Andrew Bird – Noble beast (Fat Possum, 2009)

 

Δυο είναι οι γοητευτικές ταλαντοφόρες μοναχικές περσόνες που θα επιθυμούσα διακαέστατα να δω ζωντανούς, σε θεόκλειστο, φυσικά, χώρο: ο Patrick Wolf και ο Andrew Bird. Γείτονες μουσικά και υφολογικά, ανήκουν και οι δύο σε εκείνο το ευγενές είδος των ιδιοσυγκρασιακών singers / songwriters των οποίων η πλέον απρόβλεπτη ποπ μοιάζει να ακολουθεί τις ποικίλες περσονικές τους διακυμάνσεις. Ο Wolf έβγαλε πιθανώς τον κορυφαίο του δίσκο πέρσι, άρα μήπως φέτος ήρθε η σειρά του Bird; Να αρχινίσουν τα βιολιά, να σφυρίξουν τα χείλη!

Ψυχραιμία. Κάθε κυκλοφορία του Bird απαιτεί πολλαπλά ακροαστικά, οπότε απάντηση δεν θα δοθεί τώρα, αλλά θα σας περιμένει στο τέλος του κειμένου. Για όσους δεν γνωρίζουν τον θείο μας απ’ το Σικάγο, να ενημερώσουμε πως πρόκειται για συνθέτη, τραγουδιστή, βιολιστή και πολυοργανίστα, που αποδεικνύει πόσο ισάξια όργανα αποτελούν τα σφυρίγματα, τα παλαμάκια, τα ποδοχτυπήματα και οι αναστεναγμοί. Το βαριετέ του περιλαμβάνει οτιδήποτε κλασικότροπο, λάτιν, τσιγγάνικο θεωρεί πως ταιριάζει στην ποπ του. Θα φτιάξει ευρωπαϊκό swing, ορλεανική τζαζ και μπρεχτικό καμπαρέ σαν να είναι το καθημερινό του πρωινό. Λες και έχει εμμονή με την μουσική ιστορία και θέλει να την διασκευάσει ολόκληρη στα μέτρα του.

Έτσι και εδώ, ο Bird φτιάχνει τραγούδια βικτωριανής σοβαρότητας, με εκδρομικό προφίλ και χαμαιλεοντικά ρούχα, χωρίς αρχή, μέση και τέλος, χωρίς υποχρεωτικά ρεφρέν. Για παράδειγμα, το Oh No ξεκινάει με εισαγωγή ρομαντικής τηλεοπτικής σειράς των 40ς, συνεχίζει με σφύριγμα γαλλικής Eudaimonica τύπου Joe Dassin, αποκτά Burt Bacharach κουπλέ και εκτροχιάζεται σε Fleetwood Mac ρεφραίν! Το Masterswarm αρχίζει ως αργοπορημένη φολκ και εξελίσσεται σε jazzy calypso με βιολί (και τι βιολί!) ως χαλί για τις γνωστές νοσοκομειακές του ψευτοπεριπέτειες και με τα γνώριμα σφυρίγματάκια του. Η συγγένεια με τον Wolf είναι εμφανέστατη στην πομπώδη εισαγωγή του Fitz and the Dizzy Spells με όλα αυτά τα αγαπησιάρικα αγκαλιάσματα βιολιού και σφυρίγματος.

Ακόμα και στην καθαρόαιμη φολκ του βάζει υπονομευτικά στοιχεία: ένα βαλς ρυθμό στο Effigy, κάποια Ελλιοτικά back vocals στο Tenuousness, με στίχους για Μινωίτες και Αρχαίους Λισβονέζους! Ίσως γι’ αυτή την υπερίσχυση της φολκ αντί του μπαρόκ ή ενός σκοτεινότερου στοιχείου, το Noble Beast ακούγεται κατά τι κατώτερο του Armchair Apocrypha (2007). Όμως όλα τα παράδοξα εντάσσονται φυσιολογικά στις συνθέσεις, ακόμα και το γεγονός πως σε δύο συνθέσεις σου δίνει άλλες δύο δώρο, εφόσον τα Not A Robot, But a Ghost και Souverian περιέχουν από ένα κρυμμένο διαμάντι. Μήπως γι’ αυτό και το συγκεκριμένο εξώφυλλο; Νατουραλιστική εικόνα, φυσικότατη ποπ. Κι ας ξεχάσω τα τρία απατεωνίστικα οργανικά ασήμαντης διάρκειας (Ouo, Unfolding Fans, Oh Ho).

Κατά τα άλλα, σε ό,τι κι αν πιάσω ν’ ακούω, στην κονσόλα με ακολουθεί σαν τον διάολο ο Mark Nevers (Lambchop και τα λοιπά και τα λοιπά) που φρόντισε τις ηχογραφήσεις του Nashville ενώ για εκείνες του Chicago ο Jeff Tweedy των Wilco παραχώρησε ευγενικά το λοφτ του έχοντας καλοπεράσει με τον Bird στα περσινά τους τουρνέ. Συντροφιά στη φωνή τού κάνει η Kelly Hogan, μια τραγουδίστρια που συνοδεύει σε συναυλίες την Neko Case. Η πολυτελής έκδοση περιλαμβάνει πρόσθετο cd (Useless Creatures) με 9 οργανικά κομμάτια.

Ακούγεται παράδοξο αλλά πραγματικά νομίζω πως η περιπέτεια του φλεγματικού μας αναδευτή στην χώρα των ακουστικών οργάνων μπορεί να τελειώσει εδώ – είμαστε πλήρως ικανοποιημένοι. Έφτασε η ώρα να παραδώσει τις πλουμιστές ιδέες του στην υπηρεσία της ηλεκτρονικής ή έστω μιας πιο ηλεκτροκίνητης μουσικής.

Και μην κάνετε ζαβολιά, ήρθατε χωρίς να διαβάσετε το κείμενο πρώτα! Αυτό θα βγάλει την κατακλείδα.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

I Am Kloot – Play Moolah Rouge (Skinny Dog, 2008)

 

Οι προ δεκαετίας σχηματισθέντες I Am Kloot εξακολουθούν να έχουν εκείνα τα στοιχεία που μας τους έκαναν εξ αρχής αγαπητούς: μια φωνή που κρυσταλλίζει, αφηγούμενη μικρές σκοτεινές ιστορίες ρομάντζου ή πόνου, την ομίχλη του Μάντσεστερ (θα μπορούσε να είναι και της Κοπεγχάγης ή του Άμστερνταμ) να νοτίζει τις νότες τους κι ένα στα τέσσερα τραγούδια τους να είναι κομψοτέχνημα μελωδίας. Καμιά έκπληξη λοιπόν στον τέταρτο στουντιακό δίσκο των IAK μετά τα Natural History (2001), I Am Kloot (2003), Gods and Monsters (2005), πέμπτο αν υπολογίσουμε και τα Peel Sessions του 2006.

Εδώ η τριάδα (ο Bramwell, ο μπασίστας Pete Jobson και ο ντράμερ Andy Hargreaves, που μετατρέπεται σε πεντάδα στα live, με προσθήκη των αδελφών Colin και Norman McLeod σε keyboards και slide) τον αφιερώνει στον αδικοχαμένο συντοπίτη και φίλο singer και songwriter Bryan Glancy που πέθανε το 2006 (δείτε σχετικά: http://www.bryanglancy.blogspot.com/). Οι ίδιοι δηλώνουν πως πολλοί από τους στίχους προέρχονται από συζητήσεις μαζί του. Μια άλλη έμπνευση που τονίζει συχνά ο ο Bramwell αποτέλεσαν οι σόλο ακουστικές τους εμφανίσεις σε μικρούς χώρους, τόσο στη σύνθεση όσο και στο κλίμα που επιθυμούν να αποτυπώσουν.

Πώς να εξηγήσω το γεγονός πως ενώ είναι ολοφάνερη η ομοιότητα της φωνής του σχήματος με τη φωνή των Nits κανείς δε το αναφέρει; Είναι ακόμα τόσο άγνωστοι οι περίτεχνοι Ολλανδοί κυβιστές της ποπ, απ’ τους οποίους μοιάζουν να βγαίνουν τα μαγικά Down at the front και Only role in town; Έχει γούστο αυτοί οι συννεφιασμένοι Ντυλανίσκοι, που αφήνουν για λίγο – αν και όχι εντελώς – την γειτονική επίδραση των Doves και Elbow, αγγίζουν τους Decemberists και κάνουν χειραψία στους Go Betweens (ιδίως στο Ferris wheels) να μην γνωρίζουν το είδωλό τους στον καθρέφτη των ανεπανάληπτων εκείνων Ολλανδών…

Παρά το γεγονός πως ο ακροατών και φανς τους διευρύνθηκε, περιλαμβάνοντας και περιώνυμους όπως ο Danny Boyle (που παραδέχεται πως τους έμαθε απ’ την κόρη του), ο Pete “Libertines/Babyshambles” Doherty (που δηλώνει πως είναι η πιο αγαπημένη του μπάντα) και ο Christopher Eccleston (που ζήτησε πρωταγωνιστικό ρόλο στο βίντεο του Proof), το σχήμα άφησε την εταιρεία του και άρχισε να πουλά σε περιορισμένη έκδοση τον νέο αυτό δίσκο τους στις συναυλίες τους, σχεδόν ένα χρόνο πριν την επίσημή του κυκλοφορία. Ο τίτλος αφορά τις (περιορισμένες, λόγω χρημάτων) μέρες που μοιράστηκαν Moolah Rouge Studios του Stockport, το The Runaways είναι γι’ αυτούς που τρέχουν μακριά, κι όλα αυτά είναι η πιο γλυκιά εκδοχή βροχερής ποπ μελαγχολικών τοπίων.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.  Προσοχή, οι αφίσες απατούν.