Πιερ Μισόν – Ρεμπώ ο γιός

ΑναφέροMichonυμε ότι η Βιταλί Ρεμπώ, το γένος Κυΐφ…αυτή είναι αρχή αλλά και ο τίτλος του πρώτου από τα επτά κεφάλαια μιας ιδιαίτερης, διαφορετικής βιογραφίας· της εξιστόρησης του βίου ενός γιου που έγινε ποιητής αλλά και ενός ποιητή που υπήρξε γιος. Από τις πρώτες του λέξεις ο Μισόν γράφει τι «γνωρίζουμε» και τι «δεν γνωρίζουμε» υποσκάπτοντας κάθε παραδεδομένη αλήθεια και αναζητώντας κάθε απαράδοτη πτυχή του Ρεμπώ. Ας πούμε, τι ξέρουμε για τον ελαφρόμυαλο λογαχό πατέρα του; Ότι έγινε ολοζώντανός ένα φάντασμα, στο πουργατόριο των μακρινών φρουρίων όπου δεν υπήρξε πάρα ένα όνομα». Και τι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε; Αν με το δίκιο του εγκατέλειψε τη ζοφερή ύπαρξη του γιου για να μην παρασυρθεί στο ζόφο της ή αν εκείνη έγινε τόσο ζοφερή εξαιτίας της αναχώρησής του. Είναι από την αρχή φανερό πως όλες αυτές οι λέξεις των πιθανοτήτων και των [μη] εικασιών θα έχουν την πλέον πυκνή και ποιητική εκφορά. Μισόν είναι αυτός!

Ο νεαρότατος Ρεμπώ είχε εξαρχής μια ζωντανήarthur-rimbaud01 ελκτικότητα για το αρχαίο παιχνίδι των στίχων· από τρυφερή ηλικία δοκίμαζε στίχους στα γαλλικά και τα λατινικά, με σύμπλεκτες την οργή και την ευσπλαχνία, έτοιμες να σκάσουν σαν πυροτέχνημα στα χέρια του. Κάλυπτε ολόκληρες σελίδες διατετραγωνισμένες ενώ στεκόταν αποστασιοποιημένος μπροστά στο φωτογράφο ο οποίος εκείνες τις εποχές «έμπαινε κάτω από μια μαύρη κουκούλα, για να μηχανευτεί το μέλλον από το παρελθόν». Μα στην ζωή εκείνης της εποχής ήταν οι ζωγράφοι που εμπορεύονταν τον χρόνο φτιάχνοντας τα πορτρέτα των ανθρώπων (άρα και των συγγενών του ποιητή) και όχι ακόμα τα άλατα του αργύρου στο μαύρο θαυματουργό κουτί του φωτογράφου.

5Στην πρώτη στροφή θα τον περίμενε ο Κανόνας και ροκάνι της δοκιμασίας θα αποτελούσε ο δωδεκασύλλαβος της γαλλικής, με όλες του τις πανουργίες. Μέσα στην σχολική αίθουσα θα έχει δάσκαλο – ποιητή τον Ζωρζ Ιζαμπάρ, «έναν από τους ανθρώπους εκείνους χάρη στους οποίους ο κόσμος μπορεί να διαρκεί, για τους οποίους το κακό είναι αλλού, πάρα πολύ κοντά αλλά έξω, πανταχού παρόν αλλά ιάσιμο, από τους ανθρώπους εκείνους παλαιάς κοπής», κάποιος που αν …

… τον είχες ρωτήσει τι κατά τη γνώμη του ήταν η ποίηση, θα αποκρινόταν χωρίς άλλο κοκκινίζοντας, σαστίζοντας, βγάζοντας ίσως τα γυαλιά του για να τα σκουπίσει απ’ το θάμπωμα μRimbaud_by_COVOε το μαντήλι του, και μάλλον κοιτώντας έξω από το παράθυρο παρά εσένα, θα αποκρινόταν θρασύς και πανικόβλητος ότι ήταν μια υπόθεση της καρδιάς χάρη στην οποία η γλώσσα στολίζεται σαν νύφη ή από τον Μπωντλαίρ και ύστερα τα μάτια της φτιασιδωμένα, συφιλιδική, αλλά επιφανής και λαμπροστόλιστη, σαν επηρμένη πόρνη…[σ. 30]

Στο άλλο άκρο η μητέρα του Βιταλί, έκβλητη από την υική στοργή, αποκλεισμένη και χλευασμένη, εξαφανίζεται από την σύναξη των ορατών υπάρξεων και καταφεύγει εντελώς μέσα στο γιο της, στην σκοτεινή εκείνη κρύπτη όπου δεν έχουμε συνείδηση των πράξεών μας. Και στην επόμενη ιστορία, ο παρνασσιστής και συμβολιστής Τεοντόρ ντε Μπανβίλ, στον οποίο ο έφηβος Ρεμπώ έστειλε στίχους γεμάτους από θηριώδη φιλοδοξία, δεινότητα ή εργασία, από εκείνο το δαιμόνιο, εκτός αν ήταν…

Rimbaud_in_Harar [Ethiopia]… η υπερφυσική εκείνη ιδιότητα η οποία δεν εκδηλώνεται ποτέ καθαυτή, γύρω από το κεφάλι του ανθρώπου ή μέσα στο σώμα του ζωντανή και ορατή, ούτε φωτοστέφανο, ούτε αλκή, ούτε ομορφιά, ούτε νεότητα, αλλά που εκδηλώνεται ωστόσο σε μηδαμινά αποτελέσματα και την εξακριβώνουμε στην τελειότητα μικρών κομματιών οργανωμένης γλώσσας περισσότερο ή λιγότερο μακροτενών, γραμμένων μαύρο πάνω σε άσπρο. Ξέρουμε ότι τα κομμάτια αυτά είναι εν γένει μηδαμινά. Ποτέ δεν ξέρουμε αν είναι τέλεια, εμείς που τα διαβάζουμε, ή αν στην παιδική μας ηλικία μας το σφύριξαν ότι ήσαν τέλεια, κι εμείς με τη σειρά μας το σφυρίζουμε σε άλλους χωρίς τέλος· εκείνος που τα γράφει δεν το ξέρει περισσότερο, μάλλον λιγότερο, δεν το ξέρει παρά τη στιγμή που ζευγαρώνει τους δωδεκασύλλαβους, τη στιγμή που συναρμόζοντας χωρίς περιχείλωση, σαν εγκοπή και τόρμος αναγαλλιάζουν τραχιά, κλειδώνουν μεταξύ τους με τον θριαμβευτικό κρότο των γνάθων, και τελείωσε·… [σ. 39 – 40]

La_tronche_à_machin_par_Ernest_DelahayeΑν λοιπόν υπάρχει το αόρατο εκείνο φωτοστέφανο που φημίζονται πως έχουν ορισμένοι στο κεφάλι τους και που μεταβιβάζεται σαν μόσχευμα από τους γεροντότερους στους νεώτερους, τότε ήταν ο Μπανβίλ εκείνος από τον οποίο το ζήτησε ο Ρεμπώ. Κι ύστερα, η ορμή προς την ζωή, η αμφιβολία αν πολέμησε μαζί με εκείνους της Κομμούνας, αν είχε την ευχαρίστηση ή την φρίκη να σημαδεύει με το τουφέκι του έναν πρόδηλο εχθρό ή το κακό αυτοπροσώπως, και ξανά στοχασμός και εικασίες πάνω στις φωτογραφίες, η είσοδος του Βερλαίν στην ιστορία, ο έρωτας «που έγινε βλαβερός όπως το συνηθίζει», οι δυο ποιητές κυνηγημένοι από τον συζυγικό παράδεισο στο σπίτι του Κρο ή στο Ξενοδοχείο των Ξένων, αψέντι και ανάθεμα, και στο τέλος ο αλληλοσπαραγμός γιατί οι χαρακτήρες τους ήταν «ιδανικά ενάντιοι όπως είναι ο ήλιος και το φεγγάρι», το μεθυσμένο καράβι που έγραψε σαν να επρόκειτο να πεθάνει, ο αποχαιρετισμός στην Ευρώπη…

Ένα michon 1πυκνό βιβλίο στον γνώριμο, ξέχειλο λογοτεχνικότητας λόγο του Μισόν, που διεκδικεί προσεκτική ανάγνωση λέξη τη λέξη, με μακριές, λεπτές προτάσεις, που κάποτε καλύπτουν και μια ολόκληρη σελίδα, με πλοκάμια υποπροτάσεων και παρεκβάσεων, αυτοαναφορικό και ποιητικό, γεμάτο χρονικές παλινδρομήσεις μέσα στη ζωή του ποιητή αλλά και μεταξύ του τότε και του συγγραφικού τώρα, μια ασφυκτική σύνθεση που προσπαθεί στις λιγότερες δυνατές σελίδες να χωρέσει όλες τις εποχές στην κόλαση, όλες τις φυγές και τις επιστροφές του, τα ποιήματά του μέσα του και τα ποιήματά του μέσα μας.

Εκδ. Ίνδικτος, 2013, μτφ. Ανθή Λεούση, σελ. 145 [Pierre Michon, Rimbaud le fils, 1991]. Στις  ασπρόμαυρες εικόνες ο Ρεμπώ στο Χαράρ της Αιθιοπίας και σχεδιασμένος από τον Ernest Delahaye [La Tronche à Machin, 1875].

Μαρία Πoλυδούρη – Τα ποιήματα

τα μυστικά 1μου όλα σας λέω,/ τώρα που πια δε με μεθάνε

Φιλολογική επιμέλεια – επίμετρο: Χριστίνα Ντουνιά

Θα ενδιαφερόμασταν τόσο πολύ για την ποιήτρια, αν δεν μας συγκινούσε η ιστορία της; αναρωτιέται η Χριστίνα Ντουνιά και αμέσως σπεύδει να αντιστρέψει το ερώτημα: Θα μας απασχολούσε η ζωή της Πολυδούρη, αν δεν ήταν καλή ποιήτρια; Και προσθέτει: αν σήμερα είναι επιτέλους κοινή η πεποίθηση ότι ο Κώστας Καρυωτάκης διαβάστηκε και αγαπήθηκε όχι επειδή αυτοκτόνησε αλλά επειδή είναι καλός ποιητής, το ίδιο συμβαίνει, τηρουμένων των αναλογιών και με την περίπτωση της Πολυδούρη. Απλώς, η ζωή των δύο νέων τρέφει με τόσο συγκλονιστική ειλικρίνεια την ποίησή τους, ώστε δεν είναι εύκολο να απομονώσουμε το έργο τους, όσο και αν μπορεί κάλλιστα να σταθεί αυτόνομο και ανεξάρτητο. Εξάλλου γνωρίζουμε βιογραφίες συγγραφέων που έχουν σε τέτοιο βαθμό ταυτιστεί με το δημιουργικό τους έργο, που μετατρέπουν τα συμβάντα του βίου τους σε λογοτεχνικό γεγονός. [σ. 324]

2Η περίπτωση Πολυδούρη αποτελεί πράγματι εύστοχο παράδειγμα αυτού του φαινομένου: ο αναγνώστης προσλαμβάνει το έργο και τη ζωή της ως ενιαίο κείμενο, η δε σύγκριση με τον Καρυωτάκη αποβαίνει πολλές φορές εις βάρος της, καθώς το έργο της τοποθετείται στο δικό του πεδίο, αγνοώντας την δική της ξεχωριστή δημιουργία. Ιδού λοιπόν ένας πρώτος δείκτης προβληματισμού της ερευνήτριας: η αυτονόμηση της ποίησής της τόσο από ανάλογους παραλληλισμούς όσο και από την ίδια την ζωή της, όσο αυτό είναι δυνατόν, καθώς ο μύθος της μπορεί να μας φωτίσει με άλλους τρόπους στην νέα αυτή ανάγνωση των στίχων της. Αλλά η προβληματική της μελέτης πάνω στο έργο αυτής της τόσο ιδιαίτερης ποιήτριας δεν εξαντλείται εδώ: το ερώτημα που ακολουθεί είναι αν η ποίησή της μπορεί σήμερα να αποτελεί ζωντανό σώμα, κατά πόσο μας εγκαλεί απαιτώντας την ανταπόκρισή μας, αν η συνάντηση μαζί της μπορεί να έχει τα χαρακτηριστικά μιας αυθεντικής ποιητικής ερμηνείας.

3Εδώ λοιπόν συγκεντρώνονται τα ποιήματα της Πολυδούρη που έχουν εντοπιστεί από την φιλολογική έρευνα, δημοσιευμένα ή χειρόγραφα, ενώ παράλληλα δηλώνεται η πηγή τους. Περιλαμβάνονται συνεπώς οι εκδοθείσες ποιητικές συλλογές της – Οι τρίλλιες που σβήνουν [1928], Ηχώ στο χάος [1929] -, ποιήματα ανέκδοτα, ημιτελή και ποιητικές μεταφράσεις της από το Αρχείο της, που απόκειται στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ), και από το Αρχείο των ανιψιών της Νόρας και Ευγένιου Πολυδούρη αλλά και αθησαύριστα ποιήματά της δημοσιευμένα σε περιοδικά και εφημερίδες. Η περιπέτεια του αρχείου της ποιήτριας είναι γνωστή: η ίδια, την παραμονή του θανάτου της κατέστρεψε ένα μεγάλο μέρος της αλληλογραφίας της και παρέδωσε το μεγαλύτερο μέρος του στην φίλη της ποιήτρια Μυρτιώτισσα. Αργότερα το αρχείο της πέρασε στα χέρια της Τατιάνας Σταύρου και πλέον στο Ε.Λ.Ι.Α.

Η εισαγωγή της επιμελήτριας καλύπτει όλες τις διακλαδώσεις της πορείας των γραπτών της ποιήτριας. H έλλειψη συστηματικών μελετών για το έργο της αλλά και την σημασία του για τον σύγχρονο αναγνώστη οδήγησε στον εμπλουτισμό του τόμου με δυο εργασίες, μια με εργοβιογραφικά στοιχεία και μια εκτενή μελέτη για την γραφή της και τις περιπέτειες 4της πρόσληψής της. Εδώ αξιοποιείται και υλικό από ανολοκλήρωτο αυτοβιογραφικό κείμενό της και δύο ανέκδοτες βιογραφίες της συνταγμένες από την αδελφή της Βιργινία.

Πόσα δεν πέρασε η αναγνωστική διαδρομή αλλά και η φιλολογική πρόσληψη των ποιημάτων της! Μια σειρά από (θα τολμούσα να τα χαρακτηρίσω) πέπλα, λες και κάλυπταν κάθε καθαρή ματιά στον στιχουργημένο της κόσμο: πρώτα τα στερεότυπα περί εύθραυστης θηλυκότητας και γυναικείας γραφής εν γένει, περί απλοϊκών τετράστιχων και έντονου μελοδραματισμού, περί της εύκολης τέχνης του εξομολογητικού και του ευανάγνωστου στίχου· ύστερα η δημοσιογραφική – βιογραφική προσέγγιση μιας μυθιστορηματικής ζωής με αποκορυφώματα τον ματαιωμένο έρωτα, την σύντομη νεότητα και τον πρόωρο θάνατο, και τέλος η ίδια η σπάνια προσωπικότητά της, που θάμπωνε κι αυτή με τον τρόπο της την εκ μέρους μας απρόσκοπτη βίωση της γραφής της: όμορφη και ευαίσθητη, δημιουργική και δημοφιλής, ασυμβίβαστη, κοινωνικά ανήσυχη, φεμινίστρια. Ένα ένα αυτά τα πέπλα παραμερίζονται ή χρησιμοποιούνται μόνο όσο, όπως και όταν χρειάζεται – ώστε να φτάσουμε στον πυρήνα της ποίησής της.

9Σε μια τέτοια διαφορετική οπτική, ένα από τα εννιά κεφάλαια της μελέτης αφιερώνεται στην ζωή της ποιήτριας στην τρίτη θέση του σανατόριου «Σωτηρία», όπου η Πολυδούρη αφέθηκε στην δραματική πορεία της ασθένειάς της ύστερα από έναν αυτοκαταστροφικό παρισινό χειμώνα. Το μικρό της δωματιάκι από θάλαμος μελλοθανάτων μεταβλήθηκε σε εργαστήριο συγγραφής όλων της σχεδόν των ποιημάτων, σπουδαστήριο, σαλόνι υποδοχής φίλων και συγγραφέων. Εκείνη αντιμετώπιζε με αμφιθυμία όλο αυτό το προσκύνημα ετερόκλητων προσωπικοτήτων, ενώ απευχόταν και την δημοσιοποίηση της τραγικής της κατάστασης, που τελικά δεν απέφυγε. Ενέπνευσε τον άσημο τότε Γιάννη Ρίτσο σε ποιητικές και ημερολογιακές καταγραφές, την Γα­λά­τεια Κα­ζα­ντζά­κη στο μυθιστόρημα Γυ­ναί­κες αλλά και τον Κοσμά Πολίτη στην Εκάτη. Η ποιήτρια προβλήθηκε και αγαπήθηκε μέσω του μύθου της Σωτηρίας αλλά και εδώ η αξιολόγηση του έργου της έμεινε για πολύ καιρό σε ένα ιδιότυπο περιθώριο.

8Αυτή ακριβώς η αποτίμηση γίνεται εδώ και εκτιμά ότι η Μαρία Πολυδούρη υπήρξε όχι μόνο η πιο συναρπα­στι­κή ποιή­τρια του με­σο­πο­λέ­μου αλλά και μία α­πό τις πιο εν­δια­φέ­ρου­σες ποιη­τι­κές φω­νές της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας του ει­κο­στού αιώ­να. Η ποίησή της χαρακτηρίζεται από μια σπάνια συναισθηματικότητα που αγνοεί τους μελοδραματισμούς, έντονο στοχαστικό και αναστοχαστικό στοιχείο, συνύπαρξη του πνευματικού με το συγκινησιακό, ιδιαίτερη μουσικότητα, αντικομφορμιστική αδιαφορία για μέτρα και μορφές, ποικίλες επιρροές – από τον Σολωμό και τον Καρυωτάκη μέχρι τους Γάλλους καταραμένους, αλλά και μια ξεχωριστή εκλεκτική συγγένεια με την Marceline Desbordes-Valmore. Κατέθεσε το δικό της, απόλυτα προσωπικό όραμα για τον κόσμο και έγραψε με τολμηρή ερωτική εκφραστικότητα. Είδε το ερωτικό πάθος ως μέσο και σκοπό και τον έρωτα ως τρόπο απελευθέρωσης στην τέχνη και την ζωή, σχετιζόμενο με το στανταλικό amour – passion.

7Η μελέτη της Χ. Ντουνιά καλύπτει όλες τις παραμέτρους του θέματος: την κριτική από τους κρι­τι­κούς και τους ι­στο­ρι­κούς της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας αλλά και τους σύγχρονούς της λογοτέχνες (από την υποτίμηση εκ μέρους των Δη­μα­ρά, Βίτ­τι, Πολίτη μέχρι τη θετική άποψη των Κ. Πα­ρά­σχου, Τ. Άγρα, Κ. Ου­ρά­νη, Α. Κα­ρα­ντώ­νη, Β. Λεοντάρη κ.ά.). Η μεταπολεμική κριτική υπήρξε δύσπιστη στο βιωματικό και βιογραφικό στοιχείο και εστίαζε αποκλειστικά στο έργο και στα «εσωτερικά στοιχεία». Ένα ακόμα στοιχείο της μεταπολεμικής συγκυρίας,  η έντονη ανάγκη για συλλογικότητες, δεν συμβιβαζόταν με τον έντονα προσωπικό της λόγο.

6 Μαρία Πολυδούρη 1920 ΕΛΙΑΗ ερευνήτρια θα συνεχίσει να εργάζεται πάνω στη γραφή της Πολυδούρη, συνεχίζοντας με την έκδοση των πεζών της, μεταξύ των οποίων και μια «αφηγηματικά πρωτοποριακή» νουβέλα. Ίσως, με την φροντίδα της να επαληθεύεται εκείνος ο στίχος από τα χάη της ποιήτριας: τώρα που είναι αμέθυστη από τα μυστικά της, όλα να μας αποκαλύπτονται ένα ένα… Και να μας οδηγούν σε μια νέα ανάγνωση εκείνης της «διανοούμενης που την κυβερνά το ένστικτο» αλλά και την χαρακτηρίζει η κριτική στάση απέναντι στην υποκριτική ηθική και τις κοινωνικές ανισότητες, εκείνης της εξεγερμένης συνείδησης που ύμνησε τον έρωτα και έγραφε σε επιστολή σε φίλο της το 1927: Το να μπορώ να γράψω είναι η υπέρτατη ευτυχία μου και η μοναδική.

Εκδ. Εστία, 2014, σελ. 398.