Flashbulb – Soundtrack for a vacant life (Alphabasic, 2008)

 

Έγγραφη αναφορά της Μυστικής Αστυνομίας του Ήχου.
Συνιστούμε την προσοχή όλων για τον εμφανιζόμενο ως Flashbulb. Πρόκειται για έναν εκ φύσεως ύποπτο μουσικό. Δισκογραφεί με ένα σωρό ψευδώνυμα κι αντώνυμα (Acidwolf, CHR15TPUNCH3R, DJ ASCII, Dr. Lefty, Dysrythmia, Flexe, Human Action Network, Lucid32, rnd16, Sixty Six Ex, Q-Bit! – το θαυμαστικό δικό μας). Από το 1999 βέβαια κυκλοφορεί (και με τις 2 έννοιες) ως The Flashbulb αλλά κάθε αξιοπρεπής παράνομος έχει κι ένα στάνταρ όνομα. Έπειτα, μοιράζει απλόχερα ο ίδιος τη μουσική του μέσω διαδικτύου χωρίς μεσάζοντες. Τέλος, εμφανίζεται με μούσι και γυαλιά, προφανώς ψεύτικα.

Πρακτικό της συνεδρίασης των Ταμπελοφόρων Κριτικών.
Τα έχουμε βρει κι εμείς σκούρα με αυτόν. Ο υπεύθυνος της Intelligent Dance Music (IDM) τον έχει καταχωρίσει στις αρμοδιότητές του, αλλά συνάντησε τις αντιρρήσεις των ειδικών του breakcore κι οι δυο μαζί τους κατατακτητές του ambient και του film music. Και είμαστε ακόμα στην αρχή….Γιατί πραγματικά ο δαιμόνιος 30χρονος πολυμουσικός μας δεν έχει απλά παίξει σχεδόν όλα τα στυλ των παραπάνω ειδών αλλά το έχει κάνει με θαυμαστά αποτελέσματα.

Ληξιαρχείο του Σικάγο.
Μιλάτε για τον κατά κόσμον Benn Lee Jordan. Από τότε που όρισε ως βάση του την πόλη μας, συνθέτει με καταιγιστική έμπνευση πάσης φύσεως οργανικές συνθέσεις για σελλυλόιντ, παραστάσεις, εικόνες ή στο έτσι, ασχολήθηκε με παραγωγή και για να ξεφύγει από τα πολλά κουμπιά, το ρίξε στην τζαζ κιθαρίζοντας και ντραμάροντας. Με αυτό το όνομα έχει ήδη εκδοθεί 10 φορές: M³ (2000), These Open Fields (2001), Fly! (2002), Girls Suck But You Don’t (2003), Resent and the April Sunshine Shed (2003), Red Extensions of Me (2004), Kirlian Selections (2005), Reunion (2005), Flexing Habitual (2006), Welcome to Chicago (2007).

Τα αποτελέσματα του Εργαστηρίου του Πανδοχείου.
Το Soundtrack to a vacant life αποτελεί ίσως το πιο μελωδικό και εύληπτο έργο του Flashbulb, με την έννοια ότι δεν έχουμε εδώ εκείνες τις τεθλασμένες α λα Warp σκληρές ηλεκτρονικές γωνίες και του αυστηρού idm των προηγούμενων κυκλοφοριών του. Στην ουσία μας δίνει την αίσθηση ότι στοιχηματίζει με τον εαυτό του πως μπορεί να συνθέσει τριάντα διαφορετικά θέματα για φιλμ, ένα πολλαπλό σάουντρακ για μυριάδες ταινίες μικρού ή ατέλειωτου μήκους, εκτεινόμενος σε όλο το φάσμα της ηλεκτρονικής αλλά και κινηματογραφικής σύνθεσης. Με αυτή την προοπτική είναι αυτονόητο ότι χρησιμοποιεί ακουστικά όργανα περισσότερο από κάθε άλλη φορά, με αξιοσημείωτη παρουσία και πάλι των Claire Nicholson και Greg Hirte σε τσέλο και βιολί/βιόλα αντίστοιχα – ακούστε την έξοχη συμβολή τους στα Remember Tomorrow και Hello I’m Benn.
 

Φυσικά ακόμα κι έτσι η ποικιλία είναι απερίγραπτη: έξοχα post rock κιθαριστικά ξεσπάσματα (Kirlian Voyager, Forbidden Tracks), πιανιστικά μαργαριτάρια (La Tristesse Durera Toujours), οργιώδεις tribal ρυθμοί (Vicious Circle), americana κιθαρίσματα (Steel For Pappa), βαλκανίζοντα θέματα (Highway One) και κυρίως στραφταλίζοντα πληκτροφόρα instrumentals ασύλληπτης ομορφιάς και απλότητας μαζί (Warm Hands In Cold Fog, Ι Believed In God, Returning Flight Theme).

Ο Ben The Flashbulb ετοίμαζε αυτό το έργο επί δύο σχεδόν χρόνια και δεν πτοήθηκε από το άδοξο τέλος της τρίχρονης λαμπρής ζωής της Sublight Records που θα τον έβγαζε. Το κατοχύρωσε κι αυτό στην δική του Alphabasic και διέσπειρε τη μουσική του μέσω peer-to-peer και torrents, συνοδεύοντάς την με ένα κείμενο όπου προτρέπει τους «downloaders – pirates – pseudocriminals» να αγοράσουν από εκείνον ή να μοιράσουν απλόχερα.

http://myspace.com/bennjordan
http://www.bennjordan.com/blog/

Y.Γ. Τα εικονιζόμενα εξώφυλλα είναι από τους 2 προηγούμενους δίσκους του. Το αντίστοιχο του παρόντος μάλλον μοιάζει με την παραπάνω προσωπογραφία…

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=15274

Eric Matthews -The imagination stage (Empyrean, 2008)

eric-matthews-large.jpg

Σύνθετη περίπτωση ο Eric. Από τη μία εμφανίζεται ως ένας μοναχικός μπαλανταδόρος κι από την άλλη ακούγεται σαν ολόκληρη μπάντα. Μετά, ακροβατεί ανάμεσα σε μπαλαντουργία χαμηλού προφίλ και σε πιο χλιδάτες έως και μέινστριμ επιλογές. Τέλος, η φωνή του, κατάλληλη για βαριετέ εξομολογήσεις μιας pub, μπορεί σε στιγμές να θυμίσει ερμηνείες κλασικών -κυρίως 70ς- τραγουδιστών και μεγάλων ακροατηρίων. Να προσθέσω και πως τα δύο πρώτα άλμπουμ του στα 90ς μόνο στη Sub Pop (που τα κυκλοφόρησε) δεν ταίριαζαν; Και πως όταν αποφασίσει να εξαφανιστεί μπορεί να περάσουν και 8 χρόνια ανάμεσα σε δυο κυκλοφορίες του;

Μιλάμε πάνω απ’ όλα για ένα γεννημένο singer/ songwriter – και έναν από τους ικανότατους του είδους. Συνθέτει, ενορχηστρώνει τα πάντα, τα παίζει όλα, τραγουδάει. Έχει μόνον έναν υπάλληλο να του αλλάζει το ποτήρι με το νερό. Οκ, ξέρω πως δε σας έπεισε αυτό το τελευταίο.

Η στερεή, συμπαγής και συγχρόνως ρευστή chamber pop αυτού του παιδιού είναι στις περισσότερες στιγμές της μαγική. Θα αντλήσω παραδείγματα από την υπέροχη πρώτη επτάδα του. Αρχικά, κρατώντας τα προσχήματα, μας δίνει μια ιδέα για την ευκολία του να συνθέσει ένα πιασάρικο concrete rock track – το αποδεικνύει και δεν ξανασχολείται με το θέμα. Στο δεύτερο σκαλί, η «συνθετική» αρχή του That kiss of life διακόπτεται από μια απρόσμενα βελούδινη φωνή, προτού βυθιστούμε στην πνευστή ατμόσφαιρα ενός τυπικού Bacharach lounge. Τέτοιες crooning στιγμές είναι διάσπαρτες εδώ, αλλά και μερικές περιπλοκάδες α λα Andy Partridge κάνουν τον ήχο του να «αγγλίζει».

2642.jpg

Με το Little 18 όμως, χάνω τα λόγια μου… Το πιάνο γίνεται σκελετός και η ερμηνεία του σάρκα που πλάθεται ανάλογα με τη διάθεση των στίχων. Το φωνητικό του φλερτ με τις mainstream επιρροές του (εδώ σε μια λευκή σόουλ φωνή τύπου Steely Dan) φτάνει στο αποκορύφωμα στο Don’t take that light, στο ενδιάμεσο δυο σπαρακτικών, πιο εσωτερικών, α λα Ed Harcourt στιγμών (Radio boy, In our lives). Η νέα του φωνητική progressive παράκαμψη αστράφτει ολόκληρη στο Devil red glow – οι κόκκινοι διαβολάκοι που λαμπυρίζουν εδώ έχουν τη μορφή του Eno και του Fripp.

Γεννημένος στο Gresham, Oregon, με ρίζες στο 60s and 70s rhythm and blues, αλλά έχοντας ακούσει πολλή μουσική (αν κρίνουμε από τα ραντίσματα με τζαζ νότες και art rock φωνητικές δοκιμές), ο Ε.M. έχει ήδη βγάλει τα It’s heavy in here (1995), The lateness of the hour (1997), Six kinds of passion and looking for an exit (2005) και Foundation sounds (2006). Στο ενδιάμεσο εκείνο χάσμα έκανε άπειρες συνεργασίες και side projects. Νωρίτερα, γύρω στο 1992, είχε σχηματίσει με τον Αυστραλό Richard Davies τους Cardinal, με έναν ομώνυμο δίσκο το 1994 (επανέκδοση το 2006).

Αυτός ο πέμπτος δίσκος του, με περισσότερα πλήκτρα από ποτέ και με drum loops που παραδόξως ταιριάζουν στην «παραδοσιακή» του υφή (ακούστε τη φτερωτή τους αντανάκλαση στο Radio boy) είναι με διαφορά ο καλύτερός του.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/cds.asp?id=15178