Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 15, φθινόπωρο 2008. Φάκελος Ολοκληρωτισμός

 

Σε απόλυτη αρμονία με τον καιρό που σκοτεινιάζει το φθινοπωρινό τεύχος των (δε)κάτων φτιάχνει ένα αφιέρωμα στο γκριζόμαυρο θέμα του Ολοκληρωτισμού, σε όλες του τις εκφάνσεις. Καθώς ο ολοκληρωτισμός δεν εξαντλείται στις παραφυάδες των –ισμών του ούτε στα ρατσιστικά του παρελκόμενα αλλά διαβρώνει τα πάντα, από την τέχνη και την σκέψη ως και την ίδια την καθημερινή ζωή το αφιέρωμα αποτυπώνει όσο το δυνατό περισσότερες πλευρές (θεοκρατία, ναζισμός, αντισημιτισμός, αστυνόμευση, τηλεοπτικός εκφασισμός κ.ά) και φωνές: διηγήματα των Hanna Krall, Κυριάκου Αθανασιάδη, Γιώργου Ρωμανού κ.ά, μαθήματα ανελευθερίας του Θανάση Τριαρίδη, μια επιστολή του Δ. Ποταμιάνου προς τα ανίψια του, περισσότερο σχετική με το θέμα από κάθε άλλο κείμενο, ακόμα και την άποψη ενός πληρωμένου Σέρβου εκτελεστή εκ μέρους της CIA, καθώς κι ένα απόσπασμα από το «Αλφαβητάρι πολέμου» του Μπέρτολτ Μπρεχτ (πρότζεκτ με τετράστιχα ποιήματα πάνω σε φωτογραφίες εφημερίδων και περιοδικών, που τον συνόδευε επί δεκαετία στις εξορίες του, πάντα ανεπιθύμητο όλες τις πολιτικές πλευρές λόγω του υπονομευτικού του πνεύματος!)

Αν έχετε την εντύπωση πως μια τέτοια θεματολογία θα συνοφρυώσει κάθε αναγνωστικό πρόσωπο, ξεχάστε την: υπάρχουν κείμενα που προκαλούν και ξεκαρδιστικά γέλια, όπως για παράδειγμα τα ποιήματα των Αραγκόν και Ελυάρ με τα οποία υμνούν την σταλινική Γκεπεού και τον Στάλιν αντίστοιχα ή η δικαστική απόφαση βάσει της οποίας αποσύρθηκε από τις σχολικές βιβλιοθήκες το βιβλίο της Έρσης Σωτηροπούλου «Ζιγκ ζαγκ στις νεραντζιές» (δημοσιεύεται αυτούσια).

Άλλα τρία εκτενέστατα κείμενα φωτίζουν ακόμα περισσότερο τις σελίδες: Η ιστορία του CCF / Congress of Cultural Freedom, το «πολιτιστικό» εκβλάστημα της CIA, μια δεξαμενή συγγραφέων, περιοδικών, συνεδρίων και διαλέξεων με απώτερο σκοπό την θεωρητική και όχι μόνο εξάπλωση του αμερικανισμού, χωρίς να γίνεται αντιληπτός ως έννοια παρά μόνο ως αυτονόητο πολιτιστικό μόρφωμα, μας δείχνει το πεδίο όπου σίγουρα θα ανθεί ο ολοκληρωτισμός στο μέλλον.

Ένα οδοιπορικό του Louis Menard προς την ταυτότητα της γενιάς των Μπιτ ξεκαθαρίζει επιτέλους τι σημαίνει beat, ποιος καθιέρωσε το όνομα και πως και απομυθοποιεί θέσφατα για να τα θέσει σε πιο ηδονική τροχιά. Περισσότερο από την μυθολογία της απόδρασης και την «νοσταλγία της παρακμής», το κίνητρο για τον Κέρουακ ήταν η αληθινή λογοτεχνία και ο «δρόμος» του ήταν η σκληρή δουλειά προς αυτήν.

Τέλος, μας πρόσφέρονται ψήγματα του βίου του πρόωρα χαμένου Ρομπέρτο Μπολάνιο που με τόσους ευρηματικούς τρόπους λογογράφησε το άσυλο ψυχοπαθών της Ευρώπης (όπως χαρακτήρισε την Λατινική Αμερική). Κάπου στο ενδιάμεσο, ο Άρης Μαραγκόπουλος μαγνητοφωνούμενος συνοψίζει τα λόγια ενός χαρακτήρα του True Love του : Στον καθένα λείπει κάτι σ’ αυτή τη ζωή. Κι αυτό που του λείπει καταντάει το φριχτό του μαρτύριο, άμα το αναλύει ξανά, και ξανά, άμα του παραδίνει σημασία…

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. Στη φωτογραφία: O Κέρουακ Στο Δρόμο των πλήκτρων.

Ρίτσαρντ Γουόλιν – Η γοητεία του ανορθολογισμού

Σε μια «ιδανική βιβλιοθήκη» αναμφισβήτητα έχουν θέση το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Λουί Φερντινάν Σελίν, τα «Κάντος» του Έζρα Πάουντ, η «Παρακμή της Δύσης» του Όσβαλντ Σπένγκλερ, τα βασικά έργα των Νίτσε και Χάιντεγκερ, ενώ από μια «διευρυμένη» μορφή της δεν θα έλειπαν ούτε βιβλία των Ζορζ Μπατάιγ, Μορίς Μπλανσό, Πιερ Ντριέ Λα Ροσέλ, Κ. Γκ. Γιούνγκ. Η συγκέντρωση των παραπάνω σε ενιαίο τμήμα συχνά στοιχειοθετεί την άτυπη κατηγορία «έργα που ασπάστηκαν τον φασισμό, φλέρταραν με αυτόν ή χρησιμοποιήθηκαν ως θεωρητικές και φιλοσοφικές βάσεις του». Αυτή η απλουστευτική υπόθεση αποτελεί μία από τις παραμέτρους συζήτησης ενός πάντοτε ακανθώδους και πολυπλόκαμου ζητήματος, εκείνου της σχέσης της κορυφαίας διανόησης και σκέψης με τις ολοκληρωτικές ιδεολογίες.

Ο Ρίτσαρντ Γουόλιν, γνωστός αμερικανός ιστορικός των ιδεών και καθηγητής της Ιστορίας του City University of New York συγκεντρώνει τα παραπάνω ονόματα στο δικό του ερμηνευτικό ράφι για να υποστηρίξει μια ευρύτερη θεωρητική κατασκευή: την άμεση επιρροή των αντίθετων ιδεών του Διαφωτισμού («αντι-Διαφωτισμού») και συνακόλουθα της ακροδεξιάς πολιτικής σκέψης στην μεταπολεμική γαλλική διανόηση, τον μεταμοντερνισμό και τον μεταδομισμό. Επιθυμώντας να συντάξει την «αρχαιολογία της μεταμοντέρνας θεωρίας», χαρτογραφεί τη γενεαλογία της και εντοπίζει τις πηγές της στις προ-φασιστικές θεωρίες του Μεσοπολέμου.

Για τον Γουόλιν η δυσπιστία του μεταμοντερνισμού για την αντικειμενική «αλήθεια», τον «ορθό λόγο», το «αίτιον», τον ανθρωπισμό και τη φιλελεύθερη δημοκρατία και η αντιμετώπισή τους ως μηχανισμών καταπίεσης που συνεπάγονται περιορισμούς και απαγορεύσεις αποτελούν στην ουσία μετάγγιση των βασικών θέσεων των Νίτσε και Χάιντεγκερ και ολόκληρης της παράδοσης της γερμανικής Kulturkritik του 20ού αιώνα. Ηπαραπάνω παράδοση αποτέλεσε και τον πυρήνα της μεταδομιστικής θεωρίας (Φουκώ, Ντερριντά, Λυοτάρ, Μπρωντιγιάρ), που με τον τρόπο αυτό κληρονομούσε στοιχεία της ευρωπαϊκής δεξιάς σκέψης. Συνεπώς τίθεται και ζήτημα εαν ο μεταδομισμός και ο μεταμοντερνισμός αποτελούν κινήματα της πολιτικής Αριστεράς, εφόσον αυτή υπήρξε πάντοτε ορθολογική και οικουμενική, υπέρμαχος της δημοκρατίας, της ισότητας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο Γουόλιν αναπτύσσει το συλλογισμό του σε δύο βασικά τμήματα, όπου διερευνά την πνευματική κληρονομιά τριών Γερμανών (Νίτσε, Γιουνγκ, Γκάνταμερ) και δύο Γάλλων (Μπατάιγ, Μπλανσό) στοχαστών, σε δύο αντίστοιχες παρεκβάσεις για την σύγχρονη Δεξιά των παραπάνω χωρών, καθώς και σε εκτενή πρόλογο και συμπεράσματα.

Είναι ευνόητο πως το πλήθος ιστορικών στοιχείων και πληροφοριών παρουσιάζεται με ελκυστικό τρόπο και διαβάζεται με αμείωτο ενδιαφέρον. Η διερεύνηση των θεωρητικών βάσεων του φασισμού, όπου υπάρχουν, έχει το ενδιαφέρον της και είναι πάντα ένα ζήτημα ανοιχτό. Η ιδιαίτερη όμως επιμονή του Γουόλιν σε ορισμένες θέσεις και η συνεχής επανάληψή τους φαίνεται να του στερεί την απαιτούμενη ψύχραιμη και αντικειμενικότερη θεώρηση των δεδομένων του. Δημιουργείται συχνά η εντύπωση πως έχει ήδη διαμορφώσει άποψη και έχει αποφανθεί προτού διατρέξει ολόκληρο το υλικό του, πως τα συμπέρασματά του έχουν προηγηθεί της έρευνας.

Είναι ενδεικτικό ότι θέση συμπεράσματος επέχει ένα μικρό δοκίμιο για την εικόνα της Αμερικής στην σύγχρονη σκέψη. Εδώ ο Γουόλιν, υπερασπιζόμενος την σκέψη της Αμερικανικής Ηπείρου (που ταυτίζει με τις έννοιες της πολιτικής νεωτερικότητας, του ατομικισμού, των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του φιλελευθερισμού) στηλιτεύει την ιδέα της Αμερικής ως δυστοπικής χώρας ανίκανης να δημιουργήσει πολιτισμό και ασκεί απροκάλυπτη κριτική στους εκφραστές της, όπως οι Μπρωντριγιάρ και Ζίζεκ, συχνά με αμφίβολα επιχειρήματα. Ενδεικτικό παράδειγμα: «Το 1991 ο Μπρωντριγιάρ έγραψε ένα μικρό βιβλίο με τον έξυπνο τίτλο «Ο πόλεμος του Κόλπου δεν έγινε ποτέ», στο οποίο υποστήριζε ότι ο αληθινός πόλεμος είχε πολύ μικρότερη σημασία από την προσομοίωσή του στα ΜΜΕ. Ο «αληθινός» πόλεμος ήταν ο αγώνας για την κατάκτηση της παγκόσμιας κοινής γνώμης, με «στρατηγούς» τους συμβούλους των καναλιών, τους κατασκευαστές εικόνας … Αν όμως ο πόλεμος δεν συνέβη ποτέ, τότε γιατί να γράψει κανείς ένα βιβλίο γι’ αυτόν; … Αφού τα «ανάφορα» έχουν πεθάνει, γιατί να προσθέσουμε ακόμα ένα μετασχόλιο στο πλήθος των νεκρών;» (σ. 485).

Εξίσου συζητήσιμο μοιάζει το σημείο αιχμής του Γουόλιν, πως η εξύμνηση της διαφοράς και της ετερότητας που υποστηρίζει ο μεταμοντερνισμός εις βάρος του ορθού λόγου «μπορεί να διολισθήσει σε έναν νέο πνευματικό φυλετισμό, ενώ η παρουσίαση των πολιτισμών ως κλειστών μονάδων οδηγεί στον εθνοκεντρισμό και αποκλείει τον κοσμοπολιτισμό» (σ. 455), χωρίς να διαφοροποιεί με επιστημονικά κριτήρια την ταύτιση της πολιτιστικής διαφοροποίησης (που προκρίνει ο μεταμοντερνισμός) με την φυλετική (που υποστηρίζει η άκρα Δεξιά). Εξάλλου, η μονόπλευρη και αποκλειστική θεώρηση του ανορθολογισμού ως αμιγώς αρνητικού στοιχείου και όχι αντιστικτικού παράγοντα στις ιδεοπλαστικές διεργασίες και στην ίδια την συγκρότηση του ορθού λόγου πιθανώς υπογραμμίζει την δυνατότητα του Γουόλιν να αναλύει ως ιστορικός των ιδεών και όχι ως φιλόσοφος – γι’ αυτό και η κριτική έχει αναφερθεί σε επιχειρήματα που στέκουν από ιστορική μόνο άποψη ενώ χωλαίνουν θεωρητικά και φιλοσοφικά. Είναι επίσης αξιοσημείωτο το γεγονός πως η κριτική του αφορά την γαλλική διανόηση ενώ το αντίστοιχο βρετανικό κομμάτι περνάει στο απυρόβλητο.

Ακόμα κι έτσι όμως, η εν λόγω κατασκευή σαφώς προσφέρει νέες αφορμές για προβληματισμό, διάλογο και αντιπαράθεση, τη στιγμή άλλωστε που ο συγγραφέας της (δηλώνοντας ως πρότυπά του τους Αντόρνο και Χάμπερμας) τονίζει με κάθε ευκαιρία πως τίθεται υπέρ της δημόσιας συζήτησης.

Συντεταγμένες: Ρίτσαρντ Γουόλιν – Η γοητεία του ανορθολογισμού. Το ειδύλλιο της διανόησης με τον φασισμό. Από τον Νίτσε στον Μεταμοντερνισμό, μτφρ. Μ. Φιλιππάκου, εκδόσεις Πόλις, σελ. 570.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 15 (φθινόπωρο 2008). Φάκελος Ολοκληρωτισμός.

Στις φωτογραφίες: Σπένγκλερ, Σελίν, Χάιντεγκερ, Μπλανσό, Λα Ροσέλ.