Δημήτρης Δουλγερίδης – Δεύτερη ανάγνωση. Οι συνεντεύξεις, εκτός από το έργο τους

Στοχασμών αποστάγματα

Υπάρχει ένας σωστός τρόπος να αγαπάς τη γη σου, την ταυτότητά σου, το σπίτι που έχεις γεννηθεί, την ντοπιολαλιά σου, αλλά και υπάρχει και λανθασμένος τρόπος. Υπάρχουν πρόσωπα που έζησαν στην επαρχία διατηρώντας αυτή την ανάσα του οικουμενικού, νιώθοντας την παγκοσμιότητα. Οι Εβραίοι των μικρών κοινοτήτων στα βιβλία του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ δεν είναι ασφαλώς λιγότερο οικουμενικοί από τα πρόσωπα των μυθιστορημάτων που τοποθετούνται στο Παρίσι ή τη Νέα Υόρκη. Η επαρχία προκαλεί συχνά μια εμμονή με την ταυτότητα και υπό αυτή την έννοια είναι ασφυκτική… υποστηρίζει ο Κλαούντιο Μάγκρις [σ. 160], πιστός στην προσωπική του πνευματική πορεία αλλά και στους διαχρονικούς του προβληματισμούς για τα σύνορα, τις γέφυρες και την ενδιάμεσή τους λογοτεχνία.

Στην ίδια συνομιλία παραδέχεται για άλλη μια φορά πως ήταν η Τεργέστη που τον έκανε να αισθανθεί την αξία αλλά και τους κινδύνους της γης των συνόρων, που άλλοτε γίνεται γέφυρα για να συναντήσεις τον Άλλο και άλλοτε ένα τείχος για να τον κρατήσεις μακριά. Η εμμονική με την ταυτότητά της πόλη διατηρούσε ταυτόχρονα και την αμφιβολία της για την εν λόγω ταυτότητα, κι ίσως γι’ αυτό, προσθέτει, είχε σπουδαία λογοτεχνία: Όταν δεν ξέρεις καλά τι είσαι, το έδαφος στο οποίο μπορείς να ρισκάρεις για ν’ ανακαλύψεις την ταυτότητά σου είναι η λογοτεχνία…

Ο Ίαν Κέρσοου, που μαζί με τον Μαρκ Μαζάουερ αποτελούν τους δύο σύγχρονους πυλώνες της εκλαϊκευμένης εκδοχής της Ιστορίας που δεν χάνει ποτέ τα επιστημονικά της διαπιστευτήρια, εξερευνά τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια το ναρκοθετημένο πεδίο του Ναζισμού. Στους δυο τόμους του για τον Χίτλερ κυριαρχεί τόσο η ιδέα της χαρισματικής προσωπικότητας που εμπνέει λατρεία όσο και το εργάζεσθαι υπέρ του Φύρερ, η ριζοσπαστική δράση των μεσαίων και κατώτερων επιπέδων της ναζιστικής γραφειοκρατίας, προς υλοποίηση της βούλησης του ηγέτη τους – σε κάθε περίπτωση πάντως μακριά από την δαιμονοποίησή του. Επιπρόσθετα επιβεβαιώνεται η δική του υπόθεση εργασίας, πως σε ακραίες συνθήκες, οι «κανονικές» καθημερινές έγνοιες απορροφούν τόση ενέργεια, ώστε να αυξάει σημαντικά η αδιαφορία απέναντι την απανθρωπιά, και κατ’ επέκταση η υποστήριξη ενός απάνθρωπου πολιτικού συστήματος.

Όπως πρόσφατα υποστήριξε ο Κέρσοου, η Γερμανία οδεύει προς μια σημαντική αλλαγή του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνεται την περίοδο του Τρίτου Ράιχ, δίνοντας πλέον έμφαση στη συνέργεια του λαού, ενώ σταδιακά εξαλείφεται η μεταφυσική προσέγγιση του ναζιστικού φαινομένου. Επιμένοντας πάντα πως η ερμηνεία και όχι η ηθική καταδίκη πρέπει να είναι το κλειδί στην καταγραφή της Ιστορίας, προσπαθεί να είναι ακριβοδίκαιος απέναντι στα δυο μεγέθη, τόσο στην προσωπικότητα των ηγετών όσο και τις ευρύτερες δομές εξουσίες, την πολιτική κουλτούρα και τα συστήματα αξιών που την επηρεάζουν.

Ο Κέρσοου συζητά ακόμα θέματα όπως οι «λογικές» ρίζες της εξόντωσης των Εβραίων της Ευρώπης – επιμένοντας όμως πως εκτός από τα SS και την Αστυνομία, το ναζιστικό κόμμα και οι συνεργάτες του, η Βέρμαχτ, ο γραφειοκρατικός μηχανισμός και η βιομηχανική ελίτ ήταν επίσης συνεργοί στο Ολοκαύτωμα έστω και με διαφορετικό εμπλοκής ο καθένας -, την «κουλτούρα του Φύρερ» (μια πλατιά βάση στήριξής του στο επίπεδο της κοινωνίας των πολιτών) αλλά και το γεγονός ότι στην περίπτωσή του είναι ευκολότερη η περιγραφή του ως μανιακού και τρελού, καθώς αποτελούσε τον δημιουργό ενός συστήματος, σε αντίθεση με τον Στάλιν που αποτελούσε προϊόν του.

Από τον ζόφο του παρελθόντος στον προβληματισμό του σήμερα, ο Γάλλος ισλαμολόγος Ολιβιέ Ρουά έχει (στο Παγκοσμιοποιημένο Ισλάμ) ανατρέψει την δοξασία ότι ο φονταμενταλισμός είναι η άμυνα των παραδοσιακών κοινωνιών απέναντι στο κύμα της νεωτερικότητας, υποστηρίζοντας, αντίθετα, ότι αποτελεί ταυτόχρονα προϊόν και παράγοντα της ίδιας της νεωτερικότητας. Από τη στιγμή που η παγκοσμιοποίηση απέκοψε τις θρησκείες από το παραδοσιακό τους περιβάλλον (οικογένεια, κοινότητα), το Ισλάμ ανήκει στους μοντέρνους, όχι στους μεσαιωνικούς καιρούς. Ο Ρουά είδε για πρώτη φορά στο Ιράν και το Αφγανιστάν με ποιον τρόπο μπορεί το Ισλάμ να λειτουργήσει ως πολιτικό εργαλείο – στην πρώτη περίπτωση οι μουλάδες ενσάρκωσαν την πολιτική εις βάρος της θρησκείας, στην δεύτερη οι ισλαμιστές απομάκρυναν το προηγούμενο κομμουνιστικό καθεστώς. Οι σύγχρονες όμως συγκρούσεις στη Βόρεια Αφρική έχουν όμως το αίτημα για σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στις πολιτικές επιδιώξεις και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις.

Η ισλαμοποίηση της αραβικής κοινωνίας τα τελευταία σαράντα χρόνια δεν έχει οδηγήσει σε νίκη του πολιτικού ριζοσπαστισμού – συνήθως κυριαρχούν οι τοπικοί ιμάμηδες και οι ιεροκήρυκες. Οι θρησκευτικοί καθοδηγητές χάνουν τη νομιμοποίησή τους και κυρίως η νέα γενιά παύει να ακολουθεί τους χαρισματικούς θρησκευτικούς ηγέτες, αλλά, αντίθετα, προσπαθεί να κατασκευάσει ένα καινούργιο brand name για το Ισλάμ, μέσα από το ίντερνετ και τα κοινωνικά δίκτυα – σε κάθε περίπτωση πάντως ασκεί μια εξατομικευμένη μορφή της θρησκευτικότητας και προσπαθεί να ενταχθεί στην κυρίαρχη κουλτούρα. Οι νέοι έχουν την πεποίθηση ότι η θρησκεία αποτελεί μια υπόθεση προσωπική και κανείς δεν πρέπει να τους διδάξει αυτό που μπορούν να μάθουν μόνοι τους.

Είναι πλέον φανερό πως οι πολίτες δεν έχουν ανάγκη την ισλαμική πίστη για να εφαρμόσουν το νόμο, ενώ αναγνωρίζεται η ανάγκη εκδημοκρατισμού και η ποικιλομορφία στην προσωπική έκφραση. Το πρόβλημα πλέον με τους ριζοσπάστες ισλαμιστές, λέει ο Ρουά, είναι τι θα κάνουν με την θρησκεία εντός μιας δημοκρατίας κι αυτό αποτελεί μια από τις μελλοντικές προκλήσεις. Άλλωστε στις κοσμικές κοινωνίες ή όπου επικρατεί η διάκριση κράτους και Εκκλησίας δεν ανήκει στην αρμοδιότητα κανενός κρατικού αξιωματούχου να αποφασίσει τι είναι αποδεκτό στη θρησκεία. Τα κράτη οφείλουν να αποστασιοποιούνται από τη θεολογική διαμάχη, που αφορά τους πιστούς. Η θρησκευτική έκφραση ανήκει στα ατομικά και όχι στα συλλογικά δικαιώματα.

O κοινωνιολόγος Ρίτσαρντ Σένετ στρέφει τους προβληματισμούς του στην αφήγηση του δημόσιου και ιδιωτικού χώρου στον δυτικό πολιτισμό, περιγράφοντας την μάχη ανάμεσα στην πόλη και το άτομο, ανάμεσα στη δημόσια έκθεση και τον προσωπικό ναρκισσισμό και, εν τέλει, τον ατομικισμό που δημιουργείται και τρομάζει. Η αμερικανική κοινωνία εδώ εκφράζει ένα τρομερό παράδοξο: ενώ έδωσε τόση σημασία στην αξία του ατόμου, κατέληξε κομφορμιστική. Στο ερώτημα πώς συνέβη αυτό η συνήθης απάντηση είναι ο ατομικισμός: είναι τόσο ισχυρός ώστε να αποκλείει την έννοια της συλλογικής διεκδίκησης. Ο Σένετ υποστηρίζει πως η Αριστερά της εποχής έχει αρνηθεί την ευχαρίστηση, το χιούμορ, την ευφυΐα, την κοινωνικότητα και τοποθετεί τον εαυτό του σε μια Αριστερά που δεν εστιάζει τόσο στη σύγκρουση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, όσο στους τρόπους ενίσχυσης της ανοιχτής κοινωνίας, σε σημείο ακόμα και ν’ αποδέχεται τον καπιταλισμό ακριβώς για να υπηρετήσει την κοινωνία και όχι το αντίθετο.

Ήμουν πολέμιος κι εξακολουθώ να είμαι της άποψης για την συνέχεια και το αμετάβλητο της ελληνικής γλώσσας. Όπως ήμουν αντίθετος και με την κόντρα αρχαίας και νέας γλώσσας, που προσωποποιήθηκε ως κόντρα Μαρωνίτη – Χρηστίδη και Μπαμπινιώτη. Η άλλη πλευρά ισχυριζόταν ότι χωρίς τα δεκανίκια της αρχαίας γλώσσας η νέα δεν στέκεται. Η δική μου αντίρρηση είναι η άρση αυτής της ιδεοληψίας. Η νέα γλώσσα έχει επάρκεια φτάνει να διδαχτεί σωστά και να ασκηθεί με τρόπο που ευνοεί την εξέλιξή της. Αν θέλεις, και με την αναγκαιότητα ανεφοδιασμού προς τα πίσω…υποστηρίζει ο Δημήτρης Μαρωνίτης [σ. 149] στην δική του βαθύτατη εξομολόγηση. Ο Μαρωνίτης μιλάει για μετάφρασή του στην Ιλιάδα και την αίσθηση της απόλυτης ισοτιμίας της αρχαίας με τη νέα ελληνική γλώσσα με την οποία την εμπότισε, την συνάντηση των δύο γλωσσών και την δημιουργία ενός τρίτου σημείου τριβής όπου το αρχαίο κείμενο ξυπνάει και διεγείρει τη νέα ελληνική. Ο πειρασμός και η γοητεία είναι να δει κανείς πόσο η νεοελληνική γλώσσα υποδέχεται ως δικά της στοιχεία τα αρχαιοπρεπή.

Το βιβλίο συμπληρώνεται με συνομιλίες με τους Ρενέ Ζιράρ, Τζωρτζ Στάινερ, Χάρολντ Μπλουμ και Τζούντιθ Χέριν. Όπως είναι φανερό, το σύνολο των συνεντεύξεων με παρεμβατικούς στοχαστές της εποχής μας που ανέλαβε ο δημοσιογράφος Δημήτρης Δουλγερίδης, ορισμένες από τις οποίες έχουν δημοσιευτεί στον ημερήσιο Τύπο ή σε περιοδικά για το βιβλίο, είναι γεμάτο από ανάλογα αποστάγματα πολύτιμων στοχασμών.

Εκδ. Πόλις, 2012, σελ. 165.

José Ortega Y Gasset – Αισθητικό τρίπτυχο

Λόγος πάντα γόνιμος

Είναι λάθος να παρουσιάζεται το μυθιστόρημα – και αναφέρομαι κυρίως στο σύγχρονο – σαν ένα απέραντο σύμπαν από το οποίο μπορούν να εξάγονται ες αεί νέες φόρμες. Θα ήταν καλύτερα να το φανταστούμε σαν ένα ορυχείο τεράστιων αλλά περατών διαστάσεων. Υπάρχει στο μυθιστόρημα ένας ορισμένος αριθμός πιθανών θεμάτων. Οι εργάτες των πρώτων χρόνων βρήκαν με ευκολία νέα κομμάτια, νέες μορφές, νέα θέματα. Οι σημερινοί συνειδητοποιούν, απεναντίας, ότι δεν απομένουν παρά μόνο μικρές και βαθιές λίθινες φλέβες…

… έγραφε ο Ορτέγκα Υ Γκασσέτ μόλις το 1925 περί το μυθιστόρημα στοχαζόμενος [Ιδέες για το μυθιστόρημα, τρίτο και τελευταίο μέρος του παρόντος τρίπτυχου]. Ο ίδιος βέβαια τόνιζε πως ποτέ δεν μπορούμε να πούμε με μαθηματική ακρίβεια ότι ένα είδος έχει πλήρως αναλωθεί, παρά μόνο εμπειρικά, με ικανοποιητική προσέγγιση. Όμως είναι σχεδόν αδύνατο, τόνιζε, να βρει κανείς νέα θέματα κι αυτός είναι ο πρώτος παράγοντας της τεράστιας αντικειμενικής δυσκολίας που προϋποθέτει η σύνθεση «ενός αποδεκτού μυθιστορήματος στο ύψος των μοντέρνων καιρών». Για κάποιο καιρό τα μυθιστορήματα μπόρεσαν να υπάρξουν μόνο χάρη στο νεωτερισμό των θεμάτων τους. Όσο εκείνα εξαντλούνταν, μεγάλωνε κι η απαίτηση για θέματα «πιο νέα», μέχρις ότου κορεσθεί η ικανότητα του αναγνώστη να εκπλήσσεται. Εν τούτοις το αναπόφευκτο φαινόμενο δεν έπρεπε να απογοητεύει τους συγγραφείς. Κάθε έργο τελειότερο από το προηγούμενο, υποστήριζε, ακυρώνει το τελευταίο και όλα τα υπόλοιπα της ίδιας κατηγορίας και «εκμηδενίζει λεγεώνες έργων που άλλοτε έχαιραν εκτίμησης».

Δεν ήταν όμως ο πρώτος. Ήδη το 1882 ο Στίβενσον σημείωνε πως οι βρετανοί αναγνώστες περιφρονούσαν ελαφρώς τις περιπέτειες και θεωρούσαν πως ήταν πολύ περίτεχνο να γραφτεί ένας μυθιστόρημα χωρίς πλοκή, ή έστω, με στοιχειώδη πλοκή. Σαράντα περίπου χρόνια μετά ο Ορτέγκα Υ Γκασσέτ επιχειρούσε να τεκμηριώσει την παρατήρηση του Στίβενσον, υποστηρίζοντας ότι το μυθιστόρημα δράσεως έχει εξαντλήσει πλέον τις δυνατότητές του, ότι είναι πια πολύ δύσκολο να επινοήσει κανείς μια περιπέτεια ικανή να ερεθίσει την ανώτερη ευαισθησία μας και ότι τον 20ό αιώνα η σκυτάλη περνά στο «ψυχολογικό» μυθιστόρημα που εστιάζει στους χαρακτήρες. Ο μεγάλος Μπόρχες εξέφρασε την απόλυτη διαφωνία του: Όλοι μας μουρμουρίζουμε θλιμμένα ότι ο αιώνας μας δεν είναι ικανός να υφάνει ενδιαφέρουσες πλοκές· κανείς δεν τολμά να αναρωτηθεί μήπως, αν σε κάτι υπερέχει ο παρών αιώνας από τους προηγούμενους, αυτό δεν είναι άλλο απ’ τις πλοκές… Οι ενδιαφέρουσες ενστάσεις του Μπόρχες δημοσιεύτηκαν στον Πρόλογό του στο βιβλίο Η εφεύρεση του Μορέλ (1940) του καλού του φίλου και συνεργάτη Αδόλφο Μπιόυ Κασάρες που περιλαμβάνεται εδώ ως παράρτημα.

Ο Ορτέγκα Υ Γκασσέτ (1833 – 1925) υπήρξε εμβληματικός στοχαστής του 20ού αιώνα, μαζί με τον Miguel de Unamuno ένας από τους δυο Ισπανούς με διακριτή θέση στην ιστορία της Φιλοσοφίας των νεωτέρων χρόνων, όπως τονίζει στην εισαγωγή του ο μεταφραστής, παρουσιάζοντας και τις γενικότερες φιλοσοφικές του θέσεις αλλά και τις θεματικές του πολιτικού και κοινωνικού του έργου. Η χρησιμοποίηση μιας γλώσσας προσιτής αλλά και γοητευτικής και ειδών «φιλοσοφικώς» ανορθόδοξων, όπως η δημοσιογραφία, το δοκίμιο και η διάλεξη, πάντα με λογοτεχνικές αρετές, τον ανέδειξε σε λαμπρό στυλίστα της ισπανικής γλώσσας και του παρείχε πρόσβαση σε ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Ο ισπανός στοχαστής τήρησε πλήρη συνέπεια έργων και λόγων αλλά και μια τίμια στάση απέναντι στη χώρα του. Εξέφρασε την αντίθεσή του στις δικτατορίες των Πρίμο ντε Ριβέρα και Φράνκο και εγκατέλειψε την Ισπανία για να ζήσει στο Μπουένος Άιρες και τη Λισαβόνα.

Το παρόν Τρίπτυχο εστιάζει, βέβαια, σε θέματα λογοτεχνίας και τέχνης, που τον απασχόλησαν σε μεγάλο βαθμό, κυρίως όσον αφορά την αισθητική, την θεωρία και την κριτική της λογοτεχνίας και της μετάφρασης, το θέατρο, τα εικαστικά αλλά και την τέχνη του ζην». Το πρώτο μέρος [Ο απανθρωπισμός της τέχνης] βυθοσκοπεί σε προβληματικές της νεωτερικής ή «μοντέρνας» καλλιτεχνικής δημιουργίας και της πρόσληψής της, μιας τέχνης που ιστορικά ανάγεται στους Debussy, Mallarme και στον Κυβισμό, όσον αφορά την μουσικη, την ποίηση και τα εικαστικά αντίστοιχα, αλλά που από κοινωνιολογικής σκοπιάς είναι εξ αρχής αντιδημοτική, αποκλείοντας τη μεγάλη πλειονότητα του κοινού να την απολαύσει και να την κατανοήσει, αφήνοντάς το με αίσθηση ταπείνωσης και εχθρότητας προς αυτήν.

Ο συγκεκριμένος «απανθρωπισμός» αφορά την αποποίηση κάθε προσωπικού τόνου αλλά και παρασιτικού λυρισμού ή στόμφου, της – ρομαντικής προέλευσης – «τοξίνωσης» της καρδιάς που είχε καταγγείλει ήδη ο Poe. Όσον αφορά τη λογοτεχνία, ο Ορτέγκα αναφέρει, μεταξύ άλλων, το παράδειγμα του Luigi Pirandello και του βιβλίου του Sei personaggi in cerca d’ autore [Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα, 1921], όπου ο συγγραφέας καταφέρνει να τραβήξει την προσοχή μας σε χαρακτήρες ως χαρακτήρες· δηλαδή ως ιδέες ή καθαρά σχήματα, αντί να πασχίζει, όπως στο ρεαλιστικό ή νατουραλιστικό θέατρο, να παρουσιάσει άτομα «ζωντανά» σε δράματα ανθρώπινα.

Το δεύτερο και μεγαλύτερο μέρος αφορά Σκέψεις για τον Δον Κιχώτη και περιλαμβάνει εν σπέρματι όλα τα θέματα του ορτεγκιανού στοχασμού και τις απαρχές του προβληματισμού του σχετικά με το μυθιστόρημα ως «ενός ορυχείου τεράστιων αλλά περατών διαστάσεων». Εδώ προκρίνεται η «μυθιστορηματικότητα» έναντι του χαρακτήρα του Δον Κιχώτη και γενικότερα διατυπώνεται η προαναφερθείσα θέση του, πως όταν επέλθει η εξάντληση του θεματικού υλικού των μυθιστορημάτων, ο αναγνώστης θα εστιάζει όλο και περισσότερο στην ψυχολογία των χαρακτήρων και λιγότερο στις αντίστοιχες ιστορίες και πλοκές· θέση που προκάλεσε την αντίθεση του Μπόρχες και προκάλεσε μια συζήτηση – σταθμό στη σύγχρονη θεωρία του μυθιστορήματος. Τελικά στην ιστορία του σύγχρονου μυθιστορήματος, ο Proust και το Nouveau Roman επιβεβαιώνουν την ορτεγκιανή διάγνωση, ενώ η Δίκη του Κάφκα, το Στρίψιμο της βίδας του Henry James, το λατινοαμερικανικό book και οι Μυθοπλασίες του Μπόρχες δικαιώνουν τον τελευταίο.

Εκδ. Printa, 2011, σελ. 311, μτφ.: Αλίκη Βασώνη, Αγγελική Μαυρομάττη, Ειρήνη Οικονόμου, Τατιάνα Φραγκούλια, Ελίνα Χέλμη, (αναλυτική) εισαγωγή και επιμ. Βίκτωρ Ιβάνοβις. Σε παράρτημα το εξασέλιδο κείμενο του Μπόρχες σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη. [José Ortega Y Gasset, Le deshumanización del Arte (1925), Meditaciones del Quijote (1914), Ideas sobre la novella (1925)]. Στην τελευταία φωτογραφία η πρώτη έκδοση του Μορέλ, με τον περίφημο Μπορχικό Πρόλογο – Αντίλογο.