Bye Bye Bicycle – Compass (Bonjour Recordings, 2009)

 

Πώς χαρακτηρίζουμε ένα δίσκο που περιλαμβάνει τέσσερα αριστουργηματικά τραγούδια, με τα υπόλοιπα να υστερούν όχι επειδή δεν αξίζουν ως συνθέσεις αλλά επειδή αναγκαστικά σκιάζονται από την λάμψη των πρώτων; Θα αβανταριστεί για χάρη τους, θα μετρήσει ο μέσος όρος ή θα κριθούν ως οι εξαιρέσεις του εξαιρετικού στον απλώς καλό δίσκο; Ποιο είναι το αριθμητικό όριο κομματιών και ποιο το ποιοτικό κριτήριο για τον ένα ή τον άλλο χαρακτηρισμό;

Εδώ το βάθρο των μεταλλίων έχει τέσσερεις βαθμίδες, όπου εναλλάσσονται: το Cairo, με το καμπανιστό ανατολίζον κιθαρίσιο ριφ, το ευδαιμονικό σαξοφωνικό ινστρουμένταλ Meridian και το Pulp-ικής μελοδραματικής υφής Westside. Α, και το έξοχο Footsteps (Pt. II), που θα μπορούσε να ανήκει σε πολλούς άλλους (ονόματα δε λέμε, μέχρι και τα άλμπουμ των τελών του εβδομήντα θα ανοίγαμε) αλλά προκρίνονται οι Nits με εκείνη την υπόγεια νοσηρότητα που μόνο οι Βουνίσιοι Ολλανδοί ήξεραν να μεταδίδουν, συν την κεντροευρωπαϊκή πιανιστική ατμφόσφαιρα.

Κι ο υπόλοιπος δίσκος όμως αντέχει σε πολλά ακούσματα, αφού το στιλ των BBB επιβάλλεται με τη μία. Ανήκουν στις τυπικές ανεξάρτητες «κιθαριστικές» ποπ μπάντες που δεν πνίγουν τη φωνή από τα κιθαρίσματα αλλά την βγάζουν μπροστά, να καθοδηγεί τις στριφογυριστές, ημι-west κιθάρες και τα ανεβασμένο τέμπο. Cinerama, Brilliant Corners, η αφρόκρεμα του Pop C86, Pastels, έμφαση στη μελωδία, αντίθεση στη μελαγχολία. Ο καλύτερος δίσκος του είδους για φέτος.

Πρόκειται για πενταμελές σχήμα υπό τον André Vikingsson, που φτιάχτηκε το 2002 στη Δυτική Ακτή (Σουηδίας) και μετοίκησε στο Γκέτεμποργκ από το 2007. Μ’ ένα myspace μέχρι πρόσφατα στα Σουηδικά κι ένα άδειο προσωπικό σάιτ, πώς περιμένουν να φτάσουν ως τα αναρίθμητα ζευγάρια αυτιών που τους αξίζουν; Αν προσθέσουμε και το γεγονός ότι απουσιάζουν από τα βασικά ψαχτήρια – ευαγγέλια (π.χ. το twee net), τα πράγματα δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο. Το Westside είχε βγει σε μικρό δισκάκι στην Cloudberry πριν δυο χρόνια (οι συγγένειες με τον ήχο της αναμενόμενες), κάποια στιγμή αντίκρισε και το δίδυμό του Eastiside, αλλά προφανώς εδώ προτίμησαν μια νεοσύστατη (;) άγνωστη εταιρεία. Τόση εμπιστοσύνη έχουν στη Τύχη; Γιατί νομίζω η θεά του είδους είναι άδικη, πολύ άδικη…

Πρωτοδημοσιεύτηκε σε κάποιο mic.

The Lovetones – Dimensions (Planting Seeds, 2009)

 

O ομορφότερος ποπ ψυχεδελικός δίσκος του 2009 (προσοχή: όχι ο ομορφότερος ποπ, ούτε ο ομορφότερος ψυχεδελικός, αλλά ο ομορφότερος του ξεχωριστού είδους που αναμειγνύει αμφότερα) όπως πάντα προέρχεται από το πουθενά, κι όπως συνήθως από εκείνους που δεν το περιμένεις. Πάντως όχι από τέταρτο κατά σειρά δίσκο μπάντας! Κι όμως, φαίνεται πως η Αυστραλιανή μπάντα του Matthew J. Tow το ζωγράφισε το κατρούτσο κομψοτεχνηματάκι της.

Το σχήμα έχει ήδη αποκτήσει βεβαρημένο παρελθόν στο ψυχεδελικό ροκ, και με τα Be What You Want (2002 στην Bomp!), Meditations (2005) και Axiom (2007) αλλά και λόγω της χρόνιας συνεργασίας με τους Brian Jonestown Massacre. Το γεγονός πως εδώ συμμετέχουν προσκεκλημένοι διάφοροι πρώην και νυν BJM μπορεί και να μη λέει τίποτα, αν αναλογιστούμε πως οι πηγαινοερχόμενοι της κοινότητας φτάνουν σε τριψήφιο αριθμό, μπορεί και να λέει πολλά. Πάντως κοινές τουρ, συνηχογραφήσεις και συνθετικές συμμετοχές (οι Lovetones στο And This Is Our Music, ο Anton Newcombe μοιράστηκε την σύνθεση του A New Low In Getting HighTow και κάνει δικό του ρεμίξ στο Journeyman – επανάληψη προφανώς άχρηστη εδώ, με λόγο ύπαρξης μόνο ως φλιπ σάιντ ή σε καμιά συλλογή με περισσεύματα κ.λπ.) έχουν ήδη χαρμανιάσει και συνχαρμανιάσει τις δυο μπάντες.

Ο Tow αποδεικνύεται περίτεχνος συνθέτης και μελωδός κι έτσι ο δίσκος περιέχει περισσότερα κομψοτεχνήματα ψυχεδελικής ποπ απ’ όσα θα ελπίζαμε. Η ειδικότερη Strawberry Alarm Clock φωνητική και η γενικότερη acid κλιματική δίνουν στο σύνολο ευάερο και πολύχρωμο ήχο, ο συνονόματος του Matthew Sigley στο όργανο ισορροπεί σε «κόντρα» ρόλο, δωδεκάχορδες πνοές φυσάνε ανάμεσα σε paisley pop, Zombies, αρχικούς Move και φυσικά Lennon – McCartney.

Αγνοώ τις εισαγωγές που προφανώς θέλουν να συνεχίσουν μια παράδοση «εισόδου» στον μυστικό ψυχοτροπικό κόσμο που ευαγγελίζονταν οι τότε δίσκοι και κάνω πρώτη στάση στο Journeyman. Χαιρετισμός και χάρη σε Big Star και Byrds, ένα δικαιωματικό σινγκλ. Το Two Of A Kind συνειρμεί Beatles, αλλά από κάτω ρέει ζέουσα Ray Davies φλέβα. Στο Song To Humanity είναι κοινή η διαπίστωση πως αντηχεί πρώιμος Bowie, μια κατεύθυνση που έπαιξε και σε προηγούμενα τραγούδια το σχήμα. Το There Is No Sound ακούγεται σαν Simon and Garfunkel μέσα από την κάνη μπητλικού Revolver. Και δεν φεύγω χωρίς αυτιά γεμάτα: το ένα από το Memory Lane με εκείνα τα 2 λεπτά και 2 δευτερόλεπτα που σου αλλάζουν τον γύρω κόσμο, όλα γίνεται χρωματιστά, οι έγνοιες φαίνονται βλακώδεις, οι πληγές μπουμπουκιάζουν, το άλλο από το Love And Redemption που μου θυμίζει πόσο μου λείπει η νεοψυχεδελική αναβίωση.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.