Ρομπέρτο Μπολάνιο – Μακρινό αστέρι

Να πας να σκοτωθείς, είπε, σε μια τέτοια κοινωνικη στιγμή είναι περιττό. Το καλύτερο είναι να μεταμορφωθείς σε ποιητή. (σ. 107)

Η λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία γονιμοποιείται πάνω στις ρίζες μιας πλούσιας παράδοσης. Αλλά όσο κι αν ο Χιλιανός Ρομπέρτο Μπολάνιο, τροφοδοτείται από το εύφορο έδαφός της, άλλο τόσο διαφοροποιείται, αποτελώντας μια ιδιάζουσα περίπτωση. Η σύντομη ζωή και το έργο του καθορίστηκαν δραματικά από τις πολιτικές συγκυρίες της χώρας του. Πώς μπορεί, άλλωστε, κανείς να λογοτεχνήσει σε μια χώρα ανεπηρέαστος από το πρόσφατο τραγικό πολιτικό παρελθόν της, σε μια ήπειρο τα αλλεπάλληλα φασιστικά καθεστώτα της οποίας την εκτροχίασαν από την ίδια την Ιστορία; Στο Μακρινό Αστέρι όμως δεν κυριαρχεί η σκληρή ή κωμικοτραγική μορφή του τυρράνου, όπως συνέβαινε στα τυπικά μυθιστορήματα του «δικτάτορα» (Μιγκέλ Άνχελ Αστούριας – Ο κύριος Πρόεδρος, Αλέχο Καρπεντιέ – El Recurso Del Metodo, Αουγκούστο Ρόα Μπάστος – Hijo de Hombre, Yo el Supremo, Ο κατήγορος, Μάριο Βάργκας Λιόσα – Η γιορτή του τράγου), ούτε η προβολή του μέσω μαγικού ρεαλισμού, από τον οποίο ο Μπολάνιο απείχε παρασάγγας.

Το κεντρικό «εφιαλτικό» πρόσωπο εδώ αφενός αποτελεί απλό γρανάζι του καθεστώτος, αφετέρου ενεργεί στο περιθώριο της αφήγησης. Χρησιμοποιώντας την διπλή και τόσο αντιφατική ταυτότητα του ποιητή και του στρατιωτικού πιλότου, αποτελεί μια απόμακρη και αμφιλεγόμενη μορφή που προκαλεί ανάμικτα συναισθήματα στο περιβάλλον του. Στον ζοφερό του κόσμο οι ποιήτριες θανατώνονται, οι πολιτικοί αντίπαλοι εξαφανίζονται, ο βασανισμός και ο θάνατος αναγορεύονται σε ύψιστα καλλιτεχνικά ιδεώδη. Φορέας μιας απάνθρωπης ιδεολογίας, αναζητά την αισθητική του έκφραση μέσω ποιητικής αλλά και … εναέριας γραφής, γράφοντας με τον καπνό του αεροσκάφους στίχους στον ουρανό (όπου χωρία της Βίβλου εναλάσσονται με φράσεις θεοποίησης του θανάτου – φυσικά όχι του δικού του). Με τις επιδεικτικές αυτές ουρανογραφίες ηρωοποιείται αλλά και μυθοποιείται λόγω της εξαφάνισής του, αφού έχει νωρίτερα προσελκύσει γυναίκες ως μέλος λογοτεχνικών εργαστηρίων.

Αυτό το φευγαλέο πρόσωπο αναζητούν δυο πρόσωπα, προσπαθώντας να συγκεντρώσουν το διεσπαρμένο με ανατριχιαστική μεθοδικότητα και ποικίλα ετερώνυμα λογοτεχνικό του έργο. Ο ανώνυμος αφηγητής και ο εκλεκτός φίλος του έχουν βιώσει την αβάσταχτη θλίψη της πραγματικότητας επί Πινοσέτ, έχουν δει τους φίλους τους να εξαφανίζονται και νέους ενοικιαστές να μένουν στα διαμερίσματά τους. Στην πορεία των αναζητήσεών τους (γνώριμο μοτίβο του συγγραφέα) συναντιούνται κυριολεκτικά ή μεταφορικά με πρόσωπα, οι μικρές βιογραφίες των οποίων, εγκιβωτιζόμενες στη διήγηση, φωτίζουν αμυδρά την έρευνά τους, λειτουργώντας και ως ιδιότυπες λογοτεχνικές παραβολές για τα πολλαπλά πρόσωπα της χώρας.

Η αφήγηση υπονομεύεται συνεχώς από τον συγγραφέα, που ξεδιπλώνει την ιστορία του με υπαινιγμούς, βασιζόμενος σε φήμες και εικασίες. Σε αυτή την ιστορία όλα είναι δύσκολα να εξηγηθούν. Η υπόγεια, εύστοχη ειρωνία είναι διάχυτη παντού, το ίδιο και η λογοτεχνία, με πρόσωπα υπαρκτά, αναφορές στις αναγνώσεις των ηρώων και πλήθος βιβλιογραφικών στοιχείων, δημιουργώντας ένα παράλληλο λογοτεχνικό σύμπαν εκδοτικών οίκων, περιοδικών, φανζίν, εκδόσεων. Οι εκλεκτές συγγένειες με τους Κορτάσαρ, Ονέτι, Λίμα και, κυρίως, Μπόρχες είναι εμφανείς.

Αυτό το «τυπικά» αστυνομικό και βαθύτατα πολιτικό μυθιστόρημα, γεμάτο μελαγχολική ατμόσφαιρα, «αποστασιοποιημένη» στάση αλλά και παθιασμένη αναζήτηση της αλήθειας, αγγίζει ένα θέμα που σπάνια γνωρίζει την λογοτεχνική του διαπραγμάτευση. Αν η σχέση του ολοκληρωτισμού με την τέχνη έχει, ως ένα βαθμό, καταδειχτεί, εκείνη με την λογοτεχνία παραμένει ανεξερεύνητη. Οι φίλοι που τον αναζητούν ίσως διαπνέονται από την ασίγαστη επιθυμία να φτάσουν στον πυρήνα των δεινών, να ανακαλύψουν τους αρχικούς υπαίτιους και τον μηχανισμό της υποστήριξής τους, να εντοπίσουν την πηγή και το δρόμο του Κακού.

Αποτελεί, άραγε αυτός ο «ήρωας» την εικόνα της χώρας και ηπείρου του; Κατά πόσο δικαιούται να φέρει την ιδιότητα του ποιητή; Οι λογοτεχνικές αναζητήσεις καθαγιάζουν τα βρώμικα χέρια; Μπορεί ένας βασανιστής να αντιμετωπίζει το έργο του ως τέχνη; Οφείλει η λογοτεχνία να έχει κάποιο ηθικό ή πνευματικό ιδεώδες; Μήπως τα στρατιωτάκια των πραξικοπημάτων υπήρξαν απλώς παραμελημένοι ρομαντικοί ή ανίκανοι ποιητές; Μήπως απλώς αναζητούν την πνευματική και αισθητική ολοκλήρωση της ιδεολογίας τους ή την δική τους προσωπική αναγνώριση; Ενδέχεται ο σύγχρονος εκδοτικός κόσμος να έχει στοιχεία ολοκληρωτισμού;

Ο Μπολάνιο (1953 – 2003) υπήρξε καθολικά αποδεκτός από αναγνώστες, κριτικούς αλλά και τους ομότεχνούς του, που τον αναγόρευσαν ως τον σημαντικότερο συγγραφέα της γενιάς του. Αυτοεξορίστηκε για δεύτερη φορά από την Χιλή, καθώς η άφιξή του για συμμετοχή στο όραμα του Αλιέντε συνέπεσε με το πραξικόπημα του Πινοσέτ. Μετά το Μεξικό, το Ελ Σαλβαδόρ και την Γαλλία, βρήκε την συγγραφική του Ιθάκη στο παραθαλάσσιο Μπλάνες, κοντά στην Βαρκελώνη. Έγραψε ποιήματα, μυθιστορήματα, το μνημειώδες (πάνω από χίλιες σελίδες) 2666 αλλά και την Ναζιστική λογοτεχνία στην Αμερική (επέκταση του τελευταίου κεφαλαίου της οποίας αποτελεί το παρόν). Η ελληνική μετάφραση της Αγγελικής Αλεξοπούλου περιλαμβάνει σημειώσεις και εργοβιογραφία.

Ακούγοντας τους αγαπημένους του Μπολάνιο Inti – Illimani, το Χιλιανό συγκρότημα που μετά το πραξικόπημα του απαγορεύτηκε δια παντός η είσοδος στη χώρα, συγκινούμαι. Σκέφτομαι πόσα ακόμα θα απολαμβάναμε από την πένα του αν δεν έφευγε τόσο νωρίς και πως, όσο κι αν οι κατά τα άλλα «ευαίσθητοι» δολοφόνοι των δικτατοριών κρύβονται με άλλο όνομα σε κάθε γωνιά του κόσμου, το φως της γραφής θα τυφλώνει το σκοτάδι τους.

Συντεταγμένες: Roberto Bolaño – Estrella Distante, [Distant Star] 1996. Στα ελληνικά: εκδόσεις Καστανιώτη, 2007, μετάφραση και οχτασέλιδη εισαγωγή: Αγγελική Αλεξοπούλου, 203 σελ., με σημειώσεις και εργοβιογραφία.

Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 14, (καλοκαίρι 2008).

Στανισλάβ Ιγκνάσι Βίτκιεβιτς – Αδηφαγία

Ω, πόσο περίπλοκος ήταν ο ψυχισμός μερικών ανθρώπων! Κανείς, ούτε καν ο υπαίτιος, δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι γνωρίζει όλες τις διαστρωματώσεις των ανοίκειων προσωπικοτήτων του, όλα αυτά τα κρυφά διαμερίσματα, όλα αυτά τα μυστικά συρτάρια που τα κλειδιά τους είχαν χαθεί…

Η κατά Βίτκιεβιτς Ευρώπη των αρχών του 21ου αιώνα τελεί υπό ολοκληρωτικά καθεστώτα και η Πολωνία βρίσκεται στα πρόθυρα τους τέλους της Ιστορίας της (ρώσικη επανάσταση στο εσωτερικό, κινέζικη προέλαση από τα ανατολικά). Μπροστά στην επικείμενη καταστροφή οι κυβερνώντες αδιαφορούν για τα κοινά και αφήνονται στις προσωπικές τους ιδεοληψίες, αριστοκράτες διασκεδάζουν με κάθε παρακμιακό τρόπο, αποτυχημένοι καλλιτέχνες ζητούν μια τελευταία ευκαιρία, κι όλοι αυτοί, μαζί με πάσης φύσεως εκκεντρικούς και «πρώην» οτιδήποτε, φιλοσοφούν, άγονται και φέρονται από τα πάθη τους, κυνηγούν για τελευταία φορά τις εμμονές τους, εκφυλίζονται και παραφρονούν. Καθώς τα παγκόσμια αποθέματα σε κοκαΐνη και αποτρανσφορμίνη στερεύουν, προϊόν με τη μεγαλύτερη ζήτηση αποδεικνύεται το «χάπι της ευτυχίας», που απομαγνητίζει κάθε βασανισμένο και μη από το άγχος της ύπαρξής του. Η ανθρωπότητα κυριολεκτικά κυλούσε στην άλλη πλευρά της ιστορίας.

Ο ανήσυχος σεξουαλικά και φιλοσοφικά νεαρός ήρωας Ζένεζιπ (Ζιπ) Κάνεπ, ετοιμάζεται να μπει σε όλο αυτό τον άγριο θίασο για το δικό του μερίδιο λαγνείας και μάθησης. Μυητές του φιλοδοξούν να είναι πολλοί, με πρώτη και καλύτερη την πανηδονίστρια πριγκίπισσα Τικοντερόγκα και τον ιδιόμορφο εκκεντρικό κύκλο της. Ο Κάνεπ θα επιχειρήσει να βιώσει τη δική του τη σαρκική και πνευματική αδηφαγία αλλά και να αντισταθεί στο συνεχώς διογκούμενο πλέγμα κατευθυνόμενης βούλησης όπου τον παγιδεύει η παλαιά τάξη που υποχωρεί άτακτα και πανικόβλητα. Ας συμβούν τα πάντα. Θα τα βιώσω όλα, θα τα τιθασεύσω, θα τα μασήσω και θα τα χωνέψω: την πιο ανιαρή πλήξη, τη χειρότερη συμφορά.

Η Αδηφαγία μεταφράστηκε στα αγγλικά το 1985, 55 έτη μετά την πρώτη του έκδοση, στην δε χώρα άλλα 22 χρόνια μετά. Αρχικά μένει έκπληκτος κανείς διαπιστώνοντας πως έχει προηγηθεί των τριών κατεξοχήν προφητικών αντι-ουτοπικών μυθιστορημάτων (Brave New World / Χάξλεϋ – 1984 / Όργουελ – Us / Ζαμυάτιν). Ο Βίτκιεβιτς υπήρξε κορυφαία φυσιογνωμία της πολωνικής διανόησης την περίοδο του Μεσοπολέμου μαζί με τους Βίτολντ Γκόμπροβιτς και Μπρούνο Σουλτς, επιπλέον δε η Αδηφαγία θεωρείται πλέον ένα κορυφαίο δείγμα κεντροευρωπαϊκού μοντερνισμού και προφητικής πολιτικής αλληγορίας και μοιράζεται το ίδιο ράφι με τους Υπνοβάτες του Μπροχ, τον Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες του Μούζιλ και τον Φερντυντούρκε του Γκόμπροβιτς.

Αυτή η φαντασιακή δυστοπία έχει προβλέψει ένα αύριο που έχει ήδη φτάσει: κοινωνική σήψη αποδεκτή από όλους, μοντέρνα τέχνη χωρίς χρησιμότητα, μυστικοί οργανισμοί που ελέγχουν τη σκέψη, κυβερνήσεις που αφήνουν τους λαούς στο έλεος του τίποτα, θρησκευτικοί ηγέτες που κόβουν και ράβουν συνειδήσεις, οι πάντες ελπίζουν σε μεταφυσικές σωτηρίες, η σεξουαλική μανία γίνεται ανεξέλεγκτη, η συλλογική τρέλα βρίσκεται προ των πυλών. Το μέλλον έμοιαζε θολό σαν απόνερα λάντζας.

Συχνά δημιουργείται η αίσθηση πως τα πολλαπλά θεματικά κάτοπτρα θα καταρρεύσουν το ένα υπό το βάρος του άλλου και πως η ενίοτε σύνθετη και παραληρηματική γραφή του Βίτκιεβιτς μπορεί να αποτελεί εμπόδιο στην απόλαυση αυτού του ογκώδους εγχειρήματος, στην πράξη όμως βυθίζεσαι οικειοθελώς σε αυτό το σύμπαν ερωτομανίας και αποχαύνωσης.

Μπροστά στο τέλος, ήρωες που διακατέχονται από το σατανικό ρίγος ενός άφατου, παντοτινά μυστηριώδους και ανέφικτου πόθου, νιτσεϊκοί υπεράνθρωποι, απολλώνια σώματα και υποψήφια «ψυχοπτώματα», όλοι γίνονται ίσοι. Φανταστείτε ως μουσικά και, κυρίως, στιχουργικά αντίστοιχα όλης αυτής της γκροτέσκας ατμόσφαιρας Marc and the Mambas και Psychic TV στο ερωτικό σκέλος, Mecano και Death in June στο φιλοσοφικό.

Χρησιμοποιώντας ενδιαφέροντες πειραματισμούς (χωριστά κείμενα πληροφοριών και σημειώσεων μέσα στα κεφάλαια) αλλά και τα στοιχεία ενός μυθιστορήματος «μαθητείας» ο Βίτκιεβιτς συνθέτει ένα αριστουργηματικό (σύμφωνα με την Σούζαν Σόνταγκ), απαισιόδοξο, εσχατολογικό, φαντασμαγορικό, καταστροφικό, υπερβολικό και κυρίως προφητικό κείμενο – ποτάμι για τους μελλοντικούς ολοκληρωτισμούς αλλά και τον βασανιστικό συνδυασμό της σαρκικής και της πνευματικής αδηφαγίας.

Έχω δηλητηριαστεί από ανομολόγητα πράγματα που τα ξέρω μόνο από τη συγγραφή μυθιστορημάτων. Καθώς αποσυντίθενται χημικά μέσα στο μυαλό μου, τα μυστήρια της ζωής παράγουν πτωμαΐνες νωθρότητας, σύγχυσης, αδράνειας. Πρέπει να ξεπεράσω τα επιφαινόμενα. Τι με νοιάζει – εμένα προσωπικά – αν τα έργα μου διαβαστούν από ένα μπουλούκι ημι-αυτοματοποιημένων πιθήκων που προσποιούνται τους ημίθεους αλλά είναι ανάξιοι της πραγματικής τέχνης και ίσως από λίγα μέλη της υπό εξαφάνιση φυλής των ευφυών ανθρώπων (όχι ότι γνωρίζω πολλούς).

Φάκελος φιλοξενούμενου: 1885-1939. Γέννημα Βαρσοβίας, συγγραφέας, δραματουργός, ποιητής, φιλόσοφος, θεωρητικός τέχνης, κριτικός, ζωγράφος (μπορεί κανείς να δει πολλά από τα εξαιρετικά έργα του στο διαδίκτυο), εικονογράφος, φωτογράφος, μέλος της πρωτοποριακής καλλιτεχνικής ομάδας των «Φορμιστών». Όσο ζούσε τα θεατρικά του έργα, επηρεασμένα από τις ανακαλύψεις των Νέων Μαθηματικών αλλά και την ζωγραφική του Πικάσο, παρέμεναν επί το πλείστον ανέκδοτα ή άπαικτα. Αυτοκτόνησε το 1939 όταν έβλεπε να εισβάλουν στη χώρα του από τη μία μεριά οι Γερμανοί κι από την άλλη οι Σοβιετικοί.

Συντεταγμένες: Stanislaw Witkiewicz, Nienasycenie, [Insatiability], 1927/1930. Στα ελληνικά: Εκδόσεις Κέδρος, 2007, σελ. 624, μετάφραση από τα αγγλικά: Αλέξης Καλοφωλιάς.

Απευθύναμε τέσσερις προσωπικές ερωτήσεις στον μεταφραστή Αλέξη Καλοφωλιά, γνωστό μας από άλλα ενεργειακά καλλιτεχνικά πεδία:

Πόσο σε δυσκόλεψε η μετάφραση αυτού του πολύπλοκου και ογκώδους λογοτεχνήματος;

Η μεταφορά της «Αδηφαγίας» στα ελληνικά έγινε από το κείμενο του καναδού Louis Iribarne, που έκανε την μετάφραση του πολωνικού πρωτοτύπου στα αγγλικά. Αυτός έκανε όλη τη δύσκολη δουλειά της αποκρυπτογράφησης των νεολογισμών του Witkiewicz, που αποτελούνται από συνθετικά διαφορετικών γλωσσών. Η δύναμη του κειμένου του ήταν τέτοια που με έπεισε να αναλάβω τη μετάφραση παρά τους κινδύνους που κρύβει ένα τέτοιο («διαγλωσσικό») εγχείρημα.

Οι περισσότερες δυσκολίες χρειάστηκε να ξεπεραστούν στην αρχή, καθώς διαμορφωνόταν το ύφος της μεταφοράς και αντιλαμβανόμουν το πλαίσιο των αναφορών του Witkiewicz. Στη συνέχεια το πράγμα έγινε πιο εύκολο, γιατί έστω κι αν η αφήγηση γίνεται μερικές φορές χαοτική, δεν της λείπει η ακρίβεια. Επιπλέον, η επικαιρότητα της δυστοπίας του Witkiewicz (το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε το 1930) μου φάνηκε τρομερά ενδιαφέρον στοιχείο. Έχουμε και λέμε: Νοητικός έλεγχος και εθνικιστικός παροξυσμός ως βασικά συνεκτικά στοιχεία μιας «εξαρθρωμένης» κοινωνίας, χειραγώγηση μέσω του φόβου του πολέμου και των (παρα)θρησκευτικών δογμάτων, διάχυτη παραίτηση πριν από την καταστροφή, στρατιωτικοποίηση της καθημερινής ζωής, υστερική λατρεία της εικόνας του σώματος και του αθλητισμού.

Κοντά στο τέλος, το μεγάλο μου πρόβλημα ήταν να εξασφαλίσω χρόνο για να το δουλέψω όπως ήθελα, γιατί με είχε απορροφήσει σχεδόν ολοκληρωτικά. Η επιμέλεια που έκανε η Άρτεμις Αργύρη βοήθησε πάρα πολύ το κείμενο, όπως και η βοήθεια που μου πρόσφεραν μία πολωνή φίλη (τις λίγες ευτυχώς φορές που έπρεπε να ανατρέξω στα πολωνικά) και ένας φίλος μαθηματικός.

Υπήρξε κάποιος ήρωας ή κάποια εικόνα που σου «έμεινε»;

Ο Witkiewicz ήταν και ζωγράφος και στην Αδηφαγία υπάρχει μια εικαστική διάσταση. Οι ήρωες δεν είναι ρεαλιστικοί ανθρώπινοι χαρακτήρες αλλά ψυχεδελικές καρικατούρες, διαστρεβλωμένες απεικονίσεις αρχετύπων και στερεοτύπων που υπακούνε στους κανόνες που ορίζει η δήθεν διδακτική νομοτέλεια του μυθιστορήματος. Είναι δύσκολο να ταυτιστείς μαζί τους, αλλά το ίδιο δύσκολο και να τους ξεχάσεις. Η πριγκίπισσα είναι η γυναίκα-αράχνη της εφηβείας όλων των αρσενικών, η σκοτεινή δύναμη της Λίλιθ, και με υπαινικτικό τρόπο, πραγματική μητέρα του Ζιπ. Βρήκα την περιγραφή της «τελετής ενηλικίωσης» του (όταν η πριγκίπισσα τον εξαναγκάζει να παρακολουθήσει τις περιπτύξεις της με τον Τόλζιο) εξωφρενική. Επίσης, οι μορφές του Κοτσμολόσοβιτς – Στάλιν και των γελοίων ευπατρίδων της πολιτικής στηρίζουν με απολαυστικό τρόπο την κριτική του Βιτκίεβιτς.

Με τι μουσική συνόδεψες τη μετάφρασή του;

Κυρίως οργανική, γιατί μου είναι δύσκολο να μεταφράσω όταν ακούω τραγούδια με στίχους. Εκείνη την εποχή (φθινόπωρο – χειμώνας 2005) θυμάμαι ότι άκουγα στο repeat το δίσκο του Bill Frisell με τους Elvin Jones και Dave Holland και τo soundtrack του Neil Young για το «Dead Man».

Κάποια συμβουλή για τον επίδοξο αναγνώστη;

Έχω τη γνώμη ότι μέσα στις πρώτες δέκα σελίδες θα έχει αποφασίσει αν θα παρατήσει το βιβλίο ή αν θα συνεχίσει την ανάγνωση. Στη δεύτερη περίπτωση, θα έχει βρει τους δικούς του, ιδιαίτερους λόγους για να το κάνει, όπως συμβαίνει πάντα με τέτοια βιβλία. Πάντως, καλό θα είναι να γνωρίζει ότι η πλοκή παίζει δευτερεύοντα ρόλο στην «Αδηφαγία», η πραγματική περιπέτεια εξελίσσεται στις εγκεφαλικές συνάψεις του Witkiewicz.

Y.Γ. Τα εικαστικά είναι του ίδιου του συγγραφέα. Πρώτη δημοσίευση εδώ.