Νόρμαν Μανέα – Περί γελωτοποιών. Ο δικτάτορας και ο καλλιτέχνης

Ο Ρουμανοεβραίος συγγραφέας (Μπουκοβίνα, 1936) έφτασε πρόσφυγας στη Δύση με διακαή πόθο να μιλήσει για την ζωή υπό την ρουμανική δικτατορία αλλά συνάντησε απροθυμία: το θέμα ήταν ήδη κορεσμένο, ενώ η δυτική κοινωνία εξελάμβανε την κατάρρευση του αντίπαλους δέους ως την δική της νομιμοποίηση. Έτσι η εξορία του εκτός από το γλωσσικό σοκ, έμοιαζε με άλμα στο κενό. Τώρα πώς θα μιλούσε για εκείνη τη δικτατορία – μείγμα βαναυσότητας, δημαγωγίας και φάρσας, μια φυλακή με κρατικά και ιδιωτικά κελιά και δεσμοφύλακες τους συνανθρώπους του;

Έπρεπε να ξεχάσει το βαθύ σκοτάδι στο δρόμο, το κρύο στα σπίτια, τις ατέλειωτες ουρές για την προμήθεια των στοιχειωδών, την θέα του ίδιου προσώπου σε όλους τους τοίχους και σε όλους τους χώρους, την κρατικοποίηση του χρόνου; Τα σπίτια – προσωπικά κλουβιά, τις δυο ώρες καθημερινής φρίκης στην τηλεόραση με τους άθλους του προεδρικού ζεύγους; Το να σταματάς να βλέπεις τους φίλους σου γιατί δεν έχει λεωφορεία, να μην έχεις να προσφέρεις κάτι στους επισκέπτες σου, να μην αντέχεις τις ρυτίδες της ήττας στους αγαπημένους σου; Ένας συγγραφέας επιπρόσθετα είχε να αντιμετωπίσει μια τρομοκρατημένη και υστερική λογοκρισία, την σαδιστική εκ μέρους των αρχών συντήρηση της αβεβαιότητας και της αναμονής της έγκρισης – που ανά πάσα στιγμή μπορούσε να ανασταλεί, τον βλακώδη φόβο και τον ύπουλο σαδισμό των υπαλλήλων με αρμοδιότητες πολιτισμού. Οι λογοτέχνες ασκούνταν στην «κωδικοποιημένη» επικοινωνία, σ’ ένα ολόκληρο «σημειολογικό» σύστημα για μυημένους. Εκεί αναζητούσε ο αναγνώστης ό, τι δεν έβρισκε στις εφημερίδες και στα εγχειρίδια. Και ο απλός κόσμος; Στους περισσότερους η αρχική αποθάρρυνση μετατρεπόταν σε παθητική αποδοχή και κατόπιν σε υποταγή. Οι συμβιβασμοί δημιουργούσαν συναίσθημα συνενοχής, η ψυχολογία καταρρακωνόταν.

Όμως αφού κανείς δεν θέλησε να ακούσει τις σκέψεις και συμπεράσματα του Μανέα από μια τέτοια εμπειρία, δεν έμενε παρά να τα περάσει σε αυτή τη σειρά των εξαιρετικών δοκιμίων της συλλογής. Εδώ περιλαμβάνονται κείμενα για την εξορία, την σχέση μεταξύ συγγραφέα, εξουσίας και των «όχι και τόσο αθώων» καταπιεσμένων μαζών αλλά και για τις αλησμόνητες κομματικές εκδηλώσεις με τους εντεταλμένους «λογοτέχνες» του κράτους, την εισήγηση του λογοκριτή για το μυθιστόρημά του Ο Μαύρος Φακέλος (: καφκική αλληγορία για την ζωή επί Τσαουσέσκου), την ταλαιπωρία που υπέστη εξαιτίας μιας συνέντευξης του ’81, την ατέρμονη μαθητεία του να ζει κανείς αλώβητος υπό τέτοιες συνθήκες.

Σήμερα ο Μανέα διδάσκει λογοτεχνία των Ανατολικών Χωρών σε Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, νοιώθοντας «ξένος» φυσικά και στις ΗΠΑ. Ποτέ δεν έγινε μέλος του κόμματος ή αντιφρονών με την τρέχουσα σημασία, δεν αποκάλεσε ποτέ και κανέναν «σύντροφο», ούτε και έχασε το χιούμορ του μπροστά στο «απεριόριστο της απόγνωσης».

Εκδ. Άγρα, 2003, μτφ. Βίκτωρ Ιβάνοβιτς, 344 σελ. (Norman Manea, Despre clovni: dictatorul şi artistul, 1997).

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 501 (Νοέμβριος 2009)

Σοβιετική Ένωση 1949. Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, εκ γενετής καρδιοπαθής, δια παντός αποβληθείς από τα σχολεία της επικράτειας λόγω σύνδεσης με το ΕΑΜ, πολεμιστής των βουνών και ξεναγός του Ελυάρ στον Γράμμο, καταφεύγει στην 14η πολιτεία πολιτικών προσφύγων στην Τασκένδη, τορναδόρος σε εργοστάσιο. Φυματίωση, Βουκουρέστι, Μόσχα, Σόνια Ιλίνσκαγια, εδώ τρις εις θάνατον ερήμην, αργότερα στέρηση ελληνικής ιθαγένειας, επιστροφή το 1974.

Ένας εκπληκτικός άνθρωπος, ένας συγγραφέας της κοινωνικής ευθύνης και της ηθικής τάξης, μια ακατάπαυστη εργατική πνευματική μηχανή που έγραφε τα πάντα, χωρίς τις αναγκαστικές διακρίσεις των ειδών. Νομίζω κανένας συγγραφέας της λογοτεχνικής πράξης, που κοιτάει να κάνει τη δουλειά του όσο μπορεί καλύτερα, δεν παίρνει της μετρητοίς τους επιστημονικούς ορισμούς. Πλησιάζει ό,τι του έρχεται καλύτερα κι απ’ αυτό που θα πάρει τίποτα δεν του είναι υποχρεωτικό… Θα βρεθούν όλα μόνα τους πάνω στη ζεστή σχέση με το αντικείμενο. Γνώστης όσο ελάχιστοι της ρωσικής πολιτισμικής παράδοσης, μετέφρασε και παρουσίασε τους ρώσους συγγραφείς, συνέγραψε βιογραφικές μυθιστορίες και εκτενείς παρουσιάσεις τους (όπως τα Ο Μαγιακόφσκι. Τα εύκολα και τα δύσκολα και Όσιπ Μαντελστάμ. Στην Πετρούπολη θα σμίξουμε πάλι).

Το αφιέρωμα του τεύχους, με κείμενα της «Υπουργού των Εξωτερικών» του Σόνιας Ιλίνσκαγια, της Ελένης Κεχαγιόγλου (υπεύθυνης λογοτεχνίας των εκδ. Ελληνικά Γράμματα που φροντίζουν το πλήρες έργο του), της Ευγενίας Κριτσέφσκαγια, του Αλέξη Ζήρα κ.ά. και μερικές υπέροχες φωτογραφίες είναι πλήρες. Όσο προσπαθώ να δω τις επιρροές που ασκήθηκαν πάνω μου από άλλους, πάλι καταλήγω εκεί, τα περισσότερα μου τα καθόρισε ο τρόπος ζωής μου.

Θεσσαλονίκη, 1955. Εκδίδεται το περιοδικό Νέα Πορεία που κρατάει μέχρι το 2007, έτος θανάτου του Τηλέμαχου Αλαβέρα, εκδότη του από τα μέσα του ’70. Πολλοί αγαπήσαμε έως φετιχισμού το περιοδικό του απαράλλακτου εξώφυλλου με το διαφορετικό κάθε φορά χρώμα, που δεν ήταν μια απλή προθήκη συνεργασιών αλλά ένα μικρό θησαυροφυλάκιο κειμένων και μελετών. Φέτος βγήκε το τελευταίο του, το 626ο τεύχος ως ύστατη παραμυθία για τα τελευταία δυο χρόνια. Και τι δε θα ’δινα για να έβρισκα τα τόσα παλιά τεύχη που μου λείπουν. [128 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr