Αλμπέρτο Μοράβια – Περιπλάνηση στην Αφρική

Εδώ έχουμε μια εκλογή ημερολογιακών γραπτών και ανταποκρίσεων (για την εφημερίδα Corrierre della Sera, μεταξύ των ετών 1983 και 1986) από τα αφρικανικά ταξίδια του Μοράβια, που συνολικά κράτησαν δεκαοχτώ χρόνια. Πρόκειται για κείμενα όπου ο χρόνος κατανέμεται σε μέρη και ώρες ημέρας και νύχτας, και όχι με ενδείξεις μήνα ή χρόνου. Διαβάζοντας τα βιβλία του Καπισίνσκι και του Μοράβια για την Αφρική έχει κανείς την αίσθηση ότι έχουν δει δυο διαφορετικές ηπείρους. Σε σχετική παρατήρηση, ο Καπισίνσκι απαντά (μάλλον διπλωματικά) πως ο Μοράβια ταξίδεψε ως συγγραφέας, ενώ εκείνος ως αιχμάλωτος της δουλειάς του. Τα ταξίδια στις όμορφες φύσεις της υποχώρησαν μπροστά στην αναγκαιότητα να βρίσκεται στα κέντρα των βραστών εξελίξεων. Ιδού λοιπόν μια θεμελιώδης διαφορά: ο Μοράβια εστίασε σχεδόν αποκλειστικά τη μαγεία της μαύρης ηπείρου.

Ήδη από την πρώτη σελίδα παραδέχεται πως δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τα πολιτικο-κοινωνικο-ιδεολογικά ζητήματα της Αφρικής λόγω της μεγάλης του αγάπης. Την παραλληλίζει με μια όμορφη γυναίκα που λατρεύει και που προτιμά να μιλήσει για την ομορφιά της παρά για τις πολιτικές της απόψεις ή την οικονομική της κατάσταση. Γι’ αυτό και στέκεται περισσότερο ως παρατηρητής παρά ως εμπλεκόμενος, χωρίς να αρνείται τα αυτονόητα, όπως π.χ. όταν βλέπει πως ο επίγειος παράδεισος των εθνικών πάρκων αποτελεί εμπόρευμα που καταναλώνεται, πως τα «οικολογικά άδυτα» συντηρούνται με τεράστια έξοδα (Ο Αδάμ και η Εύα επιστρέφουν στον επίγειο Παράδεισο αλλά επί πληρωμή) ή διακρίνει την αποικιοκρατική ή εξωτική χροιά της λέξης «ανακαλύπτω» λες και οι δυτικές «ανακαλύψεις» δεν υπήρχαν από πάντα, λες κι ένας τόπος πρέπει να αποκτήσει όνομα για να υπάρξει. Οι Αφρικανοί δεν έχουν καμιά ανάγκη να ονομάσουν τις λίμνες τους.

Ο Μοράβια γράφει με την έκπληξη του παρθενικού δυτικού επισκέπτη και ενδιαφέρεται περισσότερο για το θρησκευτικό δέος παρά για τα νέα πρόσωπα που πασχίζει να αποκτήσει η ήπειρος, και πιο πολύ για την φύση παρά για τους ανθρώπους. Αισθάνεται πως βρίσκεται μέσα σε αφρικανικό παραμύθι του Νιγηριανού Άμος Τουτουόλα, σαν το My life in the bush of ghosts (ένας τίτλος που έφτασε στα δικά μας αυτιά μέσω Brian Eno και David Byrne), πως μ’ αυτούς τους έναστρους ουρανούς βρίσκεται σε πίνακα του Βαν Γκογκ. Αντιμετωπίζει με στωικότητα την απρόθυμη έως εχθρική υποδοχή στα καταλύματα των ιεραποστολών, με σκυλιά που γαβγίζουν και φρουρούς με ναπολεόντεια τουφέκια να αρνούνται την φιλοξενία, τα ξενοδοχεία που μπορεί να ονομάζονται Εξέλσιορ αλλά είναι ισόγειες παράγκες με σιδεριές αντί για τζάμια στις πόρτες και τα παράθυρα εφόσον το γυαλί παραείναι ακριβό, το συνηθισμένο «μποτιλιάρισμα» ακίνητων, βυθισμένων στη λάσπη φορτηγών και αυτοκινήτων. Δεν τον ενοχλεί η γνώριμη βασανιστική επαναληπτικότητα του τοπίου, η δυσκολία του ύπνου από το γνωστό νυχτερινό ζωολογικό πανδαιμόνιο της Αφρικής ή η παραπλάνηση από την αφρικανική αγορά, που σε μεθάει επειδή «προσποιείται την πιο ξέφρενη αφθονία μέσα σε μια ήπειρο όπου η σπάνις αποτελεί τον κανόνα».

Ο συγγραφέας επιλέγει να διαβάζει για …πλήρη αντίθεση Λουκρήτιο και Λεοπάρντι (που επίσης μίλησαν για την φοβερή αλλά διαφορετική φύση), τους Πράσινους Λόφους της Αφρικής του Χεμινγουέι (τον οποίο χαρακτηρίζει «εστέτ της εξόντωσης»), την αφρικανική εμπειρία του Σελίν στο Καμερούν (Όσο μακρύτερα, τόσο καλύτερα!) αλλά οι πιο ενδιαφέρουσες γραμμές βγαίνουν από το βιβλίο του Ρενέ Ντυμόν (Η μαύρη Αφρική έκανε κακή αρχή) ο οποίος είχε μιλήσει περί νοτιοαμερικανοποίησης της Αφρικής καθώς οι χώρες της συχνά αποτελούν πόλεις – βιτρίνες, πίσω από τις οποίες όμως το μαγαζί είναι άδειο, αλλά και πόλεις – βαμπίρ, που ρουφούν ανθρώπους και πρώτες ύλες από τη χώρα και στέλνουν τους πρώτους στις παραγκουπόλεις και τις δεύτερες στο εξωτερικό.

Τανζανία, Ζαΐρ, Γκαμπόν, Ζιμπάμπουε: το ταξίδι συνεχίζεται σε «πεδιάδες ατέλειωτης και αδιατάρακτης ελευθερίας», στην πρωτεύουσα του Μπουρούντι με τα φώτα των πολυάριθμων δρόμων που έχουν χαραχτεί κι οι οποίοι παραμένουν άδειοι από αυτοκίνητα, μέσα στα ζώα και στη φύση με το απειλητικό βάρος ιδιότροπης και απρόβλεπτης θεότητας, εκεί «όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν». Ο Μοράβια ταξίδευε με φίλους, συχνά δε με τον Πιερ Πάολο Παζολίνι (φωτ.) ο οποίος, πάντα με τις αισθήσεις σε επιφυλακή και ουδέποτε κουρασμένος, μετά το δείπνο εξαφανιζόταν για τα βραδινά του κυνήγια, από τα οποία γυρνούσε μες στη μαύρη νύχτα, με τα μάτια του διεσταλμένα και την ανάσα του κομμένη. (…) Ποτέ δεν διαμαρτυρόταν που τον ξυπνούσαμε τόσο άγριες ώρες. Παρέμενε μονάχα μια στιγμή ακίνητος, κάρφωνε το βλέμμα στο ηλιόλουστο πρωινό σαν ένας τυφλός χωρίς ελπίδα κι έπειτα ξανάπαιρνε ένα από τα πιο φιλικά και γλυκά του χαμόγελα. «Ώρα να συνεχίσουμε το ταξίδι, το ξέρω, ναι, πάμε, θα είμαι έτοιμος σε μια στιγμή».

Εκδ. Κέδρος, 2010 [Σειρά Τerra incognita], μτφ. Παναγιώτης Σκόνδρας, 268 σ., με βασική βιβλιογραφία και πλήρες χρονολόγιο του συγγραφέα (Alberto Moravia, Passegiate africane, 1987).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

Πολ Θερού – Οι στήλες του Ηρακλή

Ένα άδειο μέρος, όταν το επισκεφτείς εκτός τουριστικής περιόδου φαίνεται πιο άδειο και πιο εκτεθειμένο από κάθε άλλη εποχή, αλλά τότε είναι ο πραγματικός εαυτός του (σ. 218).

Το σχέδιο του Θερού είναι να ξεκινήσει από τις Ηράκλειες Στήλες που κάποτε σημάδευαν το τέλος του ταξιδιού και τα όρια του πολιτισμού για την αρχαιότητα και να κυκλώσει την Μεσόγειο περνώντας από 17 χώρες και 50 γλώσσες. Να παραμείνει στις ακτές και να κινηθεί με κάθε πλωτό μέσο, συμπληρώνοντας με τρένα και λεωφορεία αλλά αποφεύγοντας τα αεροπλάνα. Πώς απέκτησε την επιθυμία της Μεσογείου; Είχε πρώτα «δει» τις ακτές της Ιταλίας στο Set this house on fire του Γουίλιαμ Στάιρον, το Οράν στην Πανούκλα του Καμύ, την Καρχηδόνα στην Σαλαμπώ, την Ριβιέρα στον Κόνολι, το Έμπολι (δηλαδή το Αλιάνο) στον Λέβι, όλη την Μεσόγειο στο Labels του Ίβλιν Γουό, είχε διαβάσει Χέμινγουεϊ, Καβάφη, Κόνραντ (που έγραψε τον Μυστικό πράκτορα στο Μονπελιέ στη νότια Γαλλία) – όλοι του άναψαν την επιθυμία του μεσογειακού πλου.

Ξεκινά από την «τελευταία αποικία της Ευρώπης», την ιδιάζουσα περίπτωση του Γιβραλτάρ («σαν μια φυλή μικροσκοπικών ειδωλολατρών που ζουν γαντζωμένοι πάνω στον κολοσσιαίο πέτρινο ναό τους») και του ιδιόρρυθμου τριχασμού του μεταξύ αυτονομίας, Αγγλίας και Ισπανίας. Εδώ έχασε την παρθενιά της η Μόλι Μπλουμ, σε «μια από τις πιο παθιασμένες περιγραφές στη λογοτεχνία». Δεν υπάρχει Περιήγηση της Διακόρευσής στον Βράχο αλλά ο Θερού επιμένει πως ακούει μια αισθησιακή φωνή. Στην Ανδαλουσία, ένα φέρι μποτ φεύγει για την Ταγγέρη: το Μαρόκο είναι απέναντι αλλά ο συγγραφέας θα βρεθεί εκεί …ένα χρόνο μετά, καθώς είναι η άλλη άκρη του κύκλου. Παίρνει τον Αυτοκινητόδρομο της Μεσογείου (δυο λωρίδες, με παρατημένα χωράφια και φορτηγά στις άκρες!) προς τα ισπανικά παράλια, κρατώντας μόνο το Οργουελικό Προσκύνημα στην Καταλονία και το Ισπανικό Ταμπεραμένο του Β.Σ. Πρίτσετ – άλλωστε η τουριστικοποιημένη ακτή δεν έχει καμία σχέση με την Ισπανία του Θεβάντες.

Η κουβέντα για τον Φράνκο είναι από τις λιγότερο δημοφιλείς στη χώρα. Παραδόξως παραμένει ένας από τους λιγότερο γνωστούς δικτάτορες του εικοστού αιώνα, προστατευμένος από το προπέτασμα καπνού των αγιογράφων του – άλλη μια χώρα που δεν θέλει να θυμάται το παρελθόν της. Αντίθετα κανείς δεν φαίνεται να έχει πρόβλημα με το αποτρόπαιο θέαμα των ταυρομαχιών, μια σκηνοθετημένη δολοφονία για την οποία ο Θερού απορρίπτει κάθε επιχείρημα, μαζί και τις σχετικές ανοησίες του Χέμινγουεϊ.

Στο φέρι μποτ για την Πάλμα της Μαγιόρκα εκπλήσσεται (ενώ εμείς όχι) με την μυρωδιά λαδιού μηχανής, τις πόρτες που κοπανιούνται, το εξαφανισμένο πλήρωμα. Όπως πολλοί συγγραφείς επέλεξαν να μείνουν σε εκπληκτικούς άγνωστους τόπους βγάζοντάς τους από τον χάρτη της αφάνειας (ο Χένρι Μίλερ στο Μπιγκ Σουρ, ο Ντ. Χ. Λόρενς το Τάος, ο Ρ.Λ. Στίβενσον στα νησιά Σαμόα) έτσι και στη Λογοτεχνική Μεσόγειο ο Φιτζέραλντ εισήγαγε την Ριβιέρα, οι Ντάρελ και Καβάφης την Αλεξάνδρεια, ο Ρόμπερτ Γκρέιβς την Μαγιόρκα. «Είναι παράδεισος αν μπορείς να τον αντέξεις» του είχε πει η Γερτρούδη Στάιν κι εκείνος έζησε για πάντα εκεί, επίτιμος δημότης από το 1969, ο μοναδικός σε όλη την ιστορία το χωριού. Εκεί ζουν ακόμα τα παιδιά του, αλλά ο Θερού ντράπηκε να τους ενοχλήσει. Στην Βαλντεμόσα η Γεωργία Σάνδη έφερε τον εραστή της Σοπέν – φεύγοντας έγραψε ένα ιδιαίτερα σκληρό βιβλίο για την διαμονή της.

Μάλαγα, Αλμερία (όπου γυρίστηκαν πολλά από τα σπαγγέτι γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε), Καρθαγένη, Βαλένθια, Κόστα δελ Σολ – ολόκληρη η παράκτια γραμμή αποικείται επιθετικά, σε μια εξευτελιστική αστικοποίηση των παραλίων όπου όλα τα κτίσματα μοιάζουν με λευκές ηλεκτρικές κουζίνες και ψυγεία. Άδειοι δρόμοι, ανεμόδαρτες παραλίες, έλλειψη πελατών, χορταριασμένες αυλές: οι ισπανικές πόλεις από την Κόστα Μπράβα και πέρα νεκρώνονται όταν τελειώσει η τουριστική σεζόν αλλά αυτό αρέσει στον Θερού, που και πάλι έχει επιδιώξει να ταξιδέψει σε «τέλος εποχής». Ούτως ή άλλως λίγο πιο πίσω απ’ τη θάλασσα οι περιοχές παραμένουν αγροτικές στην κουλτούρα και την νοοτροπία.

Μια στάση στην Φιγκέρες, όπου γεννήθηκε και μουσειώθηκε η «προσωποποίηση του ισπανικού χαρακτήρα», ο επιδειξιομανής ερεθιστής κλόουν Νταλί και ακολουθεί η Νίκαια του Ματίς και του Γκαριμπάλντι, η Αντίμπ όπου προτίμησε να ζήσει 20 χρόνια ο Γκράχαμ Γκρίν, η Ναρμπόν (εδώ ο Τ.Ε.Λόρενς έγραψε «έφτασα επιτέλους στο δρόμο για το Νότο και την Ανατολή) κι όλος ο Γαλλικός Νότος από τα προάστια της Τουλόν μέχρι το Μόντε Κάρλο, κι από την Μασσαλία ως τις Κάννες και το Σεν Τροπέ. Μόνο που η Ριβιέρα των λογοτεχνών του ’30, σήμερα έχει ηλικιωμένους, συνταξιούχους, απατεώνες που έχουν πάει για να αποφύγουν του φόρους στην πατρίδα τους – ο συγγραφέας γνωρίζει πως αυτοί οι υπερεκτιμημένοι φορολογικοί παράδεισοι είναι εκ φύσεως πληκτικά μέρη.

Η Κορσική, μοιάζει με αποικία που έχει τη μυστική ζωή που έχουν όλες οι αποικίες: την παράλληλη κουλτούρα που επιβιώνει μέσα από μια άλλη γλώσσα. Ο Κορσικανός εθνικισμός όταν δεν εκφράζεται με γραπτές εκκλήσεις για αυτονομία, τοποθετεί βόμβες ή καίει τα σπίτια των ξένων. Εδώ ένας νέος Φλομπέρ έγραψε δεκαεννιά τετράδια, ενώ ο Μεριμέ την αλώνισε ψάχνοντας για τοποθεσίες όπου να διαδραματίζονται τα μυθιστορήματά του. Το καλύτερο βιβλίο για το μέρος έχει γραφτεί από την Ντόροθι Κάρινγκτον (Νησί από γρανίτη) και ο Θερού επιδιώκει την συνάντηση με την 80χρονη πλέον κυρία που έκανε την Κορσική πάθος της.

Αρκεί ένα φέρι για να σε πάει σε άλλη «χώρα» κι ας μοιάζει η Σαρδηνία με μια απομακρυσμένη ιταλική επαρχία – δεν είναι όμως περισσότερο Ιταλία απ’ όσο η Κορσική Γαλλία: και τα δυο παράξενα νησιά της Τυρρηνικής ενδιαφέρονται περισσότερο για τις διαφορές παρά για τις ομοιότητες. Εδώ στην δεκαετία του ’70 οι απαγωγές αλλοδαπών αποτελούσαν εθνική βιομηχανία – ο Θερού δεν τον αναφέρει, αλλά είναι γνωστή η περίπτωση του Fabrizio De Andre, που απήχθη επί τετράμηνο στο Σουπραμόντε. Αργότερα στη δίκη είχε εκφράσει την υποστήριξή του στους φτωχούς απαγωγείς (όχι στους εγκέφαλους των συμμοριών) δηλώνοντας πως εκείνοι ήταν οι αληθινοί φυλακισμένοι. Λίγο μετά έβγαζε τον άτιτλο δίσκο που έμεινε γνωστός ως ο «Ινδιάνος». Αλλά νομίζω μιλούσαμε για το βιβλίο – που συνεχίζει την διαδρομή του μέσω Σικελίας (στο Τσεφαλού ψάχνει το σπίτι του Άλιστερ Κρόουλι αλλά κανείς να γνωρίζει το όνομα), Καλαβρίας και βενετικής Κιότζας, στο κροατικό Ζάνταρ, το ισραηλινό Λεβάντε, την συριακή Λατάκια, κι ολοκληρώνει με περάσματα από Τουρκία, Ελλάδα, Κύπρο, Τυνησία και Μαρόκο.

Για τον συγγραφέα οι μεγαλουπόλεις μοιάζουν συνήθως σαν προορισμοί που δεν σου προσφέρουν τίποτε εκτός από την αίσθηση ότι έφτασες τελικά κάπου. Υπήρχε μάλιστα μια εποχή που ήθελε να δει μόνο «άγρια» μέρη, για τα οποία δεν είχε ακόμα γραφτεί κάτι, αλλά τελικά μπορούσε να δει τα μέρη για τα οποία είχαν γράψει οι πάντες σαν κάτι εντελώς καινούργιο. Το είχε ζήσει και νωρίτερα: η δική του Αγγλία ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ ό,τι είχε διαβάσει μέχρι τότε. Έτσι κάθε προορισμός αναμένεται νέος και αποκαλυπτικός, όπως εκφράζει και η μεταξύ ταξιδιωτών στιχομυθία:Εσείς για ποιο λόγο ήρθατε; – Επειδή δεν έχω ξανάρθει.

Στα γερμανικά υπάρχει η λέξη Kunstlerschuld, που σημαίνει «ενοχή του καλλιτέχνη», το συναίσθημα που νιώθει ο καλλιτέχνης για την ελαφρότητα με την οποία μπορεί να βρίσκει γραφικό έναν κόσμο ο οποίος για όσους ζουν σ’ αυτόν που μπορεί να είναι θλιβερός και μίζερος. Ίσως υπάρχει και η ενοχή του ταξιδιώτη, την οποία νιώθει καθώς περνάει, αυτάρκης και απομονωμένος, από το ένα μέρος στο άλλο, αμέτοχος στη θλίψη του τόπου που διασχίζει. (σ. 183)

Εκδ. Κέδρος, 2007, σειρά Terra Nova, μτφ. Αθανάσιος Ζάβαλος, 724 σελ. (Paul Theroux, The pills of Hercules, 1995). Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ. Στις φωτογραφίες, εκτός του συγγραφέα: οι Φιτζέραλντ στην Ριβιέρα (σελίδα από το αυτοσχέδιο τετράδιό τους) και ο Ρόμπερτ Γκρέιβς στην Μαγιόρκα. Τα έξι παράθυρα βλέπουν την Κορσική.