Ulrich Schnauss – A strangely isolated place (City Centre Offices, 2003)

Εδώ και λίγο καιρό οι αδελφοί Hartnoll έφυγαν ο καθένας από διαφορετική πόρτα, χωρίς να τους αφορά πλέον η τροχιά των Orbital, αφήνοντάς την στα χέρια των αποδεκτών – φανς. Για εκείνους που θέλουν τα υποκατάστατά της, θα συνεχίσουν να υπάρχουν τύποι που θα μας τρέφουν με τις αντανακλάσεις της και θα κινούνται στις σκοτεινές άκρες των πεζοδρομίων της electronica, που συχνά βλέπουν σε αιφνίδια «αποκαλυπτικά» ανοίγματα γεμάτα φως.

Ένας από αυτούς, ο Βερολινέζος Ulrich Schnauss, δεν δείχνει καν το πρόσωπό του αλλά όταν τιτλοφορείς την πρώτη σου δισκογράφηση ως Far Away Trains Passing By’ είναι σα να έχεις αυτοφωτογραφηθεί με αλλεπάλληλες κόντακ μινιατούρες. Τον θυμάμαι καλά αυτόν τον γεμάτο ονειρώδεις techno ηλεκτρελετουργίες δίσκο, να περιλαμβάνεται σε πολλές ηλεκτρονικές λίστες με τους αξιομνημόνευτους του έτους εκείνου. Δεν άκουσα μακρινά τραίνα να περνούνε, κι ας έμενα κοντά στον ηλεκτρικό τότε κι ήταν το επταμηνίτικό μου σάουντρακ. Αλλά όποτε τον άφηνα να γυρνάει, τα φώτα των κεντρικών δρόμων που περιδιάβαινα μου θύμιζαν, ως εκ θαύματος, διάδρομο αεροδρομίου. Τότε θυμήθηκα κάποιον που είχε γράψει πως ακόμα κι οι ασχημότερες πόλεις το βράδυ δείχνουν αλλιώς.

Ο Ulrich Schnauss όταν δεν κάνει παραγωγές και engineerings σε πλήθος άλλων ομοειδών ομογάλακτων, συνθέτει ηλεκτρονικές ραψωδίες, πάντοτε μελωδικές και κυρίως αιθέριες… Συμπτωματικά οι Ethereal 77 είναι ένα από τα project του, με ήχο που περισσότερο αγγίζει το drum’n’bass αλλά με πλεοτέρηση ηλεκτρονικών οργάνων. Ένα ακόμα project του, οι Hexaquart, στροβιλίζονται σε αέναους minimal techno-house κύκλους. Ένα τρίτο αυτοκινείται: View to the future.

Το A Strangely Isolated Place είναι απομακρυσμένο από το U.K. techno και πλησιέστερο στις mellow κυκλικές αναπτύξεις. Είναι ένας δίσκος εγκεφαλικός κι ανάλαφρος μαζί. Πολλοί συνάδελφοι από ευρωπαϊκά πιξελοχώρια λένε για τις αιθέριες ιστοπλοκίες των Cocteau Twins – και θα το δεχόμουν, εφόσον μιλάμε μόνο για τα λεπτουργήματα του Victorialand, πολλαπλασιασμένα όμως στη μέγιστη ταχύτητα… Ο παραλληλισμός με το μπητ των Βlack Dog ίσως είναι εξίσου παραπλανητικός. Πτερόεντα γυναικεία φωνίσματα (δε θα τα έλεγα φωνητικά, είναι σ’ ένα πρότερο στάδιο) -όπως αυτά της Judith Beck στο Clear Day – άλλοτε ενισχύουν το αιθέριο, άλλοτε κινδυνεύουν προς το new age ευπρόβλεπτο.

Η έφεση του Schnauss προς τα ψευδεπίγραφα πλην γοητευτικά σχήματα τύπου Chapterhouse και Slowdive είναι «δηλωμένη» απ’ τον ίδιο, ήδη από την διασκευή του Crazy For You των τελευταίων στο χορταστικό (όπως όλα της) προς τιμήν τους compilation της Morr Music, Blue Skied And Clear (2002). Σε στιγμές νοιώθεις πως οι μεν να κάνουν ψηφιακά αεροδυναμικά remix στους δε. Στο A Letter from Home σίγουρα πάντως αισθάνεσαι τον απόηχο της κιθάρας του Neil Halstead των Sl. Oι γοητευμένοι από τα υπνωτικότερα κομμάτια του Place συγκρίνουν με τις μελωδικότερες στιγμές των Βoards of Canada, Manitoba, Herrmann und Kleine. Οι κυκλικές πάλι φόρμες τροφοδοτούνται από τις καλύτερες Orbital και Moby τεχνικές – το Voodoo Child σχήμα του τελευταίου κινείται σε παράλληλους αλλά χορευτικούς παρακαμπτήριους ενώ ακόμα και τα καμπανίσματα του τέλους του Gone Forever θα σας θυμίσουν το Belfast των πρώτων.

Βυθισμένος σ’ αυτό τον αεικίνητο κόσμο γεμάτο λούπες και ονειρικά φευγαλέα περάσματα, προσπερνάς τα παλιομοδίτικα rhythm section του On My Own και αφήνεσαι μέχρι και τις τελευταίες στάσεις του τραίνου: από την ταμπλετολαγνεία των Blumenthal και Monday Paracetamol έως το εορταστικό σπινθηροβόλο τελείωμα. Το A Strangely Isolated Place είναι κι αυτό κυκλοφορημένο από την City Centre Offices, ένα άλλο όνομα που θυμίζει τις Central Services της εφιαλτικής πόλης του αλησμόνητου Brazil του Terry Gilliam και μια εταιρεία που κυκλοφορεί, μεταξύ άλλων, τους εφευρετικούς Remote Viewer, τους παιγνιώδεις Dictaphone, τους αέρινους Arovane, τους σκουροδιάθετους Xela.

Πρώτη δημοσίευση εδώ.

Ennio Morricone & Dulce Pontes – Focus (Universal, 2004)

Όπως θα έλεγε και το γνωστό ανέκδοτο… ποιος είναι αυτός δίπλα στην Dulce Pontes; Λοιπόν, πρέπει κάποτε ν’ αποδοθεί δικαιοσύνη για τον μαέστρο. Όλοι τον λένε μεγάλο και κορυφαίο, αλλά ζήτημα να έχουν ακούσει το ένα εικοστό από τις αμέτρητες δημιουργίες του. Το εκπληκτικότερο στην περίπτωσή του βέβαια δεν είναι ο αριθμός των πεντακοσίων και παραπάνω σάουντρακ· άλλωστε δεν είναι λίγοι οι scorers που χτυπάνε τριψήφιες κυκλοφορίες. Είναι το ότι για όσα αδιάφορα κι ανέμπνευστα σάουντρακ έχει φτιάξει (και δεν είναι λίγα), έχει τα αντίστοιχα πανέμορφα, σε μια μάλλον ανεπανάληπτη αναλογία.

Η σχετική βιομηχανία βέβαια μένει αδικαιολόγητα προσκολλημένη στον προ τεσσαρακονταετίας κόσμο του: ακόμα εκδίδονται συλλογές του που περιλαμβάνουν χιλιοπαιγμένες και καταγνωστές συνθέσεις του, κυρίως τις γουέστερν! Όμοια περίπτωση με τον Piovani: έχει φτιάξει μοναδικές κινηματογραφικές μουσικές και για όποιο σκηνοθέτη μπορεί κανείς να φανταστεί, το ίδιο και για καμιά 50αριά θεατρικές παραστάσεις, κι ο ευρύς κόσμος τον γνωρίζει μόνο από το μετριότατο La vita e bella, άντε κι απ’ το Kaos. Αισθάνομαι πάντως μια διαφορά ανάμεσα στους δύο Ιταλούς που αδυνατώ να εξηγήσω ή να επιχειρηματολογήσω σχετικά: ο Νικόλα βάζει μουσική υπόκρουση στις μνήμες και τις εικόνες μου, ο Έννιο στα συναισθήματα και τις συγκινήσεις μου. Είναι τυχαίο που ο Τορνατόρε διαλέγει μόνο αυτούς κι ότι αυτοί του δίνουν τον καλύτερο τους εαυτό; Και το τυχαίο αυτό παράδειγμα δεν είναι το μόνο που μπορώ να σκεφτώ.

Για την Dulce ας αποφύγουμε να εγκωμιάσουμε πολλά, γιατί φοβάμαι πως θα ολισθήσουμε στην αναπόφευκτη «έθνικ» οπτική: α, τι ωραία γλώσσα «εξωτική», α, τι μαγευτική χώρα η Πορτογαλία της, α, πόσο μυστηριώδης μα και κοντινή μας η κουλτούρα της, πόσο αγαπούμε τα fados (το εξωτικό που λέγαμε) και πόσο έχουμε γοητευτεί από τον Φερνάντο με τους δέκα ετερώνυμους και τον Ζοζέ που έφυγε με την Πέτρινη Σχεδία προς άλλες Αζόρες. Πάντως η Δουλτσινέα έχει, αναπόφευκτα, επιρροή μα όχι αντιγραφή από την Amalia Rodriguez, παρόλο που ο χαρακτηρισμός της ως νέα Αμαλία δείχνει την εκτίμηση του κοινού της χώρας της. Κυκλοφόρησε τα Lagrimas (1996), Caminhos (1998), A Brisa do Coracao (2000), Lusitania (2000), O Primeiro Canto (2001) κι ένα πρώιμο Best (2003), αφού πρωτοπέρασε από έργα, τηλεόραση και ευρωπαϊκούς διαγωνισμούς.

Έτσι σε τούτο το δίσκο – εναγκαλισμό των δύο προσώπων (που αμφότερα δηλώνουν πως ήθελαν από καιρό πολύ να συνεργαστούν) τίποτα δεν είναι απρόβλεπτο. Η φωνή της Pontes κάνει τη διαφορά στα μαγικά θέματα του θείου Έννιο. Τα τελευταία όταν ενδύονται με φωνή παίρνουν μια άλλη, εξίσου δραματική διάσταση, ακούγονται αλλιώς. Πόσο μάλλον τώρα, που με τούτη τη διαπεραστική φωνή ακούγονται διπλά αλλιώς, όταν δε άδονται με την συγκεκριμένη γλώσσα εκεί κι αν γίνονται ιδιαίτερα. Αντίθετα, όταν δοκιμάζει την αγγλική ή την γαλλική γλώσσα, κάτι χάνεται από την ατμόσφαιρα που η ίδια δημιούργησε, κάτι θυμίζει τις ερμηνείες των διαφόρων αμερικανίδων γλυκανάλατων κυριών. Ευτυχώς η πρώτη γλωσσική επιλογή είναι συχνότερη.

Συνεπώς έχουμε την ευκαιρία να μας ξανατρυπηθεί η καρδιά με το μελώδημα του Cinema Paradiso, να μελώσουμε με την ερωτική παράδοση της Κλαυδίας Καρδιναλίας στο ανεπανάληπτο Once Upon A Time In The West, να χαθούμε στα όρη και στα νερά του Νότου με τις νότες του Mission, όλα ούτως ή άλλως κορυφογραμμές του μουσικοκινηματογραφικού είδους. Λείπει βέβαια η άλλη μεγάλη στιγμή του Μεγάλου Αμερικάνου Παραμυθά, του Σέρτζιο Λεόνε, εκείνα τα ελεγειακά κομμάτια από το Once Upon a Time In America. Ασυγχώρητο! Ακόμα όμως και περισσότερο «κλασικά» δείγματα, όπως εκείνο του Moses ή του Chi Mai, αποκτούν άλλη διάσταση με τη φωνή της, εξίσου κινηματογραφική και ταξιδιάρικη. Ωραία θα ήταν ν’ ακούγαμε κι άλλες φωνητικές εκδοχές κινηματογραφικών συνθετών. Θα κέρδιζαν και τα δύο είδη, και φυσικά εμείς.

Πρώτη δημοσίευση εδώ.