Silver Jews – Lookout mountain, lookout sea (Drag City, 2008)

What’s with all the handsome grandsons in these rock band magazines

What have they done with the fat ones, the bald and the goateed ?

Έχει απόλυτο κι απολαυστικό δίκιο ο David Bernman. Να θυμηθούμε πάντως να του στείλουμε μερικά λινκς, γιατί ουκ ολίγες φορές ασχοληθήκαμε με ασχημούληδες εδώ. Αναρωτιέμαι αν θα τον βρούμε όμως, καθώς, όπως πρόσφατα δήλωσε, εγκαταλείπει την μουσική. Αν δεν μπλοφάρει, όπως συχνά το συνηθίζει στιχουργών ή συνεντευξιαζόμενος, τότε αυτό είναι το κύκνειο άσμα ενός συγκροτήματος που αγάπησα ιδιαίτερα. Τέρμα λοιπόν εδώ της εικοσαετούς πορείας τελευταία έβγαζε θησαυρούς κάθε τρία ή τέσσερα χρόνια;

 Εντάξει λοιπόν, έκτος και τελευταίος δίσκος του σεξτέτου από το Nashville, που είναι φίλοι και κάτι παραπάνω των Pavement (ο Malkmus τους κάνει συχνά φωνητικά), Smog, Will Oldham και που εμφανίζονται με το νιοστό σχήμα τους (που περιλαμβάνει ακόμα την γυναίκα του Cassie και μία τετράδα μουσικών που μοιάζουν να παίζουν μαζί από τις αλάνες). Για πολλούς βέβαια τα κορυφώματά τους ήταν το προηγούμενο (του …2005) Tanglewood Numbers (που γράφτηκε σε μια εξαιρετικά δύσκολη πνευματική περίοδο για τον ίδιο – There is a place past the blues I never want to see again όπως κατατοπιστικά μας τραγούδησε) και το American Water (1998). Όμως…

… το tour de force τους είναι αυτό εδώ: ένα φωνητικό «οικογενειακό διπλό» που εντέχνως παρομοιάστηκε σαν κουαρτέτο τεσσάρων φωνών (Johnny Cash και Stephen Merrit αγκαλίτσα με Tammy Wynette και Emmylou Harris) με τα δύο γνώριμα ατού του: η εκλεπτυσμένη και συνάμα βρώμικη κάντρι ροκ άποψη και οι στίχοι (αγριεμένο χιούμορ, εξωφρενικές μεταφορές). Αυτή τη φορά όμως μπαίνει άπλετο φως: τα τραγούδια είναι πιο ανεβασμένα (πρέπει να είναι το πιο εύληπτο δισκίο τους) και η παραγωγή πεντακάθαρη και λουστράτη (από τον Mark Nevers των Lambchop), κι ας θέλαμε λίγα χιλιοστά ακαταστασίας, το ποσοστό έμπνευσης είναι εκεί πάνω.

Όλα φαίνονται στο εναρκτήριο τρακ, με τις έξοχες ψυχεδελικές κιθάρες και όλα αυτά τα What is not but could be if και What was not but could have been που μας διαολίζουν τη ζωή, στο τρυφερό σκοτάδι του My Pillow Is The Threshold – ένας dark ύμνος στον ύπνο και τα όνειρά του, στην πορτοκαλένια psycho-pop του Open Field, στην τελετή λήξης αυτής της γιορτής, με την ιδανική φράση για ερωτική εξομολόγηση: We Could Be Looking For The Same Thing. Το San Francisco B.C σαφώς τιμά τον Lou Reed (κι όχι μόνο τον δικό του αντίστοιχο πολίτικο ύμνο New York), φανταστείτε τι συμβαίνει όταν ένα βουλιμικό κορίτσι τα ταιριάξει μ’ έναν λαντζέρη (Aloysius, Bluegrass Drummer), φανταστείτε γλάρους να αντικαθιστούν τη φωνή στο ρεφραίν στο Party Barge (κυριολεκτώ)!

Ακούω το Suffering Jukebox για άλλη μια φορά, καρφωμένος στην γκρίζα ποιητική του (Suffering jukebox, such a sad machine/You’re all filled up with what other people mean) και σκέφτομαι πως τo εξώφυλλο με το άγριο τοπίο και τα ομόχρωμα αταίριαστα αρκουδάκια (έργο του Αυστραλού ζωγράφου Stephen Bush) ίσως πάει γάντι με τη ενσωματωμένη μουσική: κάτι πολύ οικείο και κάτι πολύ φευγάτο μαζί.

Υ.Γ. Ελπίζω τουλάχιστον ο David Bernman να αρχίσει να γράφει το βιβλίο που έταξε. Για να ξαναδιαβάσουμε φράσεις όπως το: Come to Tennessee/ Cause you’re the only ten I see.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Peter Bjorn & John – Seaside Rock (V2, 2008)

 

Αυτή κι αν είναι απρόσμενη εξέλιξη: λίγο προτού κλείσουν δεκαετία ζωής, οι Peter Bjorn & John βγάζουν αμιγώς οργανικό δίσκο – και δεν μιλάμε για pop instrumentals. Στην γλώσσα των φανζίνς και των blogs, το Seaside Rock ανήκει στην κατηγορία των δίσκων ff (: fuck you fanboy). Κοινώς: δεν μας ενδιαφέρει να ικανοποιήσουμε τους φανς μας, θα βγάλουμε κάτι εντελώς διαφορετικό. Πιστοί λοιπόν στο ανά διετία ραντεβού τους (2002: S/T, 2004: Falling Out, 2006: Writer’s block), άπιστοι στο κοινό τους.

Ηχογραφημένο στο στούντιο που οι Abba έγραψαν τα περισσότερα τραγούδια τους, έχοντας στο νου τους τις σχολικές μουσικές ορχήστρες της χώρας τους (την θητεία στις οποίες σκέφτηκαν πως δεν είναι δυνατό να απαρνηθούν), περιλαμβάνει ποικίλες ινστρουμένταλ απόψεις: οργανικά που θα γίνονταν άψογα b-sides ή μοιάζουν με τις δοκιμές των Yo La Tengo, ιδέες που μοιάζουν ημιτελείς, απλές ασκήσεις ύφους και κιθαριστικά σκίτσα, ένα σινεματικότατο Next Stop Bjursele, το εύγλωττο (εκ τίτλου) School of Kraut. Η διάθεση ποικιλίας φαίνεται ήδη από τα δύο πρώτα κομμάτια: η κληρονομία της Morr ακολουθείται από την τεχνοτροπία … διαφημιστικών jingles.

Μια τέτοια επιλογή δεν έγινε αψήφιστα: η τριάδα δήλωσε πως αυτή η φωνητική σιωπή θέλει να αποτυπώσει την σιωπηλή παιδική ηλικία που ζει κανείς στη βόρεια Σκανδιναβία γενικώς. Αυτή η περιβαλλοντική άποψη είναι άλλωστε που στερεί από την πλήρη αφωνία: οι διάσπαρτες φωνές που ακούγονται εδώ κι εκεί δεν είναι παρά ηχητικά σπαράγματα από τις πόλεις των τριών μελών. Γι’ αυτό και θα ακούσετε εδώ έναν τυχαίο σαξοφωνίστα από το Norsjö, έναν παππού από τη Vika και την μονολογούσα κομμώτρια Siw από την Piteå. Από την άποψη της παραδοσιακής τραγουδοποιίας ο Peter Moren φέτος έβγαλε το προσωπικό The last tycoon, σε μπαλλαντοειδείς (και ιδιαίτερα βαρετούς) τόνους.

Ο δίσκος κλείνει με τα καλύτερα: μια κορυφαία περιηγητική ηλεκτρόνικα στο Barcelona που σας περιμένει στο τέλος του κειμένου κι ένα έξοχο φωτεινό ποπ τρισιμισάλεπτο, για να μην πάει χαμένο το εξώφυλλο που θυμίζει Felt.

Πρώτη δημοσίευση: εκεί.