Μισέλ ντε Σερτώ – Επινοώντας την καθημερινή πρακτική. Η πολύτροπη τέχνη του πράττειν

Serteau_final.indd«Αντιπειθαρχία» στην καθημερινότητα, τεχνάσματα στην κατανάλωση, αντιστάσεις στην ανάγνωση

Στην πραγματικότητα, η αναγνωστική δραστηριότητα εμφανίζει όλα τα γνωρίσματα μιας σιωπηλής παραγωγής: παρεκκλίσεις στη διάπλευση της σελίδας, μεταμόρφωση του κειμένου από τα ταξίδια του ματιού, αυτοσχεδιασμός και προσδοκία σημασιών συναγόμενων από λίγες λέξεις, αλληλεπικαλύψεις γραμμένων χώρων, εφήμεροι χοροί. Πλην όμως ο αναγνώστης….παρεισάγει στο κείμενο του άλλου τα τεχνάσματα της απόλαυσης και μιας επανιδιοποίησης: επιδίδεται στη λαθροθηρία […]. Το αναγνώσιμο μεταβάλλεται σε αξιόμνηστο: ο Μπαρτ διαβάζει τον Προυστ στο κείμενο του Σταντάλ, ο θεατής διαβάζει το τοπίο της παιδικής του ηλικίας στο ρεπορτάζ της επικαιρότητας. Η λεπτή μεμβράνη του γραπτού γίνεται μετακίνηση στρωμάτων του εδάφους, παιχνίδι χώρων. Ένας διαφορετικός κόσμος (ο κόσμος του αναγνώστη) εισάγεται στη θέση του συγγραφέα. [σ. 70 – 71]

γράφει ο ντε Σερτώ αναφερόμενος στην αναγνωστική πρακτική ενός ευρύτερου δικτύου αντίστασης και «αντιπειθαρχίας» του καταναλωτή, πολιτιστικού και μη. Όπως οι ενοικιαστές διενεργούν μια παρόμοια μεταλλαγή στο σπίτι που επιπλώνουν με τις χειρονομίες και τις αναμνήσεις τους, όπως οι ομιλητές εισάγουν την ιδιοπροφορά και τους δικούς τους τρόπους έκφρασης στη γλώσσα, κάπως έτσι και ο αναγνώστης εισάγει μια τέχνη που δεν είναι καθόλου παθητική. «Η μεταλλαγή αυτή καθιστά το κείμενο κατοικήσιμο σαν νοικιασμένο σπίτι. Μετατρέπει την ιδιοκτησία του άλλου σε τόπο που τον δανείστηκε για μια στιγμή ένας περαστικός».

Michel_de_certeau1Η Πολύτροπη Τέχνη του Πράττειν αποτελεί τον πρώτο από τους δύο τόμους περί της Επινόησης της Καθημερινής Πρακτικής· πρόκειται για τα πορίσματα μιας έρευνας [1974 – 1978], ειδικής παραγγελίας με ελεύθερο περιεχόμενο και μεθόδους που θα καθόριζε ο ίδιος ο ντε Σερτώ στο ευρύτερο πεδίο των πολιτιστικών συμπεριφορών και πρακτικών. Η εποχή είναι ιδανική: μετά το 1968 η Γαλλία πιστεύει στην αποτελεσματικότητα των κοινωνικών επιστημών και τα ανήσυχα μυαλά ακόμα προσχωρούν στην θεωρία όπως άλλοτε στη θρησκεία ή στην επανάσταση. Η κόπωση των μεταμοντέρνων ή η κατάρρευση των μεγάλων ιδεολογικών οίκων δεν έχουν ακόμα αγγίξει το πλήθος των συγγραφέων και των αναγνωστών. Μόνο λίγοι βλέπουν κάπου μπροστά τους μια αδιόρατη ρωγμή και προσπαθούν να ερμηνεύσουν διαφορετικά την κοινωνία. Ο ντε Σερτώ είναι ένα από εκείνα τα αντικομφορμιστικά και διορατικά πνεύματα, μακριά από την λογική των θεσμών· αποφεύγοντας να ταυτιστεί με καθορισμένους τόπους, παραμένοντας ιησουίτης και λακανιστής, κρατώντας κι εκεί τις αποστάσεις του, ενώ κύκλοι διανοούμενων της Αριστεράς τον προσκαλούν και τον συμβουλεύονται σε θέματα πολιτικής ή στοχασμού· δεν ξέχασαν άλλωστε την ικανότητα να αναλύει ζωντανά την δίνη των «γεγονότων» από τον Μάιο ως τον Σεπτέμβριο του 1968.

debord_memoires-600x405Ο ντε Σερτώ εξαρχής προβληματίζεται πάνω στην μετατόπιση της προσοχής από την υποτιθέμενη παθητική κατανάλωση των προϊόντων στην ανώνυμη δημιουργία και την απόκλιση στην χρήση τους και ενδιαφέρεται για την στροφή στον πολλαπλασιασμό ανώνυμων και φθαρτών δημιουργιών που μας δίνουν ζωή και δεν κεφαλαιοποιούνται. Ζητούμενό του: να σχεδιαστεί μια θεωρία των καθημερινών  πρακτικών· να διακριθεί κάτω από τη μαζική πραγματικότητα των εξουσιών και των θεσμών η εστία άτακτων μικροαντιστάσεων, που θεμελιώνουν με τη σειρά τους μικροελευθερίες και κινητοποιούν αναπάντεχους πόρους κρυμμένους μέσα στους συνηθισμένους ανθρώπους. Η έλλειψη ευπιστίας απέναντι στη δογματική τάξη που θέλουν πάντα να οργανώσουν οι Αρχές και οι θεσμοί, η εκ μέρους των μη κομφορμιστών εκτροπή της αλήθειας που τους επιβάλλεται, ο σεβασμός για κάθε αντίσταση όσο απειροελάχιστη κι αν είναι, όλα ενθαρρύνουν την πίστη του στη «λαθρόβια ελευθερία των πρακτικών».

5840_riba53166-lores 90Η καθημερινότητα είναι κατάσπαρτη από θαύματα, αφρός εξίσου εκθαμβωτικός με των συγγραφέων και των καλλιτεχνών. Χωρίς ξεχωριστό, ίδιο όνομα, λογής λογής γλώσσες παρέχουν έδαφος γι’ αυτές τις εφήμερες γιορτές…

Η πρώτη «επίθεση» δεν θα γίνει στην κατεξοχήν παραγωγή αλλά στην άλλη παραγωγή, που χαρακτηρίζεται «κατανάλωση»· αυτή που είναι τόσο πολυμήχανη που παρεισδύει παντού, εφόσον δεν έχει δικά της προϊόντα αλλά αφορά τους τρόπους μεταχείρισης των προϊόντων που επιβάλλει η κυρίαρχη οικονομική τάξη· τους τρόπους μιας χρήσης που θα ξεγελάσει την εξουσία, που δεν θα έχει τα μέσα να την αντικρούσει. Αυτές οι διαδικασίες και τα τεχνάσματα θα ολοκληρώσουν το πλήρες δίκτυο της αντιπειθαρχίας. Πεδία της, ο κοινός τόπος της γλώσσας, οι εκδοχές της λαϊκής κουλτούρας, παιχνίδια και μηχανεύματα, η ανάλωση εργασιακού χρόνου και υλικών προς ιδία χρήση [perruque], η επανιδιοποίηση του χώρου.

111Όπως στη λογοτεχνία διαφοροποιούνται οι τρόποι γραφής, το «ύφος» και τα λοιπά, έτσι μπορούμε να διακρίνουμε και «τρόπους του πράττειν», για οποιαδήποτε πράξη, τρόπους που μπορούν κι αυτοί να εξομοιωθούν με οδηγίες χρήσης, δημιουργώντας διάκενα που αφήνουν περιθώρια για παιχνίδι. Η δύναμη δεσμεύεται από το γεγονός ότι είναι ορατή, ενώ το τέχνασμα είναι εφικτό και στον αδύνατο, ως ύστατη καταφυγή.

Έτσι, κάποιος που κατάγεται από το Μαγκρέμπ και ζει στο Παρίσι ή στο Ρουμπαί εισάγει λαθραία τους τρόπους «κατοίκησης» (ενός σπιτιού ή μιας γλώσσας) οι οποίοι προσιδιάζουν στη γενέτειρά του, την Καβυλία, μέσα στο σύστημα που του επιβάλλει η δόμηση μιας εργατικής πολυκατοικίας ή της γαλλικής γλώσσας. Τους προσθέτει από πάνω, χάρη δε σ’ αυτόν τον συνδυασμό δημιουργούνται διάκενα όπου παίζουν διάφοροι τρόποι χρησιμοποίησης της αναγκαστικής τάξης του τόπου ή της γλώσσας. Χωρίς να βγει από τα όρια της θέσης όπου είναι υποχρεωμένος να ζει και η οποία του υπαγορεύει έναν νόμο, εγκαθιδρύει κάποια πολλαπλότητα και δημιουργικότητα. Μια τέχνη να υπάρχει σε κάτι ενδιάμεσο, αντλεί απροσδόκητα αποτελέσματα. [σ. 133]

F-La Cite d'affaires de Paris-Plan VoisinΑναπόφευκτα ένα μέρος αφιερώνεται στις πρακτικές του χώρου – η κληρονομιά του Γκυ Ντεμπόρ δεν είναι μακριά. Το ενέργημα του περπατήματος στην πόλη είναι για το σύστημα του άστεος ό,τι είναι η εκφώνηση – το ομιλιακό ενέργημα [speech act] – για τη γλώσσα και έχει τριπλή λειτουργία: είναι διεργασία ιδιοποίησης του τοπογραφικού συστήματος από τον πεζό (όπως ο ομιλητής ιδιοποιείται τη γλώσσα), είναι χωρική πραγμάτωση του τόπου (όπως η ομιλία είναι ηχηρή πραγμάτωση της γλώσσας) και συνεπάγεται σχέσεις και κινήσεις όπως οι λέξεις γίνονται απευθύνσεις προς τον συνομιλητή. Έτσι ο περιπατητής μεταμορφώνει κάθε χωρικό σημαίνον σε κάτι άλλο. Και κυρίως επιλέγει, καθώς καταδικάζει ορισμένους τόπους στην αδράνεια ή στην αφάνεια ή το αντίθετο.

cardsktchΟι τίτλοι των κεφαλαίων είναι ενδεικτικοί: Ηδονοβλεψίες ή περιπατητές, Η μιλιά των χαμένων βημάτων, Οδοιπορικές ρητορικές, Παιδική ηλικία και μεταφορά τόπων, Πλους φυλακισμένων, Αφηγήσεις του χώρου. Αλλά και στο τέταρτο μέρος, στις Χρήσεις της γλώσσας, ο ντε Σερτώ κυμαίνεται από την Οικονομία της γραφής στους Θορύβους του σώματος και στο Διάβασμα ως Λαθροθηρία, για να αφιερώσει το πέμπτο μέρος τους Τρόπους της Πίστης και της Πολιτικής και να ολοκληρώσει μ’ ένα ρέκβιεμ στον Ρηγματώδη Χρόνο.

Ο συγγραφέας [1925-1986], φιλόσοφος και ιστορικός των μυστικιστικών κειμένων από την Αναγέννηση ως την κλασική εποχή και καθηγητής Ιστορικής ανθρωπολογίας των θρησκευτικών πεποιθήσεων, αντλεί από ολόκληρο το σώμα της λογοτεχνίας – Στεφάν Μαλλαρμέ, Κούρτσιο Μαλαπάρτε, Ζορζ Μπατάιγ, Τζέιμς Τζόυς, Μπορίς Βιάν, Βίτολντ Γκόμπροβιτς, Αλφρέντ Ζαρρύ, Φραντς Κάφκα, Ρόμπερτ Μιούζιλ, Μαργκερίτ Ντυράς, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Αντόλφο Μπιόι Κασάρες, Γκυ Ντεμπόρ, Ζωρζ Περέκ, Πατρίκ Μοντιανό και πολλές αρχετυπικές μυθοπλαστικές μορφές, και φυσικά της φιλοσοφίας – Χέγκελ, Χομπς, Ντιντερό, Ρουσσώ, Βιττγκενστάιν, Χάιντεγκερ και βέβαια, εκτός από τους εκλεκτικούς αντισυγγενείς Φουκώ και Μπουρντιέ, και από τους φυσικά Αλτουσέρ, Λακάν, Λυοτάρ, Μπαρτ, Μερλώ – Ποντύ, Ντελέζ, Γκάνταμερ, Λούκατς, Λεφέβρ, Μπουρντιέ, Μπρωντριγιάρ, Ντερριντά, Πόππερ, Τσόμσκυ, Τόφλερ, Τοντόροφ και…Κλάουζεβιτς.

Bryce,-150Το βιβλίο σαφώς δεν είναι εύκολο και απαιτεί όχι μόνο την μέγιστη [αυτό]συγκέντρωση του αναγνώστη αλλά και την ικανότητα να διαπλέει μέσα στον πλούσιο, ποιητικότατο και συχνά χαώδη λόγο για να βρει τα δικά του διάκενα προσωπικών δοκιμών και να διαμορφώσει τις δικές του ιδέες με τις οποίες θα μετατρέψει τις πυκνές, φιλόδοξες θεωρίες του ντε Σερτώ σε ευδαίμονες πράξεις.

Εκδ. Σμίλη, 2010, πρόλογος: Λυς Ζιαρ [Luce Giard], μτφ. Κική Καψαμπέλη, σελ. 509. Με υποσημειώσεις του συγγραφέα [σ. 441 – 487, όπου περιλαμβάνονται και προσθήκες της μεταφράστριας], σημείωμα της μεταφράστριας, λεξιλόγιο, ευρετήριο και εργογραφία του συγγραφέα [Michel de Certeau, L’ invention du quotidian. Arts de faire, 1980].

Συλλογικό – Λεξικό στοχαστών του 20ού αιώνα. Πολιτικός οδηγός για τον 21ο (Επιμ. Robert Benewick – Philip Green)

Η σκέ1ψη που ονειρεύτηκε να γίνει δράση

Από την Χάνα Άρεντ και την Σιμόν Βέιλ στον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα και τον Αντρέ Γκορζ, από τους Αντόνιο Γκράμσι, Ρόζα Λούξεμπουργκ και Λέον Τρότσκι ως τον Τζορτζ Όργουελ και τον Νίκο Πουλαντζά, από τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και τον Μάλκολμ Εξ στον Ζαν Πολ Σαρτρ και τον Μορίς Μερλό Ποντί, από τους Ζακ Ντεριντά και Ζαν – Φρανσουά Λιοτάρ στους Μισέλ Φουκό και Νόαμ Τσόμσκι, από τους Ερνστ Μπλοχ, Γκιόργκι Λούκατς και Ερρίκο Μαλατέστα στους Μιχαήλο Μάρκοβιτς, Φραντς Φανόν, Μάρτιν Χάιντεγκερ, Γιούργκεν Χάμπερμας, Μαξ Χορκχάιμερ και σε πλήθος άλλους στοχαστές λιγότερο γνωστούς σ’ εμάς, από κάθε σημείο του κόσμου, τα εκατόν εβδομήντα πέντε λήμματα της παρούσας έκδοσης καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος της σκέψης που αναπτύχθηκε στον προηγούμενο αιώνα, αποτέλεσε οδηγό στη δράση και στο όνειρο, περιέγραψε κόσμους εφικτούς ή ανέφικτους, καθόρισε πολιτικές και διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο στις πνευματικές, κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις.

AdornoΑνοίγοντας βουλιμικά τον τόμο, μετά τον Λουί Αλτουσέρ και τον Μαξ Άντλερ, σταματώ στον Τέοντορ Αντόρνο που, σε μία από τις πρώτες προσπάθειες δημιουργίας μαρξιστικής κριτικής της μαζικής κουλτούρας, διέκρινε, μαζί με τους συνεργάτες του στο Ινστιτούτο για την Κοινωνική Έρευνα της Φρανκφούρτης πως πρόκειται για ένα σημαντικό εργαλείο ιδεολογικής χειραγώγησης και κοινωνικού ελέγχου στις καπιταλιστικές δημοκρατίες αλλά και σε φασιστικά και κομμουνιστικά καθεστώτα. Ο Αντόρνο πρώτος ανέπτυξε την κριτική αυτή σε μελέτη για τη λαϊκή μουσική, τονίζοντας ότι θα έπρεπε να αναλύεται ως εμπόρευμα που παράγεται κυρίως για την ανταλλακτική του αξία, ενώ λίγα χρόνια μετά πάλι από τους πρώτους ανέπτυξε μια κριτική ανάλυση της τηλεόρασης (1932 και 1954 αντίστοιχα). Ολοένα και περισσότερο κριτικός απέναντι στα κυρίαρχα πολιτικά ρεύματα και σκεπτικιστής απέναντι στον μαρξισμό ο Αντόρνο υπερασπίστηκε την ατομική εξέγερση και αντίσταση, ενώ πριν το τέλος του πληγώθηκε βαθιά από την οξεία κριτική των φοιτητικών κινημάτων και των ακτιβιστών στα τέλη της δεκαετίας του ’60.

marcuseΗ μαρξιστική θεωρία υπήρξε η βάση και για τον «πατέρα της Νέας Αριστεράς» και θεωρητικό της επαναστατικής αλλαγής Χέρμπερτ Μαρκούζε, που περιέγραψε, μεταξύ άλλων, το πλαίσιο ενός πολιτισμού που θα περιελάμβανε μη αλλοτριωτική και λιμπιντική εργασία, παιχνίδι και ελεύθερη σεξουαλικότητα· ένα όραμά του που προδιέγραψε πολλές από τις αξίες της αντι-κουλτούρας της δεκαετίας του 1960. Ο Μαρκούζε υποστήριζε ότι η ανεπτυγμένη βιομηχανική κοινωνία δημιουργούσε επίπλαστες ανάγκες που ενσωματώνουν τα άτομα σ’ ένα παραγωγικό και καταναλωτικό σύστημα, που αναπαράγεται από τα μαζικά μέσα επικοινωνίας, την κουλτούρα, τη διαφήμιση και τους σύγχρονου τρόπους σκέψης και προσπαθεί να εξαλείψει την αρνητική διάθεση και την κριτική. Το αποτέλεσμα είναι ένα μονοδιάστατο σύμπαν σκέψης και συμπεριφοράς όπου η ικανότητα κριτικής σκέψης και αντίστασης φθίνουν αδιάκοπα. Έτσι έσπασε το ταμπού στο κύκλο του σε ό,τι αφορά την άσκηση κριτικής στην ΕΣΣΔ καθώς αμφισβήτησε δύο από τα θεμελιώδη αξιώματα του ορθόδοξου μαρξισμού: την επαναστατικότητα του προλεταριάτου και τον αναπόφευκτο χαρακτήρα της καπιταλιστικής κρίσης.

albert-camus-by-JLB[66054]Ακόμα περισσότερο κυνικός απέναντι στην πολιτική του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο Αλμπέρ Καμύ ταυτίστηκε με την έννοια του παραλόγου, ως έννοιας που εκφράζει την κατάσταση των ανθρώπων, οι οποίοι επιθυμούν τη ζωή τους να έχει έναν υπερβατικό σκοπό αλλά ευρίσκονται σ’ ένα σύμπαν αδιάφορο για το μέλημά τους. Για τον Καμύ η μεταφυσική αυτή μοναξιά δεν αποτελούσε κατάληξη αλλά σημείο αφετηρίας και η πρόκληση ήταν να δει κανείς αν οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν και να δημιουργήσουν χωρίς την βοήθεια αιώνιων αξιών και έτσι ανέπτυξε ένα ηθικό και πολιτικό πλαίσιο συμπεριφοράς σ’ έναν κόσμο χωρίς «ηθικά απόλυτα». Η κριτική του αυτοκαταστροφικού μεσσιανισμού που διατρέχει τη σύγχρονη επαναστατική θεωρία αποτέλεσε μια από τις κυριότερες θεωρητικές συνεισφορές του στη δυτική πολιτική σκέψη· αλλά και εδώ οι απόψεις του οδήγησαν στην απομόνωση από το κύκλο του διανοούμενων του Παρισιού και τον έριξαν σε προσωπική και πολιτική ερημιά.

x_42baf74fa9651111b2e527bd390d1207b44bcdbaΔιακεκριμένος μεταπολεμικός πολιτικός στοχαστής της Ιταλίας και εκφραστής της ηθικής της συνείδησης ο Νορμπέρτο Μπόμπιο υποστήριζε πως η δημοκρατία είναι «η καλύτερη μέθοδος που ανακαλύφθηκε ποτέ, για το έλεγχο της ατέλειωτης αλαζονείας και ηλιθιότητας εκείνων που κυβερνούν», καθώς παρέχει τη δυνατότητα στους κυβερνώμενους να ελέγχουν, να εναλλάσσουν και να απολύουν τους κυβερνώντες. Η δημοκρατία καθιστά την άσκηση εξουσίας ορατή, ενάντια στην τάση όλων εκείνων που κατέχουν εξουσία να είναι αόρατοι, όπως ο Θεός. Ο Μπόμπιο θεωρούσε ανεδαφικό το ρουσοϊκό όνειρο για μικρές αυτοδιοικούμενες δημοκρατίες και τεχνικώς αδύνατη την άμεση συμμετοχική δημοκρατία, προτείνοντας μια μεταφιλελεύθερη δημοκρατία που θα παρέχει τη δυνατότητα στους πολίτες να ψηφίζουν για πολλά περισσότερα θέματα απ’ ότι τώρα.

emma-goldmanΑπό τις πιο χαρισματικές και αμφιλεγόμενες προσωπικότητες του διεθνούς αναρχικού κινήματος, η Έμμα Γκόλντμαν υπήρξε εξαιρετικά επικριτική απέναντι στην παραδοσιακή ηθικότητα, κατήγγειλε τον γάμο, την μονογαμία και τα δυο μέτρα και τα δυο σταθμά στην ανδρική και γυναικεία σεξουαλικότητα, αποδοκίμασε την πατριαρχική οικογένεια ως πηγή της γυναικείας εξάρτησης και ανισότητας και υποστήριξε τις ελεύθερες σχέσεις ανάμεσα στα δυο φύλα και τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων. Η φλογερή της κριτική στον κομμουνισμό και η παράλληλη αδιαφορία γα τον καπιταλισμό την αποξένωσαν από δυνητικές συμμαχίες· σε κάθε περίπτωση προανήγγειλε τα αιτήματα του φεμινισμού και υπήρξε η περιεκτικότερη αναρχική κριτική της γενιάς της.

Λιγότερο γνωστή αλλά εξίσου μαχητική στα ίδια πεδία η Κέιτ Μίλλετ, η Σεξουαλική πολιτική [Sexual Politics] της oποίας αποτελεί βασικό κείμενο του σύγχρονου φεμινισμού, όρισε τη σχέση μεταξύ των δυο φύλων ως στηριζόμενη στην ισχύ και συντηρούμενη από μια ιδεολογία, είναι δηλαδή μια σχέση πολιτική. Στις «ελεύθερες» σύγχρονες κοινωνίες οι γυναίκες υποτάσσονται λόγω κοινωνικού εθισμού καθώς εκπαιδεύονται από τη νηπιακή ηλικία και αργότερα με τους θεσμούς στην υποτέλεια, μπροστά και στο φόβο να θεωρηθούν «αφύσικες». Η μελέτη της για τους D.H. Lawrence, HKateMillettenry Miller, Norman Mailer και Jean Genet αποκάλυψε ότι η ισχύς και όχι ο ερωτισμός ή το ερωτικό πάθος ήταν το πραγματικό τους θέμα, ενώ η έντονη επιθυμία της κυριαρχίας ήταν το διακύβευμα κάθε ερωτικής εμπλοκής που υπήρχε στα γραπτά τους.

Τα λήμματα είναι στο κατάλληλο μέγεθος (από μισή μέχρι πέντε σελίδες) και υπογράφονται από δεκάδες ερευνητές, ειδικούς, μελετητές, πανεπιστημιακούς κλπ. Στο τέλος κάθε λήμματος παρατίθεται βιβλιογραφία του εκάστοτε στοχαστή σε τρία μέρη: πρώτα τα βασικά του έργα, μετά οι εκδόσεις στην ελληνική γλώσσα και, τέλος, άλλα σχετικά έργα, ολοκληρώνοντας την ιδιότητα του τόμου ως μιας πλήρους εισαγωγής στον βαθύτερο έργο τους.

Εκδ. Σαββάλας, 2011, μτφ. Λεωνίδας Βατικιώτης – Διονύσης Γράβαρης, σελ. 538, με ευρετήριο [The Routledge Dictionary of Twentieth – Century Political Thinkers, 1998].

Στις εικόνες: Theodor W. Adorno, Herbert Marcuse, Albert Camus, Norberto Bobbio, Emma Goldman, Kate Millet.