Ute Lemper – But one day (Decca, 2003)

Obscure the late afternoon with a drape, don’t let him follow her latest escape…

Ποιος μπορεί να ξεχάσει την θεατρική αποτύπωση ενός τραγικού χωρισμού ντυμένη με τη μεταθεατρική μουσική του Elvis Costello; Σίγουρα όχι εγώ… Camphor and cigarettes perfume the scandal, now he’s counting the hinges and watching the door handle, as he hangs the clothes on the back of the door, perfectly matching outfits that she wore…
Ωχ, παρασύρθηκα απ’ το «Passionate Fight» του προηγούμενού της δίσκου. Σα να την έβλεπα να βγαίνει στη σκηνή θρυμματισμένη μα πάντα στυλιζαρισμένη να μας τραγουδήσει τις ταπεινώσεις της. Είναι εκείνη που θα εισαγάγει στις νεότερες γενιές τον Brecht και τον Weil, τώρα που τα Αlabama Songs και τα υπόλοιπα σχεδόν δεν ακούγονται απ’ τα βινυλιακά τους σκρατς. Μόνο μου η Lemper δεν είναι απλά η Lotte Lenya του σήμερα. Μας ξαναθυμίζει ένα είδος απ’ το οποίο άντλησαν γόνιμες επιρροές πλείστοι επίγονοι, που απ’ αυτούς αγαπήσαμε ένα απ’ τα πλέον εγγενή στοιχεία του ροκ : τη θεατρικότητα. Απ’ τον Cave, τον Costello και τον Hannon – άλλωστε οι υπέροχες συνθέσεις και των τριών στόλιζαν το προηγούμενό της «Punishing Kiss». Από την άποψη αυτή, εγώ είμαι καταευχαριστημένος με το δίσκο της αυτόν, καθότι είναι ένα αντικαθρέφτισμα του Τιμωρού Φιλιού.
H 40χρονη-και Γερμανίδα δε μας ήρθε χωρίς αποσκευές. Mε ποικίλες σπουδές σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις και συμμετοχές σε σκηνές από μεγάλων μιούζικαλ (Cats, Peter Pan, Cabaret) μέχρι μικρών χώρων πειραματικά έργα, με παραστάσεις αφιερωμένες στον Μεγάλο Κουρτ και με φιλμική συμμετοχή στο παραγνωρισμένο αριστούργημα «Prospero’s Books» του Peter Greenaway αλλά και στο «Ready to Wear» του Robert Altman, την ψάχνει και ψάχνεται διαρκώς. Κι οι δίσκοι της αυτό δείχνουν : απ’ την ποπ άποψη της καλλιτεχνίας της στο «Crimes of the Heart» του 1991, στη συνεργασία με τον Nyman («Songbooks» – απογοητευτική για τα μεγέθη τους), στα tributes στους Weil, Edith Piaf Marlene Dietrich και στα ιδιαίτερα εκφραστικά προσωπικά της.
Και εδώ οι συνθέσεις άλλων συναρμολογούν υπόγεια κι αισθαντικά τον προσωπικό της μικρόκοσμο, έναν κόσμο εγκατάλειψης, ματαίωσης, ή, στην καλύτερη περίπτωση, υποταγής. Τα διάφορα τραγουδιστικά της είδη (γκροτέσκο, ελαφρύ, καμπαροειδές, θεατρικό, γυμνό, εξομολογητικό, πομπώδες, εμπορικότροπο) αγκαλιάζονται σε μια απ’ τις καλύτερες παρτούζες του είδους. Δύο συνθέσεις των Weill (3, 7), Brel (5, 11), Piazzolla (2, 9), Eisler (12, 13), μια του Heymann («Living without you», η ομορφότερη του δίσκου) και πέντε δικές της, με τη συμμετοχή της Laure Anderson στο «Lena», ισότιμες στο κλίμα των άλλων. Και 3-4 από εδώ συνθέτουν άνετα το σάουντρακ μιας ερωτικής πλάνης ή αποπλάνη(ση)ς. Άρα το εξώφυλλο με το γυάλινο κτίριο και τη διαφημιστική αισθητική δεν αποδίδει ποσώς το περιεχόμενο εδώ. Πιστεύω πως είναι έτοιμη να απομακρυνθεί πλέον από τις συνθέσεις άλλων και να βουτήξει σε νεότερες, και γιατί όχι σε δικές της, εφόσον η πεντάδα της εδώ είναι άρτια.
Σκοτείνιασε το σούρουπο με βαρύ παραπέτασμα, δεν τον άφησε να την ακολουθήσει στην τελευταία της φυγή…

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=22588

Beth Gibbons & Rustin Man – Out of season (Go Beat, 2002)

Τα Χριστούγεννα βρέθηκα σε μια πόλη του βορρά. Όλα ήταν παγωμένα, ακόμα και το σπίτι που έμεινα. Θυμάμαι τα χνωτισμένα τζάμια, τη μυρωδιά του κρύου και την μεγάλη επιθυμία για εξοστρακισμό εκείνου του παγωμένου αέρα. Υπήρχε όμως κι η θαλπωρούχα φωνή της Beth Gibbons κι οι γλυκόπιοτες δημιουργίες της. Με τύλιγαν ζεστά και μ’ αγκάλιαζαν, επιβίωσα! Λένε πως όταν συμπαθήσεις κάποιον μετά δεν είσαι ποτέ αυστηρός μαζί του. Και είσαι πολύ θετικά διακείμενος απέναντι σ’ οποιοδήποτε νέο του πόνημα. Έτσι δεν βλέπω κανέναν στη γωνία να περιμένει τη Beth…
Σα να τη βλέπω να ρουφά νωχελικά τον καπνό της, να κοιτάζει έξω απ’ το χνωτισμένο τζάμι και να μειδιά ελαφρά. «The thing that I’m into is the philosophy of the music. I love the surprise of things, the accidents… just the sound of a word, to try to express them in the best way, so that the emotion is totally revealed» λέει. Ο σκουριασμένος άντρας δίπλα της δηλώνει πως θέλανε να βγάλουν ένα δίσκο με ήχους από 40ς έως 70ς αλλά που συγχρόνως να έμοιαζε πως μόνο σήμερα θα μπορούσε να ηχογραφηθεί. Το οξύμωρο έπιασε. Beth Gibbons (Portishead, 1994-1998) and Paul Webb ή αλλιώς Rustin’ Man (Talk Talk) λοιπόν μαζί, σ’ έναν αποπλανητικό δίσκο. Φίλοι απ’ την εποχή που η Beth είχε κάνει audition για την post-Talk Talk μπάντα του Paul, τους O’rang, εμπνεύστηκαν κι έγραψαν το περισσότερο υλικό του «Out Of Season» στα σπίτια τους στις εξοχές του Devon και του Essex. Με αναφορές στη φύση και τις εποχές («Funny Time Of Year», «Resolve», «Sand River»), απ’ τις οποίες πάντα εμπνέεται, λέγοντας μας χαρακτηριστικά «while seasons stay the same, we nevertheless grow with age», αλλά με τον τρόπο που μπορεί να μιλά και για τα δικά μας αστικά περιβάλλοντα.
Δε μπορείς να μη γίνεις σκεφτικός, να μη μελαγχολήσεις, ίσως αντιτείνουν μερικοί. Η Beth υπεραμύνεται: «I find it really hard to write a happy song without it sounding somehow melancholic». Για τον Webb ο δίσκος ήταν η ευκαιρία ξεφύγει από τις ρυθμικές ντραμ εμμονές των O’ rang. Αλλά για την Gibbons (και εν αναμονή της νέας Portishead εμφάνισης) το δόσιμό της εδώ δε μπορεί να’ναι μια απλή περίπτωση. Είναι εκφραστικότατη, θερμή, δοσμένη. Πρώτο υλικό της εδώ και 5 τουλάχιστον χρόνια, το «Out of season» είναι ένα όντως εκτός εποχής μαγικό χαρμάνι μεταμεσονύκτιας τζαζ, γλυκών ψιθύρων, πικρών απολογισμών, σόουλ αγγιγμάτων, φολκ χαμηλόφωνων ραψωδιών, αρτ τεχνοτροπιών, με την ευφυιώς ταιριαστή «αναλογική» παραγωγή. Άλλωστε διακριτικά η  παρέα των Portishead ακολουθεί το ύφος των δυο μαγεμένων : o Adrian Utley είναι και στην κιθάρα και σε κάποιες ιδέες στην παραγωγή αλλά κι ο drummer Clive Deamer κι ο πιανίστας John Baggott από την live μπάντα των P. Από τους Τalk Τalk που τελικά είχαν όλοι τους πολύ παραπάνω ψωμί να δώσουν, οι Lee Harris και Simon Edwards. Έγχορδα, χάμμοντς, πιάνα, Wurlitzer, φυσαρμόνικες κι άλα εφφέ στέκουν ακίνητα μπροστά από τις σκούρες ορχηστρικές κουρτίνες του φόντου – σα νάσαι σ’ένα μικρό πανδοχείο στη μέση του πουθενά, σε κάποια βόρεια ευρωπαϊκή πόλη.

Φυσικά τα κοινά με τους Porties σταματάν σε δυο κομμάτια : τα «Romance» και «Rustin Man». Γιατί στα υπόλοιπα 8 κομμάτια (λίγα πράγματι, αλλά όλα ένα κι ένα) η Beth εμβαθύνει σε τόσες διαφορετικές φωνές, αντιμετωπίζει το κάθε της κομμάτι σαν νέο ρόλο, αγγίζοντας παλιά κλίματα της Billie Holiday, της Johnny Mitchel, του Nick Drake (έχει ένα κομμάτι ολόδικό του, το ομώνυμο!), του Έλβις (στο κορυφαίο «Τom the model»). Παρέα με την ακουστική κιθάρα της, τις μικρές πρέζες ηλεκτρικής, και τις 40ς ορχηστικές υποκρούσεις η Μπέθ ξεφεύγει απ’ τις τριπ χοπ αγχολογίες της και απλώνει πάνω τους τη λειωμένη βουτυρένια της φωνή. «And the moments that I enjoy / a place of love and mystery / I’ll be there anytime» ψιθυρίζει με τον αισθαντικότερο δυνατό τρόπο η Beth στο «Mysteries», ένα απ’ τα ομορφότερα τραγούδια της, για να συνεχίσει : «God knows, how I adore life / When the wind turns on the shores lies another day».

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.