Steve Wilson – Insurgentes (Headphone Dust, 2009)

 

Ερώτηση πρώτη: πληροφορούμαστε διακαώς πως το Insurgentes φτιάχτηκε σε δύο χρόνια ηχογραφήσεων ανά τον κόσμο, από την πόλη του Μεξικού μέχρι την Ιαπωνία και το Ισραήλ. Αφού αγαπητέ μου θα βγάλεις που θα βγάλεις τον δίσκο που σκοπεύεις να βγάλεις, τι παραπάνω σου πρόσφερε η παγκόσμια γύρα; Έμπνευση; Νέες ιδέες με βάση τους νέους τόπους; Ακούγεται αστείο το ότι γύρισες όλο τον κόσμο για να βγάλεις τον ίδιο δίσκο που θα έβγαζες στο στούντιο της γειτονιάς σου. Και αν δεν έπαιξε τον παραμικρό ρόλο, τι το εντάσσεις στις πληροφορίες του δίσκου; (Οι Φλόυντ ή οι U2 ήταν που καυχιόνταν για ηχογράφηση ενός δίσκου σε καμιά εικοσαριά πόλεις; Δεν θυμάμαι, ήταν πάντως κάποιοι από τους δισεκατομμυριούχους της υπόθεσης). Ή μήπως τελικά είναι κοινό χαρακτηριστικό της εκκεντρικότητας των δεινοσαύρων;

Ερώτηση δεύτερη: Ο Wilson εξηγεί πως πρώτα ξεκίνησε να γράφει τα τραγούδια και κατόπιν συνειδητοποίησε πως ταιριάζουν περισσότερο σε δίσκο με το όνομά του, παρά σε δίσκο με τα υπόλοιπα σχήματά του: Porcupine Tree, Blackfield και τα υπόλοιπα συσχετιζόμενα (No-Man, Bass Communion, Opeth., I.E.M. κ.λπ.). Για τα υπόλοιπα το συζητάμε, μα δεν υπάρχει η παραμικρή διαφορά στη μουσική, τουλάχιστο όσον αφορά τους Tree! Οποιοσδήποτε το ακούσει με κλειστά μάτια θα στοιχηματίσει πως πρόκειται για κυκλοφορία τους, ακόμα και από την εποχή των κασετών τους. Το μόνο λογικά δεκτό εδώ είναι η επιθυμία του να παίξει ελεύθερα με νέους μουσικούς, ίσως και να προσθέσει μια ακόμα σειρά στην ονοματολογία του.

Ερώτηση τρίτη: Οι περισσότερες κριτικές επικεντρώνουν στην άψογη παραγωγή και το τέλειο ήχο, που «κάνει ακόμα και τα παραμορφωμένα μέρη να ακούγονται κρυστάλλινα καθαρά». Δηλαδή υπάρχει ακόμα κόσμος που ενδιαφέρεται να νιώσει πως δεν πήγαν άδικα τα λεφτά που έδωσε για το στερεοφωνικό του ή τέλος πάντων που ακόμα πείθει τον εαυτό του πως αν δεν του αρέσει η μουσική, δεν πειράζει, υπάρχει πάντα και η ποιότητα του ήχου για να μην νοιώσει κορόιδο; Ή τελικά η παραμόρφωση πρέπει να μην ακούγεται ως παραμόρφωση, αλλά να απλώς να ξέρουμε μεν πως είναι τέτοια, να προστατεύσουμε όμως και τα αυτιά μας;

Διάλειμμα καλοσύνης: Σαφώς και υπάρχουν ανθοί εδώ, εφόσον ξεπεράσουμε την σαστιμάρα από τα παραπάνω κι απλά δεχτούμε πως ο φίλος μας έβγαλε έναν δίσκο όπου κάνει πανομοιότυπα αυτό που ξέρει να κάνει τόσα χρόνια με τους P.T και τους Blackfield. Στους πρώτους «ανήκει» το Harmony Korine, στους δεύτερους το Veneno Para Las Hadas, σ’ αμφότερους το ομώνυμο. Ως καλύτερο κομμάτι θα πρότεινα το Significant Other, που μας προσφέρει όμως ένα άλλο deja attendu: το υπόβαθρο των Cocteau Twins (κυρίως των 12ιντσων τους), ανεξάρτητα από τα αιθερικά φωνίσματα της Clodagh Simmonds: λικνιστικό μπιτ, πρώτη κιθάρα κεντρομόλος, δεύτερη κιθάρα φυγόκεντρος κι έναν τυπικό 4AD ήχο.

Τουλάχιστον δύο κομμάτια κόβονται στα δύο, διαμοιραζόμενα σε αργούς και άγριους τόνους ή αντίστροφα (Salvaging, Get All You Deserve) και στα δύο (μουσικά) άκρα του δίσκου βρίσκονται το ινστρουμένταλ με τζαζ κινηματογραφικό πιάνο (Twilight Coda) και το τερατωδώς ηλεκτροκιθαρισμένο No Twilight Within the Courts of the Sun – αυτονόητα οτιδήποτε progressive έχει το προβάδισμα.

Η αλήθεια είναι πως η τεράστια απήχησή των Porcupine Tree οφείλει πολύ λιγότερα στα μίντια και περισσότερα σε έναν διαρκώς διευρυμένο κύκλο πιστών, είτε αυτοί λέγονται συλλέκτες (το πάθος των οποίων έχει ουκ ολίγες φορές ικανοποιήσει με ειδικές κυκλοφορίες, περιορισμένα αντίτυπα εξτρά κυκλοφοριών, κασέτες κ.ο.κ.), είτε λέγονται 17χρονοι που γεμίζουν τις συναυλίες τους και ψάχνουν τους δικούς τους ενδιαφέροντες ροκ εντ ρολλερς. Και μια και λέμε για bonus disc, το Puncture Wound κοπιάρει το Forest των Cure συνειδητά ή κατά λάθος;

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Phillip Boa & the Voodoo Club – Diamonds Fall (Constrictor, 2009)

 

Είκοσι και παραπάνω χρόνια πίσω, μεσημέρι στο Happening, ο ήλιος μπαίνει από τα μικρά παράθυρα ψηλά στον τοίχο, κι εγώ βρίσκομαι τραγικά αναποφάσιστος ανάμεσα στα βινύλια. Με παίρνει μόνο για ένα, που θα πρέπει να με συντροφεύει για το επόμενο εξάμηνο κι έχω ήδη βάλει στην άκρη 5-6 – μέχρι που βλέπω το ζωγραφισμένο εξώφυλλο των Philip Boa & the Voodoo Club. Τους έχω ακούσει από τους Νυχτερινούς του Τρίτου (με τους αξέχαστους τίτλους – σιδηρόδρομους), με έχουν κερδίσει, ορμάω. Αργότερα κατάλαβα πως είχα στα χέρια μου την Γερμανική έκδοση (Philister) κι όχι την αγγλική, που ακολούθησε ένα χρόνο μετά (Philistrines). Αρχικά με ξένισε αλλά μετά έμαθα στη γοητεία του αρχικού πρωτότυπου – εθίστηκα άλλωστε τόσο σ’ εκείνο όσο και στο Aristocracy που βγήκε ένα έτος αργότερα.

Ξεκίνησαν το 1985 στην Δυτική – φυσικά – Γερμανία το 1985 από τον Philip Boa, την τραγουδίστρια / κημπορντίστρια Pia Lund, τον κρουστοφόρο Voodoo και τον προγραμματιστή Der Rabe, κυκλοφορούσαν στην δική τους Constrictor αλλά σύντομα η Γερμανική Rough Trade τους γνώρισε στην Red Flame που τους διέσπειρε στα ποπ βασίλεια, και δεν σταμάτησαν όλα αυτά τα χρόνια να κυκλοφορούν δίσκους ποιοτικά άνισους μεταξύ τους αλλά πιστούς στο αρχικό τους στιλ. Εκείνη η πανέξυπνη ποπ με τα γκροτέσκα στοιχεία, την εκκεντρική εκφορά, τους τραγικωμικούς (όχι κωμικοτραγικούς!) στίχους και τα αξέχαστα ιλουστρασιόν ρεφρέν υπήρξε πάντοτε το στοιχείο τους.

B52s αστειότητες, Talking Heads ρυθμολαγνεία, Can εκτροχιασμοί, Fall ανορθοδοξία, XTC ποπ, Wire σοφιστικε-ία, Wolfsheim ηλεκτρονικότητα, πιθανώς όλα απορροφήθηκαν στον τίτλο της Pop Avant Garde που έκτοτε τον συνοδεύει. Έτσι κι εδώ, όπου τους βρίσκουμε όμως στον γνωστό δυισμό τους: από τη μία οι όμορφες ευκολομνημονευτότατες μελωδίες τους ξεχειλίζουν από παντού, αλλά συχνά τις σπαταλούν έως καίνε ως πρόχειρα ρεφρέν σε σχεδόν παιδικά τραγούδια, που σε κερδίζουν μα όχι ολοκληρωτικά– όπως π.χ. στο ομώνυμο, το DJ Baron Cabdriver, το The Race is over (πιο ποπ εκδοχή των Apoptygma), το Valerian.

Όταν όμως αποφασίσουν να κατρακυλήσουν σε μια πιο σκοτεινή πλευρά της ποπ, που με το ένα μάτι κοιτάζει το φως και με το άλλο τα βάραθρα, τότε εκεί τα πράγματα γίνονται πολύ πιο ενδιαφέροντα, αν λάβει κανείς υπόψη κι όλες αυτές τις στοιχειωτικές μεταφορές των ιστοριών του. Τότε ο κόσμος πραγματικά γίνεται απειλητικός κι όχι άπιστος – όπως στο The World has been unfaithful (δεν μοιάζει να βγαίνει από το Ocean Rain των Bunnymen;), η ρυθμολογία του Coppergirl θα θυμίσει τους ύστερους Wire, και η γοητεία του Jane Wyman θα κρατήσει κι άλλο τον Colin Newman αλλά προς τους συγγενείς του Minimal Compact. Κατόπιν η (αυτοβιογραφική;) Ballad of Pia and Toett θα σας δείξει από πού εμπνέονται οι Ladytron, που εκστασιάζουν τον κόσμο με εκείνα που έκανε ο Boa είκοσι χρόνια πριν, αλλά that’s how the story goes. Κι εγώ στο εξής θα πετάω πάνω απ’ την πόλη με το Lord have Mercy with the 1-eyed, το απόλυτο αιωρο-τράγουδο!

Δεχόμαστε τις ανεπάρκειές σας Φίλιππε Βόα, Ρωμαίε της Γερμανικής Ποπ, και Πία Λούνδα, Ιέρεια της Συγκλήτου του. Και πάντα σας κρατάμε ανοιχτό το Μαύρο Φως, όπως μας ζητάτε στο τελευταίο σας μαγευτικό τραγούδι.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.