Κλάουντιο Μάγκρις – Μικρόκοσμοι

Υπάρχει η τραγωδία του ισχυρού και η τραγωδία του αδύναμου, γράφει ο Νορμπέρτο Μπόμπιο, υποδεικνύοντας τον Παβέζε ως παράδειγμα της τελευταίας. Ίσως υπήρχε άλλη μία, ακόμα πιο βασανιστική, εκείνου που γνωρίζοντας σε βάθος τη βασική αδυναμία του, την ακαταλληλότητά του για τη ζωή και για την Ιστορία, παλεύει να μεταμορφώσει την ανικανότητα σε αξιοπρέπεια∙ τραγωδία της σιωπής, της λήθης, του ανθρώπου που – αφού έζησε μια δυνατή στιγμή – υποχρεώνεται, από τους άλλους ή από τον εαυτό του, να τη σβήσει, σβήνοντας και το ίδιο του το πρόσωπο, εξαφανίζοντάς το βαθμιαία μέσα σε μια ωχρή γκριζάδα, που γίνεται το καταφύγιό του. (σ. 176-177)

Εδώ συμβαίνει το αντίστροφο του «Δούναβη»: αν ο Δούναβης ήταν το μέγιστο σημείο αναφοράς και πλεύσης στα κέντρα του κεντροευρωπαϊκού πολιτισμικού κόσμου, οι Μικρόκοσμοι εστιάζουν στο άλλο άκρο του: στα απόκεντρα σημεία του. Κι αν ο πρώτος έφτιαχνε ένα πανόραμα των συναρπαστικών ιστοριών της Ιστορίας, οι δεύτεροι το συμπληρώνουν με τις πλέον καθημερινές, ανώνυμες και ξεχασμένες διηγήσεις.

Η αρχή του κοινωνικού κόσμου μας δεν μπορεί παρά να είναι το αγαπημένο μας καφέ. Έτσι και η εκκίνηση της νέας οδοιπορίας του Μάγκρις δεν μπορεί παρά να γίνεται από το Καφενείο Σαν Μάρκο, καθημερινό στέκι γραφής, όπου τώρα μνημονεύει τον Τίμελ, έναν «εκλεκτό του δρόμου» όπως του άρεσε να αυτοαποκαλείται, που ήρθε στην Τεργέστη να ολοκληρώσει την αυτοκαταστροφή του, μπαινοβγαίνοντας στα καφενεία που όπου κατάφερνε να ξεχνάει για λίγες ώρες την αδυναμία του να ζήσει, προτού καταλήξει στο έσχατο καταφύγιο, το τρελοκομείο. Τι κάνει λοιπόν ένα καφενείο πραγματικό; Η χυμώδης ποικιλία όλων των φυλών, σαν λιμάνι ανοιχτό στη θάλασσα, μια χορωδία ασύνδετη αλλά χωρίς παραφωνίες.

Από ένα τέτοιο «λιμάνι» λοιπόν ξεκινάει η πλεύση για εννιά μικρόκοσμους που θα διασπαρθούν σε δεκάδες άλλους, κι εκείνοι με τη σειρά τους θα καταλήξουν σε μια πλατεία, ένα παγκάκι, ένα αθέατο μνημείο, σπίτια απλά αλλά πάντα παρατηρητήρια του κόσμου για τους ενοίκους τους, σε περιοχές της επαρχιακής Ιταλίας (Φριούλι, Πιεμόντε), της έντονης γερμανικής κουλτούρας, της πολύπαθης πρώην Γιουγκοσλαβίας, της τορινέζικης γραμμής των Εινάουντι, Γκράμσι, Μπόμπιο κι όλων όσων «έγραψαν» ή έγραψαν στα μέρη και για τα μέρη εκείνα, όσων γνώρισαν καλά τι σημαίνει να συνορεύεις, να είσαι ο ίδιος σύνορο, να αλλάζουν ονόματα οι γείτονες και εθνότητα ή κράτος οι απέναντι.

Για άλλη μια φορά ο κειμενόκοσμος του Μάγκρις μοιάζει με παγκόσμια έκθεση πλουμιστών διηγήσεων, ερεθιστικών αφορισμών, ιστορικών και ταξιδιωτικών αφηγήσεων, αξιόγραπτων σκέψεων, τοπιογραφικών εικόνων, λογοτεχνικών αναφορών, μουσικών συμφραζομένων, πολιτικών αναγνώσεων και, όπως πάντα, εξαιρετικών αποστομωτικών απόψεων σαν κι αυτή: ….ονόματα λατινικά, ιλλυρικά, σλαβικά, ιταλικά. Η μάταιη αναζήτηση της εθνικής καθαρότητας αγγίζει ρίζες πιο αρχαίες, φιλονικεί για ετυμολογίες και γραφές, για τη μανία να ξεκαθαριστεί ποιας προέλευσης ήταν το πόδι που πάτησε για πρώτη φορά τις λευκές ακτές και γρατσουνίστηκε στα βάτα του πυκνού μεσογειακού λόγγου, σαν να επρόκειτο αυτό να μαρτυρήσει τη μεγαλύτερη αυθεντικότητα και το δικαίωμα της ιδιοποίησης των τυρκουάζ νερών και των αρωμάτων του αέρα. (σ. 198-199)

Εκδόσεις Πόλις, 2005, μτφ. Αθανασία Δρακοπούλου, 353 σελ. με σημειώσεις (Claudio Magris, Microcosmi, 1997).

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Λογοτεχνείο, αρ. 29

Ζήσιμος Λορεντζάτος, Στου τιμονιού το αυλάκι, εκδ. Δόμος, 1983.

Αναλογίζομαι τα χαρτιά τούτα, όλα τα χαρτιά, τη στάχωσή τους τη μεταφορική, ωσότου οι λογής σπάγγοι – σπάγγοι της σπουδής και σπάγγοι της ζωής – που θα δέσουν σε βιβλίο χωνέψουν μέσα στη ράχη του τελικού γραψίματος∙ άλλα χαρτιά, σπουδαιότερα χαρτιά ή πολύ σπουδαιότερα, την αλαφράδα τους (όλων των χαρτιών), την κληρονομική αλαφράδα και των πιο σοβαρών ακόμα πραγμάτων που καταπιανόμαστε – αναλογίζομαι – τη μόνιμη πληρεξουσιότητά τους, να το πω έτσι – αφού ο εντολέας λείπει ή βρίσκεται αλλού και ο λόγος όλων των χαρτιών είναι λόγος πλάγιος – μπροστά στην αμεσότητα της ζωής (και του θανάτου) μπροστά στην αμετάδοτη πραγματικότητα. Τι μπορεί στα αλήθεια να αξίζουν; Και τι αφήνει ένας απολογισμός; Όλα αυτά τα ζητήματα, μεγάλα και μικρά, που μας βασανίζουν ή μας απασχολούν και μας τριβελίζουν το μυαλό, μέρα και νύχτα, με το μικρό εκείνο ποσοστό της αλήθειας που μπορεί να περιέχει ο κόσμος – το απειροστά μικρό – που μπορούν να καταλήξουν την κρίσιμη στιγμή για τον άνθρωπο; Και τι αφήνομε κατόπι μας; όταν όλα τα αρμαθιάσεις μέσα σου και τα αποσώσεις – προφητεία, μυστήρια, γνώση, πίστη (ακόμα και την πίστη) – στο τέλος τι απομένει, στον κόσμο αυτόν, άλλο από μια αγάπη;

Στον Διαμαντή Αξιώτη