Στέπα. Επιθεώρηση ρωσικού πολιτισμού, τεύχος 1, χειμώνας 2014

stepa 1_

Δεν μπορούμε να αλλάξουμε την πραγματικότητα, μπορούμε να αλλάξουμε την πραγματικότητα, μπορούμε να αλλάξουμε τη σχέση μας αυτή. / Η λογοτεχνία δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, αλλά τον ομορφαίνει. 

Πρόκειται για λόγια της Λιουντμίλας Ουλίτσκαγια, μιας από τις πιο φωτεινές μορφές της σύγχρονης Ρωσίας. Η εβδομηντάχρονη σήμερα συγγραφέας, δοκιμιογράφος και σεναριογράφος δεν έπαψε να βρίσκεται αντιμέτωπη με κάθε μορφή κρατικής επιβολής. Μέλη της οικογένειάς υπέστησαν διώξεις από το σταλινικό καθεστώς ενώ η ίδια απολύθηκε από την δουλειά της στο Ινστιτούτο Γενετικής της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ εξαιτίας της συμμετοχής της στο κίνημα των αντιφρονούντων της δεκαετίας του ’60 και του ’70 και της διάδοση υλικού του κινήματος Σαμιζντάντ (διακίνηση χειρογράφων ή δακτυλόγραφων κειμένων  λογοτεχνίας, ποίησης και πολιτικής).

Lyudmila Evgenyevna Ulitskaya

Φέτος μετά από μηνυτήριες αναφορές ιερών οι ρωσικές αρχές ξεκίνησαν ανακρίσεις ελέγχοντας το περιεχόμενο των βιβλίων της με την κατηγορία της «προπαγάνδας μη παραδοσιακών μορφών ερωτικού προσανατολισμού» μεταξύ ανηλίκων, ενώ η συμμετοχή της σε συνέδριο για τον διάλογο μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας οδήγησε στην σχεδόν δημόσια διαπόμπευσή της. Εκτός από την συνομιλία με την συγγραφέα, εδώ δημοσιεύονται δυο κείμενά της, Τα ιερά σκουπίδια (για το ισχυρό δέσιμο με τα πράγματα) και μια μικρή συλλογή σκέψεων (οι αρχές της ζωής της). Η δεύτερη συνομιλία του τεύχους γίνεται με την Βέρα Πάβλοβα, μια από τις αυθεντικότερες ποιητικές φωνές της σύγχρονης Ρωσίας, για την οποία γράφεται ότι μέσα από το έργο της έχει πραγματοποιήσει μια ολόκληρη ερωτική και σεξουαλική επανάσταση στη ρωσική ποίηση.

Vera Pavlova

Το κεντρικό αφιέρωμα του τεύχους αφορά την Χρυσόστομη Άννα Πασών των Ρωσιών, την Άννα Αχμάτοβα, με αφορμή τα εκατόν είκοσι πέντε χρόνια από την γέννησή της. Περιλαμβάνει μια μικρή εισαγωγή, ένα έγγραφο ηγετικού στελέχους της Επιτροπής Κρατικής Ασφάλειας της ΕΣΣΔ προς τον Στάλιν για την αναγκαιότητα σύλληψης της ποιήτριας, ένα εξαιρετικό παλαιό κείμενο του Λεονίντι Γκρόσσμαν που αποτέλεσε εισαγωγική ομιλία σε μια βραδιά αφιερωμένη στην ποιήτρια το 1924, άλλα κείμενα των Βαρλάμ Σαλάμοφ και Ιωσήφ Μπρόντσκι και δεκάδες ποιήματα αφιερωμένα σ’ εκείνη (Αλεξάντρ Μπλοκ, Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Αρσένι Ταρκόφσκι, Οσίπ Μαντελστάμ κ.ά.). Το τεύχος κατακλύζεται από δείγματα παλαιότερης και νεότερης ποίησης από τους Αλεξάντρ Μπλοκ – Αντρέι Μπέλι – Βελιμίρ Χλέμπνικοφ – Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ – Ζιναΐντα Γκίππιους – Μπέλα Αχμαντούλινα – Γιλένα Ισάγιεβα – Ντμίτρι Πρίγκοφ – Αγλαΐα Σολοβιέβα – Μπορίς Ρίζι – Σεργκέι Κρουγκλόφ – Τατιάνα Στσερμπινά – Λαρίσα Μπερεζοβτσούκ…

Anna Akhmatova en 1913

… και μια σειρά κειμένων που καλύπτουν όλα τα φάσματα του λόγου και όλες τις εποχές της ρωσικής σκέψης: ένα δοκίμιο περί ποίησης και πεζογραφίας από τον Ιωσήφ Μπρόντσκι, διηγήματα των Βελιμίρ Χλέμπνικοφ – Αντρέι Πλατόνοφ και Μιχαήλ Ζόσενκο, φιλοσοφία (Βλαδίμηρος Σολοβιόφ: Το ρωσικό εθνικό ιδανικό), θέατρο (Βσέβολοντ Μέγιερχολντ: Οι λογοτεχνικοί προάγγελοι του νέου θεάτρου – Γιούρι Λιουμπίμοφ: In memoriam, Ντονάτας Μπανιόνις: Post Modern), κινηματογράφος (Τζίγκα Βέρτοφ: Ο άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή), βιβλιοθήκη (Νικολάι Ζουμπκόφ: Η βιβλιοθήκη της Σοφίας Γκλιαβόνε – Ποτοτσκάγια), εικαστικά (Ίννα Μπαζούτινα – Όλγα Μπεριόζοβα – Δελλατόλα) κι ένα Επετειακόν για τον Μιχαήλ Λέρμοντοφ.

Philosophers Pavel Florensky and Sergei Bulgakov, a painting by Mikhail Nesterov (1917)_

Και αντιγράφω από το εξαιρετικό εκτενές κείμενο του π. Πάβελ Φλορένσκι για «το εκκλησιαστικό δρώμενο ως σύνθεση τεχνών»: το αντικείμενο της τέχνης, αν και θεωρείται πράγμα, ωστόσο κάθε άλλο παρά πράγμα είναι, δεν είναι μια ακίνητη, όρθια, νεκρή μούμια της καλλιτεχνικής δραστηριότητας, αλλά θα πρέπει να νοείται ως ένα αστείρευτο και παλλόμενο ρεύμα της ίδιας της δημιουργίας, ως μια ζώσα παλλόμενη δραστηριότητα του δημιουργού, η οποία ακόμη κι αν έχει απομακρυνθεί από αυτόν στο χώρο και το χρόνο, εν τούτοις παραμένει αδιαχώριστη από αυτόν, επιμένει να διαχέεται και να παίζει με τα χρώματα της ζωής, μια αέναη ταραγμένη ψυχή.

Τα κείμενα είναι μεταφρασμένα από τον εκδότη του περιοδικού Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη. [σελ. 224]

Στις εικόνες: Lyudmila Evgenyevna Ulitskaya, Vera Pavlova, Anna Akhmatova [1913] και οι φιλόσοφοι Pavel Florensky και Sergei Bulgakov [έργο του Mikhail Nesterov, 1917.

Μαρίνα Τσβετάγιεβα – Η ιστορία μιας αφιέρωσης

Tsvetaeva 1

με τίποτα δεν μπορώ να κάψω λευκά χαρτιά. Για να καταλάβει εμένα ο άλλος, πρέπει απλά αυτός ο άλλος να φανταστεί ότι αυτό το χαρτί είναι νόμισμα. Και όταν χαρίζω λευκό χαρτί, η καρδιά μου σκιρτά, όπως σκιρτά η καρδιά άλλων όταν χαρίζουν χρήματα. Είναι σαν να μην χαρίζω ένα τετράδιο, αλλά και όλα εκείνα που θα μπορούσα να γραφτούν σ’ αυτό. Στην κυριολεξία δεν δωρίζω ένα άγραφο τετράδιο, αλλά ένα γεμάτο – το πετάω στην φωτιά! [σ. 17]

«Η ιστορία μιας αφιέρωσης» αρχίζει με την περιγραφή μιας μοναδικής σκηνής. Μια φίλη της ποιήτριας φεύγει για μακρινό ταξίδι και επί ολόκληρα μερόνυχτα σκίζουν και καίνε χαρτιά, επιστολές, συμβόλαια, χειρόγραφα, λευκώματα με αφιερώσεις. Όταν κάποιο έγγραφο κρινόταν πως δεν έπρεπε να καεί, δινόταν στην ποιήτρια και όλη αυτή η διαδικασία της ενέπνευσε σκέψεις για την καταστροφή και την διαφύλαξη της δημιουργίας, για το λευκό που γίνεται γκρίζο και κατόπιν μαύρο, για το σώμα του συγγραφέα που γίνεται στάχτη, για τα ολόκληρα χρόνια δουλειάς που μετατρέπονται σε τέφρα.

Marina_Tsvetaeva_1914

Κι ύστερα η συγγραφέας θυμάται την δική της πείνα για το λευκό χαρτί, που έχει τις απαρχές της στην προσχολική της ηλικία. Ολόκληρη η παιδικότητά της υπήρξε ως μια διαρκής κραυγή για το λευκό χαρτί, που συνήθως δεν της δινόταν, καθώς προοριζόταν για μουσικός και όφειλε να εγκαταλείψει τα άσχημα γραπτά της. Κάποτε ολόκληρη η οικογένεια στο τραπέζι διάβασε αδιάκριτα ένας της ποίημα και όλοι γέλασαν, ενώ εκείνη ντροπιασμένη τους μίλησε για την δική τους ντροπή να κλέβουν το τετράδιό της και μετά να γελάνε.

Μα εκείνη δεν έπαψε να αισθάνεται τον «ιερό ψίθυρο» κάθε φορά που έβλεπε μια λευκή σελίδα, άσχετα με τον όγκο όσων έχουν ήδη γραφτεί. Αν υπάρχει τετράδιο, θα γραφτούν στίχοι· δεν μπορούν να μην γραφτούν. Και το ίδιο το τετράδιο είναι ένας ζωντανός ψόγος, μια διαταγή. Η λατρεία του χαρτιού δεν αποτελούσε μόνο την φυσική εξέλιξη εκείνου που υπήρξε από παιδί. Η σκέψη της πήγαινε στο χαρτί αυτό καθεαυτό, ως αγαθό που κάποιος κόπιασε να φτιάξει, μια αξία που δεν πρέπει να καταστραφεί.

Tsvetaeva~

Κι έτσι προτρέπει εμάς τους αναγνώστες της, τότε και τώρα, να δωρίζουμε τετράδια. Και όχι τετράδια όμορφα, πολύχρωμα και δερματόδετα! Η πολυτέλεια προκαλεί παράλυση, ένα συναίσθημα αναξιότητας. Κι έτσι και τότε, η στοίβα των απλών, μπλε τετραδίων της μεγαλώνει. Στην προεπαναστατική Ρωσία είχε τετράδια ταχυδρομικά, από χοντρό χαρτί, με περιθώρια για σημειώσεις. Στην Σοβιετική Ένωση είχε αυτοσχέδια τετράδια, φτιαγμένα με κλεμμένο χαρτί από την υπηρεσία και με επίσης κλεμμένη κόκκινη αγγλική μελάνη. Κι έτσι, στον ζοφερό εκείνο καθεστώς η Τσβετάγιεβα ήταν ήδη προετοιμασμένη, γιατί θα έκανε ό,τι και στην παιδική της ηλικία: θα έκλεβε και θα έφτιαχνε μόνη της.

Η ποιήτρια σχημάτισε μαζί με τον Μαντελστάμ ένα ιδιόμορφο ποιητικό ζευγάρι αμοιβαίας έμπνευσης, αφιερώνοντας ο ένας στον άλλον τα ποιήματα που μόλις είχαν σμιλεύσει από το άυλο υλικό εκείνης της σχέσης. Ταξίδεψαν μαζί ως θερμοί φίλοι και αποχωρίστηκαν όταν εκείνη εγκατέλειψε την νεαρή σοβιετικη Ρωσία για το Βερολίνο, την Τσεχία και το Παρίσι. Η επιστροφή της δεκαοκτώ χρόνια μετά βρήκε την χώρα χωρίς τον ποιητή – τον είχε εξαφανίσει σ’ ένα στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων στην Σιβηρία. Στα χρόνια της αυτοεξορίας της ασχολήθηκε δυο φορές με τον Μαντελστάμ και αυτά ακριβώς τα πολύτιμα κείμενα εκδίδονται στο βιβλίο.

Μαρίνα Τσβετάγιεβα

Το κείμενο Πόλη Αλεξαντρόφ. 1916. Καλοκαίρι αποτελεί μια μορφή ημερολογίου όπου καταγράφονται, μεταξύ άλλων, οι περίπατοι με τον ποιητή, που ήταν όπως πάντα εκτός τόπου και χρόνου, με τα μάτια του διαρκώς χαμηλωμένα (σεμνότητα; το βάρος των αιώνων; αναρωτιόταν εκείνη), να μην θέλει ούτε περιπάτους να κάνει, να επιθυμεί μόνο να γράφει στίχους. Η Τσβετάγιεβα θυμάται το κατακόκκινο φως του ήλιου, να αποτελεί το μοναδικό αποδεκτό στολίδι των μαλλιών της. Το κείμενο Υπερασπίζοντας το παρελθόν αφορά την απάντησή της στην βιογραφία του Μαντελστάμ και ιδίως στα σημεία που αναφέρονται στην σχέση τους και στην ζωή στο Κοκτεμπέλ – Κι αν ποιητής ήταν πεινασμένος – ένοχος δεν ήταν ο «κακός σπιτονοικοκύρης» Μαξιμιλιάν Βολόσιν, αλλά η κοινή μας σπιτονοικυρά, η γη. Εδώ – στην γη της Ανατολικής Κριμαίας, όπου δεν πάτησε ποτέ το πόδι σας, συγγραφέα των απομνημονευμάτων.

Monument to Marina Tsvetaeva on ArbatΗ απάντησή μου στον Οσίπ Μαντελστάμ ολοκληρώνει την σύνθετη τοιχογραφία αυτής της δύσκολης σχέσης με την οποία συνδέθηκαν αυτοί οι δυο τραγικοί ποιητές, που έγραψαν τέτοια ποίηση μέσα στο σκοτάδι της ζοφερής σταλινικής πραγματικότητας. Η ποιήτρια επιθυμεί να μην αποσιωπηθεί το γεγονός ότι ο ποιητής έμεινε καθαρός στα χρόνια της Επανάστασης· ο Μαντελστάμ δεν υπήρξε επαναστάτης ούτε πριν το 1917 ούτε μετά το 1917· δεν είχε, γράφει η Τσβετάγιεβα, την γενναιότητα να παραδεχτεί τον πολιτικό του μικροαστισμό μέχρι την επανάσταση, ενώ προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ήρωα και εκ προφήτη των υστέρων. Η αμφιθυμία της είναι απόλυτη: από την μια αναρωτιέται πώς μπορεί ο μεγάλος ποιητής να είναι μικρός άνθρωπος και από την άλλη γράφει ότι η πρόζα του διέσωσε την θεϊκότητα και την ανθρωπιά μαζί.

Εκδόσεις s@mizdat, 2014, εισαγωγή – μετάφραση από τα ρωσικά: Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, 103 σελ., με 64 σημειώσεις του μεταφραστή.

Και η μετάλλαξη μιας μνήμης, ενός ύμνου, ενός οράματος.