Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 501 (Νοέμβριος 2009)

Σοβιετική Ένωση 1949. Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, εκ γενετής καρδιοπαθής, δια παντός αποβληθείς από τα σχολεία της επικράτειας λόγω σύνδεσης με το ΕΑΜ, πολεμιστής των βουνών και ξεναγός του Ελυάρ στον Γράμμο, καταφεύγει στην 14η πολιτεία πολιτικών προσφύγων στην Τασκένδη, τορναδόρος σε εργοστάσιο. Φυματίωση, Βουκουρέστι, Μόσχα, Σόνια Ιλίνσκαγια, εδώ τρις εις θάνατον ερήμην, αργότερα στέρηση ελληνικής ιθαγένειας, επιστροφή το 1974.

Ένας εκπληκτικός άνθρωπος, ένας συγγραφέας της κοινωνικής ευθύνης και της ηθικής τάξης, μια ακατάπαυστη εργατική πνευματική μηχανή που έγραφε τα πάντα, χωρίς τις αναγκαστικές διακρίσεις των ειδών. Νομίζω κανένας συγγραφέας της λογοτεχνικής πράξης, που κοιτάει να κάνει τη δουλειά του όσο μπορεί καλύτερα, δεν παίρνει της μετρητοίς τους επιστημονικούς ορισμούς. Πλησιάζει ό,τι του έρχεται καλύτερα κι απ’ αυτό που θα πάρει τίποτα δεν του είναι υποχρεωτικό… Θα βρεθούν όλα μόνα τους πάνω στη ζεστή σχέση με το αντικείμενο. Γνώστης όσο ελάχιστοι της ρωσικής πολιτισμικής παράδοσης, μετέφρασε και παρουσίασε τους ρώσους συγγραφείς, συνέγραψε βιογραφικές μυθιστορίες και εκτενείς παρουσιάσεις τους (όπως τα Ο Μαγιακόφσκι. Τα εύκολα και τα δύσκολα και Όσιπ Μαντελστάμ. Στην Πετρούπολη θα σμίξουμε πάλι).

Το αφιέρωμα του τεύχους, με κείμενα της «Υπουργού των Εξωτερικών» του Σόνιας Ιλίνσκαγια, της Ελένης Κεχαγιόγλου (υπεύθυνης λογοτεχνίας των εκδ. Ελληνικά Γράμματα που φροντίζουν το πλήρες έργο του), της Ευγενίας Κριτσέφσκαγια, του Αλέξη Ζήρα κ.ά. και μερικές υπέροχες φωτογραφίες είναι πλήρες. Όσο προσπαθώ να δω τις επιρροές που ασκήθηκαν πάνω μου από άλλους, πάλι καταλήγω εκεί, τα περισσότερα μου τα καθόρισε ο τρόπος ζωής μου.

Θεσσαλονίκη, 1955. Εκδίδεται το περιοδικό Νέα Πορεία που κρατάει μέχρι το 2007, έτος θανάτου του Τηλέμαχου Αλαβέρα, εκδότη του από τα μέσα του ’70. Πολλοί αγαπήσαμε έως φετιχισμού το περιοδικό του απαράλλακτου εξώφυλλου με το διαφορετικό κάθε φορά χρώμα, που δεν ήταν μια απλή προθήκη συνεργασιών αλλά ένα μικρό θησαυροφυλάκιο κειμένων και μελετών. Φέτος βγήκε το τελευταίο του, το 626ο τεύχος ως ύστατη παραμυθία για τα τελευταία δυο χρόνια. Και τι δε θα ’δινα για να έβρισκα τα τόσα παλιά τεύχη που μου λείπουν. [128 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

Βικτόρ Σερζ, Αναμνήσεις ενός επαναστάτη

Το έπος της συλλογικής ψύχωσης

«Διωγμένοι από το κόμμα, διότι είχαν προτείνει την «καινούργια πορεία», οι νέοι άνδρες προτίμησαν για τον εαυτό τους το πιστόλι. Οι νέες γυναίκες, καθένας το ξέρει, προτιμούν το βερονάλ. Πώς να ζήσεις όταν το κόμμα σού αρνείται το δικαίωμα να το υπηρετήσεις; Αυτός ο κόσμος που γεννιέται μας καλεί, και εμείς του ανήκουμε – και να που στο όνομά του κάποιος μας φτύνει στα μούτρα. «Είστε ανάξιοι…» Ανάξιοι διότι είμαστε η συσπασμένη σάρκα της επανάστασης και η εξοργισμένη σκέψη της; Καλύτερα να πεθάνουμε. Η καμπύλη των αυτοκτονιών ανεβαίνει». (σ. 285)

Ο Σερζ ξεκίνησε να γράφει ουσιαστικά τη στιγμή ακριβώς που οι φωνές των μεγάλων Ρώσων συγγραφέων της δεκαετίας του ’20 σιωπούσαν από τις αυτοκτονίες, τη λογοκρισία και τις συλλήψεις· υπήρξε δε ο μόνος Ρώσος συγγραφέας της μετα-επαναστατικής γενιάς που επιβίωσε του σταλινισμού και συνέχισε να γράφει παρά τις αμέτρητες δυσκολίες. Σε αντίθεση με την συναρπαστική Υπόθεση Τουλάγεφ (από τις ίδιες εκδόσεις, 2007) της μυθιστορηματικής μορφής των δέκα κεφαλαίων – αντίστοιχων ιδιαίτερων πορτρέτων γύρω από έναν κοινό πυρήνα, οι Αναμνήσεις, φιλοδοξώντας ακριβώς να αποτελέσουν ένα αχανές σώμα βιωμένης μνήμης από τα θυελλώδη προεπαναστατικά, επαναστατικά και μεταγενέστερα χρόνια, είναι αδύνατο να περιοριστούν στα πλαίσια ενός συμπαγούς παραδοσιακού μυθιστορήματος.

Ως εκ τούτου, πρόκειται για «μυθιστόρημα» καταθρυμματισμένο σε αναρίθμητα σπαράγματα αφηγήσεων, περιγραφών και απομνημονευμάτων των περιόδων της ρωσικής κοσμογονίας (προ-επαναστατικά κινήματα, επανάσταση, εμφύλιος, σταλινική αντεπανάσταση, εξόντωση επαναστατών): κάθε σελίδα και μια προσωπογραφία, κάθε κεφάλαιο και μια πινακοθήκη εξαιρετικών ανθρώπων, πνευματικών μορφών, τιποτένιων ανθρωπάκων, ενθουσιωδών ομάδων, συγχυσμένων συλλογικοτήτων, παρασυρόμενων μαζών, πόλεων σε αναβρασμό ή παρακμή. Η επανάσταση ως μια δίνη που συμπαρέσυρε εκατομμύρια ανθρώπους στον στρόβιλό της.

Ο Σερζ ταξίδευε ανά τις πόλεις της Ευρώπης και της ΕΣΣΔ αναλαμβάνοντας μυριάδες καθήκοντα, προσπαθώντας να συνδυάσει επαναστατικό ιδεαλισμό και ελεύθερο ατομικισμό, συχνά αντιφατικός μα πάντα ενθουσιώδης, απογοητευμένος από την Κροστάνδη και αντίθετος στο δόγμα περί κατοχής της αλήθειας από το κόμμα και τον ηγέτη, βάζοντας την ηθική πάνω από την πολιτική, φωνάζοντας για ελευθερία σε κάθε άνθρωπο κι όχι μόνο τους εκλεκτούς του κόμματος. «Δεν ζει κανείς ποτέ μόνο για τον εαυτό του, δεν ζει κανείς ποτέ μόνο με τον εαυτό του, πρέπει να ξέρει ότι και η πιο οικεία σκέψη, η πιο προσωπική, συνδέεται με χιλιάδες δεσμούς με τη σκέψη του κόσμου». (σ. 79)

Ήταν παρών όταν οι πόλεις άρχισαν να σκοτεινιάζουν και οι πληθυσμοί να υποφέρουν από την πείνα, όταν οι πρώην επαναστάτες διχάζονταν σε αλλεπάλληλες μεταβολές διοικούντων και διοικούμενων, πολιτικές διαφωνίες και πνευματικές αναταραχές, όταν τα οράματα ξεπερνιούνταν από τα ίδια τα γεγονότα. Έζησε την αποπνικτική δικτατορία των αμέτρητων γραφείων και υπηρεσιών, «όπου η εργασία δεν σταματούσε ποτέ», τις «συσκέψεις για ανέφικτα προγράμματα», τα παγωμένα διαμερίσματα της Πετρούπολης όπου έκαιγαν τα βιβλία για να ζεσταθούν, την αναστολή της σεξουαλικότητας από τον επαναστατικό ασκητισμό ή την πείνα, τον συμβιβασμό των πνευματικών ανθρώπων που αναγκάζονταν να περιοριστούν σε μικρά άχρωμα άρθρα στις επιθεωρήσεις της Διεθνούς. Άκουσε τον Γκεόργκ Λούκατς να του λέει «θα ήταν κουτό για μια μικρή ταπείνωση να ψηφίσετε προκλητικά, να εξοριστείτε… Πιστέψτε με, οι ταπεινώσεις δεν έχουν μεγάλη σημασία για μας». Έζησε εκ των έσω το συναίσθημα της παράλυσης από τα επίσημα ψέματα ή του Τύπου, τους ανθρώπους που ζούσαν «με γενναιότητα μέσα στο φόβο», αναζητούσαν τους δήμιους για να μάθουν απ’ αυτούς τις τελευταίες στιγμές των φίλων τους, συλλαμβάνονταν, αν και τυπικά αθώοι, επειδή υπήρχε «κάτι ανεπαίσθητο στο βάθος των φακέλων τους» ή εκτελούνταν ενώ το έγγραφο αναστολής ή χάρης βρισκόταν στο πιεστήριο.

Αυτός ο «διχασμένος άνθρωπος της Ευρασίας» (σύμφωνα με αυτοαναφορικό του στίχο) που ταλαντευόταν συνεχώς ανάμεσα στην στρατευμένη του ζωή και την αδέκαστη γραφή του, ανάμεσα στη θεωρία και την πραγματικότητα, προσπαθούσε να μεταφέρει στο χαρτί γιατί και πως «αυτό που είχε κατακτηθεί το πρωί, συχνά χανόταν το βράδυ». Αντιμετώπιζε τη λογοτεχνία ως ένα μέσο κοινωνίας ιδεών, ως μόνη ευκαιρία για ισχυρή δικαίωση, ως ένα τρόπο συμμετοχής στο κοινό πεπρωμένο, ως μια μαρτυρία για την ζωή των επαναστατικών μαχητών, στοχαστών και απλών ανθρώπων που δεν διανοήθηκαν να ζήσουν έξω από τη Ρωσία, μα και δεν μπορούσαν να αναπνεύσουν μέσα σε αυτήν. Ακόμα κι όταν οι ποιητές άρχισαν να αυτοκτονούν (μια σφαίρα στο στήθος του Μαγιακόφσκι, μια λάμα ξυρίσματος στη χούφτα του Εσένιν), εκείνος παρά την ψυχική του συντριβή συνέχισε να συνθέτει το ψυχολογικό διάγραμμα της σοβιετικής λογοτεχνίας, από τον πρώιμο ένθερμο ενθουσιασμό στην εποχής της λογοκρισίας και της απελπισίας.

Με βαθιές ρίζες στη γαλλική και την ρωσική λογοτεχνική παράδοση, έχοντας ασχοληθεί με την μετάφραση κειμένων των προ-επαναστατικών Ρώσων μοντερνιστών, χρονικογράφος και κριτικός κατά την σύντομη μετα-επαναστατική λογοτεχνική αναγέννηση, ο Σερζ μοιάζει να εμπνέεται από κάθε μοντέρνα γραφή του καιρού του, από τους Ντος Πάσος και Πίλνιακ ως τον Φρόυντ, τον Τζόυς, τον Γκράμσι, τους Μεγάλους Ρώσους – όπως εύστοχα διαπιστώνει στο επίμετρό του ο Ρίτσαρντ Γκρίμαν. Και κάπως έτσι επιχειρεί μια χειμαρρώδη καταγραφή της υλικής και της ασυνείδητης ζωής των μαζών και του τότε Μοντέρνου Κόσμου και της Επανάστασης, που νίκησε όλους τους εξωτερικούς κινδύνους μα αγνόησε «τον κίνδυνο μέσα τους» και διαβρώθηκε από την ψύχωση της άτεγκτης εξουσίας. Κι ίσως γι’ αυτό ο αρχικός τίτλος του χειρογράφου ήταν «Τα Μαύρα Χρόνια», κι ένας μεταγενέστερος το «Αναμνήσεις από κόσμους που χάθηκαν». Η έκδοση είναι υπερπλήρης, με παράρτημα έξι κειμένων, εκατοντασέλιδες σημειώσεις του συγγραφέα, βιογραφικά στοιχεία, ενδεικτική βιβλιογραφία και ευρετήριο.

«Αν σχεδιάζω αυτά τα πορτρέτα … είναι διότι ξεσκεπάζουν μια ατμόσφαιρα και τις σκοτεινές απαρχές μιας ψύχωσης. Η ΕΣΣΔ ολόκληρη επρόκειτο πολύ αργότερα, στη διάρκεια των τραγικών χρόνων, να ζήσει όλο και πιο έντονα αυτή την ψύχωση που αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, ένα μοναδικό ψυχολογικό φαινόμενο μέσα στην ιστορία» . (σ. 300)

Εκδόσεις Scipta, 2008, μτφρ. Ρεβέκκα Πεσσάχ, επιμ. Στέφανος Ροζάνης, σελ. 815 (Victor Serge, Mémoirs d’ un Révolutionnaire).

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 19, Φθινόπωρο 2009.