Αρχείο για την κατηγορία 'Αστυνομική Λογοτεχνία'

04
Απρ
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 87. Γρηγόρης Κονδύλης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Επειδή τα δύο τελευταία χρόνια μεταφράζω κυρίως σκανδιναβική αστυνομική λογοτεχνία —την οποία πρέπει να πω ότι λατρεύω— τα περισσότερα βιβλία ανήκουν σε σειρές (από τριλογίες ώς δεκαλογίες) και οι χαρακτήρες, το ύφος, οι ιδιαιτερότητες του συγγραφέα είναι γνωστοί τόποι. Αν τώρα σε κάποια περίπτωση συναντιέμαι με κάποιον-α συγγραφέα που δεν έχω μεταφράσει ξανά, ή δεν έχω διαβάσει παλιότερα, βουτάω απευθείας στα βαθιά. Αναγκάζομαι βέβαια, πολλές φορές να επιστρέψω και να διορθώσω κάτι, αλλά χαίρομαι πραγματικά την πορεία στον καινούργιο και άγνωστο τόπο που ανοίγεται μπροστά μου.

Στα συγκεκριμένα βιβλία θα έλεγα πως η σχέση που υπάρχει ανάμεσα σ’ εμένα και στον συγγραφέα είναι μάλλον σχέση ανάμεσα σε μένα και στους χαρακτήρες του. Συνήθως στοιχηματίζω με τον ίδιο μου τον εαυτό ότι ο τάδε και ο δείνα χαρακτήρας θα κάνει το ένα ή το άλλο πράγμα, θα φερθεί όπως περιμένω και συμβαίνει να έχω αρκετές φορές δίκιο. Τις περισσότερες φορές αυτό δημιουργεί μια έξαψη που πάει πολύ μακρύτερα από το έργο της μετάφρασης, πλησιάζει μάλλον το έργο μιας οιονεί συγγραφής, κάτι που με οδηγεί αναπόφευκτα στην κατανόηση της σκέψης του συγγραφέα. Υπάρχει, με άλλα λόγια, μια ανάποδη πορεία που πάει από τους χαρακτήρες, τις πράξεις τους, στη συγγραφή, στον συγγραφέα και τέλος στη μετάφραση. Είναι κάτι που δεν το σκέφτομαι ιδιαίτερα, απλώς συμβαίνει. Έτσι λειτουργώ και σε μερικά καλογυρισμένα θρίλερ μυστηρίου, όπου —λόγω εμπειρίας από τις χιλιάδες ταινίες που έχω δει— προλαβαίνω να καταλάβω που το πάει ο σκηνοθέτης. Μια κίνηση εδώ, μια αλλαγή έκφρασης εκεί, μία λέξη παραπέρα… και η παρακολούθηση γίνεται διασκέδαση και πνευματική σπαζοκεφαλιά.

Αυτό βέβαια δεν συμβαίνει με δοκίμια, φιλοσοφικά ή άλλα, όπου ρίχνομαι με τα μούτρα στην κατά λέξη μετάφραση, αρχικά, για να την “εξελληνίσω” μετά. Πιστεύω ότι ειδικά στα δοκίμια ισχύει πάντα ότι πρέπει να μεταφράζει με την ψυχρή γραφίδα της ακρίβειας στα χέρια του πάθους, για να παραφράσω τον Ράσελ.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Οι μεταφράσεις που με δυσκόλεψαν ήταν το Μετά τη Βαβέλ του Στάινερ —η οποία έγινε μετά πολλών εμποδίων, μετακόμιση από την Αθήνα στην επαρχία, αλλαγές στον τρόπο και στον ρυθμό ζωής, προσπάθεια προσαρμογής, κ.λπ.—, το Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν – Το χρέος της μεγαλοφυΐας του Ρέι Μονκ, το Φλέγομαι  του Τούρμπγιερν Σέβε, το Σκληρά παιχνίδια για σκληρά αγόρια του Γουίλ Σελφ. Τις μεγαλύτερες ηδονές μου πρόσφεραν τα τρία πρώτα. Ο Στάινερ για την πυκνότητα των νοημάτων και τις υπέροχες σκέψεις του, ο Ρέι Μονκ επειδή έκανε την καλύτερη βιογραφία που έχει κυκλοφορήσει μέχρι τώρα του αγαπημένου μου φιλοσόφου και ο Σέβε επειδή έδωσε κατά τη γνώμη μου μια υποδειγματική μυθιστορηματική βιογραφία του εξίσου αγαπημένου μου ποιητή Μαγιακόφσκι σε πρώτο πρόσωπο. Πολλά μπορεί να πει κανείς για τις ηδονές και τις απολαύσεις που αποκόμισα από τις μεταφράσεις αυτών των βιβλίων. Πάντως οι μεγαλύτερες απολαύσεις σε όλα αυτά ήταν η δυσκολία και ο όγκος τους. Στα δύο πρώτα —Βιτγκενστάιν και Βαβέλ— ήταν σημαντική η συνεισφορά και η βοήθεια από τον Κωστή Κωβαίο και τον Άρη Μπερλή αντιστοίχως. Τους οφείλω πολλά. Στις ηδονές πρέπει πάντως να συμπεριλάβω και τις πολύτιμες συμβουλές τους.

Όσο για το βιβλίο του Σελφ, η ηδονή βρισκόταν στη δυσκολία της γλώσσας.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Λογοτεχνικά οπωσδήποτε τα Φλέγομαι (SCRIPTA), Σίλας Μάρνερ της Τζορτζ Έλιοτ (Μαΐστρος), Madame Terror του Γιαν Γκιγιού (Ορφέας), Ένας ατέλειωτος σουηδικός χειμώνας του Λέιφ Πέρσον (Ψυχογιός), Οι απόκληροι του Σεμ-Σάντμπεργ (Πατάκης) και τα βιβλία του Άρνε Νταλ από το Μεταίχμιο για όποιον αγαπάει το καλό αστυνομικό μυθιστόρημα.

Για άλλα: Οπωσδήποτε τον Βιτγκενστάιν – Το χρέος της μεγαλοφυΐας του Ρέι Μονκ (SCRIPTA), το Μετά τη Βαβέλ του Τζορτζ Στάινερ (SCRIPTA), Ο μαγικός φανός του Μπέργκμαν (Ποταμός), Τρία κείμενα για την Ουτοπία των More, Bacon και Neville.

Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δουλεύω αρκετές ώρες την ημέρα, από δέκα έως δώδεκα ώρες, περίπου, ακούω μουσική, κυρίως κλασική, αλλά και τζαζ-μπλουζ ή παλιό μπλουζ, Ντίλαν (αν και εκεί υποχρεώνομαι να ξανακούσω την ποίησή του, οπότε χάνομαι μερικές φορές στους στίχους του, αντί να χαθώ στη μετάφραση), Τομ Γουέιτς, Βαν Μόρισον.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Ποιος μεταφραστής δεν θα ήθελε να μεταφράσει το Finnegans Wake; Ή όλο το έργο του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, μ’ εκείνες τις λεπτές αποχρώσεις του λόγου του; Ή ακόμη τον κλασικό σουηδό Sven Delblanc με την υπέροχη ανάλυση των χαρακτήρων και την πρωτοποριακή γραφή του;

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Όταν μπαίνουμε στο Amazon.com βλέπουμε το όνομα του μεταφραστή δίπλα στο όνομα του συγγραφέα. Μάλλον τον υπολογίζουν περισσότερο εκεί τον μεταφραστή. Όταν διαβάζω κριτικούς που δεν αναφέρονται ποτέ στον μεταφραστή θέλω να τους ρωτήσω το εξής απλό (μια και μιλούν για χειμαρρώδη λόγο, και πολλά τέτοια): «Στα ελληνικά το έγραψε το βιβλίο αυτός ο καλός συγγραφέας;;;» Για ποιον λόγο συμβαίνει; Δεν ξέρω. Ίσως να μην γνωρίζουν τη γλώσσα του πρωτοτύπου. Ίσως να αναμηρυκάζουν ήδη μασημένη τροφή που προσφέρει ο εκδοτικός οίκος διανθίζοντας τα κείμενα που τους δίνουν με διάφορα καλολογικά στοιχεία. Ίσως να βαριούνται. Ίσως να μην θέλουν. Μου έχει τύχει να αναφέρουν τον επιμελητή ως μεταφραστή σε έργο που είχα μεταφράσει. Αυτό δεν ισχύει ωστόσο για όλους τους κριτικούς. Τι να προτείνω; Αναβάθμιση της δουλειάς του μεταφραστή, με αναφορές στο έργο του, με προβολή του ονόματός του στο εξώφυλλο, μια ελάχιστη προσφορά στον κόπο και στον μόχθο του που συνήθως —και ειδικότερα σήμερα— τον αγοράζουν σε εξευτελιστικές τιμές. Κι αυτό το λέω επειδή το κόστος να είσαι μεταφραστής είναι μεγάλο: υπολογιστές, αναβαθμίσεις, βλάβες, αγορά θεματικών βιβλίων, συνεχής ενημέρωση, ΤΕΒΕ (σκεφτείτε έναν μεταφραστή να βγάζει 3-4.000 σε 4-6 μήνες και να δίνει για ασφάλεια στον ΟΑΕΕ 1.500 και πλέον), πληρωμή παρόχου διαδικτύου, και άλλα πολλά. Ίσως να έχουμε όλοι δίκιο. Κριτικοί, εκδοτικοί οίκοι και μεταφραστές. Αλλά τότε δεν θα έπρεπε να μεταφράζονται βιβλία. Κάποιοι ματώνουν πραγματικά για να διαβάζουμε σήμερα μεταφρασμένα βιβλία.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Το ιδανικό είναι να μπορείς να συνεργάζεσαι με τον ίδιο διορθωτή. Όσες φορές συνεργάστηκα με τον Παντελή Μπουκάλα και με τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο τα πράγματα πήγαιναν μια χαρά. Αλλά αποδείχτηκαν καλοί και κάποιοι διορθωτές που εργάζονταν μόνιμα για συγκεκριμένους εκδοτικούς οίκους. Συνέβαινε όμως και το αντίθετο. Θυμάμαι κάποτε πόσον κόπο είχα κάνει να βρω μια σημασία που δεν ήταν καθόλου αυτή που έλεγε η λέξη με την πρώτη ματιά. Τα κατάφερα. Και —ω του θαύματος!— πήγε η διορθώτρια και την άλλαξε χωρίς να με ρωτήσει, γράφοντας αυτό που θα έγραφε ο καθένας που δεν το είχε ψάξει βαθύτερα. Εσείς ξέρετε μια άλλη σημασία της λέξης not; Τέλος πάντων, η λύση είναι συνεργασία, συνεργασία, συνεργασία.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Ω, ναι! Ακόμη με ακολουθούν ο Βίτγκενσταϊν, ο Μαγιακόφσκι, ο Μπέργκμαν, ο Γιούχανσον, ο Πολ Γελμ. Καλά είναι… έχετε τους χαιρετισμούς τους…

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Διαβάζω πολλή σκανδιναβική λογοτεχνία, παλιά και σύγχρονη, όπως και αγγλόφωνη λογοτεχνία, σε όλο το εύρος της. Εννοώ από κλασικούς μέχρι σημερινούς. Με ξεκουράζει πάντως πολύ η ανάγνωση του φιλοσοφικού δοκιμίου.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Δες την επόμενη απάντηση.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Θα το καταλάβετε από τα παρακάτω.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Συνήθως διαβάζω ξένους συγγραφείς, αλλά μου αρέσουν πολλοί παλιοί έλληνες λογοτέχνες. Έχω ωστόσο προλάβει να διαβάσω τους καλούς Σώτη Τριανταφύλλου, Ίκαρο Μπαμπασάκη, Αργυρώ Μαντόγλου, Ευγενία Φακίνου, Θάνο Κονδύλη, Μουρσελά (τον συγκαταλέγετε στους νέους;), τον άρτι εκλιπόντα Νίκο Θέμελη… και μερικούς άλλους, δεν θυμάμαι τώρα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ισμαήλ, αφηγητής στο Μόμπι Ντικ σε μετάφραση Χριστοδούλου. Αμ εκείνος ο Ρασκόλνικοφ, είναι να τον ξεχνάς; Ούτε τον Βιργίλιο στην υπέροχη μετάφραση του Κεντρωτή στο Βιργιλίου θάνατος. Οπωσδήποτε τον Χόλντεν Κόλφιλντ από τον Φύλακα στη σίκαλη. Κι ακόμη με στοιχειώνουν ο Κέρουακ με τον Κάσιντι. Τώρα τελευταία πέθανε και ο Λούης του Μουρσελά.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Διαβάζω το περιοδικό Σημειώσεις του φίλου μου του Λυκιαρδόπουλου. Γιατί το προτιμώ; Ε, κάπου εκεί μέσα συναντώνται οι τροχιές μας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Μεταφράζοντας βιβλία — δυστυχώς ή ευτυχώς… Κι αυτό το λέω επειδή δεν ξέρω πόσο θα αντέξω ακόμη με αυτές τις άτιμες τιμές που δίνουν για το 16σέλιδο. Ξέρεις, κάθε φορά που ρίχνουν κι άλλο τις τιμές οι εκδότες νιώθω “να την κάνω σιγά-σιγά”.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Σίγουρα τον Μπομπ Ντίλαν, τον Μαγιακόφσκι, τον Νίκο Ζαχαριάδη… Έχουν εκείνη την αχλή του μυστηρίου που σε γοητεύει.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Πολύ κινηματογράφο. Επιτρέψτε μου να πω ότι με έναν γρήγορο υπολογισμό έχω δει πάνω από 5.000 ταινίες. Λατρεύω τον Κόπολα, τον Φασμπίντερ, τον Μπέργκμαν, τον Μπου Βίντεμπεργ, τον αγαπημένο μου Αγγελόπουλο (πόσο άδικα χάθηκε και πόσο αναπάντεχα), τον Κουστουρίτσα.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Ναι, ναι, αλίμονο. Σιγά μη δεν το έκανα. Έχω δημοσιεύσει εργασίες μου, σχετικά με τη φιλοσοφία της γλώσσας, σε γλωσσολογικά περιοδικά, κάποια χρονογραφήματα σε άλλα και κάποιες σκέψεις στον ιστολόγιό μου Consideratio, εδώ και πολύ καιρό. Έχω αρχίσει να γράφω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, και μετά τα παράτησα… είναι και ο βιοπορισμός που δεν σε αφήνει.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ και μεταφράζω Λέιφ Πέρσον, το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας του.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο - διαδρομή - βιβλίο - λόγος μνήμης]

Δεν διαβάζω ποτέ όταν ταξιδεύω, προτιμώ να συζητώ. Πιστεύω ότι η ανάγνωση δεν θέλει παρέα, μοναξιά θέλει, ρωτήστε και τον Στάινερ, θα συμφωνήσει.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Υπέροχες, ευτυχώς που υπάρχει και το διαδίκτυο. Πληρώνεις κάτι χοντρά λεφτά τον ΟΤΕ αλλά έχεις μια πληροφόρηση η οποία θέλει οπωσδήποτε μεγάλη προσοχή στο ψάξιμο. Δεν είναι όλα έγκυρα. Κάτι ανάλογο με τη ζωή μας.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αγαπητέ Λάμπρο, καλά τα πήγες. Άσε που εγώ απάντησα και σε ερωτήσεις που δεν έκανες. Οπότε δεν παραπονιέμαι.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Οι φαουστικές μου αναζητήσεις περιορίζονται στο γεγονός ότι έχουμε ημερομηνία λήξης, πράγμα που είναι καλό… Τι θα έκανε άραγε ο κόσμος με έναν Γρηγόρη ξερόλα από τα χρόνια; Οπότε, δεν θα πάρω, ευχαριστώ. Όσο για τις μεταφράσεις ή τις αναγνώσεις μου δεν πρόκειται να τις χάσω όσο ζω. Μόνο που θα ευχόμουν να μπορούσα να μεταφράζω περισσότερο από χόμπι, παρά από ανάγκη. Και αυτό θα ευχόμουν να είχαν την δυνατότητα να κάνουν όλοι οι μεταφραστές, Χαϊλάντερ και μη…

04
Φεβ
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 78. Τεύκρος Μιχαηλίδης

Περί γραφής

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Tο πρώτο μου μη σχολικό βιβλίο είχε τίτλο «Μαθηματικά Επίκαιρα –  Συνειρμοί διαβάζοντας την εφημερίδα» και περιλάμβανε 33 δοκίμια, γραμμένα από το Σεπτέμβριο του 2003 μέχρι τον Αύγουστο του 2004, τα οποία συνέδεαν την τρέχουσα επικαιρότητα με τα μαθηματικά. Για παράδειγμα η κατάκτηση του Euro 2004 συνδέθηκε με τα ημικανονικά πολύεδρα του Αρχιμήδη, η παράδοση του «δακτυλιδιού» στον ΓΑΠ με την οικογένεια Bernoulli που αριθμούσε επτά πρωτοκλασάτους μαθηματικούς, η σύλληψη στελεχών της 17 Νοέμβρη με την ασυμμετρία κλπ. Κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 2004.

Το πρώτο μου μυθιστόρημα, τα «Πυθαγόρεια Εγκλήματα» είναι μια αστυνομική ιστορία που εκτυλίσσεται στις αρχές του εικοστού αιώνα, στο Παρίσι της Belle Epoque και στην Ελλάδα των Βαλκανικών Πολέμων και του Εθνικού Διχασμού. Κινητήρια δύναμη, συνδετικός κρίκος των αστυνομικών και ιστορικών τεκταινόμενων είναι το θεώρημα της μη πληρότητας του Γκέντελ. Κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 2006 και μεταφράστηκε στα Ιταλικά, Ισπανικά. Αγγλικά, Γαλλικά, Κορεάτικά και Κινέζικα.

Ακολούθησε, το 2009 το «Αχμές, γιος του φεγγαριού» μια απολύτως φανταστική βιογραφία του Αχμές, ενός Αιγύπτιου γραφέα που συνέταξε γύρω στα 1650 π. Χ. το πρώτο ενυπόγραφο μαθηματικό εγχειρίδιο, ένα πάπυρο με 84 λυμένα προβλήματα, που ανακαλύφθηκε σ’ ένα τάφο γύρω στα 1850 μ.Χ. Για το συγγραφέα δεν είναι, τίποτα γνωστό πέρα από το όνομά του. Το βιβλίο τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Τέλος πρόσφατα (Νοέμβρης 2011) κυκλοφόρησε το «Τα τέσσερα χρώματα του καλοκαιριού»

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Ο κύριος λόγος που γράφω είναι ότι θέλω να ταξιδέψω. Στη μαυρίλα της Ελλάδας των τελευταίων δυο χρόνων, χρειαζόμουν μια τονωτική ένεση. Το μυαλό μου πήγε στις διακοπές, σε καλοκαιριάτικους έρωτες, σε αγαπημένα τραγούδια της νιότης. Κάπως έτσι χωρίς καλά καλά να το καταλάβω βρέθηκε γραμμένο το βιβλίο, το πρώτο ερωτικό – μαθηματικό μυθιστόρημα μια και τα μαθηματικά παίζουν καθοριστικό ρόλο στην πλοκή. Τα κοινωνικά και οικονομικά μέτρα που μας επιβάλλουν οι κυβερνήσεις των δυο τελευταίων χρόνων και μου μας γυρνούν πίσω στον εργασιακό μεσαίωνα έφεραν τη σκέψη μου στις πρώτες εργατικές κινητοποιήσεις στην Ελλάδα κι αυτό έδεσε πολύ καλά με τη Σέριφο, τόπο διακοπών το 1970 αλλά  και τόπο επαναστατικών κινητοποιήσεων το 1916.

Η Σέριφος και η πρόσφατη ιστορία της αποτελούσαν, μέχρι σήμερα, – διορθώστε με αν κάνω λάθος – ανεκμετάλλευτο λογοτεχνικό υλικό. Πώς σας δημιουργήθηκε η σχετική έμπνευση; Διαβάσατε, ταξιδέψατε;

Από τη στιγμή που επέλεξα τη Σέριφο – τόπο της πρώτης νεανικής μου εξόρμησης – ως κέντρο της δράσης, ήταν φυσικό να ασχοληθώ με όλες τις πτυχές της ιστορίας της. Δεν έχω κι εγώ υπόψη μου άλλη αφηγηματική προσπάθεια με κέντρο τη Σέριφο, αυτό όμως μάλλον δεν έπαιξε κάποιο ρόλο στην επιλογή μου.

Η λογοτεχνία σας κυκλοφορεί στα ανεξάντλητα μαθηματικά και αστυνομικά πεδία. Σας γοήτευσαν αναπόδραστα οι δυο χώροι; Σκέφτεστε καθόλου να αποδράσετε;

Τα μαθηματικά είναι η ζωή μου, η μία και μοναδική επιλογή σπουδών και επαγγέλματος που έκανα από τα 15 μου και δεν την άλλαξα ποτέ. Οι ιστορίες είναι η αγαπημένη μου διασκέδαση: Να τις ακούω, να τις διαβάζω, να τις αφηγούμαι, να τις γράφω. Κι αυτό είναι μια πολύ παλιά και όχι αναγκαστικά συνειδητή επιλογή μου. Δεν σκέφτομαι να αποδράσω. Αν αποδράσω, πρώτα θα το κάνω και μετά θα το συνειδητοποιήσω.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Σχεδόν παντού. Στις ουρές, στο αυτοκίνητο, λίγο πριν κοιμηθώ και ξανά το πρωί μόλις ξυπνήσω, στις διακοπές. Όταν μου έρχεται μια ιδέα, σπεύδω να κάνω την αναγκαία έρευνα και καθώς μαζεύω το υλικό στήνεται κι η ιστορία.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι, δεν έχω συγκεκριμένο τρόπο δουλειάς. Όταν  εργάζομαι δεν ακούω μουσική. Γενικώς αγαπώ τη μουσική των sixties, ελληνική και ξένη, τη τζαζ και την ελαφρή κλασική μουσική

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Αμέ! Σε αεροδρόμια, σε καράβια, σε ξενοδοχεία.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;   

Δε νομίζω ότι θα έγραφα πραγματική βιογραφία. Οι αγαπημένες μου ιστορίες είναι αυτές όπου οι φανταστικοί μου ήρωες συναντιούνται και αλληλεπιδρούν με πραγματικά πρόσωπα.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Πέρα από τις πρώτες εφηβικές μου απόπειρες, ποτέ. Δεν ένιωσα ποτέ την ανάγκη να εκφραστώ μέσω της ποίησης.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Jane Austin, Betty Smith, Alexandre Dumas, Mika Waltari

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Πέρα από τα έργα των πιο πάνω, Το μαύρο Αλγέρι του Maurice Attia, H λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων του Jean-Michel Guenassia, Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας του Jean – Claude Izzo.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Ο Αμερικάνος του Παπαδιαμάντη, The Pit and the Pendulum  του Edgar Allan Poe.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Πολλοί ή μάλλον πολλές: Αθηνά Κακούρη, Λία Μεγάλου Σεφεριάδη, Τιτίνα Δανέλλη, Ιωάννα Καρυστιάνη, Ιωάννα Μπουρατζοπούλου, Μάρω Δούκα, Ευγενία Φακίνου

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η ηρωίδα στην Ιδιαιτέρα της Ελιάνας Χουρμουζιάδου, ο Byron στο Winds of War.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Διαβάζω περιστασιακά αλλά δεν έχω κάποια ιδιαίτερη προτίμηση.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;  

Με τους περισσότερους συγγραφείς που έχω μεταφράσει μας συνδέει μια ειλικρινής σχέση φιλίας. (Andrew Crumey, Eli Maor, Marcus du Sautoy, και με τον Denis Guedj όσο ήταν ακόμα εν ζωή)

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Περισσότερο με δυσκόλεψε το Οι μεγάλες εξισώσεις του εικοστού αιώνα (εκδόσεις Αλεξάνδρεια) όπου χρειάστηκε να μεταφράσω δοκίμια κορυφαίων φυσικομαθηματικών του εικοστού αιώνα από μια ευρύτατη γκάμα κλάδων της επιστήμης.
Μεγαλύτερες ηδονές μου πρόσφερε το Θεώρημα του Παπαγάλου, όχι μόνο γιατί ήταν το πρώτο μου αλλά γιατί με ταξίδεψε πολλαπλά στο χώρο και το χρόνο.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Τα αστέρια της Βερενίκης του Ντενί Γκετζ είναι ένα βιβλίο που πρέπει να διαβάσει κάθε Έλληνας. Η απόδραση από το χρόνο του Gregory Benford είναι επίσης ένα συναρπαστικό βιβλίο. Η βιογραφία του Αϊνστάιν του Isaacson εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και στο επιστημονικό και στο προσωπικό επίπεδο.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Νομίζω ότι όλα τα βιβλία που έχω μεταφράσει ήταν ιδιαιτέρως αξιόλογα. Όλα μου έχουν δώσει από κάτι.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Θα ήθελα να κάνω κάποτε μια εκτενώς υπομνηματισμένη μετάφραση κάποιου από τα λογοτεχνικά έργα της λεγόμενης επιστημονικής επανάστασης. Για παράδειγμα το Somnium του Kepler ή κάποιο από τα έργα του Cyrano de Bergerac. Χρειάζεται όμως πολύς  χρόνος και αυτή τη στιγμή έχω άλλες προτεραιότητες.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Αυτό είναι λογικό. Το έργο ανήκει στο συγγραφέα. Η δουλειά του μεταφραστή είναι σημαντική αλλά δε μπορεί να συγκριθεί με αυτήν του συγγραφέα. Ωστόσο νομίζω ότι το όνομά του έχει θέση στο εξώφυλλο του βιβλίου που έχει μεταφράσει.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Όλοι έχουν τη θέση τους στην πυραμίδα παραγωγής ενός βιβλίου. Ιδανικό είναι να στοχεύουν όλοι στην παραγωγή του καλύτερου δυνατού βιβλίου, άσχετα με το από ποια και πόσα χέρια έχει περάσει. Η συνεργασία μου με τους επιμελητές υπήρξε κατά κανόνα άψογη, με μία μόνο εξαίρεση στην οποία ο επιμελητής με αντιμετώπισε ανταγωνιστικά και έθεσε ως απόλυτη προτεραιότητα να αναδείξει την ανεπάρκειά μου και όχι να παραχθεί ένα σωστό βιβλίο. Αποτέλεσμα ήταν το βιβλίο να κυκλοφορήσει με  πολλά λάθη επιμέλειας και εγώ να σταματήσω κάθε συνεργασία μου με τον συγκεκριμένο εκδοτικό οίκο. Βλέπετε όμως πόσο αναδεικνύεται το κακό και σκεπάζει το καλό! Είχα πάνω από τριάντα άψογες συνεργασίες με επιμελητές και διορθωτές κι εγώ θυμάμαι ακόμα τη μία και μοναδική ατυχή συνεργασία κι ας συνέβη πριν δέκα χρόνια!

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Ο μισθός μου ως εκπαιδευτικού, τα δικαιώματα από τα βιβλία μου και οι αμοιβές από τις μεταφράσεις μου εξασφαλίζουν δόξα τω Θεώ μια αξιοπρεπή διαβίωση. Ή τουλάχιστον αυτό συνέβαινε μέχρι πρόσφατα. Τα τελευταία δύο χρόνια το 90% των εσόδων μου πάει σε άμεσους και έμμεσους φόρους, δηλαδή σε νεοκλασσικά και πισίνες νυν και τέως υπουργών. Θα δούμε…

Το εκπαιδευτικό σας λειτούργημα σάς απορροφά μόνο πολύτιμο συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται «συγγραφικά» με κάποιο τρόπο;  

Θεωρώ ότι η βασική μου εργασία είναι αυτή του εκπαιδευτικού. Από αυτήν «κλέβω» ώρες για τη συγγραφή που είναι κατά βάση η ψυχαγωγία μου.

Ως εκπαιδευτικός – μαθηματικός έχετε την ευκαιρία να μιλήσετε στους μαθητές σας για την λογοτεχνία;

Συχνά.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Ετοιμάζω ένα νέο μυθιστόρημα (τη συγγραφή του οποίου διέκοψα γιατί ένιωσα την ανάγκη να γράψω τα Τέσσερα χρώματα του καλοκαιριού), Πρόσφατα ολοκλήρωσα τη μετάφραση ενός σημαντικού βιβλίου (Naming Infinity). Παράλληλα σχεδιάζω δυο τρεις ακόμα ιστορίες που θα αρχίζω να τις δουλεύω αργότερα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Μου αρέσει πολύ ο James Ivory. To Radio Days του Woody Allen είναι μια ταινία που δεν ξεχνώ. Από τις ελληνικές ταινίες βλέπω και ξαναβλέπω ευχαρίστως το Προξενιό της Άννας, το Πέπερμιντ, το Happy Day, τις Μέρες του 36 και το Θίασο.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το διαδίκτυο είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο. Δεν έχω όμως χρόνο για να συμμετέχω στο Facebook και το Tweeter ή να γράφω στα διάφορα blog. (Παρόλο που έχω λογαριασμούς σε όλα αυτά τα διαδικτυακά μέσα).

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Έχω περάσει ένα μεγάλο μέρος της νεότητάς μου διαβάζοντας. Δυσκολεύομαι να φανταστώ τη νεότητα χωρίς αναγνωστική ιδιότητα. Κάντε μου όμως μια συγκεκριμένη προσφορά και θα το συζητήσω.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Τι γνώμη έχετε για τους υπουργούς που ισχυρίζονται ότι ψήφισαν το μνημόνιο χωρίς να το διαβάσουν;
Πρόκειται για τακτικό ελιγμό. Όλοι τους έχουν διαβάσει μνημόνιο. Όμως ανάμεσα στο χαρακτηρισμό «προδότης» που θα αποδώσει η ιστορία σε όσους μας έβαλαν στο μνημόνιο και το χαρακτηρισμό «αφελής», «ανεύθυνος», «τεμπέλης» ή ακόμα και «βλαξ»  που επισύρει η δήλωση «το ψήφισα αλλά δεν το διάβασα» επιλέγουν ορθότατα να αποσείσουν από επάνω τους τον πρώτο. Φοβούμαι ότι θα τα καταφέρουν.

09
Ιαν
12

Πάμπλο Τουσέτ – Ο άρχοντας των χοιρινών

Ο διάβολος στο σφαγείο

Βέβαια, όποιος δεν ξέρει να βρει απολαύσεις στη ζωή, πιθανώς δεν μπορεί να τις βρει ούτε στο θάνατο. Υποθέτω πως ένας αυτόχειρας bon vivant θα ήταν παραδοξολογία – δε νομίζετε; Το θέμα είναι πως ούτε οι αυτόχειρες μπαίνουν στο χωριό μας. Συνεχίζουν στον αυτοκινητόδρομο, κάνουν το γύρο του Ορλά και πηδάνε. Μερικές φορές με το αμάξι· εκεί κάτω έχει γίνει νεκροταφείο αυτοκινήτων πια.

Υπάρχει περισσότερο αποτρόπαιο σκηνικό από ένα σφαγείο ή εφιαλτικότερη διαδικασία από εκείνη του σφαγιασμού; Ανεξαρτήτως απάντησης ο Τουσέτ στην παρούσα αστυνομική «δοκιμή» δεν παρασύρεται από τον εντυπωσιασμό που παρέχει ένα τέτοιο περιβάλλον. Τόσο ο τόπος όσο και τα διαδοχικά στάδια της σφαγής αποτελούν μεν τα δεδομένα ενός φόνου μιας 65χρονης γυναίκας σ’ ένα απομακρυσμένο ορεινό ισπανικό χωριό, μένουν όμως στο περιθώριο της αφήγησης. Δεν τον ενδιαφέρει η διαλεύκανση του εγκλήματος αλλά οι δαιδαλώδεις, περιπεπλεγμένες παρακαμπτήριοι προς την διάπραξή του.

Η διάβασή τους διίσταται σε δυο μέρη («Στον Κόσμο», «Στον Παράδεισο») που παρακολουθούν αντίστοιχα τις πορείες δυο διαφορετικών αστυνομικών. Ο Πουγιόλ, τυπικός εκπρόσωπος του παραδοσιακής «σχολής», κρατάει σημειώσεις για τα πάντα, σε μια προσπάθεια να ενταχθεί στην «λογική των νέων καιρών» ακόμα και μέσω της σύγχρονης μουσικής. Προσεγγίζοντας θεωρητικά το έγκλημα, μελετά συγγράμματα περί ψυχοπάθειας και αγωνίζεται να επιλύσει τον γρίφο της επιγραφής που βρέθηκε στο θύμα και των παρεμφερών στίχων που δημοσιεύτηκαν σε επαρχιακό λογοτεχνικό περιοδικό. Ο Τόμας περιπλανιέται στη Νέα Υόρκη πολιορκώντας και αποπλανώντας μια νεαρή γυναίκα. Ο συγγραφέας προφανώς επιθυμεί να διασκεδάσει την διάθλαση του μύθου, παραχωρώντας μεγάλη έκταση στην αμερικανική εμπειρία του «Τ.» και στις συχνά εξουθενωτικές λεπτομέρειές της, προτού καταλήξει στο σημείο σύγκλισης των δυο ερευνών: την εξιχνίαση του ελάχιστου ποσοστού των ανεξιχνίαστων υποθέσεων και την διείσδυση στον κόσμο της ψυχοπάθειας. Μόνο που ο «Τ.» φαίνεται αποτελεί ο ίδιος κομμάτι του, όσο κι αν διατείνεται πως αποτελεί την μεταμοντέρνα εκδοχή ενός ιεροεξεταστή» και πως «υπάρχουν μόνο δυο κατηγορίες ιεροεξεταστών: ή είμαστε ψυχοπαθείς ή ακριβώς το αντίθετο – κάποιος που πιστεύει σε κάποιο είδος δικαιοσύνης ή γενικού καλού στο οποίο πρέπει να συμβάλλει.

Στο πιο ενδιαφέρον τμήμα του μυθιστορήματος (τιτλοφορούμενο πλέον «Στην Κόλαση») ο «Τ.» μεταβαίνει στο χωριό του εγκλήματος δήθεν ως νέος κάτοικος με σκοπό να εργαστεί αργότερα στο σφαγείο. Το Σαν Χουάν δε Ορλά απολαμβάνει την «αίγλη» ενός καθαρτηρίου έκτισης ποινής, αλλά και του ενδιαιτήματος του Μοπασάν λίγο προτού τρελαθεί. Οι περίεργοι έως αποτρόπαιοι κάτοικοι αυτού του εσωστρεφούς και αποκλεισμένου κόσμου, που μοιάζει με «μια λασπότρυπα τρύπα του συστήματος» και «όπου οι ειδήσεις μοιάζουν με σίριαλ επιστημονικής φαντασίας», όπως καγχάζει ένας εξ αυτών, κινούνται μεταξύ του μοναδικού μπαρ, όπου η ίδια κασέτα γυρίζει ατέρμονα στο κασετόφωνο, της εκκλησίας όπου η λειτουργία γίνεται από μια τηλεόραση μπροστά στο ιερό και του τοπικού «συνεταιρισμού».

Έτσι ζούμε σ’ «ένα νησί της λησμονιάς…μια τρύπα του συστήματος…ή μάλλον μια λασπότρυπα. Να βλέπεις εδώ τις ειδήσεις είναι το ίδιο σαν να βλέπεις σίριαλ επιστημονικής φαντασίας, και θα το αντιληφθείτε κι εσείς αν αντέξετε.

Ο συγγραφέας δοκιμάζει ιδιότυπες παρομοιώσεις για την περιγραφή της πόλης και των ενοίκων της (ένας εξοργισμένος Διογένης, ο Γολιάθ της κυκλοφορίας, οι Παρθένες και ο Μινώταυρος, οι υπάλληλοι στους δρόμους σαν σκουλήκια στο πτώμα της), μιας πόλης που μπορεί και να είναι νεκρή· μόνο η ανάμνηση αυτού που άλλοτε ήταν, και αν βράζει από την ακατάπαυστη κίνηση, σαν ένα ψόφιο σκυλί με εκατομμύρια σκουλήκια πάνω στο πτώμα του που παλεύουν να επιβιώσουν.

Τελικά το εφιαλτικό σφαγείο της UNI-PORK με τον θάλαμο της απεντέρωσης και τις αίθουσες τεμαχισμού και ψύξης, τον υδάτινο και ξερό μαστιγωτή, το μηχάνημα ηλεκτρονάρκωσης των χοίρων και το σαν κόλαση ζουμί μοιάζει το ιδανικό συμπλήρωμα στη ζέχνουσα εργατική και ανθρωπολογική παθολογία της πόλης. Η «γραμμή της θυσίας» στην αλυσίδα της περίκλειστης βιομηχανίας του σφαγείου, η νάρκωση του θύματος σε μια μακρόχρονη και περίπλοκη διαδικασία ως το θάνατο, η ταύτιση του χοίρου με την ηδονή, την αμαρτία και την ρυπαρότητα αλλά και η χρήση του ως μεταφορέα παράνομων εμπορευμάτων ραμμένων στην κοιλιά του, οι εξάρσεις απρόκλητης και αψυχολόγητης βίας και η επακόλουθη διέγερση και  αμνησία είναι μόνο μερικά από τα στοιχεία που ορίζουν τον πολύπλευρο κύκλο του αινίγματος – εγκλήματος. Που πιθανώς «ζήλεψε» την φήμη του άξενου αυτού τοπίου ως ιδανικού τόπου αυτοχειρίας, καθώς ο κόσμος δε βολεύεται να βάλει ένα λάστιχο στην εξάτμιση και να ρουφήξει μονοξείδιο του άνθρακα, θέλει κάτι πιο θεαματικό, κάτι σαν ένα τελευταίο λεπτό δόξας.

Τελικά κάθε μέρα βλέπουμε και κάνουμε ένα σωρό πράγματα για τελευταία φορά στη ζωή μας χωρίς να το συνειδητοποιούμε, δίχως καιρό για αποχαιρετισμούς.

Εκδ. Opera, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, 2008, 475 σελ. [Pablo Tusset, En el nombre del cerdo, 2006]

Δημοσίευση και στο mic.gr [υπό τίτλο: The Lord of the Pigs ή όταν το νουάρ γίνεται ροζ, κι όχι με την ερωτική έννοια...]. Στις φωτογραφίες, εγκαταλειμμένα σφαγεία.

13
Ιουλ
11

Χίλντα Παπαδημητρίου – Για μια χούφτα βινύλια

Η αδελφότητα των 33 στροφών

Σε κάθε σύγχρονη και παλαιότερη πραγματικότητα υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που ζει κι αναπνέει μέσα από τη μουσική. Δεν βρίσκεται πάνω στο επίκεντρο της σκηνής αλλά παραμένει αφανής στην απέναντι πλευρά, αποδέκτης κάθε ηχητικής καλλιτεχνίας, δέκτης των μουσικών έργων, τελικός και διαρκής αποτιμητής της αξίας τους. Αχανές υποσύνολό του αποτελούν οι θερμοί, «δοσμένοι» ακροατές και συμμέτοχοι, εκείνοι που αγοράζουν, ανταλλάζουν και συμβιώνουν με τους δίσκους, ζούνε δίπλα τους και μέσα τους, επενδυτές και θυσιαστές πραγμάτων που είναι αδύνατο να οριστούν. Αν αυτός ο κόσμος συνεχίζει να αποτελεί την πλέον σημαντική φλέβα του συστήματος και το θεμέλιο όλου του οικοδομήματος της μουσικής βιομηχανίας ή την επόμενη παροπλισμένη «ειδικότητα», αυτό τού είναι αδιάφορο, γιατί, αντίστροφα, η μουσική είναι η αρτηρία της δικής του ζωής και ύπαρξης. Με μια διαφορά όμως: οι καταιγιστικές αλλαγές στην βιομηχανία αυτή δεν αποτελούν απλώς ένα νέο, άξενο περιβάλλον στο οποίο καλείται πλέον να επιβιώσει, αλλά και έχουν ανυψώσει τους δίσκους σε αποκτήματα μιας πρόσθετης υπεραξίας. Έτσι το ήδη καθιερωμένο φετίχ του βινυλίου καθαγιάζεται ακόμα περισσότερο κατά την αναζήτηση σπάνιας κόπιας ή τη διαφύλαξη αντιτύπων ανέγγιχτων μέσα στο περιτύλιγμά τους, σε μια ύστατη προσπάθεια να διασωθεί αλώβητος ένας παλιός ειδωλολατρικός κόσμος μπροστά στην επέλαση του ενός και μόνου Ψηφιακού Θεού.

Σ’ αυτό το σύμπαν καλείται ακάλεστος (όπως άλλωστε είναι οποιοσδήποτε δεν γνωρίζει τις ηδονές αλλά και τους κανόνες αυτής της μέθεξης) ο αστυνομικός Χάρης Νικολόπουλος. Παρθένος ανιχνευτής εγκληματικών κινήτρων, δεν είναι, ευτυχώς, ούτε τετραπέρατος σούπερμαν αλλά ούτε και ξοφλημένος loser του επαγγέλματος (για να αναφερθώ σε δύο στερεότυπες φιγούρες του είδους). Αντίθετα αποτελεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και πειστική μορφή, απολύτως συμβατή με την αχρωμία του αθηναϊκού τοπίου και την περιρρέουσα νεοελληνική πραγματικότητα. Αλλά όπως και μέσα στα ξεθωριασμένα χρώματα μιας αποκαρδιωτικής αστικής καθημερινότητας ο καθένας κρατά μια προσωπική παλέτα, έτσι κι αυτός αντλεί τα δικά του φευγαλέα πρότυπα ζωής στους συνάδελφους συνοδοιπόρους των αγαπημένων του αστυνομικών μυθιστορημάτων. Στο παράδοξο Μεταίχμιο της Συνοριακής Γραμμής Εξαρχείων και Κολωνακίου κινούνται και οι «απέναντι» βασικοί χαρακτήρες (Σόνια – Χάρης – Τατιάνα), ένα τρίγωνο που όταν δε Ζει στο Παρελθόν (όπως τραγουδούσαν οι Jethro Tull) αισθάνεται Σαν ένα Πουλί πάνω στο Σύρμα (όπως τραγουδούσε ο Leonard Cohen), πολεμώντας ο καθένας του ενάντια σε μια πλήρη τυπολογία εμμονών, αυταπατών και εσχάτων ελπίδων.

Τόσο στο μορφικό όσο και στο αφηγηματικό στροβίλισμα της ιστορίας η συγγραφέας αποφεύγει τις παγίδες της σύγχρονης αστυνομικής γραφής, γνωρίζοντας καλά τις απαιτήσεις μιας εξαιρετικά ενδιαφέρουσας ιστορίας, του απαραίτητου εναλλασσόμενου ρυθμού αλλά και του συνδυασμού ορισμένων διακριτικότατων προσκλήσεων αναγνωστικής συνενοχής κι ευγενών παγίδων στις δικές μας βεβαιότητες· μια ικανότητα που πιθανώς δεν είναι άσχετη με τις ιδιότητές της ως μεταφράστριας αλλά και μανιώδους αναγνώστριας της σύγχρονης λογοτεχνίας. Η ευγενής παράδοση των detective stories, η αμερικανική σχολή, η βρετανική φλεγματική, οι συγγραφείς που δεν διαχώρισαν ποτέ τη μουσική από τις ιστορίες τους (από τον Raymond Chandler και τον Chester Himes στον James Lee Burke, τον Martin Millar και τους George Pelecanos, Jean – Claude Izzo, Jean – Patrick Manchette) κι εκείνοι που δοκίμασαν να διασώσουν κάτι από τους χαρακτήρες που αρνούνται να πορευτούν χωρίς αυτή (Roddy Doyle, Jonathan Coe, Nick Hornby, Irving Welsh), η ρεαλιστική αμεσότητα με το γλυκόπικρο χιούμορ, όλα αποδεικνύονται ιδανικές πλατφόρμες για την καταγραφή της μεταλλαγής του συλλογικού «δισκογραφικού» υποσυνείδητου και της παραβατικής, πλέον, πλευράς της βινυλιακής ναρκομανίας.

Είναι πάντως αξιοσημείωτο πως ετούτη η διευρυμένη γενιά των 33 στροφών δεν ζει απλώς στις παρυφές της σύγχρονης ηλεκτρονικής πραγματικότητας αλλά και της νεοελληνικής λογοτεχνίας, καθώς έχει, με ελάχιστες εξαιρέσεις, εξοριστεί από κάθε συγγραφική μεταφορά. Θαρρείς και υπάρχει ασύμβατο και ασυμβίβαστο μεταξύ σύγχρονης εγχώριας συγγραφής και μουσικής ακρόασης με τέτοιους ακριβώς όρους. Για όλους όσους όμως τα μικρά δισκάδικα υπήρξαν προσωπικοί ναοί και οι δισκοθήκες λατρευτικές κόγχες, για όσους η τελετουργία του χώρου σφυρηλάτησε μυστικούς δεσμούς μεταξύ γνωστών και αγνώστων «πελατών» και η ιδιόλεκτος των πιστών του ροκ δημιούργησε μια αυτόνομη γλώσσα στίχων και τίτλων, ετούτο το μυθιστόρημα, στην αστυνομική του εκδοχή, είναι κάτι παραπάνω από επιστροφή σ’ εκείνες τις μήτρες. Κι αν υπάρχουν άνθρωποι για τους οποίους αυτή η μουσική κι αυτός ο τρόπος μέθεξης αποτελούν ένα λόγο να συνεχίσουν να ζουν, τότε αναπόφευκτα αποτελούν και λόγο να πεθάνουν – ή να σκοτώσουν.

Ύστερόγραφο

Poor Old Johnny Ray δεν είσαι καθόλου Poor με τους βιόλινους ύμνους που σου σκάρωσαν κάποιοι μελλοντικοί σου αλήτες των δρόμων, ενώ άλλοι των παραδρόμων διασκεύαζαν το Suspicious Minds για να μας θυμίζουν αλλιώς τον δικό μας Έκπτωτο Βασιλιά. Και Who’ll stop the rain γι’ αυτούς, και γιατί πάντα βρέχει σε άλλους; Τουλάχιστο στο In the rain των Dramatics δε χρειαζόμαστε κανέναν Ταραντίνο να μας μελώσει εκ των υστέρων με κατάμαυρες ραψωδίες. Αλλά δεν είμαστε καθόλου στα μαύρα εδώ μέσα αλλά ασπρόμαυροι, εξ ου και το Caterpillar, και το θυμάμαι σαν τώρα, μέσα στο κιόσκι του κήπου ο Robert Smith έβγαινε οριστικά από τα σκοτάδια και μεταμορφωνόταν σε χαροχαρούμενη πεταλούδα. Κι εδώ ξαναβρίσκω δεκάδες ερωτισμούς, τον τρυφερό του Avalon (κι ας μην έβαλες συγγράφισα των ονείρων μας το κορυφαίο Take a chance on me), τον βρωμιάρικο του Ian Dury, τον απόκοσμο του Κοέν και τον υπερθηλυκό της Kate Bush.

Κι αν ξαναπαίρνει ζωή εδώ μέσα το Seventeen της Janis Ian κι αν τριγυρνάει ο Gordon Lightfoot, μού μένει ένα Libertango, κι ας το γνωρίσαμε μικροί από εκείνη τη Γλυπτή Εγχρωμίνα που μας φόβιζε πως Έχει Ξαναδεί Αυτό το Πρόσωπο. Γιατί τώρα στο αυθεντικό του θυμάμαι με κάθε γύρισμα του μπαντο/ακορντεόν του εκείνο το παίξιμο στον Παλιό Σταθμό της Θεσσαλονίκης, με τους μιλονγκάδες μπροστά σ’ ενα σταματημένο τρένο που αν έφευγε για το Μπουένος Άιρες θα πηδούσα μέσα αφήνοντας τα πάντα πίσω, ενώ αυτοί εδώ οι ήρωες δεν μπορούνε, κι ας θέλουν ή δεν θέλουν κι ας μπορούνε. Και πίσω από τις αναθυμιάσεις των Blood Sweat and Tears και τις εξατμίσεις του  Atlantic City του Bruce, αντικριστά οι Cash και Dylan στο One Too Many Mornings κι ανάμεσά τους κάποιοι από εμάς μαζί με τους χαρακτήρες, ευλογημένοι κι ευτυχείς που υπήρξαμε δυστυχείς.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2011, σελ. 392.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 26 (καλοκαίρι 2011) – κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες.

Το Υστερόγραφο (με αναφορά σε τραγούδια και καλλιτέχνες που έχουν τη δική τους θέση στην πλοκή) δημοσιεύεται αποκλειστικά στο Πανδοχείο. Στις φωτογραφίες: ένα οπισθόφυλλο με τους λεκέδες μιας ζωής, μια πλήρης εγκληματολογική δισκογραφία, οι ιδανικοί μόνοι κι ένας άλλος φορητός κόσμος που υπόσχεται σε δυο χούφτες μια λιγότερο αφόρητη ζωή. Ακόμα, μια σπάνια περίπτωση συλλογικής παρουσίασης του βιβλίου εδώ.

04
Μάι
09

Λεονάρδο Παδούρα – Παρελθόν χαμένο στην ομίχλη

Τα πάντα είναι ένα καθαρό θέατρο, τραγουδούσε η La Lupe στο υπέροχο ομώνυμο τραγούδι (γνωστό από την Αλμοδοβαρική του επανεμφάνιση), εκφράζοντας περιπαθώς την ουσία των μπολερό. Στο ψευδεπίγραφο αλλά σαγηνευτικότατο αυτό μέλος της κουβανέζικης μουσικής φαντασμαγορίας καταδύεται ο Μάρκο Κόντε, ανιχνευτής μυστηρίων ήδη γνώριμός μας από πέντε μυθιστορήματα του Λεονάρντο Παδούρα (Αβάνα, 1955): την τετραλογία Οι τέσσερις εποχές και το Αντιός Χέμινγουεϊ. Ένα παράλληλο Puro Teatro, όμως, φαίνεται να αποτελεί πλέον ολόκληρη η πολυπαθής και πολυύμνητη Κούβα, η σκληρή κοινωνική πραγματικότητας της οποίας συχνότατα εγγράφεται συγκαλυμμένα ή απροκάλυπτα μέσω της παρακαμπτήριας αστυνομικής μυθοπλαστικής οδού.

Στην εξαθλιωμένη λοιπόν Αβάνα της ελεύθερης πτώσης των εκδόσεων και της θλιβερής παρακμής των βιβλιοπωλείων, της εκποίησης των σπιτικών βιβλιοθηκών λόγω πείνας και της κατάληξης των ευγενικών συντρόφων στο ταξίδι της ζωής στο σφαγείο της αγοράς, ο Κόντε, αποστρατευμένος πια απ’ τους ρυπαρούς αστυνομικούς φακέλους, προσπαθεί ως έμπορος βιβλίων να ισορροπήσει ανάμεσα στην επιβίωσή του και στη διάσωση τίτλων – αριστουργημάτων της κρεολικής βιβλιογραφίας των δυο προηγούμενων αιώνων. Στο ενδιάμεσο φροντίζει να σπαταλά το μερίδιό του σε μυθικά γεύματα παρέα με τους ενδεείς φίλους του στα εξαθλιωμένα τους σπιτικά ή στα κρυμμένα ιδιωτικά παλαζάρ, με υλικά πενιχρά μα εμπνευσμένα από σπάνια, «σχεδόν τρομοκρατικά» βιβλία συνταγών, εξαφανισμένων τελεσίδικα από τον συλλογικό γαστρονομικό χάρτη της χώρας – οι σχετικές σελίδες δεν μπορούν παρά συγκινητικά να μας θυμίζουν την κατά Μυρζέ Ζωή των Μποέμ.

Ίσως είναι, λοιπόν, φυσικό το λιανισμένο σώμα και η συντετριμμένη ψυχή του να αναζητά ένα μονοπάτι θαυμάτων μέσα στις περίκλειστες βιβλιοθήκες ή, απλώς, «το αδιανόητο», όσο αναμενόμενο είναι να το βρει τελικά στο πρόσωπο μιας γυναίκας που εντοπίζει τυχαία σ’ ένα καταχωνιασμένο απόκομμα. Η αναζήτηση της Βιολέτας ντελ Ρίο, αφανούς καλλιτέχνιδος των μπολερό και σχεδόν ψυχορραγούσας ερμηνεύτριας της ερωτικής ποίησης των τροπικών, με έναν και μοναδικό δίσκο μα και ορισμένα αδιόρατα ίχνη στην προσωπική του οικογενειακή ιστορία, γίνεται για τον Κόντε πορεία αναπότρεπτος. Πώς και πού να εντοπίσεις όμως την αχνή φιγούρα μιας εποχής όπου μπορούσες σχεδόν να κόψεις την κατακλυσμιαία μουσική της ατμόσφαιρας με μαχαίρι; Στην διεφθαρμένη αρένα των πορνείων, των καζίνο και των κέντρων διασκέδασης της προεπαναστατικής Κούβας ή στα συνωστισμένα εσωτερικά δωμάτια και τις δυσώδεις εσωτερικές αυλές των εξαθλιωμένων γηγενών και μεταναστών της μετά – Κάστρο εποχής; Και πώς να πλοηγηθεί κανείς στη ζούγκλα της κρεολικής ζωής της τρίτης χιλιετίας, όπου κλέβει μέχρι κι ο Θεός;

Ο συγγραφέας σχεδιάζει τον «αστυνομικό» του μύθο πάνω στον καμβά της σύγχρονης Κούβας, όπου η σκέψη της έλλειψης κάθε νοητού πράγματος αποτελεί μια μόνιμη διανοητική κατάσταση και όπου τα σοκάκια των συνοικιών, οι αίθουσες υποδοχής για σαντέρος και πνευματιστές και τα εξομολογητήρια των εκκλησιών ξεχειλίζουν από υπερβολικά πολύ κόσμο χωρίς τίποτα να κάνει ή να χάσει. Ρομαντικός, ακόμα, αριστερός, ο Κόντε αισθάνεται ως ιερή αποστολή του την συντροφιά μέχρι πλήρους απόφραξης αρτηριών από λίπη, νικοτίνη και αλκοόλ στον παχύ ανάπηρο φίλο του Κοκαλιάρη Κάρλος και υποφέρει σιωπηλά στις σκληρές στιγμές του ξεπουλήματος των βιβλιοθηκών από αξιοπρεπείς λιμοκτονούντες.

Περισσότερο κι από την αργή και βασανιστική ερμήνευση του ανεξήγητου ορμονικού φλογίσματος που του προκαλεί εκείνη η θελκτική μορφή, ο Κόντε αναζητά τις δικές του αλήθειες – άλλωστε στην ερώτηση «τι ψάχνει πια να βρει» στο χαμένο παρελθόν απαντά «εκείνο που δεν έχω μάθει ακόμα». Ίσως φωνές σαν της ντελ Ρίο απαιτούν απόσταση και ταυτόχρονα διεκδικούν το ελάχιστο αίτημα να μη χαθούν αμετάκλητα στη λήθη· ίσως πάλι αισθάνεται πως πρέπει να φύγει μακριά και ν’ αφήσει τους νεκρούς, τους τσακισμένους και τους ηττημένους να μείνουν κρυμμένοι στο παρελθόν το χαμένο στην ομίχλη, εκεί όπου έπρεπε ν’ αναπαυθούν εν ειρήνη.

Όμως ακόμα και στην σάπια κινούμενη λάσπη του κόσμου του, μπροστά στο υπόγειο λαθρεμπόριο των κρεολικών βιβλίων και την αφαίμαξη ακόμα και δημόσιων βιβλιοθηκών που ροκανίζουν σήμερα την πολιτιστική κληρονομιά της Κούβας, ικανοποιώντας τους ανά τον κόσμο συλλέκτες, ο Κόντε ήδη γνωρίζει το τρυφερό του χρέος. Αφήνει στην άκρη τη νομιμότητα και τελικά διαπράττει το αδιανόητο: η κλοπή των βιβλίων γίνεται, πλέον, ιερή και η διαμοίρασή τους στους κατάλληλους ανθρώπους μπορεί να εμπνεύσει ακόμα και τον έρωτα!

Συντεταγμένες: Eκδόσεις Καστανιώτη, μτφ. Κώστας Αθανασίου, σ. 364 (Leonardo Padura Fuentes, La neblina del ayer, 2005).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 550, 30.4.2009, υπό τον τίτλο Θραύσματα του κόσμου «μετά το ’89» (και εδώ).




 

Μαΐου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 212,834 hits

Σελίδες

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 58 other followers