E.M. Cioran – Ο Σιοράν μιλάει για τον Σιοράν

Το βιωμένο απόλυτο και το απόλυτο τίποτα

Φιλοσοφίας απάτη ή Τι άλλο κάνουν οι φιλόσοφοι από το να αποφεύγουν τα αληθινά βάσανα;

Ήδη από το πρώτο του βιβλίο ο Σιοράν, σε ηλικία 22 ετών, αποχαιρετούσε γεμάτος λύσσα και αγανάκτηση τη φιλοσοφία, διαπιστώνοντας την αποτυχία μιας μορφής σκέψης που «αποδείχθηκε αργόσχολη τέρψη, ανήμπορη να αντιμετωπίσει την ουσιώδη σύγχυση». Η φιλοσοφία, έγραφε, δεν προσφέρει καμιά βοήθεια στις κρίσιμες στιγμές· αλλά και η ίδια της η γλώσσα μπορεί αν σε δηλητηριάσει, σαν αληθινό ναρκωτικό. Αν μεταφραστεί σε τρέχουσα γλώσσα, ένα φιλοσοφικό κείμενο εξανεμίζεται. Όλα τα φιλοσοφικά κείμενα θα έπρεπε να υποβληθούν σε αυτήν τη δοκιμασία. Η γοητεία αυτή που ασκεί το ύφος εξηγεί και την επιτυχία του Χάιντεγκερ: είχα την αίσθηση ότι κάποιος πάσχιζε να με ξεγελάσει με λόγια. Κατάλαβα τι θα έπρεπε πάση θυσία να αποφύγω.

Οι δαιμονικές θρησκείες [Πίστη δεν είχα, αλλά μου περίσσευε η οργή]

Θεός σημαίνει το έσχατο στάδιο μιας πορείας, το ακρότατο σημείο της μοναξιάς, σημείο χωρίς υλική υπόσταση, στο οποίο πρέπει να δώσουμε ένα όνομα, να του αποδώσουμε μια φανταστική ύπαρξη. Εν τέλει, ο Θεός πληροί μια λειτουργία: τη λειτουργία του διαλόγου. Ακόμα και ο άπιστος λαχταρά να συνομιλήσει με τον «Μοναδικό», διότι δεν είναι εύκολο να συνομιλήσει κανείς με το μηδέν.

Για τον Σιοράν κάθε θρησκεία που συνθηκολογεί με την ιστορία απομακρύνεται από τις ρίζες της· ενώ, για παράδειγμα, ο χριστιανισμός «αρχικά διακήρυττε με πάθος τη στέρηση, στη συνέχεια, διαπράττοντας πραγματική προδοσία, έμελλε να μετατραπεί σε κατακτητική θρησκεία». Συχνά κατήγγειλε το δαιμονικό στοιχείο που υποκρύπτουν και πέρασε πολλά χρόνια διαβάζοντας τους μυστικιστές, αναζητώντας εκεί μια επιβεβαίωση της ύπαρξής του. Πώς μπορεί όμως κανείς να απελευθερωθεί; Την απελευθέρωση την ανακαλύπτουμε μόνοι μας, και όχι μαθητεύοντας σε κάποιον ή προσχωρώντας σε μια πνευματική αδελφότητα· η μόνη βαθιά εμπειρία είναι αυτή που βιώνεται στη μοναξιά. Η αληθινή ζωή είναι αυτή που δεν θέτει στόχους. Αυτό συνιστά η ανατολική φιλοσοφία, η οποία έχει συλλάβει ορθά τις αρνητικές επιπτώσεις της δράσης. Δεν υπάρχει ούτε μία ανακάλυψη που να μην έχει ολέθριες συνέπειες. Ο άνθρωπος θα χαθεί εξαιτίας της μεγαλοφυΐας του.

Νεωτερικός σκεπτικισμός;

Δελεασμένος από την άρνηση και το συναίσθημα του τίποτα, αλλά όχι μηδενιστής, αποτελεί άραγε ο ρουμάνος στοχαστής μια μοντέρνα εκδοχή του σκεπτικιστή, όπως τον προκαλεί η συνομιλήτριά του; Εκείνος προτιμά να μετεωρίζεται ανάμεσα στο αιώνιο δίχασμα σκέψης και πράξης: Αναμφίβολα η δράση έχει ανάγκη τη βεβαιότητα. Όμως, η παραμικρή σκέψη γκρεμίζει αυτή την αυθόρμητη συναίνεση. Τελικά διαπιστώνουμε ότι τίποτα δεν αντέχει, ότι τα πάντα είναι αβάσιμα. Ο σκεπτικισμός είναι η υπεροχή της ειρωνείας. Και πάντα τίθεται το ερώτημα: μέχρι ποίου σημείου μπορεί κανείς να προχωρήσει μέσα στην αμφιβολία; Το μόνο βέβαιο για τον ίδιο είναι πως όλες οι μεγάλες ιστορικές αποτυχίες ακολουθήθηκαν από ένα κύμα σκεπτικισμού. Η πνευματική λάμψη του αρχαίου κόσμου έσβησε με την έλευση του χριστιανισμού. Ήταν αδιανόητο το γεγονός ότι καλλιεργημένα πνεύματα παθιάστηκαν με ένα τόσο αφελές ιδεώδες. Κάθε σκεπτικισμός όμως οφείλει να διακρίνεται από τον κυνισμό, που εκκινεί από μια οιονεί νοσηρή επιθυμία άρνησης, μια διάθεση ξεμασκαρέματος, ένα διεστραμμένο, άνευ σύνεσης, παιχνίδι του πνεύματος

Το βιωμένο απόλυτο

Η μεγαλύτερη τέρψη του Σιοράν υπήρξε η μουσική – ο Μπραμς, ο Σούμαν, ο Σούμπερτ – η μόνη τέχνη που προσδίδει κάποιο νόημα στη λέξη απόλυτο. Είναι το βιωμένο απόλυτο και, η γλώσσα της υπερβατικότητας, εξ ου και οι συνενοχές που προκαλεί ανάμεσα στους ανθρώπους. Είναι το απόλυτο προσλαμβανόμενο μέσα στο χρόνο, αλλά ανίκανο να παραμείνει σ’ αυτόν, είναι ένα υπέρτατο και ταυτόχρονα φευγαλέο άγγιγμα. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με το εύθραυστο της μυστικιστικής έκστασης· αλλά σε κάθε περίπτωση την μουσική την κατανοούν μόνο εκείνοι στους οποίους είναι απαραίτητη.

Υπέρ αφορισμών

Ο Σιοράν απομακρύνθηκε οριστικά από την ποίηση χάριν του αφοριστικού λόγου, του μόνου είδους που ταίριαζε στη σκέψη του. Πιστός στην παράδοση του γαλλικού μοραλισμού, ο Σιοράν υιοθέτησε για πρώτη φορά την λακωνική έκφραση του αφορισμού στους Πικρούς Συλλογισμούς [1952], αφήνοντας τον γεμάτο αγανάκτηση λυρισμό του προηγούμενου [Εγκόλπιον Ανασκολοπισμού, 1949]. Στον αφορισμό το χιούμορ και το παράδοξο συμπράττουν με τον σκεπτικισμό σ’ αυτό το σημείο συνάντησης της βλασφημίας, της σύντομης διατύπωσης και του επιγράμματος. Πίστευε πως ένα έργο μακράς πνοής, που υπακούει στις απαιτήσεις μιας αρχιτεκτονικής, που αλλοιώνεται από την έμμονη ιδέα της συνέχειας, παραείναι συνεκτικό για να είναι αληθινό. Ευκαιρία, και εδώ, να διαχύσει το ομολογουμένως γευστικότατο δηλητήριό του: εξάλλου, συναναστράφηκα κατά κόρον ανθρώπους που έγραψαν περισσότερο απ’ ότι θα έπρεπε, που έθεσαν πεισματικά σκοπό τους να παράγουν, παρακινούμενοι από το θέαμα της παριζιάνικης λογοτεχνικής ζωής. Αλλά μου φαίνεται ότι κι εγώ έγραψα πολύ περισσότερα απ’ ό,τι έπρεπε. Ένα και μόνο βιβλίο θα έφτανε. Δεν είχα τη φρόνηση να αφήσω ανεκμετάλλευτες τις δυνατότητές μου, όπως οι αληθινοί σοφοί που θαυμάζω, εκείνοι που σ’ όλη τη ζωή τους δεν έκαναν τίποτα.

Οι θανατηφόρες ειρωνείες

Με αρτηριακή στα είκοσι πέντε, η αδελφή μου κάπνιζε εκατό τσιγάρα την ημέρα, λες και ήθελε να αυτοκτονήσει. Ο γιος της κατέληξε στην αυτοκτονία, ενώ εγώ, στην άλλη άκρη του Ειρηνικού, περιοριζόμουν απλά στο ρόλο του θεωρητικού της αυτοκτονίας.

Αυτό που ξεχωρίζει τον στοχαστή από τον συγγραφέα είναι ότι ο στοχαστής πιάνει την πένα μόνο όταν έχει κάτι να πει.

Οι άνθρωποι του καιρού μας απώλεσαν την ικανότητα ενατένισης των πραγμάτων. Ξέμαθαν την τέχνη να σκοτώνουν πνευματωδώς τον καιρό τους. Αν έπρεπε να κάνω απολογισμό, θα έλεγα ότι είμαι το αποτέλεσμα των χαμένων μου ωρών.

Οι μισάνθρωποι άνθρωποι

Η καταστροφή ενός ανθρώπου οφείλεται στην αδυναμία του να μείνει μόνος. Ουδείς μπορεί να μείνει μόνος με τον εαυτό του. Σήμερα, όσοι θα έπρεπε να μείνουν με το εαυτό τους σπεύδουν να ανοίξουν την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο. Νομίζω ότι αν μια κυβέρνηση καταργούσε την τηλεόραση, οι άνθρωποι θα αλληλοσκοτώνονταν εν μέση οδό, επειδή οι σιωπή θα τους τρομοκρατούσε. Στο απόμακρο παρελθόν, οι άνθρωποι διατηρούσαν μεγαλύτερη επαφή με τον εαυτό τους, επί μέρες και μήνες, αλλά τώρα αυτό είναι ανέφικτο. Ως εκ τούτου, μπορούμε να πούμε ότι η καταστροφή επήλθε, ότι ζούμε καταστροφικά.

Συγχρωτισμένος για κάποια χρόνια με την παρισινή κοινωνία, ο Σιοράν παρατηρούσε  έκπληκτος τον τρόπο με τον οποίο ακόμα και οι πιο πνευματώδεις άνθρωποι κακολογούσαν τα υπόλοιπα μέλη της παρέας, όταν εκείνα αποχωρούσαν πρώτα απ’ την ομήγυρη – γι’ αυτό άλλωστε φρόντιζε να φεύγει πάντα τελευταίος! Δεν πρόκειται καν για προσωπική κακία, απλώς ο άνθρωπος απεχθάνεται τον άνθρωπο. Όλοι αυτοί δεν ήταν κατά βάθος κακοί, αλλά διατηρούσαν αυτό το ψυχικό ένστικτο, την ανάγκη να αδικούν, να μειώνουν τον άλλον. Γιατρικό δεν υπάρχει. Νομίζω ότι έτσι φέρνονταν πάντα οι άνθρωποι…Ο άνθρωπος έχει εθιστεί στην κακεντρέχεια…

Επιστροφή στην αλήθεια

Ο απομυθοποιητής των πάντων με κάθε ευκαιρία τονίζει πως αυτό που τελικά γνωρίζει στα εξήντα του, το γνώριζε εξίσου καλά όταν ήταν είκοσι χρονών: σαράντα χρόνια λοιπόν μιας μακράς και ανώφελης εργασίας επαλήθευσης. Την συγκεκριμένη στιγμή δε σκέφτεται ότι θα ήταν προτιμότερο να είχε μείνει στο χωριουδάκι του και να φυλάει πρόβατα. Θα είχε «καταλάβει εκεί τα ουσιώδη πράγματα το ίδιο καλά», θα ήταν «κοντύτερα στην αλήθεια». Σε κάθε περίπτωση οι καλύτεροι του φίλοι στη Ρουμανία υπήρξαν οι αποτυχημένοι, και όχι οι συγγραφείς. Ακόμα κι εκείνοι που τήρησαν το εξόχως βαλκανικό φαινόμενο: ο αποτυχημένος να είναι ένας τύπος πολύ προικισμένος, που όμως δεν προκόβει, που υπόσχεται τα πάντα αλλά δεν τηρεί τις υποσχέσεις του.

Ο καθένας μόνος του!

Ο Σιοράν είναι απόλυτος όσον αφορά τις κάθε είδους συγγραφικές συμβουλές: Όταν ένας άνθρωπος δεν πιστεύει στον εαυτό του, όταν δεν τρέφει μυστική πίστη γι’ αυτό που θέλει να κάνει, δεν πρέπει να αποτολμήσει το εγχείρημα. Δεν πρέπει να ζητάμε συμβουλές, ούτε να προστρέχουμε σε οιονδήποτε – παρά μόνο για λεπτομέρειες. Ερωτήσεις του τύπου «τι πρέπει να κάνω – τι δεν πρέπει να κάνω;» δεν έχουν νόημα. Η ζωή και το έργο ενός συγγραφέα είναι περιπέτειες που πρέπει να αναλάβει ένας και μόνο. Μιλάει ακόμα για τον Μπέκετ, τον Μισώ (τον «πιο ευφυή συγγραφέα που γνώρισε») αλλά τις παραινέσεις προς αυτόν («οι αναγνώστες περιμένουν από σένα εμπειρίες, όχι θεωρίες»), την αξία των χρόνων της ανωνυμίας, το οριστικό χάσιμο του ύπνου του σε ηλικία 23 ετών, όπου υποχρεωνόταν έστω και με ορθάνοιχτα μάτια, να μένει επί οκτάωρο σε κατάκλιση. Κάπου εξομολογείται πως επί πέντε συναπτά έτη πάλευε με τον καπνό: έπρεπε να κόψει τα τρία πακέτα τσιγάρα που κάπνιζε ημερησίως και να ξαναπιάσει την πένα, που έκοψε όταν έπαψε να καπνίζει. Έμενε σε ξενοδοχείο και τη νύχτα, που την περνούσε πάντα άυπνος, πετούσε τα τσιγάρα από το παράθυρο, για να κατέβει σα μανιακός τρέχοντας μετά από λόγο να τα βρει.

Ανάμεσα στη φρίκη και την έκσταση εφαρμόζω μιαν ενεργή δημιουργική θλίψη.

Το σύντομο αυτό βιβλίο περιλαμβάνει πρόλογο, συζήτηση με την μελετήτρια του έργου του Συλβί Ζωντώ, ανάλυση των έργων του, αυτοβιογραφικό σημείωμα και μια σειρά χαρακτηριστικών αποφθεγματικών φράσεων και παραγράφων αλλά και αποσπάσματα συνομιλιών, επιστολών κλπ. υπό τον τίτλο «είπε…». Αποτελεί, ως εκ τούτου, ταυτόχρονα επαρκή εισαγωγή στη σκέψη του αλλά και το περιληπτικό της καταστάλαγμα.

Πλήρης τίτλος: Ο Σιοράν μιλάει για τον Σιοράν. Συζήτηση με τη Sylvie Jaudeau. Ανάλυση των έργων του.

Εκδ. Printa [Σειρά Εκ βαθέων], 2005, σελ. 125, μτφ. Κωστής Παπαγιώργης [Cioran – Entretiens avec Sylvie Jaudeau, 1990]

Ο υγιής δεν έχει καμιά ελπίδα στο πνευματικό πεδίο. Η ουσία, το βάθος των πραγμάτων μονοπωλείται απ’ αυτούς που έχουν υποφέρει.

Σημ.: Στην τέταρτη φωτογραφία τρεις Ρουμάνοι στο Παρίσι: Ε.Μ. Σιοράν, Ε. Ιονέσκο, Μ. Ελιάντ (1984).

Slavoj Žižek – Πρώτα σαν τραγωδία και μετά σαν φάρσα

Φαρσωδία

Tίτλοι τέλους. Όχι, λάθος.

Στις 9 Νοεμβρίου 1989 η πτώση του Τείχους του Βερολίνου ανήγγειλε την «ευτυχισμένη δεκαετία του ’90» και την πραγμάτωση της ουτοπίας του «Τέλους της Ιστορίας» (με τα λόγια του Φράνσις Φουκουγιάμα), την επαλήθευση ότι η έλευση μιας παγκόσμιας φιλελεύθερης κοινότητας. Η φιλελεύθερη δημοκρατία θεωρήθηκε νικήτρια. Το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους 12 χρόνια μετά έβαλε τέλος σηματοδοτώντας τη μετάβαση σε μια εποχή νέων τειχών (πέριξ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανάμεσα σε ΗΠΑ – Μεξικό, σε Ισραήλ και Δυτική Όχθη, στο εσωτερικό εθνικών κρατών). Καμιά Ιστορία δεν τελείωσε, ίσα ίσα.

Τίτλοι αρχής

Ο Μαρξ άρχισε την 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη με μια διόρθωση της ιδέας του Χέγκελ ότι η ιστορία κατ’ ανάγκην επαναλαμβάνεται, προσθέτοντας: τη μια φορά σαν τραγωδία, την άλλην σαν φάρσα. Την δεκαετία του 1960 ο Χέρμπερτ Μαρκούζε πρόσθεσε τη δική του προέκταση: κάποιες φορές η κωμική επανάληψη μπορεί να είναι πιο τρομερή από την αρχική τραγωδία. Η μαρξιστική προσθήκη στην εγελιανή ιδέα της ιστορικής επανάληψης επαληθεύεται πολλάκις στο βιβλίο του Ζίζεκ, στο οποίο άλλωστε χάρισε τον τίτλο.

Ευρώπη, το προπύργιο των ποιών;

Το 2007 επτά τυνήσιοι ψαράδες πέρασαν από δίκη στη Σικελία για το έγκλημα ότι είχαν σώσει σαράντα αφρικανούς μετανάστες από βέβαιο θάνατο στη θάλασσα («συνέργεια σε παράνομη μετανάστευση»), προφανώς για να αποθαρρυνθούν τα πληρώματα άλλων πλοίων να κάνουν το ίδιο. Η ίδια δικαιοσύνη δεν παρενέβη σε περιπτώσεις άλλων ψαράδων που χτύπησαν τους μετανάστες με ραβδιά για να πνιγούν. Η έννοια του homo sacer – αυτού που αποκλείεται από την πολιτική τάξη και μπορεί να φονευθεί ατιμωρητί – την οποία έχει εισηγηθεί ο Giorgio Agamben λειτουργεί πλήρως στην καρδιά της ίδιας εκείνης Ευρώπης που θεωρεί εαυτήν ως το υπέρτατο προπύργιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ανθρωπιστικής βοήθειας. Αρκεί βέβαια να είσαι δικός μας. Αν όχι, βρες μια τρύπα να κρυφτείς.

Ο ηγέτης – απατεώνας

Η εικόνα του Μπερλουσκόνι ως «ανθρώπινου, πολύ ανθρώπινου» ηγέτη δεν είναι άσχετη με τα παραπάνω. Η σύγχρονη Ιταλία αποτελεί ένα είδος πειραματικού εργαστηρίου όπου προδιαγράφεται το μέλλον μας. Αν το σημερινό πολιτικό σκηνικό είναι μοιρασμένο ανάμεσα στην επιτρεπτική – φιλελεύθερη τεχνοκρατία και στον φονταμενταλιστικό λαϊκισμό, ο Μπερλουσκόνι χρησιμοποιεί και τα δυο ταυτόχρονα· άρχει δια της κυνικής υπονόμευσης του ηθικού αλλά και της αξιοπρέπειας με την οποία συνδέεται το ύψιστο αξίωμα του κράτους. Το στοίχημά του είναι ότι ο λαός θα ταυτιστεί μαζί του, εφόσον υποδύεται την εικόνα του μέσου Ιταλού: «Είμαι ένας από εσάς, ολίγον διεφθαρμένος, έχω μπερδέματα με το νόμο, τσακώνομαι με τη σύζυγό μου, με ελκύουν άλλες γυναίκες». Ο πομπώδης τρόπος του μοιάζει με το γελοία οπερατικό όνειρο ενός φτωχού. Δεν πρέπει να μας ξεγελάσει: πίσω από το προσωπείο του κλόουν κρύβεται ένας αριστοτεχνικός χειρισμός της κρατικής εξουσίας κι αν γελάμε υπερβολικά μαζί του παίζουμε το παιχνίδι του. Βέβαια η τεχνοκρατική διοίκηση και το προσωπείο του κλόουν δεν αρκούν· χρειάζεται κάτι περισσότερο, κι αυτό είναι ο φόβος. Φόβος για ένα δικέφαλο τέρας, του μετανάστες και τους κομμουνιστές.

Σοκ (και λίγο δέος)

Η επίθεση των ΗΠΑ εναντίον του Ιράκ στηρίχτηκε στην ιδέα ότι, ύστερα από την εφαρμογή της πολεμικής στρατηγικής «σοκ και δέος», η χώρα θα μπορούσε να οργανωθεί ως παράδεισος της ελεύθερης αγοράς, αφού ο τραυματισμένος λαός δεν θα προέβαλλε καμιά αντίσταση και αλλά, έχοντας μετατραπεί ήδη σε μια ιδεολογική tabula rasa, θα ήταν έτοιμος να αποδεχτεί τη νέα τάξη πραγμάτων. Μήπως λοιπόν και η παρούσα οικονομική κατάρρευση χρησιμοποιηθεί σαν ένα «σοκ» που θα δημιουργήσει τις κατάλληλες ιδεολογικές συνθήκες για περαιτέρω φιλελεύθερη θεραπεία; Μερικές από τις πιο κατάφωρες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που τείναμε να θεωρούμε σαδιστικές ενέργειες αντιδημοκρατικών καθεστώτων, στην πραγματικότητα είτε διαπράχθηκαν με την πρόθεση να τρομοκρατηθεί ο πληθυσμός είτε χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου να προλειανθεί το έδαφος για την εισαγωγή ριζικών «μεταρρυθμίσεων» υπέρ της ελεύθερης αγοράς μας θυμίζει η Ναόμι Κλάιν (Το δόγμα του σοκ)

Έτσι κι αλλιώς άλλοι φταίνε

Πιθανώς το κύριο καθήκον της κυρίαρχης ιδεολογίας (με παλιομοδίτικους μαρξιστικούς όρους) είναι ακριβώς να επιβάλει μιαν αφήγηση η οποία θα επιρρίψει την ευθύνη για την κατάρρευση όχι στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα καθεαυτό, αλά σε δευτερεύουσες και συγκυριακές παρεκκλίσεις (π.χ. διαφθορά των μεγάλων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, φορολογικά συστήματα και φοροδιαφυγές). Ομοίως στην εποχή του Υπαρκτού Σοσιαλισμού οι αμύντορες της σοσιαλιστικής ιδεολογίας υποστήριξαν ότι η αποτυχία των «λαϊκών δημοκρατιών» ήταν η αποτυχία μιας μη αυθεντικής εκδοχής σοσιαλισμού, όχι της ιδέας καθαυτήν, καταλήγοντας ότι τα καθεστώτα τους έχρηζαν ριζικών μεταρρυθμίσεων παρά ανατροπής και κατάλυσης. Η απατηλή, επικίνδυνη μοιρολατρική πεποίθηση ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε, ακόμα και αν δεν είναι ο καλύτερος δυνατός, είναι ο λιγότερο κακός, οπότε οποιαδήποτε ριζική αλλαγή θα κάνει τα πράγματα απλώς χειρότερα.

Αυτοπαραμύθιασμα

Οι Ευμενίδες του Τζόναθαν Λίτελ παρουσιάζουν με έξοχο τρόπο μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Ολοκαυτώματος από την οπτική γωνία ενός άμεσα αναμεμειγμένου Γερμανού, προτείνοντας μια μυθιστοριοποιημένη ναζιστική εκδοχή του Πρίμο Λέβι και προσφέροντας ένα καίριο φροϋδικό δίδαγμα: πρέπει να απορρίψουμε την ιδέα ότι ο ενδεδειγμένος τρόπος για να καταπολεμούμε την δαιμονοποίηση του Άλλου είναι να τον θεωρήσουμε ολόπλευρα ως πρόσωπο με υποκειμενικό βάθος και να ακούσουμε την ιστορία του. Μπορούμε να δεχτούμε ότι οι λεπτομέρειες της προσωπικής ζωής αντισταθμίζουν τις φρικαλεότητες της κυριαρχίας κάποιου; Ο πλούτος του εσωτερικού βίου εδώ είναι μια απάτη:  Οι ιστορίες που αφηγούμαστε στον εαυτό μας για τον εαυτό μας προκειμένου να αιτιολογήσουμε ό,τι κάνουμε είναι ένα ψεύδος και χρησιμοποιούνται για να συγκαλύψουν την αληθινή ηθική διάσταση των πράξεών μας – η αλήθεια βρίσκεται μάλλον έξω, σε αυτά που πράττουμε. (σ. 66). Το αφόρητο στην περίπτωση των ναζί εκτελεστών δεν είναι οι τερατωδίες που διέπραξαν, όσο το πόσο «πολύ ανθρώπινοι» παρέμεναν ενόσω τις διέπρατταν.

Η ίδια στρατηγική ιδεολογικού «εξανθρωπισμού» αποτελεί κομβικό συστατικό της αυτοπαρουσίασης των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων: καθώς οι στρατιώτες παρουσιάζονται ως συνηθισμένοι άνθρωποι, καλλιεργείται η ψευδής ιδέα ότι παρά τις πολιτικές μας διαφορές είμαστε όλοι κατά βάση ανθρώπινα πλάσματα με τις ίδιες αγάπες και έγνοιες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το ντοκιμαντέρ Tsahal του Κλοντ Λαντσμάν, με στρατιώτες να υποδύονται τον «συνηθισμένο, ανθρώπινο εαυτό τους», για να δώσουν ανθρώπινο πρόσωπο στις πράξεις τους και με ειρωνικό αποκορύφωμα την εμφάνιση του Αριέλ Σαρόν ως φιλειρηνικού αγρότη (!). Παρόμοια διαδικασία «εξανθρωπισμού» παρατηρείται βέβαια και στις μπλοκμπάστερ ταινίες όπου οι αρχικά μονοδιάστατοι ήρωες παρουσιάζουν καταλεπτώς τις αβεβαιότητες, τις αδυναμίες, τους φόβους τους (όπως συνέβη και στην περίπτωση της Ούλρικε Μάινχοφ στο Der Baader Meinhof Komplex).

Ζήσε την εμπειρία, ζήσε την εμπειρία, ζήσε την εμπειρία, ζήσε την….

Το «νέο πνεύμα» του καπιταλισμού περιλαμβάνει και την περίπτωση του «πολιτιστικού καπιταλισμού»: ο κύριος λόγος για τον οποίο αγοράζουμε εμπορεύματα δεν είναι ούτε η ωφελιμότητά τους ούτε πλέον  έκφραση κοινωνικού κύρους αλλά για να αποκομίσουμε την εμπειρία που παρέχουν, να προσδώσουμε νόημα στη ζωή μας. Αν εκείνο που πραγματικά μετράει είναι η εμπειρία, γιατί να μην επιδιώκουμε μόνο αυτήν παρακάμπτοντας τη χονδροειδή οδό της πραγματικότητας, όπως ακριβώς στη δυστοπική Ολική επαναφορά μπορούσε κανείς να αγοράσει τις αναμνήσεις ενός ταξιδιού;

Η επιχείρηση Στάρμπακς γνωρίζει καλά το παιχνίδι όταν παρουσιάζει τις καφετέριές της ως υποκατάστατα κοινότητας, το δε πρόγραμμά της Ethos Water («κάθε φορά που αγοράζεις το νερό μας υποστηρίζεις ανθρωπιστικά προγράμματα στην Αφρική, την Λατινική Αμερική» κ.λπ.), το οποίο βέβαια παραλείπει να αναφέρει ότι το νερό που πουλάνε κοστίζει ακριβότερα από οπουδήποτε αλλού, είναι ενδεικτικό της ενσωμάτωσης της κληρονομιάς του ’68: αυτό που μετράει είναι η «αυθεντική εμπειρία». Κάπως έτσι και ο Τσε Γκεβάρα έχει καταστεί «το κατεξοχήν μεταμοντέρνο ίνδαλμα» εκφράζοντας συγχρόνως τα πάντα και τίποτα, κοινώς οτιδήποτε θέλουμε να εκφράσει. Ως συνήθως η ακίνδυνη οσιοποίηση συνδυάζεται με το αντίθετό της, με την αισχρή εμπορευματοποίηση: μια αυστραλιανή εταιρεία λάνσαρε πρόσφατα το παγωτό «Cherry Guevara» εστιάζοντας – που αλλού; – στη «γευστική εμπειρία».

Επιτρέπεται;

Ο Ζαν-Κλοντ Μιλνέρ αντιλαμβάνεται με μεγάλη οξυδέρκεια πώς το κατεστημένο κατόρθωσε να εξουδετερώσει όλες τις απειλητικές συνέπειες του ’68 ικανοποιώντας τις διεκδικήσεις νέων δικαιωμάτων υπό τύπον απλώς «αδειών»: η «επιτρεπτική κοινωνία» [permissive society] απλώς διευρύνει τα όρια αυτού που επιτρέπεται να κάνουν τα υποκείμενα, χωρίς να τους δίνει καμιά επιπλέον εξουσία. Όπως γράφει ο Μιλνέρ ένα δικαίωμα δίνει πρόσβαση στην άσκηση μιας εξουσίας εις βάρος μιας άλλης εξουσίας, ενώ μια άδεια δεν μειώνει την εξουσία εκείνου που την παραχωρεί. Κάπως έτσι συμβαίνει με τα δικαιώματα του διαζυγίου, της άμβλωσης, του γάμου των ομοφυλοφίλων. Εδώ κρύβεται το «μυστικό της γαλήνης που επικράτησε στη Γαλλία την τελευταία τεσσαρακονταετία». Ενώ ο Μάης στόχευε σε μια συνολική πολιτικοποιημένη δράση, το πνεύμα του μεταλλάχθηκε στην κατεξοχήν μορφή κοινωνικής παθητικότητας: την αποπολιτικοποιημένη ψευδοδραστηριότητα.

Ζητούνται επαναστάτες, πληροφορίες εντός

Για ποιο λόγο όμως η εργατική τάξη δεν ολοκληρώνει το πέρασμα από το καθ’ εαυτήν στο δι’ εαυτήν και δεν συγκροτείται ως επαναστατικός δρων; Το πρόβλημα αυτό στάθηκε το βασικό κίνητρο για τη στροφή στην ψυχανάλυση, που επιστρατεύτηκε ακριβώς για να εξηγήσει τους ασύνειδους λιμπιντικούς μηχανισμούς που εμποδίζει την άνοδο μιας ταξικής συνείδησης, μηχανισμού που είναι εγγεγραμμένοι στο ίδιο το Είναι/Κοινωνική Κατάσταση της εργατικής τάξης. Γι’ αυτό τον λόγο, ο δυτικός μαρξισμός αποδύθηκε σε μια διαρκής αναζήτηση άλλων κοινωνικών δρώντων – επαναστατικών υποκειμένων – αναπληρωτών της απρόθυμης εργατικής τάξης: χωρικών του Τρίτου Κόσμου, φοιτητών, διανοούμενων κλπ κλπ. Εδώ κάθε φορά αναζητείται το «δυναμικό οργής» των απογοητευμένων και όλες οι επιτυχημένες σοσιαλιστικές επαναστάσεις ακολούθησαν το ίδιο πρότυπο: εκμεταλλευόμενες μια τοπική ευκαιρία σε μια ακραία και κρίσιμη κατάσταση.

Διακρίνονται από Αριστερά: Losers και Μαχητές

Ο Ζίζεκ θυμάται την σκωπτική φράση του Μιγκέλ ντε Ουναμούνο προς τους φρανκιστές στο Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα το 1936: Θα νικήσετε, αλλά δεν θα πείσετε. Και αναρωτιέται: Είναι η Αριστερά καταδικασμένη να συνεχίσει να παίζει το ρόλο εκείνων που πείθουν αλλά εξακολουθούν μολαταύτα να ηττώνται (και που είναι ιδιαίτερα πειστικοί στο να εξηγούν εκ των υστέρων τους λόγους της αποτυχίας τους); Αυτό είναι το μόνο που μπορεί να πει η σημερινή Αριστερά στον θριαμβεύοντα παγκόσμιο καπιταλισμό; Αν έχει μέχρι σήμερα σπιλώσει εκείνους που κατέχουν την εξουσία μήπως θα έπρεπε πλέον να τους ευνουχίσει;

O Ζίζεκ εδώ είναι απόλυτος. Διαφωνεί με το «Έπειτα από την τραγωδία του ολοκληρωτισμού του εικοστού αιώνα κάθε συζήτηση περί επιστροφής στον κομμουνισμό δεν μπορεί παρά να είναι αστεία» και υποστηρίζει πως αν ο κομμουνισμός είναι μια «αιώνια» ιδέα, τότε πρέπει να επανεφευρίσκεται σε κάθε νέα ιστορική κατάσταση. Στην ερώτηση – τίτλο πρόσφατης επιφυλλίδας του Έρικ Χόμπσμπαουμ: «Ο σοσιαλισμός απέτυχε, ο καπιταλισμός χρεοκόπησε. Τι ακολουθεί;» απαντάει «Ο κομμουνισμός» και πασχίζει να βρει ένα νέο τρόπο ύπαρξης αυτής της Ιδέας. Άλλωστε εξαρχής έχει παραδεχτεί πως οι αναλύσεις του είναι στρατευμένες και «μεροληπτικές», γιατί η αλήθεια γίνεται προσπελάσιμη μόνο όταν κανείς συντάσσεται με τη μια πλευρά.

Η ισότητα μεταξύ λευκών και μαύρων που προβάλλεται ως μέρος του Αμερικανικού Ονείρου και αντιμετωπίζεται ως αυτονόητο πολιτικοηθικό αξίωμα στις δεκαετίες του ’20 και του ’30 υποστηριζόταν μόνο από τους κομμουνιστές των ΗΠΑ, ενώ η προτίμηση της Εκκλησίας στους μοναρχικούς θεσμούς είναι αδιαμφισβήτητη. Όλα τα στοιχεία που σήμερα ταυτίζουμε με την ελευθερία και τη φιλελεύθερη δημοκρατία κατακτήθηκαν μέσα από έναν μακρύ και δύσκολο αγώνα από πλευράς των κατώτερων τάξεων και κάθε άλλο παρά «φυσική» συνέπεια των καπιταλιστικών σχέσεων.

Εκδ. Scripta, 2011, μτφ. Νεκτάριος Καλαϊτζής, 226 σελ. [First as tragedy, then as farce, 2011].

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr