Julee Cruise – The art of being a girl (Water Music, 2002)

Μια νεράιδα από παλιά μας επισκέφτηκε ξανά. Ποιός θυμάται την αέρινη, σχεδόν παραμυθένια φωνή της Julee Cruise; Πιστεύω όλοι, κανείς μας δεν την ξέχασε. Ήταν το 1985 όταν την εντόπισε ως ταλεντόεσσα ο Angelo Badalamenti την εποχή που εργαζόταν πάνω στο Blue velvet. H απόκοσμη φωνή της ήταν ό,τι έψαχνε για τα νοσηρονειρικά τοπία του και το Mysteries of love στοίχειωσε το σάουντρακ. Τρία χρόνια μετά, ο ίδιος ο David Lynch έγραψε τους στίχους που ήθελε ν’ ακούσει απ’ τη φωνή της, ο Badalamenti συνέθεσε μια απ’ τις ονειρικότερες μουσικές του και το σάουντρακ του Twin Peaks (της τηλεοπτικής σειράς) στοίχειωσε μερικά μας όνειρα. Κάποιοι διέκριναν και τη συμμετοχή της σε μικρό ρόλο στην αλλόκοτη εκείνη σειρά. Το Voice of love του ’93 φυσικά δεν μπορούσε ν’ ανταγωνιστεί τον προκάτοχό του. Η τελευταία φορά που μας μάγεψε ήταν στο Until the end of the world του Wim Wenders, στη διασκευή του Summer kisses, winter tears του Elvis κι έκτοτε… σιωπή. Έτσι εδώ δεν έχουμε μόνο την πρώτη κυκλοφορία της εδώ και δεκαετία, αλλά και ουσιαστικό τον πρώτο ολόδικό της δίσκo.

Φυσικά δεν πιστεύω να περιμένατε άλλο ένα αποκλειστικά εύθραυστο little-girl-lost κλίμα. Η θηλυκότητα είναι πανταχού κυλούσα, αλλά η Julee φέρνει ένα βήμα μπροστά την εμφανή θεατρική της διάθεση. Από το καμπαρετζίδικο ως το παρακμιακό (κλίματα που ήταν εμμονές του Lynch, σε κάποια φάση νόμισα πως θα βγει ο νάνος με το κόκκινο κουστούμι, θυμάστε ποιος…) και απ’ το jazzy στο noir, καλύπτει ένα κενό. Μόνο που η νωχελικότητά της είναι μελαγχολική και οι οπτικές γωνιές της ημιφωτισμένες. Στο οπισθόφυλλο ποζάρει κακοβαμμένη, ταλαιπωρημένη σαν τις λολίτες των ντονατσάδικων. Και η διάθεση της εξωτερίκευσης μιας κακοπαθημένης περσόνας μάς θυμίζει την αντίστοιχη διάθεση της Marianne Faithful όταν άρχισε να ψελλίζει τις θρυμματισμένες της βινιέτες, αλλά και το παραγνωρισμένο The Luv Show της Ann Magnuson. Δε φτάνει τη δραματική θεατρικότητα μιας Ute Lemper, και λόγω διαφορετικών καταβολών αλλά και κυρίως επειδή προτιμά να παραμένει σε πιο τζαζ νουάρ, αλλά και bossa nova μουσικές. Στις τελευταίες ακούγεται υπέροχη (You ’re staring at me), όπως κι όταν πάει να μας θυμίσει το νεραϊδοπαρμένο της στυλ (Τhe fire in me, Everybody knows). Στα υπόλοιπα κυμαίνεται μεταξύ electronico-chill-noir κλίματος.

Εδώ μπορεί να μην πλαισιώνεται απ’ το περίφημο κινηματογραφικό δίδυμο αλλά έχει διαλέξει προσεκτικά τους συνεργάτες της. Ο συμπαραγωγός της και κιθαρίστας J.J. McGeehan είναι συνθέτης μεταξύ άλλων και X Files και διαφόρων ανεξάρτητων θεατρικών παραστάσεων και κινηματογραφικών ταινιών ενώ καλεσμένος στη κονσόλα είναι κι ο Motion Worker, με πείρα σε Eno, Cale, Laurie Anderson, Daniel Lanois συνευρέσεις. Και τελικά όλα αυτά τα χρόνια δεν έμεινε στάσιμη. Στο σανίδι μάλιστα αντικατέστησε την Cindy Wilson των … B52, με τους οποίους στη συνέχεια συνεργάστηκε (κι επηρεάστηκε αρκετά, ακούστε το Three Jack Swing κι όχι μόνο), όπως και με τον Khan (που βοηθάει εδώ), τον Μoby (που την χαρακτήρισε ως την αγαπημένη του τραγουδίστρια) και τον Kid Congo Powers – άλλος χαμένος στον κόσμο μας αλλά βαθιά χωμένος σε τέτοιους ακριβώς… [7/10]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Tom Waits – Real gone (Anti, 2004)

Στο πλαίσιο συλλογικού αφιερώματος του mic.gr στον Tom Waits παρουσιάστηκε ολόκληρη η δισκογραφία του καθώς και ζωντανές και κινηματογραφικές εμφανίσεις, βιογραφικές καταγραφές κ.ά. Επιλέξαμε τον τότε φρέσκο δίσκο του Real Gone. Πρώτη δημοσίευση εδώ. Ολόκληρο το αφιέρωμα ξεκινάει εδώ και στο τέλος κάθε σελίδας οδηγείστε στην επόμενη. [6/12/2004]

Oh the heart is heaven / But the mind is hell (Sins of My Father)

SOME OLD STORY

Όταν η βρετανική εισβολή σάρωνε την Αμερική, αυτός έκανε τον α λα Sinatra crooner σ’ ένα συφοριασμένο golf club στο San Diego. Όταν όλοι πηγαίνανε στο San Francisco φορώντας (σίγουρα) λουλούδια στα κεφάλια τους, αυτός ανακάλυπτε το be-bop και έφευγε σε αντίθετη κατεύθυνση με τους τελευταίους beatniks. Όταν η δυτική ακτή στέναζε απ’ τις freaky πολυενορχηστρώσεις, εκείνος περιοριζόταν στο πιάνο και σ’ ό,τι μπορούσε να παίξει με το χέρι του. Κι όταν το ροκ εντ ρολλ για άλλη μια φορά εξωτερικεύτηκε κι έγινε η εύκολη μουσική για το ράδιο, εκείνος το δυσκόλεψε όσο γινόταν βουτώντας στο αρρωστημένο μπλουζ του Captain Beefheart και στο παρακμιακό cabaret στυλ.

THE REAL GONE STORY

Μουσικά ο δίσκος πλησιάζει το Swordfishtrombones, διατηρεί όμως κα κάτι από τις θεατρικότατες κυκλοφορίες του δυο χρόνια πριν (αμφότερα τα Blood Money και Alice ήταν από τους δίσκους της χρονιάς) κι ο άτιμος εξακολουθεί να τραγουδάει το κάθε κομμάτι με διαφορετικό τρόπο. Μόνο που πολλά έχουν αλλάξει εδώ. Αρχικά το σχέδιό του ήταν να περιοριστεί σε τρίλεπτα κομμάτια πρωτόγονης αίσθησης: Bread and water. Three legged tables. Nothing superfluous. But it’s not where the music took me … recording is like capturing birds or photographing ghosts, an uncertain enterprise. Κι έτσι παρά τις προθέσεις του, έχουμε μερικά από τα μακρύτερα κομμάτια που έχει φουρνίσει ποτέ.

Το περισσότερο υλικό γράφτηκε πρώτα a capella και κατόπιν άφησαν τις λέξεις ν’ αποφασίσουν για το σχήμα των τραγουδιών. Άλλωστε ήδη από το πρώτο κομμάτι ακούμε τη δική του φωνητική χιπ χοπ εκδοχή που δεν είναι παρά μια προσωπική vocal percussion. Αυτό ακριβώς το human beat-boxing όπως γουστάρει να το λέει ο ίδιος αντικαθιστά μερικές φορές τα ντραμς. Τα φωνητικά του γενικά δίνουν την εντύπωση πως είναι λουπαρισμένα αλλά πέφτουμε έξω: ο ίδιος επιμένει πως δεν ήθελε να κάνει λούπες και προτίμησε αυτοσχέδιες φωνητικές ακροβασίες. Πιάνο και κήμπορντς τα ψάχνεις με το μικροσκόπιο, ίσως εξαιτίας του overdose της Alice που ήταν γεμάτη από δαύτα.

THE MORE YOU DRINK, THE DOUBLE YOU SEE ή …THE MORE YOU DRINK THE WC

Τα bedroom recordings δεν του λένε τίποτα πια. Αντίθετα καθόταν κι ηχογραφούσε για ώρες ήχους και φωνές στην τουαλέτα του σπιτιού του που, αργότερα, παρέα με τη σύζυγό του, τις κολλούσαν στα κομμάτια. Σε πρώτη φάση είχε σκοπό να πάρει μερικά και να καταλήξει σ’ ένα δίσκο λιγότερο «προσεγμένο» όπως τα δυο θεατρικά του. Τελικά αποφάσισε να παίξει ζωντανά πάνω στα tapes κι όλο αυτό το διασκεδαστικό γι’ αυτόν cut and paste το χαρακτήρισε σαν old cars with new seat covers.

THE CREW STORY

Όπως μια συφοριασμένη πλανόδια ταβέρνα έχει κι ένα πλήρωμα, έτσι κι εδώ προσλαμβάνεται πάλι ο περιπετειώδης κιθαρίστας Mark Ribot που ξελασπώνει όταν ο Tom χωθεί στο βούρκο, ακριβώς δηλαδή ό,τι έκανε και στο Rain Dogs. Ο υιός Casey Waits χρεώνεται κι αυτός βάρη της οικογενειακής επιχείρησης αναλαμβάνοντας percussion και turntables. Δε θα ήθελα να ήμουν μπασίστας σε μπάντα του Τom Waits και να προσπαθώ να συγκρατώ τα ολισθήματα των άλλων, αλλά ο Les Claypool (Primus) εδώ δε μ(π)ασάει και κρατάει τα μπόσικα. Συν από ένας ακόμα μπασίστας, κιθαρίστας και ντραμίστας.

Α LOVE STORY

Α, και η Kathreen Brennan στη συ-σύνθεση και την συμπαραγωγή. Κάποτε τον διάλεξε για το soundtrack του Κοππολικού One From The Heart και μετά τον πήρε σπίτι της. Τους φαντάζομαι να ακούνε μαζί την τεράστια συλλογή της, να κολλάνε ολονυχτίς στον Beefheart, να μένουν από τότε μαζί. Για τα τελευταία είκοσι δύο χρόνια είναι η μούσα του κι η διαφθορά του· και η σωτηρία του επίσης, καθώς, όπως λένε μερικοί κακοί, τον έσωσε από το να γίνει ένας Christopher Cross. Εντάξει, όλοι μας περιμένουμε μια γυναίκα να μας σώσει. Οι δυο τους μαζί κάνουν καλά αυτό που ξέρουν: να σκαρώνουν τραγούδια που τα απογυμνώνουν μετά από οποιοδήποτε στόλισμα αφήνοντας τα μόνο με το ρυθμικό τους σκελετό και τη στοιχειώδη αρμονία.

HIS STORIES

Κάποτε ο Waits είχε πει πως τα κομμάτια του είναι movies for the ears και όντως οι στίχοι του είναι γεμάτοι στρατιές από περσόνες που θα στέκονταν ως α΄, β΄, γ΄ και ω΄ ήρωες μπροστά σε κάμερα. Βέβαια για άλλα μια φορά μας βάζει ν’ ανοίγουμε λεξικά να ψάχνουμε τις λέξεις του. Όχι πάντα όμως: She took all my money and my best friend/You know the story, here it comes again, ξεκινάει η μπλουζιά του Make it Rain κι εμείς καρφωνόμαστε. Θρήνοι και κακοφωνίες πιο πέρα, μερικές από τις δυνατότερές του μπαλάντες λίγο πιο κάτω, λίγο cubist funk (δικός του κι ο χαρακτηρισμός), 11 λεπτά στραμπουληγμένης dub reggae στο Sins of My Father. Το Top Of The Hill θα το ακούει ο Captain σε κάποιο τροχόσπιτο σε καμιά μάντρα και θα χαμογελάει. Στο Metropolitan Glide κακομεταχειρίζεται πιάνα και percussions κι ακούγεται σαν κολασμένος James Brown. Στο λατίνο Hoist That Rag ο Ribot δε μπορεί να διαγράψει μονοκοντυλιά τις διαχύσεις τους με τους Prosthetic Cubans.

ΗISTORIES

Οι κινηματογραφικές διηγήσεις υποχωρούν λίγο, δίνοντας χώρο σε περισσότερο αφηρημένη έως και πειραματική χρήση της γλώσσας αλλά και σε πολιτικοκοινωνικές θεάσεις – θυμηθείτε το God’s Away on Business του Blood Money. Στο Day After Tomorrow ο στρατιώτης γράφει σε γράμμα πως αυτό που του λείπει είναι να φτυαρίζει το χιόνι και να μαζεύει τα φύλλα, πριν βυθιστεί στο τέλος στις υπαρξιακές του αμφιβολίες … Trying to say is don’t they pray/to the same God that we do?/And tell me how does God/Choose, who’s prayers does he/Refuse? … Όταν αποτελειώνει με το I’m not fighting for justice, I am not fighting for freedom, I am fighting for my life and another day in the world είναι αδύνατο να μη το συνδέσεις με την σημερινή συνεχή εμπόλεμη κατάσταση.

Μικροί βίοι ιδιαίτερων ή ασήμαντων ανθρώπων περνούν σαν σε παρέλαση: εδώ η Horse Face Ethel και τα Marvelous Pigs της in satin, εδώ η μονόφθαλμη Myra (the queen of the galley who trained the Ostrich and the camels), η Yodelling Elaine, ο Funeral Wells, ο Mighty Tiny. Το Green Grass τραγουδιέται από έναν νεκρό αλλά είναι από τα ερωτικότερά του: Lay your head where my heart used to be / Hold the earth above me / Lay down in the green grass / Remember when you loved me. Και μόνο αυτός μπορεί να ριμάρει την Ford με το sword και να παραδέχεται μέσα στον πανικό του Everyone wants to know how it is going to end.

AND HIS WORDS

It’s an electric pill box, a homogeneous concoction of mood elevators, mind liberators and downers, an alchemical universe of rattling chains, oscillating rhythms and nine-pound hammers. So check it out….