Πιστεύοντας ότι δεν ανακαλύπτουμε την αλήθεια ωσάν να κρύβεται σε μια πτυχή της μνήμης αλλά την πλάθουμε, υποστηρίζοντας ότι δεν αντιγράφουμε τη ζωή αλλά την επινοούμε, προσδίδει ιδιαίτερα βαρύτητα στην μαθητεία.

Gilles DeleuzeΔιάνοια, αντίληψη, μνήμη ρέπουν προς το αισθητό, λατρεύουν ή απεχθάνονται αντικείμενα, ενώ η μαθητεία του μυθιστοριογράφου αφορά την ερμηνεία των εκάστοτε σημείων, όχι την υλικότητά τους. Άλλωστε το αντικείμενο πάντα απογοητεύει, αποδεικνύεται κατώτερο του αναμενόμενου, αντίθετα το σημείο επιδέχεται πολλαπλές ερμηνείες, με τελική κατάληξη να αποδεικνύεται βαθύτερο από το πρόσωπο ή το πράγμα. Η μυστική δύναμη του αφηγητή οφείλεται στο γεγονός ότι δεν παγιδεύεται στα πράγματα που περιγράφει, ο έρωτας δεν ενσαρκώνεται στην συγκεκριμένη γυναίκα, οι τόποι και οι εποχές δεν είναι αθροίσματα εντυπώσεων. Το «λίγο» ή το ανεπαρκές της πραγματικότητας αντισταθμίζεται με την πολύτιμη πλασματικότητα του αφηγητή. [σ. 130 – 131]

ΚΠΘα συνεχίσουμε να διαβάζουμε τα απολαυστικά – ταυτοχρόνως φιλοσοφικά και προσωπικά – γραπτά του Παπαγιώργη και θα συνεχίσουμε να συνομιλούμε μαζί του, έστω και στην νέα ιδιόμορφη παρουσία – απουσία.  Ολόκληρο το έργο του, άρα και όλες οι επανεκδόσεις, κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Εκδ. Καστανιώτης, 2008, σελ.335, με τρισέλιδη βιβλιογραφία.

Στην τέταρτη εικόνα: Το χαλί της μνήμης [Paul Klee, 1914].  Στις δυο προτελευταίες: Henri Bergson, Gilles Deleuze.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, στο Βιβλιοπανδοχείο, 150 / The only thing that shines. Η μνήμη μας δηλαδή και η Μνήμη του.