Posts Tagged ‘Αίθριο



25
Φεβ
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 81. Ευγενία Μπογιάνου

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των δυο βιβλίων σας;

«Το μυστικό» εκδόθηκε το 2004 από τις εκδόσεις Ροές. Είναι μια συλλογή διηγημάτων με κεντρικό άξονα, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, καταστάσεις απώλειας, προδοσίας, εκδίκησης, πάθους στη ζωή ανθρώπων ασήμαντων και καθημερινών.

Η πρόσφατη «Κλειστή πόρτα» από τις εκδόσεις Πόλις είναι μια σειρά διηγημάτων για ανθρώπους που διασταυρώνονται μεταξύ τους χωρίς να συναντιούνται και που αποτελούν το καθημερινό μας σύμπαν.

Για ποιο λόγο επιλέξατε τη φόρμα του διηγήματος;

Επιλέγουμε τις φόρμες ή μας επιλέγουν; Όπως και να έχει μου αρέσει να διαβάζω και να γράφω διηγήματα. Η πυκνότητα που απαιτείται και η ένταση που πρέπει να εκδηλώνεται στην περιορισμένη έκταση του διηγήματος με γοητεύει και με προκαλεί.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Φυσικά οι προτιμήσεις μου αλλάζουν κατά καιρούς, όμως μερικές αξίες παραμένουν ίδιες. Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Τσέχωφ, Κάφκα, Πόε, Γουλφ, Μωπασάν, Σάμπατο, Ναμπόκοφ, Κάρβερ, Ντίκινσον, είναι μερικές από αυτές. Επίσης Σολωμός, Παπαδιαμάντης, Βιζυηνός, Χατζής, Κουμανταρέας, Νόλλας, Κυριακίδης, Παπαδημητρακόπουλος, Γονατάς, Πανσέληνος, Δούκα.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αισθηματική αγωγή (Φλωμπέρ), Η δίκη και Η μεταμόρφωση (Κάφκα), Η βουή και το πάθος (Φόκνερ), Εκατό χρόνια μοναξιά (Μάρκες), Περί ηρώων και τάφων (Σάμπατο), Η αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ (Ναμπόκοφ), Το λευκό όρος (Σεμπρούν), Κάτω από το ηφαίστειο (Lowry), Οι υπνοβάτες (Μπροχ), Η καρδιά του σκότους (Κόνραντ), Στο Φάρο (Γουλφ), Μπούντενμπροκ (Τόμας Μαν), Αλεξανδρινό Κουαρτέτο (Ντάρελ), Το ταξίδι στην άκρη της νύχτας (Σελίν), Τρόμος (Μακάνιν), Ο δρόμος (Μακ Κάρθυ), Οι ξεριζωμένοι (Sebald), Δούναβης (Μάγκρις).

Το κιβώτιο (Άρης Αλεξάνδρου), Επιτάφιος θρήνος (Γιώργος Ιωάννου), Βιοτεχνία υαλικών (Μ. Κουμανταρέας), Το πλατύ ποτάμι (Γιάννης Μπεράτης), Το τέλος της μικρής μας πόλης και Το διπλό βιβλίο (Δ. Χατζής), Η μητέρα του σκύλου (Μάτεσις), Ονειρεύομαι τους φίλους μου (Νόλλας), Η βραδυπορία του καλού (Δημητρίου), Θερμά θαλάσσια λουτρά (Παπαδημητρακόπουλος), Θα βρείτε τα οστά μου υπό βροχήν  (Βαλτινός), Και με το φως του λύκου επανέρχονται (Ζ.Ζατέλη).

Είναι τόσα πολλά τελικά που θα μπορούσα να γεμίσω σελίδες. Γι’αυτό σταματώ εδώ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Τσέχωφ, του Πόε, του Κάρβερ. Ο Μπόρχες. Οι Δουβλινέζοι του Τζόις. «Η ιστορία του περιστεριώνα μου» του Μπάμπελ. Ο Καλβίνο.

Φυσικά όλος ο Παπαδιαμάντης, ο Βιζυηνός, «Το γατί» του Μητσάκη, Το «Πίστομα» του Θεοτόκη, ο Μάριος Χάκκας, «Η προετοιμασία» του Γονατά, τα κομψοτεχνήματα του Παπαδημητρακόπουλου, ο Νόλλας, ο Κυριακίδης και ο Σκαμπαρδώνης.

Πάντως από τον Τσέχωφ μέχρι τα αστυνομικά διηγήματα του Χάμετ και του Τσάντλερ και από τον Παπαδιαμάντη και το Βιζυηνό μέχρι το Νόλλα και το Μηλιώνη ο δρόμος είναι πάρα πολύ μακρύς.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Χρήστος Οικονόμου με το εξαιρετικό «Κάτι θα γίνει θα δεις», η Κάλια Παπαδάκη, ο Σπύρος Γιανναράς και οι λίγο παλιότεροι Ηλίας Παπαμόσχος,  Κώστας Καβανόζης και  Πέτρος Κουτσαμπασιάκος.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όσο γράφω για αυτούς τους κουβαλάω πάνω μου. Μπορεί και για αρκετό καιρό. Τους εγκαταλείπω αμέσως μόλις θεωρήσω πως τους ολοκλήρωσα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Γκρέγκορ Σάμσα και ο πρόξενος Φέρμιν.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω πάντα μαζί μου χαρτί και μολύβι. Σημειώνω ιδέες, γράφω φράσεις που άκουσα ή που σκέφτηκα οπουδήποτε κι αν βρίσκομαι. Την ολοκληρωμένη του μορφή όμως το κείμενο την παίρνει πάντα στο γραφείο μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν πιστεύω τόσο σε αυτό που λέγεται έμπνευση. Πιστεύω πως το πιο σημαντικό είναι η παρατήρηση. Παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου, τις κινήσεις των ανθρώπων, τις χειρονομίες, τα βλέμματα, πράγματα φευγαλέα που όμως για κάποιο λόγο με συγκινούν.

Συνήθως έχω στο μυαλό μου μια εικόνα, καθώς η πρωταρχική μου ιδιότητα έχει να κάνει με τη φωτογραφία. Θέλω να φωτίσω λοιπόν αυτή την εικόνα με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε να στρέψω το βλέμμα προς τα εκεί που επιλέγω εγώ, προς αυτό το κάτι, το μικρό συνήθως, που σε άλλη περίπτωση δεν θα τραβούσε την προσοχή.

Άλλοτε η αφετηρία μου είναι μια φράση που άκουσα ή κομμάτια εκφράσεων από διηγήσεις άλλων. Φράσεις που κεντρίζουν το ενδιαφέρον μου και που με τη σειρά μου θέλω να αφηγηθώ την ιστορία τους.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Γράφω συνήθως νωρίς το πρωί, στον υπολογιστή, σε απόλυτη ησυχία, με τη συνοδεία καφέ.

Ακούω κλασική μουσική και τζαζ. Ποτέ όμως γράφοντας ή διαβάζοντας.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Από τα ενεργά το «Εντευκτήριο» του Γιώργου Κορδομενίδη και η «Λέξη» του Θ. Νιάρχου και του Α. Φωστιέρη.  Σταθερές αξίες.

Από τα «μη ενεργά» ο «Εκηβόλος» του αξέχαστου Βασίλη Διοσκουρίδη. Πρωτοποριακό και κλασικό συγχρόνως.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε; 

Θα έγραφα για τον Μιχαήλ Μητσάκη.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Πολλές φορές μια εικόνα ή συχνότερα ή ατμόσφαιρα μιας ταινίας μου δίνουν το ερέθισμα για να γράψω. Παρακολουθώ μετά μανίας σύγχρονο κινηματογράφο. Τελευταία ταινία που με γοήτευσε, Το λιμάνι της Χάβρης του Καουρισμάκι. Ζηλευτή απλότητα. Κανένα στολίδι. Μια απλή ιστορία ειπωμένη με την πιο χαμηλότονη τρυφερότητα.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Δεν γράφω και δεν έγραψα ποτέ ποίηση, γιατί δεν έχω την ικανότητα να το κάνω.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

«Μπάρτλμπυ, ο γραφέας» του Μέλβιλ.

Τι γράφετε τώρα; 

Γράφω διηγήματα.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αν έχω σκεφτεί να γράψω μυθιστόρημα; Ναι, το έχω σκεφτεί.

21
Φεβ
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 81. Έλενα Πέγκα

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Σφιχτές ζώνες και άλλα δέρματα, Εκδόσεις Άγρα, 2011. Το συγκεκριμένο βιβλίο έχει σαν αφετηρία μέρη που βρέθηκα, πρόσωπα και σώματα που συνάντησα, σκέψεις που έκανα, αλλά δεν θεωρώ αυτά καθοριστικά στο γράψιμο του με την έννοια πως αντί για αυτά θα μπορούσαν να είναι άλλα.  Η διάθεση με ενδιέφερε, η ματιά πάνω σε όλα, οι αντιθέσεις, το μπανάλ που αίφνης γίνεται δραματικό, το άσχημο που γίνεται όμορφο, το εξημερωμένο που γίνεται άγριο και βίαιο.

Αυτή τη συλλογή μικρών ιστοριών την αποκαλώ νουβέλα  γιατί νιώθω πως η μία ιστορία συμπληρώνει την άλλη και πως όλες μαζί αποτελούν τα κεφάλαια ενός βιβλίου. Διαρκώς μεταβαλλόμενα σκηνικά, κατακερματισμός, ένας κόσμος ταυτοχρονικός.

Σχετικά με τον τίτλο.  Η ζώνες μας προστατεύουν στην οδήγηση, στην ορειβασία, στις πτήσεις, και μας περιορίζουν.  Επίσης, οι ζώνες κρατούν τα ρούχα πάνω στο σώμα μας, ώστε αυτά να μην μας φύγουν.  Παπούτσια, τσάντες, ζώνες.  Η ζώνη είναι το πιο παράξενο αξεσουάρ.  Και το δέρμα είναι η επιφάνεια ενός σώματος.   Μέσα από την επιφάνεια αυτή το ζώο άνθρωπος εισπράττει καταρχήν τα ερεθίσματα του κόσμου που κατοικεί με το σώμα του.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

ΠΕΖΑ

1997: ΣKOYΩΣ – ΣTIΓMEΣ ANTPIKEΣ KAI ΓYNAIKEIEΣ, νουβέλα, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Άγρα. Aποσπάσματα έχουν μεταφραστεί στα Σουηδικά και Γερμανικά, και εκδοθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά της κάθε χώρας.

 1986: AYTH ΘEPINH, διήγημα, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Άγρα.

ΘΕΑΤΡΙΚΑ & το ανέβασμά τους

2011: ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ, μονόλογος για έναν άντρα ηθοποιό και 15 άντρες εθελοντές. Εκδόθηκε στο Βερολίνα από την Queich Verlag στα ελληνικά, γερμανικά και αγγλικά.  Παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών τον Ιούνιο του 2011.

2009: ΤΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΡΟΥΧΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ, βασισμένο στο παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, ανέβηκε στην Αθήνα, στο Θέατρο Ροές σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου και παραγωγή Γιώργου Λυκιαρδόπουλου. Tο ίδιο έργο σε παραλλαγή είχε ξανανέβει στην Αθήνα το 1999 με μεγάλη επιτυχία.

2006: ΠOIOI EINAI OI KAINOYPΓIOI MAΣ ΦIΛOI; ανέβηκε από το KΘBE σε σκηνοθεσία Aleksandr Popovski στην Θεσσαλονίκη Nοέμβριο, Δεκέμβριο, Iανουάριο 2007 στο Mικρό Θέατρο της Mονής Λαζαριστών.  Kυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Τον Μάη του 2009, το ίδιο έργο, μεταφρασμένο στα Αγγλικά, παρουσιάστηκε σε αναλόγιο στο Λονδίνο, στο Bates Theatre, Covent Garden. Το ίδιο έργο έχει μεταφραστεί στα Ιταλικά και στα Γαλλικά.

2003: H NELLY’S BΓAZEI BOΛTA TON ΣKYΛO THΣ, ανέβηκε για 19 παραστάσεις σε συνσκηνοθεσία της συγγραφέως με τον Γρηγόρη Aποστολόπουλο στο Δημοτικό Θέατρο Θεσσαλονίκης ANETON, ως επίσημη συμμετοχή ΔHMHTPIA 2003.  Kυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Tον Δεκέμβρη του 2005 παίχτηκε στα Hνωμένα Aραβικά Eμιράτα, ως επίσημη συμμετοχή της Eλλάδας στο Διεθνές Φεστιβάλ Mονολόγων της Φουτζέηρα. Το ίδιο έργο έχει μεταφραστεί στα Ιταλικά.

2002: OTAN XOPEYOYN OI GO-GO DANCERS, ανέβηκε στον χώρο tribal BOOZE σε σκηνοθεσία της συγγραφέως, στην Aθήνα, για 35 παραστάσεις. Παίχτηκε στην Kομοτινή, και στην Θεσσαλονίκη, Θέατρο AXIΛΛEION, για 11 παραστάσεις. Kυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Tο ίδιο έργο μεταφράστηκε στα Oλλανδικά και παίχτηκε από λλανδικό θίασο στο Φεστιβάλ Verse Waar της Oλλανδίας, και εκδόθηκε στα Oλλανδικά σε ανθολογία σύγχρονων ευρωπαϊκών έργων, από το Film and Theatre Press, Holland.

2000: 3-0-1 METAΦOPEΣ, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη.Aνέβηκε από το Eθνικό Θέατρο (Πειραματική Σκηνή) σε σκηνοθεσία της συγγραφέως.  Παίχτηκε για 32 παραστάσεις.

1999: TA KAINOYPΓIA POYXA TOY AYTOKPATOPA, έργο βασισμένο στο γνωστό παραμύθι του Xανς Kρίστιαν Άντερσεν, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Oξύ. Aνέβηκε σε συνσκηνοθεσία Kωνσταντίνου Pήγου, Mάνθου Σαντοριναίου, και της συγγραφέως στο κλαμπ +Soda της Aθήνας. Παίχτηκε για 3 μήνες (sold out) και έδωσε μια παράσταση στη Θεσσαλονίκη.

1998: H KAITE KOΛΛBITΣ ΠAPOYΣIAZEI MIA ΣYNTOMH IΣTOPIA THΣ MONTEPNAΣ TEXNHΣ, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Γράφτηκε αρχικά στα αγγλικά, σε ανάθεση της αμερικανίδας σκηνοθέτιδας Sherry Teitelbaum.  Παρουσιάστηκε στο Nada Theater της Nέας Yόρκης. Στα ελληνικά, παίχτηκε για έναν μήνα στο Θέατρο Φούρνος, της Aθήνας, σε σκηνοθεσία Mάνθου Σαντοριναίου.

1997: BAΛΣ EΞITAΣION, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Έργο με τραγούδια & μουσική, γράφτηκε σε ανάθεση του Θεάτρου του Nότου της Aθήνας & του ΔHΠEΘE Bόλου.  Σε σκηνοθεσία Γιάννη Xουβαρδά κ Έφης Θεοδώρου παίχτηκε 6 εβδομάδες στην Aθήνα, 2 στον Bόλο. Tαξιδεψε για 2 παραστάσεις στην Φραγκφούρτη της Γερμανίας.

1999: GORKY’S WIFE, έργο στα αγγλικά, παίχτηκε για 4 εβδομάδες στη Nέα Yόρκη, σε παραγωγή του The Present Company Theater και σκηνοθεσία της αμερικανίδας Julia Barclay.   Tο ίδιο έργο είχε ανέβει στο 18ο Bay Area Playwrights’ Festival στο Θέατρο Magic στο Σαν Φρανσίσκο, το 1995. Tο 2005 στα ελληνικά παρουσιάστηκε στο Aναλόγιο 2005 στο Θέατρο Άλεκτον και εκδόθηκε σε ειδική έκδοση του Aναλογίου. Το 2011 ανέβηκε στα ελληνικά στο Studio Kinitiras στην Αθήνα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Μου αρέσει να γράφω τις νύχτες και προτιμώ όταν δουλεύω να είμαι ή να νιώθω μόνη. Γι’ αυτό μου αρέσει να δουλεύω τον Αύγουστο στην Αθήνα που είναι ήσυχη. Οι ιδέες μου έρχονται ξαφνικά, σα να με επισκέπτονται. Αν και συνήθως κάνω έρευνα σχετικά με το θέμα που με απασχολεί.

Έχετε γράψει πεζογραφία και θέατρο. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να διεκδικεί μεγαλύτερο μερίδιο στη δημιουργικότητά σας;

Ναι θα συνεχίσω. Το θέατρο διεκδικεί αναπόφευκτα μεγαλύτερο μερίδιο καθώς με την ιδιότητα μου ως σκηνοθέτης περνώ άπειρο χρόνο σε πρόβες και ανεβάσματα έργων. Αγαπώ πολύ την πράξη του Θεάτρου, την πρακτική του πλευρά.

Φανταστήκατε ποτέ τον εαυτό σας πάνω στη σκηνή, σε έργο δικό σας ή άλλων; Το δοκιμάσατε, θα τα δοκιμάζατε;

Έχω σπουδάσει υποκριτική και στα νεανικά μου χρόνια έπαιζα.  Σιγά σιγά άρχισα και να γράφω και να σκηνοθετώ και σταμάτησα να παίζω.  Τώρα έχω μείνει πίσω ως ηθοποιός, έτσι θα έπαιζα πάλι μόνο σε κάτι ειδικό, εκτάκτως.

Με ποιο τρόπο εμπλακήκατε στη συγγραφή κινηματογραφικού σεναρίου; Πώς ήταν η εμπειρία; Θα υπάρξει συνέχεια;

Θαυμάζω τον Λάκη Παπαστάθη και όταν μου πρότεινε να συνεργαστούμε στην ταινία Το Μόνον Της Ζωής του Ταξίδειον δέχτηκα και ήταν ωραία.  Δύσκολα θα ξαναέγραφα σενάριο, το βρίσκω πολύ τεχνικό και περιοριστικό.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Το βασικό για μένα είναι η απομόνωση. Δεν έχω τελετουργία. Αρχίζω να γράφω, σταματώ, ξαναρχίζω, σταματώ, σκέφτομαι.  Έτσι μπορούν να περάσουν μέρες και νύχτες. Προτιμώ την ησυχία. Ακούω μουσική άλλες ώρες. Από Μπαχ και Μοντεβέρντι έως πάνκ-ροκ. Μου αρέσει και να χορεύω.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι δεν γράφω ποίηση.  Είναι ένα απαιτητικό είδος με μακριά ιστορία που δεν το κατέχω.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Πολλοί.  Καλβίνο, Μπολάνο, Μάρκες, Μόρισον, Γούλφ, Ντυράς, Μπέκετ, Ίψεν, Μουρακάμι, Καριλ Τσέρτσιλ, Ταχτσής, Ευριπίδης, Σαπφώ, Σαίκσπηρ,

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Ο Εραστής Της Λαίδη Τσάτερλυ, Η Κασσάνδρα και ο Λύκος, Ξενοδοχείο Ίρις, Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα, Το Κουρδιστό Πουλί και πολλά θεατρικά.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Δύσκολοι Έρωτες του Καλβίνο, Πουτάνες και Φόνισσες του Μπολάνο αλλά και του John Cheever.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Αναγνωστάκη, ο Στάικος, ο Ξανθούλης.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Κάποιοι από τους ήρωες μου βασίζονται σε πρόσωπα που γνώρισα.  Ενθουσιάζομαι όταν μαθαίνω νέα τους.  Κάποιοι το ξέρουν πως έγιναν ήρωες μου, κάποιοι όχι.  Μια φορά την μέρα που θα έκανε πρεμιέρα στο Κρατικό ένα έργο μου με ήρωα τον Όγκι από τα Σκόπια, χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν ο πραγματικός Όγκι.  Το είχε μάθει και με πήρε από τον Καναδά.   

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Πολλοί.  Τόσοι πολλοί στις αρχαίες τραγωδίες, στον Σαίκσπηρ, η Εντα Γκάμπλερ, η Νόρα στο Κουκλόσπιτο, ο/η Ορλάντο της Γουλφ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σε ξένα σπίτια.

Πώς βιοπορίζεστε;

Το Θέατρο είναι πιο αποδοτικό από την πεζογραφία.  Επίσης, διδάσκω. Έχω εργαστεί και στο Θέατρο σε θέσεις άλλες όχι μόνο ως καλλιτέχνης.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν γνωρίζω καλά τα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Δεν το έχω σκεφτεί.  

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή

Ναι παρακολουθώ. Ζούσα στη Νέα Υόρκη χρόνια και με γοήτευε η εκεί πρωτοπορία. Θαυμάζω την Ανν Μπογκαρτ, τον Ταντάσι Σουζούκι, τον Πήτερ Μπρουκ. Μου αρέσει ο ανεξάρτητος κινηματογράφος.  Επίσης, μου αρέσει πολύ ο σύγχρονος χορός, γι’ αυτό και έχω συνεργαστεί επί σειρά ετών με τον Κωνσταντίνο Ρήγο.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Oliver Sacks – Ο Άνθρωπος Που Μπέρδεψε την Γυναίκα του με Ένα Καπέλο.

Τι γράφετε τώρα;

Ένα θεατρικό με Υπερήρωες.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την! 

- «Τι ανεβάζετε αυτόν τον καιρό;» – Το Χέρι του Τιμ Κράουτς στο Θέατρο Του Νέου Κόσμου κάθε Δευτέρα και Τρίτη!

Στις φωτογραφίες σκηνές από τα έργα: Νάρκισσος, 3-1-0 μεταφορές, Τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα, Η Νelly’s βγάζει βόλτα το σκύλο της και η αφίσα από Το χέρι του Τιμ Κράους

Σημ. Πανδοχείου: τηρήθηκε η γραφή της φιλοξενούμενης.

17
Φεβ
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 80. Δημήτρης Στεφανάκης

Περί γραφής

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Φρούτα Εποχής το 2000 από τις εκδόσεις Ωκεανίδα. Οι τεχνητοί τρόποι διαφυγής του σύγχρονου ανθρώπου με φόντο τον θρίαμβο του φωτός και της Μεσογείου. Όταν η Μύκονος γίνεται λογοτεχνικός προορισμός.

Λέγε με Καΐρα. Η νοσταλγία της χαμένης Ελλάδας του ΄50 και του ΄60 θέτει αναπάντητα πολιτικά ερωτήματα και όχι μόνο.

Το μάτι της επανάστασης έχει αχρωματοψία: Αθηναϊκό μυθιστόρημα. Ένας κύκλος αίματος και παρανοήσεων για ένα κόσμο που αρνείται επίμονα ν’ αλλάξει.

Μέρες Αλεξάνδρειας: Η τοιχογραφία του εικοστού αιώνα. Η πόλη του Καβάφη καλειδοσκόπιο του κοσμοπολιτισμού στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Το βιβλίο που με σύστησε στο ευρωπαϊκό κοινό και που μου χάρισε εσχάτως δύο διεθνή βραβεία, το Prix Méditerranée Etranger και το βραβείο Καβάφη.

Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι. Επιστροφή στη Μύκονο με κεντρικό ήρωα τον Καμύ.

Θα πολεμάς με τους Θεούς. Ένα κοντινό μυθιστορηματικό πλάνο στον Λεωνίδα, τον πρώτο ήρωα της Ιστορίας.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Στον υπολογιστή μου. Είμαι δύσπιστος σ’ αυτό που γράφει το χέρι. Αφήνω που ο γραφικός μου χαρακτήρας γίνεται όλο και πιο δυσανάγνωστος ακόμα και από μένα τον ίδιο.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Η διαδικασία είναι περίπου ίδια κάθε φορά. Θα σας πω μόνο ότι το τελικό στάδιο της συγγραφής του μυθιστορήματος αποδεικνύεται πάντα το πιο εύκολο απ’ όλα.

Η μουσική που επιλέγω εξαρτάται συνήθως από το θέμα. Προτιμώ πάντως κλασική μουσική ή όπερα.

Οι προτιμήσεις μου; Μικρές δημιουργίες για πιάνο: Σονάτες, πρελούδια, αυτοσχεδιασμοί. Σούμπερτ, Μπετόβεν, Σοπέν, Ντεμπυσύ αλλά και Μπαχ και Μότσαρτ ή Ραχμάνινοφ.

Άριες από τις όπερες του Πουτσίνι.

Πιανίστες της τζαζ όπως ο Μπιλ Έβανς, ο Κηθ Τζάρετ

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Κάποιες φορές ναι. Κατά κανόνα πάντως γράφω στο σπίτι.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Το έχω κάνει ήδη κι εννοώ το Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι με ήρωα τον Καμύ.

Αν το έκανα ξανά θα σκεφτόμουν τον Ντοστογιέφσκι.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ντοστογιέφσκι, Τολστόι Μπαλζάκ, Προυστ, Τζόυς, Βιρτζίνια Γουλφ, Μούζιλ, Κάφκα, Καμύ,

Σωλ Μπέλοου, Τζον Μπάνβιλ, Χαβιέρ Μαρίας, Κλαούντιο Μάγκρις από τους σύγχρονους.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αδελφοί Καραμαζόφ, Ο Ξανακερδισμένος χρόνος, Άννα Καρένινα, Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, Ο ξένος, Η Θάλασσα, Το πρόσωπό σου αύριο, Μικρόκοσμοι…

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Τσέχοφ, του Κάφκα, του Τζόυς και του Χεμινγουέη

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Πιστεύω σε δυο τρεις νέους λογοτέχνες μας.  Περιμένω απλώς τη συνέχεια.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Μερσώ, ο Ντιμίτρι Καραμάζοφ και η Άννα Καρένινα

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ξεχωρίζω το Εντευκτήριο  για την διαχρονικότητά του,  το Book’s Journal για το στυλ του και την Κλεψύδρα γιατί συμμετέχω κι εγώ στην προσπάθεια. Επίσης την Οδό Πανός. Όμως τα καλά λογοτεχνικά περιοδικά στην Ελλάδα είναι πολλά.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Προσπαθώ να μεταφέρω το πρωτότυπο στο δικό μας γλωσσικό περιβάλλον χωρίς να «τραυματίσω» τα ελληνικά.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Με δυσκόλευε ανέκαθεν ο Φόρστερ γιατί συνήθως χρησιμοποιεί τις λέξεις με την τέταρτη ή πέμπτη σημασία τους. Με έθελξε ο Μπέλοου και ο Απντάικ αλλά και ο ιστορικός Τομ Χόλλαντ με τα άρτια Αγγλικά του.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Ο Χέρτσογκ  του Μπέλλοου είναι πραγματικό αριστούργημα. Γερτρούδη και Κλαύδιος του Απντάικ είναι μια ανατροπή της σαιξπηρικής ματιάς, γραμμένο από ένα μεγάλο μαιτρ της λογοτεχνίας. Η Κάρμεν του Μεριμέ αλλά και η Περσική φωτιά του Τομ Χόλλαντ αξίζει να διαβαστούν, όπως και το Καφέ με τον Πλάτωνα.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Θα πω μόνο πως η μετάφραση είναι πραγματικό σχολειό για τον λογοτέχνη. Για αυτό και μόνο νομίζω πως αξίζει να καταπιαστεί με αυτή κάθε επίδοξος συγγραφέας.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; 

Εργάζομαι πολύ, συνδυάζοντας τα ενδιαφέροντά μου με την εργασία και την εξέλιξή μου. Θα επαναλάβω αυτό που έλεγε ο Μπένγιαμιν: «Η λογοτεχνία είναι μόχθος». Η μουσική που επιλέγω είναι αυτή που ήδη προανέφερα.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Θα μ’ ενδιέφερε να μεταφράσω την σύγχρονη αγγλόφωνη λογοτεχνία στις καλύτερες στιγμές της (Μπάνβιλ, Μπαρνς, Μακ Γιούαν, Έιμις) και κάποιους κλασικούς γάλλους συγγραφείς.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δεν είναι εύκολο να ανατραπεί η εκδοτική και αναγνωστική νοοτροπία δεκαετιών. Είναι σίγουρα άδικο να περιθωριοποιείται ο μεταφραστής, αλλά αυτό γίνεται κατά κόρον στην Ελλάδα και δεν βλέπω πώς μπορεί ν’ αλλάξει.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της; 

Ο καλός επιμελητής είναι αναντικατάστατος. Η ποιότητα της συνεργασίας εξαρτάται από την ποιότητα συγγραφέα και επιμελητή και βέβαια από την καλή πρόθεση αμφοτέρων.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Οι ήρωες των καλών βιβλίων πάντα μας ακολουθούν είτε τα γράφουμε εμείς είτε τα μεταφράζουμε.

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Από τα βιβλία μου.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω πολλά πράγματα μαζί. Γράφω και ολοκληρώνω ένα μυθιστόρημα για το σκοτεινό πρόσωπο του κοσμοπολιτισμού.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Με ενθουσίασε η ιδέα του the Artist.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το διαδίκτυο διευκολύνει, υπό όρους,  την μετάδοση της γνώσης και υποκαθιστά ένα μέρος της ανθρώπινης επικοινωνίας. «Μέτρον άριστον» όπως σε όλα.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ταυτίζω την αιώνια νιότη με την αιώνια πλήξη. Προτιμώ να κρατήσω την εμπειρία του χρόνου που περνά και τις άλλες μου ιδιότητες.

07
Φεβ
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 79. Maurizio De Rosa

Μεταφράζετε ελληνική λογοτεχνία στα ιταλικά. Για τι είδους εκδόσεις πρόκειται; Ποιους συγγραφείς και έργα έχετε μεταφράσει;

Έχω μεταφράσει στα Ιταλικά περί τα 40 σύγχρονα Ελληνικά βιβλία. Ενδεικτικά αναφέρω Και με το φως του λύκου επανέρχονται της Ζυράννας Ζατέλη, όλα τα μυθιστορήματα της Ιωάννας Καρυστιάνη, Ουράνια Μηχανική της Μάρως Δούκα, Το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, τη Μεγάλη Πομπή του Αλέξη Πανσέληνου, τα Ματωμένα Χώματα της Διδώς Σωτηρίου, το Διπλό βιβλίο του Δημήτρη Χατζή, Μητρική Γλώσσα και Μ.Χ. του Βασίλη Αλεξάκη κ.ά. Τελευταία κυκλοφόρησε στην Ιταλία μια ανθολογία σύγχρονου Ελληνικού διηγήματος με 23 κείμενα, και ελπίζω κάποια στιγμή να εκδοθεί και δεύτερος τόμος γιατί έχω μαζέψει και άλλα αξιόλογα κείμενα. Επί το πλείστον συνεργάζομαι με μικρούς και μεσαίους, ποιοτικούς εκδοτικούς οίκους. Θεωρώ ευτύχημα το γεγονός ότι δουλεύω με τους συγκεκριμένους εκδοτικούς οίκους, παρά με μεγάλους, γιατί ο μεταφραστής δεν αντιμετωπίζεται ως αναγκαίο κακό, αλλά ως βασικός κρίκος της αλυσίδας που φέρνει το τελικό αποτέλεσμα.

Με ποια κριτήρια επιλέγετε τους τίτλους σας; Έχετε στοιχεία όσον αφορά την κίνηση των συγκεκριμένων εκδόσεων και την πρόσληψη των έργων;

Σπάνια έχω την πολυτέλεια της επιλογής αν και βέβαια εκφράζω πάντα τη γνώμη πριν εκδοθεί (ή μη εκδοθεί) κάποιο βιβλίο και οπωσδήποτε κάνω προτάσεις στους εκδότες μου. Το τελευταίο διάστημα όμως προτάσεις γίνονται κυρίως από τους εκδοτικούς πράκτορες, κάτι που παλιά δεν γινόταν. Επίσημα στοιχεία για τα βιβλία που μεταφράζω δεν έχω. Θα πρέπει να απευθυνθείτε στους εκδότες. Σε γενικές γραμμές όμως ξέρω ότι τα βιβλία της Ζυράννας Ζατέλη και της Ιωάννας Καρυστιάνη πήγαν και πάνε καλά.

Διακονείτε λοιπόν το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Κοιτάξτε να δείτε, αν ο μεταφραστής δεν αγαπάει το συγγραφέα και κυρίως το προς μετάφραση κείμενο, η δουλειά δεν γίνεται. Με το συγγραφέα με δένουν πολλά. Πρέπει να περπατήσω ακολουθώντας τον ίδιο του το ρυθμό πάνω στο ίδιο μονοπάτι, ταυτόχρονα όμως πάνω σε αυτό το μονοπάτι θα πρέπει κι εγώ να βρω τη δική μου ανάσα. Αυτόματη μετάφραση δεν υφίσταται, αναγκαστικά το περπάτημα του συγγραφέα θα πρέπει να γίνει και δικό μου περπάτημα, βίωμα ει δυνατόν, πλην όμως το τελικό αποτέλεσμα θα φέρει αναπόφευκτα και τη δική μου σφραγίδα – απόδειξη ότι για το ίδιο κείμενο υπάρχουν τόσες μεταφράσεις όσοι είναι οι μεταφραστές. Το μετάφρασμα λοιπόν θα είναι μοιραία καρπός πολλαπλών συμβιβασμών – να μια περίπτωση που ο συμβιβασμός όχι μόνο δεν σε κάνει «προδότη» ή «δοσίλογο» (αν και βέβαια στα Ιταλικά υπάρχει το λογοπαίγνιο «traduttore-traditore», δηλαδή «μεταφραστής-προδότης») αλλά ίσα-ίσα αποτελεί βασική προϋπόθεση για ένα καλό αποτέλεσμα. Ως προς τον τρόπο δουλειάς, προσπαθώ να αφεθώ στον κυματισμό του κειμένου και να αφουγκραστώ όσο μπορώ καλύτερα την κρυμμένη του αρμονία πέρα από την εμφανή. Θεωρώ ότι η μετάφραση είναι κυρίως επικοινωνία, ένας τρόπος για να έρθω σε επαφή με τον Άλλο.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Η μετάφραση που με δυσκόλεψε περισσότερο είναι εκείνη που μου πρόσφερε και τις μεγαλύτερες ηδονές: Το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου με την απελπιστική απλότητά του.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Πάλι θα αναφέρω Το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου, που οπωσδήποτε ανήκει στην ιστορία του Ευρωπαϊκού μυθιστορήματος και όχι μόνο του Νεοελληνικού. Και τα Ματωμένα Χώματα της Διδώς Σωτηρίου, πραγματικό μνημείο ανθρωπιάς.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Αγαπώ ιδιαίτερα το Και με το φως του λύκου επανέρχονται της Ζυράννας Ζατέλη. Εκτός του ότι πρόκειται για μεγάλο μυθιστόρημα, και ποσοτικά και ποιοτικά, είναι και το πρώτο βιβλίο που μετέφρασα στην καριέρα μου ως μεταφραστή.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν διαβάζω ούτε μεταφράζω ποτέ μετά μουσικής. Το μόνο απαραίτητο είναι να βρίσκομαι στο εκάστοτε γραφείο μου. Δεν μπορώ να δουλέψω πουθενά αλλού, ούτε σε άλλα σπίτια ούτε σε βιβλιοθήκες ούτε σε ξενώνες για συγγραφείς και μεταφραστές ούτε στη θάλασσα ούτε στο βουνό παρά μόνο στο δωματιάκι μου με το αγαπημένο μου MacBook. Συνήθως η μετάφραση γίνεται σε τρία στάδια: αφού διαβάσω το βιβλίο (αν δε το έχω ήδη διαβάσει) στο πρώτο μεταφράζω χωρίς να δίνω μεγάλη σημασία στο τι γράφω. Στο δεύτερο, και σημαντικότερο, δίνω την τελική μορφή λύνοντας τυχόν γλωσσικές απορίες, και με τη βοήθεια του συγγραφέα εφόσον κριθεί απαραίτητο· και στο τρίτο δίνω τις τελευταίες πινελιές, το τελευταίο «χτένισμα» πριν την παράδοση. Ρωτάτε για τις μουσικές μου προτιμήσεις: είμαι απαίδευτος μουσικά και ακούω οτιδήποτε φτάσει στο αυτί μου και μου αρέσει. Με συγκινεί όμως το παλιό Ελληνικό λαϊκό τραγούδι και το ρεμπέτικο.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Πολλοί! Ο Στρατής Τσίρκας, ο Γιάννης Πάνου, ο Νίκος Καχτίτσης αλλά και ο Βιτσέντσος Κορνάρος είναι στην κορυφή της λίστας.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Συμβαίνει με τους μεταφραστές κάτι που δεν συμβαίνει, ας πούμε, στο χώρο της μουσικής. Ενώ πάντα αναφέρουμε ότι την τάδε συμφωνία την διεύθυνε π.χ. ο Δημήτρης Μητρόπουλος και πρωταγωνίστρια στην δείνα όπερα ήταν π.χ. η Μαρία Κάλλας, και σχεδόν αγνοείται ποιος έγραψε τη μουσική και σχεδόν πάντα ο συγγραφέας του λιμπρέτο, στην περίπτωση ενός μεταφρασμένου βιβλίου θα ήταν αδιανόητο να αναφέρεται το όνομα του μεταφραστή και να παραλείπεται εκείνο του συγγραφέα. Βέβαια, αυτό συμβαίνει λιγότερο στην περίπτωση της κλασικής λογοτεχνίας και για αυτό λέμε «η Ιλιάδα των Καζαντζάκη-Κακριδή» ή «η Οδύσσεια του Δημήτρη Μαρωνίτη». Μάλλον το φαινόμενο εξηγείται με το γεγονός ότι βγαίνουν πάρα πολλά βιβλία πια, η μετάφραση μπήκε στη λογική της μαζικής παραγωγής και φυσικά δεν είναι όλα τα βιβλία που μεταφράζονται αριστουργήματα – ανεξάρτητα από το πόσο καλός είναι ένας μεταφραστής, αν δεν αναμετρηθεί με απαιτητικά κείμενα, η αξία του δύσκολα θα αναδειχθεί. Αφ’ ετέρου υπάρχει και η απαξίωση εκ μέρους του ακαδημαϊκού χώρου, που θεωρεί τη μετάφραση πάρεργο σε σχέση με την «καθαρή έρευνα».

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Δόξα τω Θεώ, είχα πάντα άριστη συνεργασία με τους επιμελητές μου και ουκ ολίγες φορές με βοήθησαν να κάνω καλύτερα τη δουλειά μου. Δεν γνωρίζω τι συμβαίνει με τους άλλους μεταφραστές. Θεωρώ ότι η δουλειά του επιμελητή είναι ύψιστης σημασίας. Μη ξεχνάμε άλλωστε ότι παλιά ο μεταφραστής, ο εκδότης και ο επιμελητής ήταν ο ίδιος άνθρωπος.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Καμιά φορά τους βλέπω στο όνειρό μου! Ειδικά όταν πλησιάζει η ημερομηνία της παράδοσης και η αντίστροφη μέτρηση μου προκαλεί άγχος, φόβο, ταχυπαλμίες και νευρικότητα. Άλλες φορές αναγνωρίζω κάποιους ήρωες σε ανθρώπους που συναντάω στους δρόμους. Αυτό μου συμβαίνει με τα βιβλία που μεταφράζω καθώς επίσης με τα βιβλία που διαβάζω. Είναι ένας τρόπος για τη λογοτεχνία για να εισχωρήσει στην πραγματική ζωή.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ωχ, είναι πάρα πολλοί! Όμηρος, Ηρόδοτος, Ξενοφών, Λουκρήτιος, Λουκιανός, Λουντοβίκο Αριόστο, Βοκκάκιος, Τζοβάνι Μπαζίλε, Φεντερίκο Ντε Ρομπέρτο, Λουίτζι Πιραντέλο, οι Ρώσοι πεζογράφοι, Jósé Lezama Lima, Διονύσιος Σολωμός, Εμμανουήλ Ροϊδης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Κωνσταντίνος Καβάφης, Άρης Αλεξάνδρου, Νίκος Καρούζος. Το τελευταίο διάστημα με συναρπάζει ο Μ. Καραγάτσης. Και με μάγεψε το Έρωτος Αποτελέσματα.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Η Οδύσσεια, το Συμπόσιο του Πλάτωνα, ο Οιδίποδας Τύραννος του Σοφοκλή, το Περί φύσεως του Λουκρητίου, τα Ηθικά του Πλούταρχου, η Κόλαση του Δάντη, ο Ερωτόκριτος του Κορνάρου, η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη, το Έγκλημα και Τιμωρία του Ντοστογιέφσκι, ο Παράδεισο του Lima, τα Ευαγγέλια, ο Συντίπας και οι Βυζαντινοί Ιστορικοί.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Μεταξύ άλλων, του Raymond Carver, του Δημοσθένη Βουτυρά, του Τάσου Καλούτσα και του Ηλία Παπαδημητρακόπουλου.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Χωρίς καμιά αμφιβολία, ο Καβάφης. Είναι τόσο δικός μας, τόσο σύγχρονός μας που δεν το πιστεύεις.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ρασκόλνικοφ.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Τρέφω απέραντο σεβασμό στη «Νέα Εστία» λόγω της ιστορίας της, του κύρους της και γιατί κρατάει ψηλά τον πήχυ της βιβλιοκριτικής σε μια εποχή που η έννοια της κριτικής περιορίζεται όλο και συχνότερα σε εκείνη της απλής παρουσίασης.

Πώς βιοπορίζεστε;

Πιο δύσκολα απ’ ότι παλιά. Αλλά και πιο δημιουργικά.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Με γοητεύει πολύ ο Κωνσταντίνος Καβάφης όπως είπα προηγουμένως. Επίσης από το ξέσπασμα της κρίσης στην Ελλάδα γράφω ένα μικρό δοκίμιο αφιερωμένο στη φαινομενολογία της σύγχρονης Ελλάδας. Μην πάει ο νους σας στον Αξελό όμως. Οι φιλοδοξίες μου είναι πολύ πιο περιορισμένες. Φέτος κλείνω 20 χρόνια που πρωτοήρθα στην Ελλάδα – ήμουν 21 χρονών, το 1992. Ύστερα από δυο δεκαετίες, και έχοντας επιλέξει να συνδέσω την τύχη μου με εκείνη αυτής της χώρας, νιώθω την ανάγκη να πω δυο λόγια σχετικά με αυτή και επίσης να δώσω κάποιες οδηγίες προς ναυτιλλομένους στους φίλους μου στην Ιταλία ειδικά τώρα που όλοι μιλάνε για την Ελλάδα χωρίς να τη γνωρίζει πραγματικά κανένας. Δεν είμαι σίγουρος ότι τα όσα γράφω κάποτε θα δημοσιευθούν. Μάλλον πρόκειται περισσότερο για σκόρπιες σκέψεις που αφορούν την Ελλάδα έτσι όπως τη βλέπω και την αγάπησα εγώ. Προσωπικά νιώθω ότι ανήκω σε μια μεγάλη παράδοση: εκείνη των Ευρωπαίων που άφηναν τις εστίες τους για μικρότερα ή μεγαλύτερα διαστήματα, ενίοτε και για το υπόλοιπο της ζωής τους, προκειμένου να έρθουν σε επαφή με την Ελλάδα. Η σύγχρονη Ελλάδα και ο σύγχρονος κόσμος βέβαια είναι πολύ διαφορετικοί από τότε, αλλά μόνο και μόνο το γεγονός ότι σε αυτή τη γωνία του πλανήτη μιλιούνται ακόμα τα Ελληνικά, για να μην αναφερθώ στον πλούτο των μνημείων και των τεκμηρίων που αφήσαν οι μεγάλοι πολιτισμοί που άνθησαν εδώ, είναι αρκετός λόγος, θαρρώ, για να θέλει κανείς να προσεγγίσει και τη σύγχρονη Ελλάδα. Με την Ελλάδα δεν έχουμε ξεμπερδέψει, μη γελιόμαστε!

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθούσα μανιωδώς κινηματογράφο από 20 μέχρι 30 χρονών, ύστερα και μέχρι σήμερα πολύ πιο σποραδικά και χωρίς καμία συστηματικότητα. Θεατρόφιλος δεν ήμουν ποτέ, με την έννοια της σύγχρονης θεατρικής δημιουργίας, ίσως γιατί, λόγω της επαγγελματικής μου ενασχόλησης με τη λογοτεχνία, πάντα θεωρούσα ότι το θέατρο είναι κάτι άλλο, διαφορετικό. Όμως μου αρέσει πολύ το κλασικό θέατρο. Πάντως, με αφορμή τον αιφνίδιο θάνατο του Αγγελόπουλου, σκέφτηκα πόσο βαθιά Ευρωπαίος και ταυτόχρονα Έλληνας ήταν – μάλλον ήταν Ευρωπαίος ακριβώς επειδή ήξερε να είναι Έλληνας. Τα περίφημα πλάνα του, χωρίς προοπτική, τα εμπνευσμένα από την Βυζαντινή ζωγραφική, τα θεωρώ συγκλονιστικά. Επίσης, αν και δεν μπορώ να πω ότι με ενέπνευσαν, δεν βαριέμαι ποτέ τις ιταλικές κωμωδίες του ’50 και του ’60. Από τότε που είδα τις πρώτες, μου αρέσουν πολύ και οι ελληνικές κωμωδίες της αντίστοιχης εποχής.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Με ρωτάνε συχνά και η απάντηση είναι «όχι» σε όλα. Δεν έχω μπει ποτέ στον πειρασμό της συγγραφής, δεν έχω γράψει ποτέ τίποτα και ούτε πρόκειται να το κάνω. Έχω στο μυαλό μου συγκεκριμένο πλάνο μεταφράσεων, δεν ξέρω αν και πότε θα το υλοποιήσω, είναι σίγουρο όμως ότι μόνο αυτό πρέπει να σκέφτομαι.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Ξαναδιαβάζω την Κερένια Κούκλα του Χρηστομάνου και θα ήθελα πολύ να τη μεταφράσω. Διαβάζω επίσης το Σέργιος και Βάκχος του Μ. Καραγάτση.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Απλά θα δώσω μια πινελιά lifestyle στο κείμενο λέγοντάς σας ότι μένω στη Νεάπολη Εξαρχείων, που την αγαπώ πολύ. Επίσης λατρεύω το κέντρο της Αθήνας και η ζωή μου εξελίσσεται σχεδόν αποκλειστικά σε αυτό γιατί μου προσφέρει τα καλύτερα ταξίδια.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Θετικές θα έλεγα. Χωρίς να είμαι όλη την ήμερα στο Φέισμπουκ ή σε άλλα δίκτυα, ομολογώ ότι τα βρίσκω πολύ αποτελεσματικά εργαλεία έως απαραίτητα ακόμα και στη δουλειά μου. Προς το παρόν όμως δεν χρησιμοποιώ IPod, IPhone κτλ, αλλά φαντάζομαι ότι και για αυτά, όπως και για όλα, είναι μόνο θέμα χρόνου.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δεν γίνεται να τα έχω όλα, ε; Εντάξει δεν πειράζει. Άλλωστε η συγγραφή και η μετάφραση είναι ένα είδος «αιώνιας νιότης».

04
Φεβ
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 78. Τεύκρος Μιχαηλίδης

Περί γραφής

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Tο πρώτο μου μη σχολικό βιβλίο είχε τίτλο «Μαθηματικά Επίκαιρα –  Συνειρμοί διαβάζοντας την εφημερίδα» και περιλάμβανε 33 δοκίμια, γραμμένα από το Σεπτέμβριο του 2003 μέχρι τον Αύγουστο του 2004, τα οποία συνέδεαν την τρέχουσα επικαιρότητα με τα μαθηματικά. Για παράδειγμα η κατάκτηση του Euro 2004 συνδέθηκε με τα ημικανονικά πολύεδρα του Αρχιμήδη, η παράδοση του «δακτυλιδιού» στον ΓΑΠ με την οικογένεια Bernoulli που αριθμούσε επτά πρωτοκλασάτους μαθηματικούς, η σύλληψη στελεχών της 17 Νοέμβρη με την ασυμμετρία κλπ. Κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 2004.

Το πρώτο μου μυθιστόρημα, τα «Πυθαγόρεια Εγκλήματα» είναι μια αστυνομική ιστορία που εκτυλίσσεται στις αρχές του εικοστού αιώνα, στο Παρίσι της Belle Epoque και στην Ελλάδα των Βαλκανικών Πολέμων και του Εθνικού Διχασμού. Κινητήρια δύναμη, συνδετικός κρίκος των αστυνομικών και ιστορικών τεκταινόμενων είναι το θεώρημα της μη πληρότητας του Γκέντελ. Κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 2006 και μεταφράστηκε στα Ιταλικά, Ισπανικά. Αγγλικά, Γαλλικά, Κορεάτικά και Κινέζικα.

Ακολούθησε, το 2009 το «Αχμές, γιος του φεγγαριού» μια απολύτως φανταστική βιογραφία του Αχμές, ενός Αιγύπτιου γραφέα που συνέταξε γύρω στα 1650 π. Χ. το πρώτο ενυπόγραφο μαθηματικό εγχειρίδιο, ένα πάπυρο με 84 λυμένα προβλήματα, που ανακαλύφθηκε σ’ ένα τάφο γύρω στα 1850 μ.Χ. Για το συγγραφέα δεν είναι, τίποτα γνωστό πέρα από το όνομά του. Το βιβλίο τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Τέλος πρόσφατα (Νοέμβρης 2011) κυκλοφόρησε το «Τα τέσσερα χρώματα του καλοκαιριού»

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Ο κύριος λόγος που γράφω είναι ότι θέλω να ταξιδέψω. Στη μαυρίλα της Ελλάδας των τελευταίων δυο χρόνων, χρειαζόμουν μια τονωτική ένεση. Το μυαλό μου πήγε στις διακοπές, σε καλοκαιριάτικους έρωτες, σε αγαπημένα τραγούδια της νιότης. Κάπως έτσι χωρίς καλά καλά να το καταλάβω βρέθηκε γραμμένο το βιβλίο, το πρώτο ερωτικό – μαθηματικό μυθιστόρημα μια και τα μαθηματικά παίζουν καθοριστικό ρόλο στην πλοκή. Τα κοινωνικά και οικονομικά μέτρα που μας επιβάλλουν οι κυβερνήσεις των δυο τελευταίων χρόνων και μου μας γυρνούν πίσω στον εργασιακό μεσαίωνα έφεραν τη σκέψη μου στις πρώτες εργατικές κινητοποιήσεις στην Ελλάδα κι αυτό έδεσε πολύ καλά με τη Σέριφο, τόπο διακοπών το 1970 αλλά  και τόπο επαναστατικών κινητοποιήσεων το 1916.

Η Σέριφος και η πρόσφατη ιστορία της αποτελούσαν, μέχρι σήμερα, – διορθώστε με αν κάνω λάθος – ανεκμετάλλευτο λογοτεχνικό υλικό. Πώς σας δημιουργήθηκε η σχετική έμπνευση; Διαβάσατε, ταξιδέψατε;

Από τη στιγμή που επέλεξα τη Σέριφο – τόπο της πρώτης νεανικής μου εξόρμησης – ως κέντρο της δράσης, ήταν φυσικό να ασχοληθώ με όλες τις πτυχές της ιστορίας της. Δεν έχω κι εγώ υπόψη μου άλλη αφηγηματική προσπάθεια με κέντρο τη Σέριφο, αυτό όμως μάλλον δεν έπαιξε κάποιο ρόλο στην επιλογή μου.

Η λογοτεχνία σας κυκλοφορεί στα ανεξάντλητα μαθηματικά και αστυνομικά πεδία. Σας γοήτευσαν αναπόδραστα οι δυο χώροι; Σκέφτεστε καθόλου να αποδράσετε;

Τα μαθηματικά είναι η ζωή μου, η μία και μοναδική επιλογή σπουδών και επαγγέλματος που έκανα από τα 15 μου και δεν την άλλαξα ποτέ. Οι ιστορίες είναι η αγαπημένη μου διασκέδαση: Να τις ακούω, να τις διαβάζω, να τις αφηγούμαι, να τις γράφω. Κι αυτό είναι μια πολύ παλιά και όχι αναγκαστικά συνειδητή επιλογή μου. Δεν σκέφτομαι να αποδράσω. Αν αποδράσω, πρώτα θα το κάνω και μετά θα το συνειδητοποιήσω.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Σχεδόν παντού. Στις ουρές, στο αυτοκίνητο, λίγο πριν κοιμηθώ και ξανά το πρωί μόλις ξυπνήσω, στις διακοπές. Όταν μου έρχεται μια ιδέα, σπεύδω να κάνω την αναγκαία έρευνα και καθώς μαζεύω το υλικό στήνεται κι η ιστορία.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι, δεν έχω συγκεκριμένο τρόπο δουλειάς. Όταν  εργάζομαι δεν ακούω μουσική. Γενικώς αγαπώ τη μουσική των sixties, ελληνική και ξένη, τη τζαζ και την ελαφρή κλασική μουσική

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Αμέ! Σε αεροδρόμια, σε καράβια, σε ξενοδοχεία.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;   

Δε νομίζω ότι θα έγραφα πραγματική βιογραφία. Οι αγαπημένες μου ιστορίες είναι αυτές όπου οι φανταστικοί μου ήρωες συναντιούνται και αλληλεπιδρούν με πραγματικά πρόσωπα.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Πέρα από τις πρώτες εφηβικές μου απόπειρες, ποτέ. Δεν ένιωσα ποτέ την ανάγκη να εκφραστώ μέσω της ποίησης.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Jane Austin, Betty Smith, Alexandre Dumas, Mika Waltari

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Πέρα από τα έργα των πιο πάνω, Το μαύρο Αλγέρι του Maurice Attia, H λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων του Jean-Michel Guenassia, Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας του Jean – Claude Izzo.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Ο Αμερικάνος του Παπαδιαμάντη, The Pit and the Pendulum  του Edgar Allan Poe.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Πολλοί ή μάλλον πολλές: Αθηνά Κακούρη, Λία Μεγάλου Σεφεριάδη, Τιτίνα Δανέλλη, Ιωάννα Καρυστιάνη, Ιωάννα Μπουρατζοπούλου, Μάρω Δούκα, Ευγενία Φακίνου

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η ηρωίδα στην Ιδιαιτέρα της Ελιάνας Χουρμουζιάδου, ο Byron στο Winds of War.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Διαβάζω περιστασιακά αλλά δεν έχω κάποια ιδιαίτερη προτίμηση.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;  

Με τους περισσότερους συγγραφείς που έχω μεταφράσει μας συνδέει μια ειλικρινής σχέση φιλίας. (Andrew Crumey, Eli Maor, Marcus du Sautoy, και με τον Denis Guedj όσο ήταν ακόμα εν ζωή)

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Περισσότερο με δυσκόλεψε το Οι μεγάλες εξισώσεις του εικοστού αιώνα (εκδόσεις Αλεξάνδρεια) όπου χρειάστηκε να μεταφράσω δοκίμια κορυφαίων φυσικομαθηματικών του εικοστού αιώνα από μια ευρύτατη γκάμα κλάδων της επιστήμης.
Μεγαλύτερες ηδονές μου πρόσφερε το Θεώρημα του Παπαγάλου, όχι μόνο γιατί ήταν το πρώτο μου αλλά γιατί με ταξίδεψε πολλαπλά στο χώρο και το χρόνο.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Τα αστέρια της Βερενίκης του Ντενί Γκετζ είναι ένα βιβλίο που πρέπει να διαβάσει κάθε Έλληνας. Η απόδραση από το χρόνο του Gregory Benford είναι επίσης ένα συναρπαστικό βιβλίο. Η βιογραφία του Αϊνστάιν του Isaacson εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και στο επιστημονικό και στο προσωπικό επίπεδο.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Νομίζω ότι όλα τα βιβλία που έχω μεταφράσει ήταν ιδιαιτέρως αξιόλογα. Όλα μου έχουν δώσει από κάτι.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Θα ήθελα να κάνω κάποτε μια εκτενώς υπομνηματισμένη μετάφραση κάποιου από τα λογοτεχνικά έργα της λεγόμενης επιστημονικής επανάστασης. Για παράδειγμα το Somnium του Kepler ή κάποιο από τα έργα του Cyrano de Bergerac. Χρειάζεται όμως πολύς  χρόνος και αυτή τη στιγμή έχω άλλες προτεραιότητες.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Αυτό είναι λογικό. Το έργο ανήκει στο συγγραφέα. Η δουλειά του μεταφραστή είναι σημαντική αλλά δε μπορεί να συγκριθεί με αυτήν του συγγραφέα. Ωστόσο νομίζω ότι το όνομά του έχει θέση στο εξώφυλλο του βιβλίου που έχει μεταφράσει.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Όλοι έχουν τη θέση τους στην πυραμίδα παραγωγής ενός βιβλίου. Ιδανικό είναι να στοχεύουν όλοι στην παραγωγή του καλύτερου δυνατού βιβλίου, άσχετα με το από ποια και πόσα χέρια έχει περάσει. Η συνεργασία μου με τους επιμελητές υπήρξε κατά κανόνα άψογη, με μία μόνο εξαίρεση στην οποία ο επιμελητής με αντιμετώπισε ανταγωνιστικά και έθεσε ως απόλυτη προτεραιότητα να αναδείξει την ανεπάρκειά μου και όχι να παραχθεί ένα σωστό βιβλίο. Αποτέλεσμα ήταν το βιβλίο να κυκλοφορήσει με  πολλά λάθη επιμέλειας και εγώ να σταματήσω κάθε συνεργασία μου με τον συγκεκριμένο εκδοτικό οίκο. Βλέπετε όμως πόσο αναδεικνύεται το κακό και σκεπάζει το καλό! Είχα πάνω από τριάντα άψογες συνεργασίες με επιμελητές και διορθωτές κι εγώ θυμάμαι ακόμα τη μία και μοναδική ατυχή συνεργασία κι ας συνέβη πριν δέκα χρόνια!

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Ο μισθός μου ως εκπαιδευτικού, τα δικαιώματα από τα βιβλία μου και οι αμοιβές από τις μεταφράσεις μου εξασφαλίζουν δόξα τω Θεώ μια αξιοπρεπή διαβίωση. Ή τουλάχιστον αυτό συνέβαινε μέχρι πρόσφατα. Τα τελευταία δύο χρόνια το 90% των εσόδων μου πάει σε άμεσους και έμμεσους φόρους, δηλαδή σε νεοκλασσικά και πισίνες νυν και τέως υπουργών. Θα δούμε…

Το εκπαιδευτικό σας λειτούργημα σάς απορροφά μόνο πολύτιμο συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται «συγγραφικά» με κάποιο τρόπο;  

Θεωρώ ότι η βασική μου εργασία είναι αυτή του εκπαιδευτικού. Από αυτήν «κλέβω» ώρες για τη συγγραφή που είναι κατά βάση η ψυχαγωγία μου.

Ως εκπαιδευτικός – μαθηματικός έχετε την ευκαιρία να μιλήσετε στους μαθητές σας για την λογοτεχνία;

Συχνά.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Ετοιμάζω ένα νέο μυθιστόρημα (τη συγγραφή του οποίου διέκοψα γιατί ένιωσα την ανάγκη να γράψω τα Τέσσερα χρώματα του καλοκαιριού), Πρόσφατα ολοκλήρωσα τη μετάφραση ενός σημαντικού βιβλίου (Naming Infinity). Παράλληλα σχεδιάζω δυο τρεις ακόμα ιστορίες που θα αρχίζω να τις δουλεύω αργότερα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Μου αρέσει πολύ ο James Ivory. To Radio Days του Woody Allen είναι μια ταινία που δεν ξεχνώ. Από τις ελληνικές ταινίες βλέπω και ξαναβλέπω ευχαρίστως το Προξενιό της Άννας, το Πέπερμιντ, το Happy Day, τις Μέρες του 36 και το Θίασο.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το διαδίκτυο είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο. Δεν έχω όμως χρόνο για να συμμετέχω στο Facebook και το Tweeter ή να γράφω στα διάφορα blog. (Παρόλο που έχω λογαριασμούς σε όλα αυτά τα διαδικτυακά μέσα).

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Έχω περάσει ένα μεγάλο μέρος της νεότητάς μου διαβάζοντας. Δυσκολεύομαι να φανταστώ τη νεότητα χωρίς αναγνωστική ιδιότητα. Κάντε μου όμως μια συγκεκριμένη προσφορά και θα το συζητήσω.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Τι γνώμη έχετε για τους υπουργούς που ισχυρίζονται ότι ψήφισαν το μνημόνιο χωρίς να το διαβάσουν;
Πρόκειται για τακτικό ελιγμό. Όλοι τους έχουν διαβάσει μνημόνιο. Όμως ανάμεσα στο χαρακτηρισμό «προδότης» που θα αποδώσει η ιστορία σε όσους μας έβαλαν στο μνημόνιο και το χαρακτηρισμό «αφελής», «ανεύθυνος», «τεμπέλης» ή ακόμα και «βλαξ»  που επισύρει η δήλωση «το ψήφισα αλλά δεν το διάβασα» επιλέγουν ορθότατα να αποσείσουν από επάνω τους τον πρώτο. Φοβούμαι ότι θα τα καταφέρουν.

27
Ιαν
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 77. Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Μετά χαράς. Δεν πρόκειται τόσο για ένα ταξίδι απ’ την Αγγλία στην Τουρκία όπως υποστηρίζει ο τίτλος του, αλλά για μία πάλη, ή ένα παιχνίδι ίσως, να συμβιβάσω τις δυο γλώσσες στις οποίες γράφω: τ’ Αγγλικά και τα Ελληνικά. Κι ύστερα, για μια ερωτική ιστορία ― από αυτές που όλοι έχουμε και κάπως πρέπει να ξορκίσουμε. Είναι όμως και μια τιμή για μένα, καθότι βρίσκεται κάτω από τη σκέπη των εκδόσεων Πόλις.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Αναλόγως σε ποια φόρμα εργάζομαι. Όταν πρόκειται για ποίηση, η σύλληψη των ιδεών γίνεται συνήθως σε απρόσμενες στιγμές: κατά τη διάρκεια μιας βόλτας ή ενός μπάνιου στη θάλασσα, πετώντας με το αεροπλάνο, παρακολουθώντας μια ταινία, διαβάζοντας ένα βιβλίο. Πολλές φορές σε κάποιο καφέ. Συνήθως κατά μόνας. Σπανιότερα μέσα από συζητήσεις. Απ’ το πουθενά ξεφυτρώνει κάποια φράση και «κολλάει» στο μυαλό, επαναλαμβάνεται αυτοβούλως σαν ρεφρέν από τραγούδι και αργότερα μόνον βρίσκει τη θέση που της αρμόζει στο χαρτί. Έχω ένα σωρό μικρά σημειωματάρια όπου καταγράφονται τέτοιες ιδέες, φράσεις, ή προπλάσματα ποιημάτων, μην τυχόν και  τα ξεχάσω.
Η δουλειά, φυσικά, γίνεται στο σπίτι. Στον υπολογιστή. Εκεί μπαίνει το παζλ στη θέση του, είτε είναι ποίημα, είτε είναι πεζό. Αδυνατώ να θεωρήσω κάτι ολοκληρωμένο εάν δεν το έχω διαβάσει επανειλημμένα και κάτω από συνθήκες πλήρους ησυχίας και νηφαλιότητας (πνευματικής και μη).

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Καμία ιδιαίτερη τελετουργία πλην του καφέ που μονίμως συνοδεύει τη συγγραφική μου πράξη. Η μουσική είναι συνήθως απούσα διότι μ’ εμποδίζει ν’ αφουγκραστώ τον εγγενή ρυθμό ενός ποιήματος ή ενός πεζού.
Σε παλαιότερες εποχές η μουσική έπαιζε σημαντικό ρόλο κατά τη διάρκεια της συγγραφής ― νομίζω ότι έφταιγε ο χειμαρρώδης ενθουσιασμός της μετεφηβικής ηλικίας. Τώρα πια, όχι και  τόσο.
Ούτε στην ανάγνωση τη χρησιμοποιώ πλέον, πλην σε ελάχιστες. Τότε, επιλέγω είτε κάτι άγνωστο (ώστε να μην αποσπάται η προσοχή μου κι αρχίσω να σφυρίζω συνοδεία μουσικής) είτε κάτι επαναλαμβανόμενο και μινιμαλιστικό (Φίλιπ Γκλας, λ.χ.) που, για κάποιο λόγο, νιώθω πως με ωθεί παραπέρα στη δουλειά μου. Συνήθως δίνω μεγάλη προσοχή στην ενορχήστρωση της μουσικής που ακούω (προκλασική, αλλά και πολλές τζαζ ηχογραφήσεις της ECM) με αποτέλεσμα να αδυνατώ να συνδυάσω τη συγγραφή με την ακρόαση.

Από τις ωραιότερες ανακαλύψεις μου τώρα τελευταία ― στα απαραίτητα διαλείμματα από τη συγγραφή ― είναι διάφοροι ιντερνετικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί κλασικής μουσικής, ιδιαιτέρως από χώρες με των οποίων τις γλώσσες δεν είμαι εξοικειωμένη: ανάμεσα σε γνώριμα κομμάτια, χαίρομαι ν’ ακούω τους εκφωνητές να μιλούν Ουγγρικά στο Ράδιο Μπαρτόκ, π.χ. : με μαγεύει ο άγνωστος ρυθμός της γλώσσας, έτσι όπως ψάχνω να την τοποθετήσω ανάμεσα στα Φινλανδικά και τα Κορεάτικα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Μονίμως! Σε καφέ, σε μπαρ, σε τραίνα (τι υπέροχο το ταξίδι με τραίνο!), αεροπλάνα, αεροδρόμια, νοσοκομεία, πάνω σε καπώ αυτοκινήτων, όπου μπορείτε να φανταστείτε. Αλλά η τελική επεξεργασία γίνεται πάντα και μόνο στον υπολογιστή, σε μέρος ήσυχο.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;   

Θα ήθελα να γράψω ένα βιβλίο για τον Αμερικανό ποιητή Φρανκ Ο’ Χάρα. Έχω την εντύπωση ότι έζησε τη ζωή του με τον ίδιο ανάλαφρο και, συνάμα, βαρυσήμαντο τρόπο που διαβάζονται τα ποιήματά του: η Νέα Υόρκη τη δεκαετίας του ’50, η δουλειά του ως μελετητής εκθέσεων στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, οι επιπόλαιοι δεσμοί του με νεαρά αγόρια, οι δυνατές φιλίες που διατηρούσε με τον Άσμπερυ και τον Ντε Κούνινγκ μεταξύ άλλων, ο θαυμασμός του για τον Τζάκσον Πόλοκ ― όλα αυτά είναι βιογραφικά στοιχεία που μ’ εξιτάρουν, ασχέτως της αγάπης που τρέφω για την ποίησή του. Υφίστανται, βεβαίως, ήδη μονογραφίες πάνω στο έργο και τη ζωή του, αλλά στην Ελλάδα ο Ο’ Χάρα είναι σχετικά άγνωστος. Θα μου έδινε μεγάλη χαρά να μεσολαβήσω ώστε να γίνει γνωστότερος στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό.

Θα ήθελα να μπορώ να κάνω το ίδιο και με τον Τζάκσον Πόλοκ, αλλά νιώθω πως οι λέξεις είναι παραπλανητικές στην περιγραφή της δύναμης της ζωγραφικής του. Συν τοις άλλοις, η ζωή του, αντιθέτως με του Ο’ Χάρα, δε συνάδει με το μεγαλείο της τέχνης του: ο Ο’Χάρα δημιούργησε λόγω της ζωής που ζούσε• ο Πόλοκ παρ’ όλη τη ζωή που ζούσε. Ίσως, όμως, καλύτερα έτσι, γιατί θα έχω την ευκαιρία ν’ ασχοληθώ και με τον Πόλοκ μέσω του Ο’ Χάρα, αν ποτέ το αποφασίσω.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Paul Auster, Knut Hamsun, Jens Christian Grøndahl, Peter Høeg, Patrick Modiano, Martin Amis, Jean Echenoz, Joseph Conrad, Herman Hesse, Jeanette Winterson, Tim Parks, Philip Roth, Gore Vidal.
Από ποιητές: Frank O’Hara, Adrienne Rich, e.e. cummings, Carol Ann Duffy, Richard Siken, Frederick Seidel, Walt Whitman, Wendy Cope, Billy Collins, Adam Zagajewski, Eugenio Mondale, Τάσος Λειβαδίτης, Μιχάλης Αναγνωστάκης κι ο Τούρκος Orhan Veli Kanık. Παλεύω, επίσης, μονίμως, με τον T.S. Elliot, την Elizabeth Bishop και τον Ανδρέα Κάλβο.
Τέλος, είμαι μόνιμη και περιχαρής αναγνώστης των φιλοσοφικών δοκιμίων του παλιού μου καθηγητή, πολιτικού φιλοσόφου John Gray, των περιπατητικών στοχασμών του W.G. Sebald και της μεγάλης μου φοιτητικής αγάπης, του Φρειδερίκου Νίτσε.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

(Σκέφτομαι τα βιβλία στα οποία επανέρχομαι πάντα με χαρά και ανανεωμένη προσμονή:)
Mrs. Dalloway (V. Woolf), Πείνα (K. Hamsun), Η Δίκη (Κafka), The New York Trilogy (P. Auster), The Man Who Was Thursday (G.K. Chesterton), Cosmopolis (De Lillo), Το Δέρμα (Κ. Μαλαπάρτε), Κάτω από τον τροχό (H. Hesse), City (Al. Barricco), Straw Dogs (John Gray), Darkness Visible (William Styron), The Great Gatsby (F. Scott Fitzgerald), Crush (Richard Siken), Ragtime (E.L. Doctorow), Ο Γύρος του Θανάτου (Θ. Κοροβίνης), Πέρα από την Ενοχή και την Εξιλέωση (J. Améry). Όταν ήμουν παιδί, θυμάμαι να διαβάζω πάνω από πενήντα φορές το «Moonfleet» του J. Meade Falkner. Καιρός να ξανασυναντηθούμε• δεν ξέρω τι θα προκύψει!

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Σαφώς. Ο Χρήστος Χρυσόπουλος, ο Γιώργος Ζαρκαδάκης, ο Θωμάς Κοροβίνης, η Έρση Σωτηροπούλου με τη «Φάρσα», η Λένα Κιτσοπούλου στιγμές στιγμές, η Κάλλια Παπαδάκη, η Ιωάννα Μπουραζοπούλου. Στην ποίηση, ο Νάσος Βαγενάς, ο πρώιμα χαμένος Γιάννης Βαρβέρης, ο νεαρός Νίκος Βιολάρης, ο Γιάννης Δούκας, ο Κωστής Γκιμοσούλης, ο Χάρης Βλαβιανός, οι μικρές φόρμες του Πάνου Κυπαρίσση και ο Σταμάτης Πολενάκης.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο αμοραλιστής Τομ Ρίπλεϋ, της Πατρίσια Χάισμιθ. Βαριέται να σκοτώνει, αλλά αν χρειαστεί, θα το κάνει κι αυτό… Υπέροχη σύλληψη ενός γοητευτικότατου ψυχοπαθούς: μια ζωή δίχως συναισθηματισμούς.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;  

Εργάζομαι με λιγότερο συστηματικό τρόπο απ’ όσο θα ήθελα. Έχω, φυσικά, ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, με έναν ορισμένο αριθμό σελίδων ανά ημέρα, αλλά συνήθως πάει στράφι… Πλην λίγων περιπτώσεων, όταν αποφασίσω πια, με το καλό, να καθίσω και ν’ ασχοληθώ με μία μετάφραση, το κάνω πυρετωδώς: εργάζομαι πολύ περισσότερες ώρες απ’ ό,τι υπολόγιζα, βγάζοντας πολύ περισσότερες σελίδες ανά την ημέρα, έχοντας φυσικά λιγότερο περιθώριο χρόνου. Έτσι η μετάφραση μού θυμίζει τον τρόπο με τον οποίο γράφω πεζογραφία, ή ακόμα και τον τρόπο που έγραφα κάποτε τις μεταπτυχιακές διατριβές: βυθίζομαι έντονα μέσα στον κόσμο του συγγραφέα και δε βγαίνω για αέρα μέχρι να τελειώσει το εγχείρημα. Μοιάζει λίγο με τον έρωτα• έχει αυτόν τον ενθουσιασμό που σε κάνεις να θες να διαβάσεις και να μυηθείς στα του κειμένου άγνωστα: τη ζωή του συγγραφέα, τις ιστορικές και γεωγραφικές συντεταγμένες της πλοκής, κλπ. Ίσως να είναι καλό αυτό, εν τέλει, διότι έτσι το κείμενο αποκτά μία σφιχτοδεμένη προσωπική ταυτότητα: ο μεταφραστής έχει ριψοκινδυνεύσει, κατά κάποιον τρόπο,  την πνευματική του γαλήνη κι άρα το αποτέλεσμα είναι ένα προσωπικό ρίσκο.

Ιδεατά, ο μεταφραστής πρέπει να θαυμάζει και ν’ αγαπά το κείμενο που καλείται να μεταφράσει. Επειδή αυτό δεν είναι πάντα εφικτό, φτάνει να υπάρχει μία σχέση σεβασμού ανάμεσα στους δύο «γονείς». Ο μεταφραστής υποχρεούται να μεταφέρει όσο πιο κομψά γίνεται το έργο του συγγραφέα στη μητρική του γλώσσα, ει δυνατόν δίχως να δίνεται ποτέ η εντύπωση ότι το αποτέλεσμα είναι προϊόν μετάφρασης. Στο δίλημμα, δηλαδή, μεταξύ αυθεντικότητας και ομορφιάς, ψηφίζω ομορφιά. Αλλά, για να το ξεκαθαρίσω: αναφέρομαι μόνο στην πεζογραφία. Η ποίηση είναι άλλο ζήτημα. Κι αυτό έχει να κάνει, νομίζω, με το ρυθμό. Άλλο να μεταφράσεις ένα πεζογράφημα από μέτρο 4/4 σε 6/8 λόγω του διαφορετικού ρυθμού της γλώσσας, κι άλλο ν’ αλλάξεις το τέμπο ενός ποιήματος…

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Θα έλεγα ότι δυσκολεύτηκα (ηδονικά, όμως!) περισσότερο στο βιβλίο της Melanie Wallace, «Blue Horse Dreaming»: ήταν τόσο δαντελωτά γραμμένο, διανθισμένο μ’ ένα λεξιλόγιο λεπτών αποχρώσεων κι εντόνων συγκινήσεων. Είναι γενικά δύσκολο ν’ αποφύγεις τους συναισθηματισμούς στην ελληνική γλώσσα: οι λέξεις βρίθουν «βάρους». Ενώ το βιβλίο της Wallace ήταν ένα καταπληκτικό δείγμα αγγλικής ακριβολογίας και συναισθηματικής αποστασιοποίησης, παρ’ όλο που περιέγραφε έναν βούρκο βιαιότητας, ανηθικότητας και τρέλας.
Όσο για τη μετάφραση που ευχαριστήθηκα περισσότερο, αυτή βρίσκεται στον αντίποδα όσων συνήθως κάνω: μου ζητήθηκε να μεταφράσω δυο διηγήματα συγγραφέων των εκδ. Πόλις στ’ Αγγλικά, ώστε να σταλούν σε διεθνείς διαγωνισμούς. Η χαρά και μόνο ότι καλούμουν να πλάσω εγώ την λεπτεπίλεπτη και κοφτερή Αγγλική γλώσσα, ήταν από μόνη της υπεραρκετή.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Εν τη απουσία (για την ώρα) σχεδίου έκδοσης του βιβλίου της Γουάλας, θα πρότεινα με μεγάλη μου χαρά το «Some kind of Grace» («Χάρις κι Εξιλέωσις») του Ρόμπιν Τζένκινς, που θα κυκλοφορήσει τον επόμενο χρόνο από τις εκδόσεις Πόλις. Ο Τζένκινς ― ένας γίγαντας της σκοτσέζικης λογοτεχνίας ― είναι ένας πραγματικός μάστορας της γλώσσας: ελπίζω να μην έχω φανεί κατώτερη των προσδοκιών μεταφέροντας το βιβλίο του στα Ελληνικά, πενήντα χρόνια μετά την πρώτη του, αγγλική έκδοση. Πρόκειται για την ιστορία ενός πρώην Βρετανού διπλωμάτη που επιστρέφει στο Αφγανιστάν της δεκαετίας του ’50 για ν’ ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από την εξαφάνιση δύο φίλων του, χριστιανών ιεραποστόλων, και βρίσκεται στη δίνη πανταχόθεν φυσάμενων ραδιουργιών και δογματισμών, εταιρικών συμφερόντων και  πνευματικής πενίας.  Αυτό που μ’ έθελξε περισσότερο είναι το πόσο εύστοχος παραμένει ακόμα και σήμερα ο σχολιασμός των σχέσεων του δυτικού κόσμου με τη Μέση Ανατολή: από τις χλιδάτες δεξιώσεις της Βρετανικής Πρεσβείας μέχρι την πανταχού παρούσα φτώχεια και την επικρατούσα δεισιδαιμονία, τίποτα δε μοιάζει να έχει αλλάξει τα τελευταία εξήντα χρόνια στο Αφγανιστάν, πλην της πυρπόλησης των γιγαντιαίων αγαλμάτων του Βούδα στο Μπαμυάν (που τόσο έξοχα περιγράφει ο Τζένκινς) από τους Ταλιμπάν και της αντικατάστασης των βρετανικών αποχρώσεων της αποικιοκρατικής υπεροψίας από αμερικανικές. Θεωρώ ότι είναι ένα μικρό διαμάντι «κατασκοπευτικής» μυθιστορίας, γλωσσοπλασίας και ιστορικού σχολιασμού.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Σαφώς και υπάρχουν! Από ποιητές, οι προαναφερθέντες Φρανκ Ο’ Χάρα και Αντριέν Ριτς. Ίσως κι ο Ρίτσαρν Σάικεν (αν θαυμάζω υπερβολικά τη μουσικότητά του ώστε να την αμαυρώσω μεταφράζοντάς τον). Θα ήθελα να μπορώ να μεταφράσω τον Πέτερ Χόε, ειδικά το πρώτο του βιβλίο, την «Αντίληψη του εικοστού αιώνα» (Forestilling om det tyvende århundrede)• αλλά δε μιλάω Δανέζικα… Ίσως από τα –παραπλήσια- Νορβηγικά μια μέρα… Αντί για συγκεκριμένους συγγραφείς, θ’ αναφέρω τρία βιβλία που αγάπησα: Τα προσφατα «Lamb» της Bonnie Nadzam και «Open City» του Αμερικανο-Νιγηριανού Teju Cole, και τη (θρυλική στη Νορβηγία) τριλογία του Gunnar Staalesen «1900/1950/1999» όπου, με πρόσχημα την ιστορία ενός φόνου (που συμβαίνει την 1/1/1900 κι εξιχνιάζεται την 31/12/1999) παρελαύνει όλη η ιστορία του 20ου αιώνα μέσα από τα μάτια διαφορετικών κατοίκων στο Μπέργκεν της Νορβηγίας. Θα το θεωρούσα μεγάλη τιμή, επίσης, να μεταφέρω το σύνολο του έργου του Κνουτ Χάμσουν στα Ελληνικά, όπως και να μεταφράσω εκ νέου τα δοκίμια του Πωλ Βαλερύ για την ποίηση. Δε χορταίνω να τα διαβάζω…. Αλλά αυτά στο (πολύ) μέλλον. Τέλος, καιρός κάποια στιγμή ν’ ασχοληθώ και με την αντίθετη εργασία: τη μετάφραση της ελληνικής λογοτεχνίας στα Αγγλικά: τους διεθνώς παραμελημένους Ηλία Βενέζη και Κοσμά Πολίτη• την ποίηση του Ουράνη.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Σωστά στρέφονται τα φώτα στο συγγραφέα. Όσο ονειρεμένη και να είναι μια μετάφραση του Σαίξπηρ, δεν παύει να είναι Σαίξπηρ: η σύλληψη, η ιδιοφυΐα είναι όλη δική του. Φυσικά κι ένας «άψογος» μεταφραστής του Σαίξπηρ πρέπει να χαίρει μιας κάποιας αναγνώρισης (όπως, επίσης, και οι εσκεμμένες επιλογές που έκανε), αλλά σπάνια ξεπερνά ο μεταφραστής το συγγραφέα. Δύο εξαιρέσεις γνωρίζω σ’ αυτόν του κανόνα: τις μεταφράσεις (αποδόσεις) των ποιημάτων του Nazim Hikmet από το Γιάννη Ρίτσο και τις αγγλικές μεταφράσεις του Orhan Pamuk από την Maureen Freely. Ο πρώτος δεν μιλούσε τουρκικά κι ουσιαστικά «γέννησε» εκ νέου ποιήματα παραπλήσια με του Χικμέτ ― καλύτερα, δε, από τα αρχικά. Η δεύτερη είναι εξ’ ολοκλήρου υπεύθυνη για το Νόμπελ του Παμούκ: όταν ο πρόεδρος της Σουηδικής ακαδημίας κατηγορήθηκε για πολιτική μεροληψία υπέρ του Τούρκου συγγραφέα, κατέστησε σαφές ότι η επιλογή έγινε καθαρά με λογοτεχνικά κριτήρια. Η σύγκριση της εξαιρετικής μετάφρασης της Freely μα τα ασθμαίνοντα κείμενα στο πρωτότυπο δείχνει την πραγματική πηγή της λογοτεχνικής τους αξίας.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Ο Βαργκ Βέουμ με ακολουθεί συνεχώς! Τώρα τελευταία, δε, κάνει τη μία εμφάνιση στη μεγάλη οθόνη μετά την άλλη. Αν κι εγώ τον είχα φανταστεί λίγο διαφορετικά, λίγο περισσότερο σαν τον ίδιο τον Στόλεσεν κι όχι σαν το γοητευτικό Trond Espen Seim… Ο Άξελ Βίντινγκ επίσης. Είναι το alter ego του πολύ αγαπητού μου μουσικού Ketil Bjørnstad: μεγάλωσε κι έγινε ένας εξαιρετικός συνθέτης κι ερμηνευτής της jazz. Συν τοις άλλοις, υπάρχει κι ένα τρίτο και τελευταίο μέρος των περιπετειών του, που παραμένει για την ώρα αμετάφραστο. Οψόμεθα. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τον «Δρυ», το εφηβικό alter ego του καλού μου, πια, φίλου Ιζζέτ Τζελάσιν: εγκατέλειψε την Κων/πολη και ζει μια όμορφη και ήσυχη ζωή στο Όσλο.

Ο χαρακτήρας που αγάπησα περισσότερο, όμως, (και τη ζωή του οποίου ζήλεψα και λίγο) ήταν ο Τζων Μικλάουντ, του Ρόμπιν Τζένκινς: πάντα είχα αδυναμία στους ατρόμητους λάτρεις του κοσμοπολιτισμού, των ταξιδιών και της περιπέτειας. Ο Τζων με «συνόδευσε» για αρκετούς μήνες μετά το τέλος του βιβλίου, καθώς μου έδωσε την αφορμή να μελετήσω αυτό που οι Βρετανοί ονομάζουν «Το Μεγάλο Παιχνίδι»: τις αποικιοκρατικές συγκρούσεις μεταξύ Βρετανών και Ρώσων για τον έλεγχο της Κεντρικής Ασίας. Είναι μια πτυχή της ιστορίας για την οποία γνώριζα ελάχιστα πράγματα και η οποία ― λαμβάνοντας υπ’ όψιν την εμπλοκή της Γερμανίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα πράγματα ― μ’ έκανε να δω τον 1ο Π.Π. μ’ ένα εντελώς νέο μάτι.

Περί αδιακρισίας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Μεταφράζοντας.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω τη Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων του Ζαν Μισέλ Γκενασιά (εκδ. Πόλις). Την τριλογία Υπνοβάτες του Χέρμαν Μπροχ (εκδ. Μέδουσα). Ξαναδιαβάζω, για δεύτερη φορά (back to back, που λένε) το «Οpen City» του Teju Cole. Ανάλογα το κέφι μου!
Γράφω ποίηση, με σκοπό την έκδοση μιας δεύτερης ποιητικής συλλογής στα Ελληνικά. Μερικά ποιήματα είναι έτοιμα και θα «φύγουν» για δημοσιεύσεις σε περιοδικά. Στα υπόλοιπα κάτι λείπει, όπως λέμε χαριτολογώντας με το Γιάννη Δούκα: ένα χέρι εδώ, ένα πόδι εκεί• μερικά έχουν δυο μύτες, δυο αυτιά, κ.ο.κ. Χρήζουν εγχείρισης. Συνεχίζω να γράφω και στ’ Αγγλικά. Αυτό δε σταματάει ποτέ.

Ακονίζω τις δυνάμεις μου μ’ ένα πεζό κείμενο που ξεκίνησε από διήγημα, έγινε νουβέλα και ξανακόπηκε σε διήγημα. Επίσης μη-έτοιμο. Δε μου προκαλεί το ίδιο άγχος όσο τα ποιήματα όμως. Θέλει χρόνο για να ωριμάσει.

Μεταφράζω τη συνέχεια της «Λέσχης των Νέων Πιανιστών» του Ketil Bjørnstad για τις εκδόσεις Πόλις, με τίτλο «Το Ποτάμι». Επίσης, τα «21 τραγούδια αγάπης» της Adrienne Rich, από την ποιητική της συλλογή «The dream of a common language». Ξανά…Τις προάλλες, έσβησα άθελά μου το file με την υπάρχουσα μετάφραση κι έπρεπε να ξεκινήσω απ’ την αρχή. Μεγαλεία…

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Είδα πρόσφατα το Λιμάνι της Χάβρης του Καουρισμάκι κι ενθουσιάστηκα με την αισθητική και τον ανθρωπισμό του. Το ίδιο είχε συμβεί και με το «Α Single Man» του Τομ Φορντ: ήταν μια υπενθύμιση ότι στην άρτια εκτελεσμένη τέχνη δε χωράει τίποτα το περιττό.

Στο σινεμά έχω ορισμένους σύγχρονους σκηνοθέτες που αγαπώ και παρακολουθώ, ασχέτως εάν ορισμένες ταινίες τους μ’ έχουν απογοητεύσει. Ποιος καλλιτέχνης είναι, εξάλλου, μονίμως καλός; Είναι συνήθως σκοτεινοί και λίγο καφκικοί: David Lynch, Darren Aronovksy, David Fincher, Christopher Nolan, Nuri Bilge Ceylan, Christopher Boe, Lars Von Trier. Στέκονται όλοι πάνω στους ώμους των γιγάντων Ingmar Bergman και Akira Kurosawa. Με το θέατρο τα πήγαινα πολύ καλύτερα όσο ζούσα στην Αγγλία… Αγαπούσα ιδιαίτερα τα ευφυέστατα θεατρικά έργα του David Hare και της Yasmina Reza.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Την αιώνια νιότη, όχι. Την εκτενή νιότη, ίσως. Τη μεταφραστική μου ιδιότητα, γιατί όχι; Την αναγνωστική, ασφαλώς και όχι. Τη συγγραφική, δε, με τίποτα.

Στις φωτογραφίες: Frank O’ Hara, John Gray, Adrienne Rich, Jens Christian Grøndahl, Patrick Modiano, Teju Cole, Gunnar Staalesen, Ketil Bjørnstad, David Hare, Kaurismaki/Havre.

20
Ιαν
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 76. Νίκος Δ. Πλατής

Ωραία λοιπόν, κατακτήσατε με το μελανοφόρο σας σπαθί την ιδιότητα του θεματικού λεξικογράφου. Πώς σκεφτήκατε όμως ένα λεξικό που… παίζει με τον θάνατο (Presto o tardi /το λεξικάκι που… παίζει με το θάνατο, εκδ. Νεφέλη, 2011, παρουσίαση εδώ);

Λόγω ηλικίας, μάλλον. Μετά τα 50 κάνεις κάποιες σκέψεις που πριν δεν έκανες. Με κείνο και με τ’ άλλο, πάντως, σκέφτηκα πως αν κατάφερνα να φτιάξω ένα βιβλίο για τον θάνατο που θα το ξεφυλλίζει περιχαρής ο αναγνώστης, γελώντας εδώ κι εκεί, θα είχα επιτύχει μία κάποια (μικρούλα, τόση δα) ρωγμή στην όλη θανατοπληξία. Είμαι… ρωγμώδης τύπος, από χαρακτήρα. Η ιδέα να κοντραριστώ με το απόλυτο ταμπού, έμοιαζε συναρπαστική (από δημιουργικής απόψεως, κυρίως).

Πότε πρωτοσυλλάβατε την ιδέα;

Προ χρόνων. Έτσι, τυχαία! Μια όμορφη χειμωνιάτικη νύχτα που βολτάριζα στην ακτή της Πειραϊκής με τα χέρια στις τσέπες του μπουφάν, μαγεμένος από το κοντράστ του λευκού του σώματος των ανεμοπορούντων γλάρων στον κατάμαυρο ουρανό. Χαίρονταν τη ζωή τους, ήσαν ευτυχισμένοι, με μια ταπεινότητα και μια σοφία που με συνάρπασε.

Αποφασίζετε λοιπόν να συντάξετε ένα τέτοιο λεξικό. Πώς οργανώνετε το υλικό σας;

Με λεξικιστικό τρόπο. Εν πρώτοις, στήνω τον βασικό πυρήνα του λεξικού, κάνω την πρώτη λημματοποίηση δηλαδή (τις λέξεις-τίτλους των λημμάτων του). Το πρωταρχικό INDEX. Στη συνέχεια, αναζητώ παντού και… παντείω τρόπω τις σχετικές πληροφορίες (κείμενα, εικόνες, ήχους και βίντεο) που αφορούν τα λήμματα αυτά.  Διαβάζω, φωτογραφίζω, σερφάρω στο ίντερνετ, τηλεφωνώ, ξεφυλλίζω σώματα παλιών εφημερίδων, επινοώ νέα λήμματα, βλέπω ταινίες σχετικές και τσεκάρω τις σκηνές που θα κάνω στοπ καρέ, ζαλίζω με ερωτήματα γνωστούς και φίλους (ειδικούς και μη), τρέχω σε νεκροταφεία, μνημόσυνα και κηδείες,  κοιμάμαι και ψελλίζω… ακατάληπτα λόγια,  κι όλο αυτό το… συνονθύλευμα αποθηκεύεται σ’ ένα αρχείο του υπολογιστή μου (με πολλούς υποφακέλλους). Ακολούθως αποδελτιώνω αυτές τις πληροφορίες, τις… ανακατεύω, τις επεξεργάζομαι… καταλλήλως και αφού περάσουν, στο μεταξύ, 4 με 5 χρόνια δουλειάς συστηματικής, βγάζω όπως ο ταχυδακτυλουργός το λαγό από το ημίψηλο καπέλο του, εμφανίζω το PRESTO O TARDI / το λεξικάκι που… παίζει με τον θάνατο! Όλο το εγχείρημα περιέχεται, πλέον, σε δύο κομπιουτερικούς φακέλλους. Ένας των 26,5 ΜΒ (όπου το βασικό κείμενο σκηνοθετημένο μαζί με τις φωτογραφίες και τις αναλογούσες λεζάντες) και ένας φάκελλος των 311 ΜΒ (το αρχείο με τις φωτογραφίες).

Η συλλογή του υλικού σας ήταν εύκολη;

Όχι, καθόλου! Υπάρχει, ασφαλώς, ένα ατέλειωτο κοίτασμα πληροφοριών που αφορούν στα του θανάτου. Εγώ, όμως, δεν μάζευα ό,τι έβρισκα μπροστά μου. Οι πληροφορίες μου έπρεπε να ανταποκρίνονται σε κάποιες προδιαγραφές, σ’ ένα κριτήριο. Εμένα μ’ ενδιέφερε να προσεγγίσω τον θάνατο με τρυφερό, γλυκόπικρο και χιουμοριστικό τρόπο. Και με δεδομένο το ό,τι είμαστε αναλώσιμοι, δεν υπάρχει άλλη όχθη, ούτε κι επιστροφή.

Ποια ήταν η πιο ευφορική στιγμή της λημματογράφησης;  

Όταν πια είχα τιθασεύσει το υλικό μου, είχα πάρει… το κολάι του. Οπότε δεν είχα παρά να κάτσω να γράψω και να συνθέσω λόγο και εικόνα, να αναδείξω το θέμα μου.

Σε ποιο λήμμα χάσατε, έστω και στιγμιαία, το χαμόγελό σας;

Στο λήμμα: ορφανός γονιός. Εξ όσων γνωρίζω δεν υπάρχει λέξη σε καμία γλώσσα που να είναι ειδικά αφιερωμένη σ’ αυτόν, ίσως γιατί δεν θα μπορούσε σε μια λέξη να χωρέσει τόση απόλυτη οδύνη, ενώ υπάρχουν λέξεις για κείνους που απώλεσαν τους γονείς τους (ορφανά), τον σύζυγό τους (χήρες, χήροι) κ.τλ.

Κατά τη διάρκεια της έρευνας και της συγγραφής άλλαξαν καθόλου οι απόψεις σας για τον θάνατο;

Όχι, απλώς άλλαξαν γενιά. Άλλες έγιναν τρίτης και κάποιες άλλες απόψεις μου έγιναν τέταρτης γενιάς. Όσο ασχολείσαι μ’ ένα θέμα τόσο πιο βαθιά μπαίνεις μέσα σ’ αυτό.

Ήταν τελικά για σας ένα παιχνίδι με τον θάνατο το βιβλίο σας αυτό; Αισθάνεστε υπεράνω του θανάτου;

Πως θα μπορούσα κάτι τέτοιο;! Η έννοια του θανάτου  δεν είναι κάποιο παιχνίδι με τις λέξεις. Μπορεί  το  PRESTO O TARDI / να είναι ένα  λεξικό που… παίζει με τον θάνατο,  εγώ όμως (ο συγγραφέας του) δεν είμαι υπεράνω του όλου θέματος.  Και για να εξηγούμαι. Δηλώνω απλά ότι είμαι υπεράνω σε ό,τι έχει να κάνει με τον δικό μου θάνατο.  Δεν με πειράζει που κάποτε δεν θα υπάρχω (όπως δεν με πείραζε που δεν υπήρχα και πριν γεννηθώ).  Και δηλώνω κατηγορηματικά πως είμαι … υποκάτω του θανάτου των δικών μου ανθρώπων. Είμαι υποκείμενος (όπως όλοι μας) στο βαθύ πόνο του θανάτου, δεν αισθάνομαι (ούτε θα ήθελα να είμαι) υπεράνω του θέματος της απώλειας.

Εν τέλει, τι; Τι ακριβώς είναι το PRESTO O TARDI, πέρα από ένα χαρούμενο βιβλίο;

Σκοπός του βιβλίου μου είναι να απαλύνει το φόβο, να εξοικειώσει τον αναγνώστη με το αναπόφευκτο του θανάτου, εξορκίζοντας την κρατούσα θανατοπληξία με το γέλιο, τη σκέψη, τη φιλοσοφική καρτερία και τη συμπόνια.

Έχετε στις αρχειοθήκες σας υλικό για πιθανά μελλοντικά λεξικά; Ή πρώτα επιλέγετε ένα θέμα κι ύστερα αρχίζετε την συγκομιδή;

Συνήθως, δεν επιλέγω εγώ τα θέματά μου, αυτά… επιλέγουν εμένα. Δεν είναι κομπασμός αυτό, αλλά μια… εμπειρική διαπίστωση. Στο σκληρό δίσκο μου υπάρχουν εν… τη γενέσει (και τη αναπτύξει) τους τρία θεματικά λεξικά. Το «Index Maledictus / το βρωμολεξικό», το «Κολοκοτρωνέικο λεξικό» και το «Γελαστικό λεξικό».

Σε ποιους προσφιλείς σας νεκρούς (οικείους σας, ή λογοτέχνες ή καλλιτέχνες ή ό,τι άλλο) θα θέλατε να στείλετε ένα αντίτυπο;

Στην «κυρά-Γιώτα» (την πεθερά μου), στον ευθυμογράφο ιστορικό (και δάσκαλό μου) Νίκο Τσιφόρο. Στον μέγα φιλόσοφο Επίκουρο. Και στον  σκηνοθέτη του «Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας» Λιουις Μπουνιουέλ. Στην μεν πρώτη γιατί είχε μια εξαιρετική αξιοπρέπεια θανάτου (όταν κατάλαβε πως έκλεισε ο κύκλος της, απλώς τα… μάζεψε κι έφυγε). Στον δε Τσιφόρο διότι με φράσεις του τύπου: «τα σανίδωσε ο Γοδεφρίδος» και «ο κύριος Λουδοβίκος ντε Σαμπλίτ, άρχοντας της Βουργουνδίας, πάει απόθανε, λόγω θανάτου […]» μ’ εξοικείωσε λεκτικά και νοητικά με τα του θανάτου, με εύθυμο, γελαστικό τρόπο. Στον μέγα Επίκουρο, επειδή η φιλοσοφία του δεν προοριζόταν για τους συνήθεις… εστέτ της σκέψης, αλλά στους απλούς, καθημερινούς, ανθρώπους, επειδή ήταν παρηγορητικός ο λόγος του γι’ αυτούς (“Κανένας δεν καταλήγει στο βάραθρο και στα σκοτεινά Τάρταρα» ), αλλά και γιατί έβαλε τα πράγματα στη θέση τους, εν τέλει: « η ζωή δεν δίνεται σε κανέναν ως ιδιοκτησία – δίνεται για προσωρινή χρήση».

Και στον Σπανιόλο μπουρζουά Μπουνιουέλ επειδή παρέμεινε μέχρι τέλους χαριτωμένος και δημιουργικός, χωρίς ούτε στιγμή να χάσει κάτι από το υποδόριο χιούμορ του. Είναι αυτός που, λίγο πριν το θάνατό του, έγραψε πως: «[…] παρόλο το μίσος μου για την πληροφόρηση, θα μ’ άρεσε να μπορούσα, κάθε δέκα χρόνια, να σηκώνομαι μέσα από τους νεκρούς, να προχωράω μέχρι ένα περίπτερο μ’ εφημερίδες και ν’ αγοράζω μερικές. Δεν θα ζητούσα τίποτε περισσότερο. Με τις εφημερίδες μου κάτω από τη μασχάλη, χλωμός, προχωρώντας σύρριζα στους τοίχους, θα ξαναγύριζα στο νεκροταφείο και θα διάβαζα για τις καταστροφές του κόσμου, πριν ξανακοιμηθώ, ικανοποιημένος, στο ασφαλές καταφύγιο του τάφου μου».

Σημ. Μη διανοηθεί κανείς πως ο Νίκος Πλατής έχει διαφύγει των καθιερωμένων ερωτήσεων του Αιθρίου. Τις έχει ήδη απαντήσει, σε κρυφίως ενσωματωμένο αίθριο εδώ.  Στις φωτογραφίες: η τέχνη της αναπαράστασης [τίνος άραγε;] για την Dia de los Muertos στο Μεξικό, o κατεξοχήν ματαιογράφος φιλόσοφος και ο Σπανιόλος που κοιτούσε τον Θάνατο κάπως έτσι.

18
Ιαν
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 75. Νίκη Τρουλλινού

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Σας τους λέω χωρίς σειρά αξιολόγησης, όπως μου ’ρχονται, (σωστό και δίκαιο κατά κανόνα το πρώτο φλας στο μυαλό) Ντοστογιέφσκι και Τολστόι, Τσέχωφ και άλλοι κλασσικοί, θυμάστε τα δερματόδετα ΑΠΑΝΤΑ ΚΛΑΣΣΙΚΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ; Ασήκωτα στο χέρι, ήταν για το σπίτι αυτά, για το σχολείο, στο τελευταίο θρανίο διάβασα για χρόνια ένα αξιόλογο μέρος της μεταφρασμένης παγκόσμιας και ελληνικής λογοτεχνίας, ας είναι καλά οι εκδόσεις ΓΑΛΑΞΙΑΣ. Στην δικτατορία έπιασα τις εκδόσεις ΚΑΛΒΟΣ και τα ΚΕΙΜΕΝΑ του αείμνηστου Βλάχου, είχα το χούι να τα κάνω σειρές, το ’74 πέρασα στο ΘΕΜΕΛΙΟ, αργότερα στον ΟΔΥΣΣΕΑ,  τι θυμάμαι πολύ; Βιρτζίνια Γουλφ, Χεμινγουέη, Στάιμπεκ, Χάσεκ, Κούντερα, Πούσκιν, Λέρμοντοφ,  Τρουαγιά, Αραγκόν, Έρεμπουργκ, Μπρεχτ, ύστερα  Γιόζεφ Ροτ και Φίλιπ Ροθ, Χάινριχ Μπελ, να πω εδώ για μια ‘’περίεργη ’’ αδυναμία μου:  όλοι, ή, όσους ξέρω, οι γερμανόφωνοι εβραίοι συγγραφείς του 20ού αιώνα, αρχής γενομένης από αυτούς των χρόνων της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης…

…αλλά και μεταγενέστεροι, ακόμη και σύγχρονοι, π.χ. Ντανιέλ Κέλμαν, οι αδελφοί Μαν, ο Κανέττι, ο Ντέμπλιν, ο Μούζιλ, ο Μπρεχτ, ο Κάφκα, κι άλλοι που γράφουν στα τσέχικα, Ίβαν Κλίμα και Κόχουτ, Εβραίοι της διασποράς όλοι τους, Άαρον  Άπελφελντ,  κάτι γίνεται μ΄ αυτούς, έχουν μια τρομακτική οξυδέρκεια ( δεν ξέρω πως αλλιώς μπορώ να το ορίσω), και στην πιο απλή ιστορία ‘’σκάβουν’’ σε βάθος,  και μια ιδιαίτερη αίσθηση  της ιστορικότητας της ανθρώπινης περιπέτειας, βλέπε, ας πούμε Γ. Ροτ και το έργο του ‘’Hotel Savoy’’, Ερνέστο Σαμπάτο και Μπόρχες, Χουάν Ρούλφο, Πεσόα, από τους νέους Λατίνους ο Λ. Παδούρα, πιάνουμε τους Ιταλούς, πάει να πει, τον διηγηματογράφο Πιραντέλλο, τον Λεονάρντο Σάσα, Ίταλο Καλβίνο, Ίταλο Σβέβο, Τσέζαρε Παβέζε, Νατάλια Γκίνσμπουργκ, Κλάουντιο Μάγκρις, άλλη παραξενιά μου ήταν στο διάβασμα να τους παίρνω κατά χώρα, και τον συγγραφέα που με μάγευε να τον διαβάζω όλον. (ή, ότι έβρισκα).

Κάποτε κόλλησα πολύ με τον Αλμπέρ Καμύ, θέλω να τον ξαναδιαβάσω,(όταν φυσάει νοτιάς στο νησί, τον Ξένο του Καμύ θυμάμαι), τον Αντρέ Ζιντ, τον Ανρί Τρουαγιά, τον Αραγκόν, τον Έρενμπουργκ (μπορεί να τη γλίτωσε από τον Στάλιν, αλλά η ‘’Πτώση του Παρισιού’’ είναι σπουδαίο βιβλίο), Νεντίμ Γκιουρσέλ και Γιασάρ Κεμάλ (κι ας πήρε άλλος το Νόμπελ στη γείτονα Τουρκία), Θέρκας, Κιουρέισι, Μακ Γιούαν, Μπέρχαρντ Σλινκ και Χ.Μ. Ενζενσμπέργκερ, και σίγουρα ξεχνάω πολλούς, τα τελευταία χρόνια άλλωστε επιστρέφω συνεχώς σε παλιά διαβάσματα. Ενδιαφέρουσα εμπειρία: δεν είναι απλώς τεστ αντοχής του συγγραφέα, αλλά κυρίως ένα μικρό μονοπάτι στην αυτογνωσία, τα σημειωμένα με το μολύβι μου βιβλία και τα γραψίματα στο περιθώριο μού υποβάλλουν ερωτήματα για την προηγούμενη ζωή, μου δίνουν εξηγήσεις γι’ αρκετά ‘’ως εδώ…’’.

Η καταγραφή δεν έχει εύκολο τέλος, να σας πω για τους Έλληνες, γιατί πιστεύω ότι έχουμε καλή λογοτεχνία: Βαλτινός και Δούκα Μάρω, Νόλλας, Πανσέληνος, Κυριακίδης, Σκαμπαρδώνης, Κουμανταρέας, Σκάσσης, Φάις,  Τάσος Χατζητάτσης (έφυγε τόσο νωρίς), Βιζυηνός ο μέγας, Χατζής και Αξιώτη, Χάκκας, Στρατής Τσίρκας, μια ιδιαίτερη αύρα έχει η λογοτεχνία των Ηπειρωτών,  δεν με ρωτάτε για ποίηση, γιατί; Εκεί είναι όλα, στον Καβάφη και τον Σεφέρη, τον Μανόλη Αναγνωστάκη και τον Ά. Αλεξάνδρου, τον Καββαδία, τον Σαχτούρη, την Τζένη Μαστοράκη και τον Τσακνιά, τον Μέσκο, τον Γκανά, τον Λιοντάκη, τον Γκάτσο, τον Κώστα Ουράνη της νιότης μου, αρκετούς νεώτερους, η ποίηση είναι αραξοβόλι στα δύσκολα. Και τον Λόρκα, τον Φρανσουά Βιγιόν, τον Ζακ Πρεβέρ ( αγάπη της νιότης μου κι αυτός), την Έμιλυ Ντίκινσον, τον Μαγιακόφσκι.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Τα αγαπημένα βιβλία είναι πολλά, θα σας πω για κάποια που με τον τρόπο τους με ‘’βασάνισαν’’, επέστρεφαν για χρόνια και μου ‘’μιλούσαν’’: ‘’Αδελφοί Καραμαζώφ’’, ήμουνα στα έντεκα, μάλλον δεν κατάλαβα τίποτα σε κείνη την πρώτη ανάγνωση, πόσα όμως χρωστάω σ’ αυτό το βιβλίο, έπεσα στην πανέμορφη παγίδα της Λογοτεχνίας, (ναι, με το λ, κεφαλαίο), Ερνέστο Σαμπάτο: περί ηρώων και τάφων. Πεσόα, το βιβλίο της ανησυχίας, Μαρσέλ Προυστ ‘’Διαβάζοντας’’ ( ακόμα παλεύω τον Χαμένο του χρόνο), Χάινριχ Μπελ: οι απόψεις ενός κλόουν. Κάφκα: η μεταμόρφωση, μ’ αυτό το μικρό αριστούργημα παιδευόμουν χρόνια, τελικώς το έκανα κεφάλαιο ‘’στο καφάσι με τις μπίρες’’ και ξέμπλεξα. Στο ίδιο μυθιστόρημα η  ηρωίδα Εριέτα είναι η αδελφή του Χανς από τις απόψεις ενός κλόουν…, Κάθριν Μάνσφιλντ, τα διηγήματα της, κάθε φορά που βλέπω μύγα να τριγυρνά την Μάνσφιλντ σκέφτομαι, έκανε στα μάτια μου το ταπεινό πλάσμα αριστούργημα της λογοτεχνίας, Μπουλγκάκοφ, ‘’ο μαιτρ και η Μαργαρίτα’’ τι βιβλίο! Χατζής και το τέλος της μικρής μας πόλης, τριγυρνώ στα Χανιά – κι όχι στα Γιάννενα- στα παλιά Ταμπακαριά κι είμαστε παρέα, Βιζυηνός, όλος! Το αμάρτημα της μητρός μου λίγο περισσότερο, Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα, όχι μόνο γιατί …ερωτεύτηκα  τον Μάνο, αλλά κυρίως γιατί έμαθα να ξεχωρίζω το Ανθρωπάκι από μακριά, ή αν θέλετε, από την είσοδο ακόμη των κομματικών γραφείων, μάθημα πολύτιμο για να μην σε καταπιούν οι μηχανισμοί της Αριστεράς…

Να σας πω μιαν ιστορία; Το 1988 επιστρέφοντας με κομμένα τα φτερά  από το Βερολίνο, (κι ας είχα πάει να ‘’ βρω’’  τα φτερά του  Βιμ Βέντερς), στην παραλία της Ιεράπετρας και στα σπιτάκια της κυρίας Έρσης για διακοπές, τέλη Αυγούστου πήρα μαζί μου τον Τσίρκα, ξανά, νόμιζα τότε …τυχαία! Κλεισμένη στο δωμάτιο διάβαζα, το βιβλίο με ρουφούσε ολάκερη, άπλωσα το χέρι, θέτε από αμηχανία, θέτε για μα ξεφύγω από το βάρος μέσα μου, παιδί της Αριστεράς ήμουνα από τότε που μικρούλα ο εργάτης μπαμπάς μου μ’ έπαιρνε παρέα του στις συγκεντρώσεις της ΕΔΑ στη γενέθλια πόλη, τα Χανιά, με τον Μίκη στα μπαλκόνια, άλλα φτερά τα χέρια εκείνα, του πατέρα και του Μίκη,  το δάχτυλο πάτησε το κουμπί του φορητού ραδιοφώνου και βρρρ ο εκφωνητής έλεγε τις ειδήσεις, στα αραβικά, βεβαίως, τρόμαξα, κοίτα να δεις, λέω, στην Κορνίς της Αλεξάνδρειας είμαι και δεν το ξέρω. Για όσους ξέρουν τον Κρητικό Νότο τους έκανα ήδη να γελάσουν: φυσικά ειδήσεις στην αραβική γλώσσα ακούν εκεί κάτω… μόνο που οι συμπτώσεις έχουν το λόγο τους, σε δυο  καλοκαίρια ακόμα, είχα κι εγώ την διαγραφή μου στο χέρι.

Τα ημερολόγια του Σεφέρη είναι αστείρευτη πηγή γνώσεων, κυρίως όσον αφορά την Μέση Ανατολή, Άρης Αλεξάνδρου, ‘’το κιβώτιο’’, Μ. Γκανάς, ‘’Μητριά πατρίδα’’  ο Κουμανταρέας λέει πολλά στο ‘’ το show είναι των Ελλήνων’’ , Μάρω Δούκα, ‘’ το δίκιο είναι ζόρικο πολύ’’ ( ο δοσιλογισμός δεν ήταν μονόχρωμος) αλλά και της ίδιας ‘’σκούφος από πορφύρα’’ ( η Ελλάδα αναστενάζει στο νοσοκομείο Χέρφιλντ και η καμαρίλα των… Κομνηνών),  Τ. Χατζητάτσης και όλοι οι εσπερινοί του, Θωμάς Σκάσσης και ‘’Το ρολόι της σκιάς’’( είμαι κι εγώ εκεί…) ,το τελευταίο αξιοζήλευτο του Βαλτινού, ‘’ο Τελευταίος Βαρλάμης’’, Χαβιέρ Θέρκας, ‘’ οι στρατιώτες της Σαλαμίνας’’, Κλάουντιο Μάγκρις, ‘’ Στα τυφλά’’ ( βιβλίο που αγγίζει τα όρια του αριστουργήματος) , τα δυο τελευταία βιβλία νομίζω ότι θα μείνουν κλασσικά για την ιστορία της Ευρώπης του 20ου αιώνα, Άλφρεντ Ντέμπλιν ‘’Δεν υπάρχει συγνώμη’’,  Μακ Γιούαν και ‘’Σάββατο’’, Χρήστος Τσιόλκας, ‘’Νεκρή Ευρώπη’’, ένα σημαντικό μέρος της σύγχρονης ‘’αστυνομικής’’  λογοτεχνίας – που αδικείται κατάφωρα έτσι αποκαλούμενη, σπουδαίο πολιτικό και κοινωνικό μυθηστόρημα είναι, από τον Κόκκινο θερισμό (τότε) του Ντάσιελ Χάμμετ ως τον Αττιά και τον Ιζζό, ‘’την νοσταλγία των δράκων’’ του Κούρτοβικ ως το ‘’Γιατί αυτοκτόνησε ο Τσε’’ του Π. Μάρκαρη με κορυφαία: ‘’η νύχτα της κουκουβάγιας’’ του Λ. Σάσα, ‘’ έγκλημα στην Κεντρική Επιτροπή’’ του Μονταλμπάν και ‘’ η κομμένη κεφαλή του Νταμασένου Μοντέιρου’’ του Ταμπούκι .

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Χάκκας και Χατζής, σύσσωμοι, (στα νεοπλουτίστικα σπίτια του πασοκικού πάρτυ, άκουγες, αν ήθελες, το καζανάκι του Μάριου Χάκκα), Ζιζέλ Πράσινος, Θράσος Καστανάκης, Παπαδημητρακόπουλος, Ιωάννου, Καρκαβίτσας, Π. Μάρκογλου, Τόλης Καζαντζής, Σκαμπαρδώνης, Νόλλας, Τσιαμπούσης, Παπαμόσχος, Οικονόμου, δεν είναι κρυφό δα, πως στο διήγημα ‘’κατοικεί’’ το μεδούλι της ελληνικής λογοτεχνίας, επαρχιώτες οι συγγραφείς του, σχεδόν όλοι, κάτι γίνεται εδώ. Και Κάθρην Μάνσφηλντ, σταθερά, το ‘’γιούσουρι’’ του Α. Καρκαβίτσα δίπλα στο ‘’ ο γέρος και η θάλασσα ‘’ του Χεμινγουέη, Αντόνιο Ταμπούκι, ’’μικρές παρεξηγήσεις άνευ σημασίας’’, όλα τα μικρής φόρμας κείμενα του Ταμπούκι .

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ναι, ο Οικονόμου, στο ‘’ κάτι θα γίνει, θα δεις’’ , πολύ καλό βιβλίο πραγματικά, και ο Μακριδάκης στην ‘’δεξιά τσέπη του ράσου’’.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Ναι, πολλές φορές. Ίσως γιατί σχεδόν όλοι οι ήρωες ακουμπούν στην πραγματικότητα, φεύγουν μετά, παίρνουν το δικό τους δρόμο στις ατραπούς της φαντασίας μου, αλλά ξέρω τα νέα τους, πολλοί έχουν πεθάνει, άλλοι είναι μακριά, ξέρουν αυτοί, γι’ άλλους μαντεύω ή κάνω ευχές, λέω πως οι λέξεις είναι ένας τρόπος να τους φέρνουν κοντά και πίσω με το Νοτιά τα φρεσκοβαμμένα λατίνια – Ο Γκάτσος το λέει στην Αμοργό του, όχι εγώ.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Μάλλον για τον Τσίρκα θα σας πω πάλι, κι ο καπετάνιος Άχαμπ στο Μόμπι Ντικ ζηλευτός, ο Ισμαήλ της Γαλανάκη, άντε σήμερα με δεδομένες τις συγγραφικές ευκολίες να ‘’ορθώσεις’’ τέτοιους χαρακτήρες και σε τόσες σελίδες. Δεν ξέρω, νομίζω κάποιες φορές, πως ο σωματικός κόπος ή και πόνος ακόμη, αυτό το μάτωμα των χεριών που περιέγραψε κάποιος κλασσικός, Γάλλος νομίζω, μην με ρωτήσετε όνομα τώρα, αντανακλούσε στο βάθος των χαρακτήρων που στόχευαν και πετύχαιναν. Κι αυτό είναι διαχρονικά το ΄΄κέρδος΄΄  των κλασσικών: η φόρμα τους συχνά μας κουράζει σήμερα, η λειτουργία του χρόνου τελείως διαφορετική στις μέρες μας, αλλά οι χαρακτήρες τους, ε;

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Χαρτάκια, σελίδες σκόρπιες, σελίδες ημερολογίου, ναι. Βρήκαν τη θέση τους μετά σε διηγήματα και άλλα πονήματα. Περιέργως πως γράφω αρκετά όταν είμαι μακριά από το σπίτι, πρόχειρα, και δεν βγάζω τα γράμματά μου μετά, καημός μεγάλος…

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Για τρόπο δεν ξέρω τι ν’ απαντήσω, ούτε αν παγιδεύονται οι ιδέες, ξέρω μόνο πως, ξαφνικά, από το πουθενά, εκεί που οδηγώ ένα παράξενο σύννεφο περνάει πάνω από το τζάμι του αυτοκινήτου, μια διαφήμιση σκισμένη και βρεγμένη σ’ έναν τοίχο, μια ματιά ασυνήθιστη σε κάποιο αεροδρόμιο, εικόνες περισσότερο παγιδεύω, αυτές κάποτε θα μου πουν την ιστορία.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις; Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το πρώτο, ή: δεν ξέρω πως συνέβη. Κοιτάξτε, δεν ονειρεύτηκα να γίνω συγγραφέας, ούτε το κυνήγησα, στο σχολείο η φιλόλογος μ’ έβαζε να διαβάζω κάποιες εκθέσεις μου φωναχτά στην τάξη, ντρεπόμουν, μια φορά μας πήραν και τα κλάματα, η τελευταία έκθεση πριν το απολυτήριο, 1971, – βραβείο πάντως για την αποταμίευση δεν πήρα ποτέ,- με το βιβλίο στο χέρι με ήξεραν όλοι,  κάτι κείμενα είχα, σε μια δύσκολη περίοδο, τα έδειξα, με έπεισαν φίλοι ότι αξίζουν και πήγα στο τυπογραφείο: ΕΝΑ ΜΟΛΥΒΙ ΣΤΟ ΚΟΜΟΔΙΝΟ. (1995) Διηγήματα. Ιδίοις εξόδοις, φυσικά, είχα κερδίσει καλά λεφτά από δικαστική υπόθεση, πλήρωσα. Ούτε πήγε το μυαλό μου να ψάξω εκδότη. Το αγαπώ αυτό το βιβλίο. Μου φάνηκε περίεργο που άρεσε, βρέθηκα από το πουθενά στην εκπομπή του Β. Βασιλικού, δεν το γλέντησα, το έβαλα στα πόδια, εγώ συγγραφέας, έλα καλέ τώρα, συγγραφείς είναι αυτά τα τέρατα που διαβάζω, εγώ τι δουλειά έχω δίπλα τους. Επανακυκλοφορεί από τον ΚΕΔΡΟ. Οι άνθρωποι που μ’ έσπρωξαν έχουν και οι δύο πεθάνει, κι εγώ έμεινα με το χρέος.

Ακολούθησε πολύ αργά, εφτά χρόνια μετά, το ΜΑΡΑΛ ΟΠΩΣ ΜΑΡΙΑ, (2002) πάλι διηγήματα – οι έρωτες δεν κρύβονται – έγινε πολλή κουβέντα γι’ αυτό το βιβλίο, εγκωμιαστικές κριτικές από αγνώστους (κι αυτό είχε την αξία του), βρέθηκε σε λίστα βραβείου, έχει κάνει δεύτερη έκδοση από το ΡΟΔΑΚΙΟ. Και να σκεφτείτε ότι δεν το έβγαζε κανείς, το είχαν απορρίψει  7-8 εκδότες, πήρα πολλή πίκρα, τώρα έμπαινα στο χορό! Και τώρα – νέο φρούτο – ένιωθα ευθύνη, και η συλλογή ΚΑΙ ΦΥΣΗΞΕ ΝΟΤΙΑΣ…(2006) δεν άργησε πολύ. Πάνω κει είχα τον πειρασμό και την περιέργεια, ‘’μπορώ να κινηθώ σε μεγαλύτερη φόρμα, θα τα καταφέρω;’’ Κι ήρθε το μυθιστόρημα Μ’ ΕΝΑ ΚΑΦΑΣΙ ΜΠΙΡΕΣ (2009) από τον ΚΕΔΡΟ. Είναι κάτι πολύ δικό μου κι ας μην είναι αυτοβιογραφικό, είναι ό,τι χρόνια ρουφούσα από γύρω μου, ό,τι θα ήθελα να πω ή και να φωνάξω για την ματαιωμένη μου γενιά, για τις ευθύνες της, είναι ένα βιβλίο που θα διαβάζεται ίσως και στο μέλλον – όχι, δεν είμαι καβαλημένη, μα έτσι μου φαίνεται. Ενδιάμεσα έκανα και κάνω διάφορες τρέλες, μια δουλειά για τον Ν. Καζαντζάκη, τον ταξιδιωτικό Καζαντζάκη, αυτός με μαγεύει, για ποιητές, ψάχνω αρχεία: έτσι προέκυψε το βιβλίο ‘’ΚΑΤΙΝΑ ΠΑΪΖΗ, Πόσο πολύ σ’ αγάπησα’’ η ζωή της, ανθολόγιο, η αλληλογραφία της. Ξεχασμένη ποιήτρια του ’30, Κρητικιά, την τραγουδούν εδώ και χρόνια οι νέοι κι όχι μόνο.

Μπα, δεν έχω πόθους ξεκινώντας ένα βιβλίο, πίεση νιώθω, κάτι με τρώει, μπαίνω σ΄ έναν κόσμο που νομίζω ότι με περιμένει, σιγά σιγά νιώθω καλά, γράφω αν μου βγαίνει, δεν πιέζομαι, δεν έχω υποχρέωση να γράφω, ούτε να κάνω καριέρα συγγραφέα, υπάρχουν τόσα και τόσο σπουδαία βιβλία για τους αναγνώστες, αυτό είμαι πρωτίστως, αναγνώστρια, επαρκής, θέλω να ελπίζω. Ίσως γι’ αυτό – ανάποδα τις πήρα τις ερωτήσεις σας – δεν υπάρχουν τελετουργίες, ούτε ακούω μουσική όταν γράφω, όταν η πίεση δεν πάει άλλο, απλώς στρώνομαι στο χαρτί, κυρίως στο χαρτί, λιγότερο στον υπολογιστή, μου τρώει πολύ χρόνο έτσι, αλλά με βοηθάει να πετάω, και πετάω πολύ. Βεβαίως, κάπου έχετε δίκιο: υπάρχει ένα λάκτισμα για να ξεκινήσω, κάτι ιδιαίτερο, ξεχωριστό – κι αυτό αφορά κυρίως στα διηγήματα- κάτι που νομίζω πως βλέπω μόνο εγώ, μιλώντας για την τέχνη της φωτογραφίας ο Ρ. Μπαρτ το λέει punctum, το κέντρισμα να το μεταφράσουμε; Τότε γράφω όπου βρω, σε χαρτάκια και σημειωματάρια, έχω βουνό από τέτοια, περιμένουν. Περιμένουν; Υποψιάζομαι ότι έχω χάσει ουκ ολίγα.

Η μουσική, μεγάλη ιστορία. Ακούω πολύ ραδιόφωνο, κρατικό, έχω αδυναμία σε πολλά και διαφορετικά μεταξύ τους είδη,  φτάνει να είναι στην ώρα τους: μουσικές της Μεσογείου, αμερικάνικο ροκ και μπαλάντες, γαλλικό chanson, πολύ λίγα κλασσικά κομμάτια που είμαι δεμένη συναισθηματικά μαζί τους, μεγάλωσα πάντως με Θεοδωράκη, Χατζηδάκη, Σαββόπουλο και τους μένω πιστή. Ισχυρίζομαι δε ότι μπορούμε να είμαστε υπερήφανοι για την μουσική μας παράδοση και το τραγούδι, και τις φωνές αυτού του τόπου.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Τα βιβλία γράφονται και ‘’φεύγουν’’. Οδεύουν προς τον αναγνώστη. Αυτός έχει τον λόγο πια. Και μ’ αρέσει να τον ακούσω, ίσως γιατί… δεν γράφω γι’ αυτόν, για μένα το κάνω, κι έχω την απορία να δω, συναντηθήκαμε κάπου αυτός κι η αφεντιά μου; Είχα κάτι να του πω; Μετά το μυθιστόρημα ‘’Μ’ ένα καφάσι μπίρες’’ , κτύπησε το τηλέφωνο, μια άγνωστη γυναίκα μου είπε πως ταυτίστηκε με την ηρωίδα, σύζυγο πανεπιστημιακού, πως αυτή ήταν η καλύτερη ψυχανάλυση που έχει κάνει, και μ’ ευχαριστεί πολύ γι’ αυτό. Ένιωσα ανακούφιση κι έκλεισα την πόρτα του βιβλίου.

Πώς βιοπορίζεστε;

Πάντως όχι από τα βιβλία !  Από την δουλειά μου. Πτυχίο Νομικής Αθηνών, έκανε τον κύκλο της η μάχιμη δικηγορία, δίδαξα αρκετά χρόνια στο ΤΕΙ Ηρακλείου, τα τελευταία ένδεκα χρόνια συντηρώ την οικογενειακή μας επιχείρηση, ξενώνας στο βουνό, τ’ ΑΓΙΟΚΛΗΜΑ. Κι ακούγεται ολίγον εξωτικόν αλλά είναι πολλή η κούραση. Τ΄ αγαπώ πάντως. Η ζωή στο χωριό – παιδί της πόλης ήμουνα – μου έδωσε πολύτιμα μαθήματα ζωής, μιαν ανάσα διαφορετική, το μέτρο των πραγμάτων και του ανθρώπου, η φύση σε μαθαίνει  ταπεινότητα και σε γαλουχεί ελπίδα, ξέρετε, ο κήπος είναι παντελώς κατεστραμμένος μετά το χιονιά, την πρώτη φορά έβαλα τα κλάματα, και σε δυο τρεις μήνες ολάνθιστος, κραταιός. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω… Και για να είμαστε προσγειωμένοι,  στις  πόλεις δίπλα πια τα χωριά, με διαδίκτυο και τις βολές μας, μην μας βλέπετε ως ξωτικά, η επιστροφή στις επαρχίες μπορεί πια να γίνει με νέους όρους, άντε, τολμήστε!!! (μπορώ να γελάσω;). Φυσικά οι συγγραφικές καριέρες στην Αθήνα κτίζονται, αλλά… αλλά το καλό βιβλίο δεν θα χαθεί. Και, ξέρετε κάτι: διάσημοι και λιγότερο  γνωστοί, όλοι μαζί θα βρεθούμε στα ράφια των βιβλιοθηκών του μέλλοντος, και οπωσδήποτε σε 2 τ.μ γης.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Τα μέσα της δεκαετίας του ’80,  το σπίτι της πόλης, να το φτιάξουμε, να μεγαλώσουν τα παιδιά εκεί που μεγάλωσε και ο πατέρας τους, τι ωραίο δώρο. Τραβάμε ένα σαρακοφαγωμένο ερμάρι, πίσω του ένα κρυφό, κατάκλειστο, εντειχισμένο ντουλάπι, σωρός τα τεύχη της Επιθεώρησης Τέχνης – κλεισμένα, ξεχασμένα εκεί από τον σκληρό Απρίλη του ’67, πανηγύρι! Έλεγα κάθε πρωί πως επιβλέπω τους μαστόρους και την ‘’έκανα’’ από το γραφείο,  κι εγώ χάθηκα στα κιτρινισμένα φύλλα μιας εποχής, μιας ανάτασης, μιας ακόμη ματαιωμένης ευκαιρίας. Χάρηκα που ο Τσίρκας αγαπούσε τον Καβάφη, ανακάλυψα την Ζιζέλ Πράσινος και άλλους πολλούς. Καλά, υποψιάζεστε τι κακοτεχνίες μού άφησε η εργατική τάξη – για τα δίκια της οποίας πάλευα!  Σύγχρονα λογοτεχνικά περιοδικά διαβάζω πολλά, και εδώ πάλι να πω ότι το πείσμα ανθρώπων μεγαλουργεί, όταν θέλει, σ’ αυτή τη χώρα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;    

Αν η λέξη ‘’μονογραφία’’ δεν είναι βαρύγδουπη, έχει συμβεί ήδη,  μ’ αφορμή Συνέδρια  ή αφιερώματα σε έντυπα  κλπ. Ανταποκρίθηκα για αυτούς που αγαπώ την δουλειά, την προσφορά τους. Μιχάλη Γκανά, Χριστόφορο Λιοντάκη, Ν. Καββαδία, Λιλή Ζωγράφου, το βιβλίο για την Κατίνα Παΐζη επίσης.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ήμουν μανιακή με τον κινηματογράφο, η Άννα στο διήγημα ‘’Ιάσων από την Κολχίδα’’ τα λέει όλα, ξέρω απέξω σκηνές και σκηνές, οι εικόνες που μένουν ανεξίτηλες, ένα παράθυρο και η κουρτίνα στο άνεμο: ο ‘’Καθρέπτης’’ του Ταρκόφσκι, το κουρεμένο γυναικείο κεφάλι  στο ‘’Χιροσίμα, αγάπη μου’’, από τον Μπέργκμαν ως τους Ταβιάνι και φθάνουμε στον Καουρισμάκι και τον Φατίχ Ακίν, άστε καλύτερα, ξύνετε πληγές. Γιατί, τώρα  πια δεν βλέπω  τόσο όσο θέλω και έχω ανάγκη. Έκλεισαν τα παλιά σινεμά, αλλά έχουμε μια πολύ καλή κινηματογραφική λέσχη κάθε Δευτέρα στο Ηράκλειο .Θέατρο, ε; , κορίτσι στο υπόγειο του Κουν είδα πράματα και θάματα, τώρα Θέατρο βλέπω πάντα όταν ανεβαίνω στην Αθήνα κάμποσες φορές το χρόνο (τα καλοκαίρια μιλάμε κατά κανόνα για αρπαχτές στην επαρχία), έχω και τις προτιμήσεις μου: από χρόνια παρακολουθώ τον Μαυρίκιο, τον Λιβαθινό και τον Θεοδωρόπουλο.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Σας γράφω την απάντηση και γελάω: όλοι με ποίηση ξεκινούμε, τέτοιο σαράκι, κάποιος θα πρέπει να σκύψει στο φαινόμενο και να το ερμηνεύσει, χώρα Ποιητών – ναι, κεφαλαίο το π – αλλά και γραφικών. Τα παράτησα πολύ νωρίς, η Ποίηση στέκεται πολύ ψηλά στην συνείδησή μου για να την ταλαιπωρήσω. Πάντως έχουν δημοσιευτεί αρκετά στην Ανθολογία του Παν/μίου Πατρών για τους Κρήτες του είδους, σε κρητικά έντυπα με ψευδώνυμο και μόνο πρόπερσι στο ΤΕΧΝΟΠΑΙΓΝΙΟΝ του Γ. Στεφανάκη κάτι μικρό με την υπογραφή μου.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Διάβασα για πολλοστή φορά ‘’το βιβλίο της ανησυχίας’’ του Πεσόα, το είχα ανάγκη,  το ‘’σύντομο αισθηματικό ταξίδι‘’ του Ίταλο Σβέβο, σπουδαίο βιβλίο, ‘’το ημερολόγιο της κρίσης του Π. Τσίμα’’,  τώρα κρατώ το τελευταίο του Πανσέληνου, ‘’σκοτεινές επιγραφές’’ μ’ αρέσει η γραφή του, δεν έχω γνώμη αν δεν το τελειώσω πρώτα. Μετά σειρά έχει η Σώτη Τριανταφύλλου και το τελευταίο της.

Τι γράφετε τώρα;  

Άνοιξα συρτάρια και τσάντες και τετράδια και τελειώνω κάτι παλαβό: μπορεί να το βαφτίσω ‘’η νοσταλγία των ταξιδιών‘’, ταξίδια στο τέλος μιας εποχής, όχι, καθόλου εξωτικά πράγματα, ούτε περιγραφές ντε και καλά, σκέψεις και ανθρώπινα πορτρέτα: ένας ράφτης παπλωμάτων στη Σιδώνα του εμφυλιοπολεμικού Λιβάνου, ένας χαμαμτζής στο Ουργκούπ, μια τυφλή στον καθεδρικό του Μονρεάλε, μια γυναίκα στο Σηάτλ που ψιθυρίζει στο αυτί μου τη βροχή από την Τζοκόντα του Μάνου, μια πόρνη στην Κούνταμ στράσσε, Βερολίνο του Τείχους… Θα δούμε…

Με ποιο τρόπο ασχολείστε με τον αγροτουρισμό; Η ενασχόλησή σας αυτή σας «κλέβει» συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Ο ξενώνας είναι μικρός. Σε ανθρώπινα μέτρα, με την κρίση όμως, χρειάζεται το κυνήγι του, κι ύστερα περνούν σχεδόν όλα από τα χέρια μου. Ο χρόνος είναι πρόβλημα, και κυρίως η ποιότητα του χρόνου, αν έχει κυλήσει η μέρα με συζητήσεις, επισκέψεις, πελάτες, ζημιές, ουρά στην Τράπεζα ή στην Εφορία,  το μυαλό δύσκολα μαζεύεται… Πάντως  ‘’το ΑΓΙΟΚΛΗΜΑ αγαπά την λογοτεχνία’’ και από φέτος θα  κάνουμε πράγματα για την λογοτεχνία εδώ, κάτω από την πέργκολα ή και τ’ άστρα χαζεύοντας τον Ψηλορείτη, διαβάσματα, συζητήσεις, μαθήματα γραφής με καλούς συναδέλφους… στα προσεχώς οι λεπτομέρειες.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Σας ευχαριστώ, ήταν ήδη πολλές (μιλώ καλοπροαίρετα, φυσικά – το διαδίκτυο προσφέρεται για παρεξηγήσεις).

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Πολύτιμο εργαλείο στο χώρο μας: ο πελάτης μου με βρήκε στο Πόρτλαντ της Δυτικής Ακτής, του άρεσε η τιμή, τύπωσε τον χάρτη από την ιστοσελίδα μου και βρέθηκε στην πόρτα! Ξέρετε, είμαστε θαυμάσια λεία στα χέρια των tour operators, και το δίκτυο μπορεί να μας  βοηθήσει. Σπουδαίο μέσο αστραπιαίας μεταφοράς της πληροφορίας, αλλά την πληροφορία εμείς με το μυαλό μας και την παιδεία μας θα την αξιολογήσουμε, χαρά πολλές φορές, μιλώ με τ’ ανίψια μου στην άλλη άκρη της Αμερικής και της Κρήτης, ‘’σαλιαρίζω’’ με τις κόρες μου,  τους στέλνω μουσικές στο FB. Φυσικά όλα τα εργαλεία θέλουν τη σωστή χρήση, είναι ακριβώς αυτό : εργαλεία. Το λέω γιατί νομίζω ότι πολύς κόσμος εγκλωβίζεται σε μια εικονική πραγματικότητα που μάλιστα την θεωρεί πραγματική. Σε μια επαφή που κατ’ επιφάσιν  είναι επαφή –κρύβει πολλή μοναξιά το μαραφέτι και η χρήση του, μπορεί να λειτουργήσει και σαν παγίδα. Κάνω κι άλλες σκέψεις όμως: η υψηλή τεχνολογία αλλάζει δραματικά τη ζωή μας χωρίς να μπορούμε να ελέγξουμε πολλά πράγματα, αίφνης, η οικονομική κρίση που ζούμε, η ένταση και το βάθος της, είναι άσχετα από τις ταχύτητες της τεχνολογίας; Ποιος μπορεί να ελέγξει πραγματικά τα χρηματιστήρια; Η ταχύτητα που κινείται η πληροφορία τι επιπτώσεις έχει, θετικές και αρνητικές – στη ζωή μας; Ο Δημιουργός και το δημιούργημα του, το best seller προσεχώς στις οθόνες σας! Όσο για τους κοινωνιολόγους και του ψυχαναλυτές του παρόντος, ω! χαράς ευαγγέλιο.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Θα ήθελα να βλέπατε τη φάτσα μου τώρα που σας γράφω την απάντηση, δηλαδή, κοιτάξτε, ούτε τα μαλιά μου έχω βάψει , ούτε με το μέικαπ έχω πολλά πάρε δώσε, και δηλώνω ευθαρσώς τα  χρόνια μου, τα αγαπώ, όπως και τις ρυτίδες μου, είμαι το …αποτέλεσμά τους, οπότε η αιώνια νιότη μάλλον δεν ανήκει στο μενού μου. Θα μπορούσε να πει κανείς πως αιώνια νιότη είναι η δύναμη για δημιουργία, αλλά χωρίς συγγραφική ιδιότητα τι να το κάνω το δώρο; Αντίφαση δεν είναι;
Να ‘μαστε καλά, λοιπόν, να μεγαλώνουμε…

ΝΙΚΗ ΤΡΟΥΛΛΙΝΟΥ, www.agioklima.gr

Σημ.: Στις υπόλοιπες φωτογραφίες: Ναταλία Γκίνζμπουργκ, Αλμπέρ Καμύ, Έμιλυ Ντίκινσον, Φραντς Κάφκα, Στρατής Τσίρκας, Λεονάρντο Σάσα, Κάθρην Μάνσφηλντ, Ζιζέλ Πράσινος, Ζακ Πρεβέρ, Αντόνιο Ταμπούκι, Φερνάντο Πεσσόα, μια σκηνή από την Άκρη του Ουρανου του Φατίχ Ακίν, το Διαβατήριο του Ποιητή, Ίταλο Σβέβο, Κλαούντιο Μάγκρις και μια είσοδος στον κόσμο του Αγιοκλήματος.

18
Δεκ
11

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 71. Αρχοντή Κόρκα

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Η σχέση θα έλεγα ότι ξεκινά φιλικά. Κάποια στιγμή αρχίζει να κοιτά ο ένας τον άλλον με μισό μάτι, προσπαθώντας να μάθει τα μυστικά του. Εν τέλει γίνεται συνενοχική.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Με δυσκόλεψε πολύ η μετάφραση της Τζούλια Κρίστεβα (Το Θήλυ και το Ιερό), αλλά την ίδια στιγμή ήταν απίστευτα ενδιαφέρουσα η αναζήτηση πληροφοριών και πηγών για να γράψω τις σημειώσεις του μεταφραστή – έμαθα πάρα πολλά (μερικά τα θυμάμαι ακόμα).

Το πιο αγαπημένο μου είναι σίγουρα ο Ρολάν Μπαρτ (Απόλαυση-Γραφή-Ανάγνωση). Ήταν κείμενα που επέλεξα από το τρίτομο έργο των Απάντων του στα γαλλικά και δεν θα ξεχάσω ποτέ το πολύ λεπτό χαρτί (σχεδόν ριζόχαρτο) που είχαν χρησιμοποιήσει στην έκδοση (Oeuvres complètes). Τα είχα δανειστεί από τη βιβλιοθήκη του Γαλλικού Ινστιτούτου και φοβόμουν μη σκίσω άθελά μου καμιά σελίδα. Δυσκολεύτηκα να διαλέξω, γιατί θα ήθελα να τα μεταφράσω όλα. Ευτυχώς με βοήθησε η Μυρτώ Ρήγου.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Συστήνω τον Μπαρτ, γιατί γράφει από την καρδιά του και δεν εμπίπτει – κατ’ εμέ- στην κατηγορία των δυσνόητων  Γάλλων. Διακατέχεται από μυριάδες πάθη, τα πάντα έχουν γι’αυτόν μια μελοδραματική πλευρά που τη βρίσκω υπέροχη και κάνει το ταξίδι μέσα στη γλώσσα να μοιάζει όσο συναρπαστικό είναι όντως.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Το πρώτο βιβλίο που μετέφρασα ήταν του Murray Edelman. Ήμουν ακόμα φοιτήτρια, αν θυμάμαι καλά το είχα μεταφράσει πρώτα σε χειρόγραφο. Έτσι μετέφρασα και τον Μπαρτ αργότερα, πρώτα στο χέρι και μετά τα δακτυλογράφησα. Κάπου πρέπει να υπάρχουν τα τετράδια.

Η μετάφραση της βιογραφίας του Κάφκα από τον Ρίτσι Ρόμπερτσον ήταν για μένα συγκινητική και αρκετά προσωπική (ήταν η εποχή που δεν είχα αποφασίσει αν θα συνεχίσω το διδακτορικό μου στον Κάφκα).

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ξυπνάω πάντα πρωί – προτιμώ να δουλεύω το πρωί, κανονικά 8ωρο (αν και πάντα είναι περισσότερο). Μου δίνει μια πειθαρχία που γενικά μάλλον δεν με διακρίνει. Προσπαθώ να έχω «περάσει» μια φορά το κείμενο πριν αρχίσω να το μεταφράζω για να εντοπίσω σημεία που χρειάζονται έρευνα ή σημεία που βλέπω ότι θα με δυσκολέψουν.

Παίζει πάντα μουσική, ότι πετυχαίνω στο shuffle του i-tunes. Μπορώ να ακούσω Μάιλς Ντέιβις μέχρι Queens of the Stone Age. Ο,τιδήποτε κι αν παίζει, με ενδιαφέρει να υπάρχει ήχος ως υπόκρουση – είμαι απορροφημένη στο κείμενο και δεν μου αποσπά την προσοχή.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Ναι, πολλοί. Κυρίως γλωσσών που δεν γνωρίζω (Ρώσων, Γερμανών) και μετανιώνω που δεν έμαθα.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Αυτό είναι μια πολύ μεγάλη συζήτηση. Θεωρώ ότι στην Ελλάδα η όποια μορφή πνευματικής εργασίας είναι υποτιμημένη – και όχι μόνο οικονομικά. Πολλές φορές έχει τύχει να διαβάσω κριτικές ξενόγλωσσων βιβλίων και να αναρωτηθώ αν το βιβλίο «φύτρωσε» απλώς στα ελληνικά. Δεν γίνεται καμία μνεία, είτε θετική είτε αρνητική στον επαγγελματία ο οποίος αφιέρωσε αρκετούς μήνες απ’ τη ζωή του να μεταφράσει ένα βιβλίο. Από την άλλη, μπορεί κανείς να πετύχει θετικές κριτικές που είναι γενικόλογες (τύπου «σωστά ελληνικά») – όσο για τις αρνητικές, όλοι ξέρουμε ότι δεν τυγχάνουν της καλύτερης υποδοχής, ακόμα κι αν είναι θεμελιωμένες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργείται και μια σύγχυση στο αναγνωστικό κοινό για το ποια ακριβώς είναι η λειτουργία και ο ρόλος του μεταφραστή. Δεν είναι σαφές ποιος μπορεί να κάνει κριτική μιας μετάφρασης, η οποία θα έχει και σίγουρα κάποια δουλειά αντιπαραβολής πρωτοτύπου-μεταφράσματος, και τα ένθετα βιβλίων ίσως δεν θέλουν να διαθέσουν χώρο για να μπουν σε τέτοια συζήτηση. Άρα οι κριτικοί δεν ασχολούνται και πάει λέγοντας -φαύλος κύκλος. Και φυσικά η επιτυχία έχει πολλούς γονείς, αλλά η αποτυχία είναι ορφανή – όπως λένε. Πιστεύω ότι υπάρχουν άνθρωποι στο χώρο που μπορούν να κάνουν κριτική της μετάφρασης, αλλά δεν νομίζω τελικά ότι είναι μόνο θέμα «ικανότητας» – στην Ελλάδα η αγορά είναι πολύ μικρή και το ποιος γράφει τι για ποιόν μετράει πάρα πολύ.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Έχω εργαστεί ως επιμελήτρια – για την ακρίβεια ήταν η πρώτη μου δουλειά. Αγαπούσα τους μεταφραστές μου και θέλω να πιστεύω ότι τους υπερασπιζόμουν πάντα. Έχω μεγάλη εκτίμηση στο επάγγελμα, είναι πολύ δύσκολο, μεταξύ άλλων και γιατί πολλοί μεταφραστές δεν σηκώνουν «επεμβάσεις» στο έργο τους, ούτε δεύτερη γνώμη. Το ιδανικό θα ήταν ο επιμελητής να συνεργάζεται στενά με τον μεταφραστή για το κάθε βιβλίο και μαζί να προσπαθούν να λύσουν τα όποια προβλήματα (γλωσσικά και μη) παρουσιάζονται. Το ακόμα πιο ιδανικό θα ήταν ο κάθε μεταφραστής να έχει έναν συνεργάτη σταθερό, σε όποιον εκδοτικό κι αν μεταφράζει. Αυτό θα εξασφάλιζε μεγάλο βαθμό συνοχής στο έργο του.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Δυστυχώς δεν έχω μεταφράσει λογοτεχνία, αλλά σίγουρα με έχει ακολουθήσει η σκέψη πολλών από τους στοχαστές που έχω μεταφράσει.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι. Αλμπέρ Καμύ. Δημήτρης Δημητριάδης. Γιώργος Χειμωνάς. Ζωρζ Μπατάιγ. Μίλαν Κούντερα. Γιόκο Ογκάουα. Τζένι Έρπενμπεκ. W.G. Sebald. Ρομπέρτο Μπολάνιο. Πολ Όστερ. Τζόναθαν Φράνζεν. Τζόναθαν Κόου. Έτγκαρ Κέρετ. Γιόζεφ Ροτ. Λεονίντ Αντρέγιεφ. Ρέιμοντ Κάρβερ. Χαρούκι Μουρακάμι. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Όλα του W. G. Sebald. Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση (Ζαν Αμερί). Το Παρελθόν (Άλαν Πάουλς). Τα σημειωματάρια του Καμύ. Το Illuminations του Βάλτερ Μπένγιαμιν. Η Γενεαλογία της Ηθικής του Φρίντριχ Νίτσε. Μυθιστόρημα του Γιώργου Χειμωνά. Τα αποσπάσματα ενός ερωτικού λόγου του Ρολάν Μπαρτ. On photography της Susan Sontag. Μαθαίνοντας να ζεις εν τέλει του Ζακ Ντεριντά. Οι Δαιμονισμένοι του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Excavating Kafka του James Hawes. Η γυναίκα της άμμου του Κόμπο Αμπέ. 2666 του Ρομπέρτο Μπολάνιο. Οι Διορθώσεις του Τζόναθαν Φράνζεν. Η τριλογία της Νέας Υόρκης του Πολ Όστερ. Δίψα για Έρωτα του Γιούκιο Μισίμα. Σκύβαλα, της Τζένι Έρπενμπεκ. (και πάρα πάρα πολλά άλλα)

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Του Παπαδιαμάντη. Του Παπαδημητρακόπουλου. Του Χρήστου Οικονόμου. Του Γιάννη Παλαβού. Του Έτγκαρ Κέρετ. Του Ρέιμοντ Κάρβερ. Της Άλις Μανρό. Του Λεονίντ Αντρέγιεφ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Χρήστος Οικονόμου. Θεωρώ ότι έχει σπάνια τιμιότητα. Ο Γιάννης Παλαβός. Για την ικανότητά του να τονίζει πάντα ανεπαίσθητα το παράλογο. Ο Πάνος Τσίρος – το «Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα» παραμένει μία από τις καλύτερες συλλογές της δεκαετίας.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αγαπώ τη φωνή του αφηγητή στον Sebald, δηλαδή τον ίδιο τον Sebald. Θα ήθελα να είμαι ο Daniel Quinn στην Τριλογία της Νέας Υόρκης, που επαναφεύρει τον εαυτό του (και αρκετούς άλλους).

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Όσο ήμουν στην Ελλάδα, παρακολουθούσα την Athens Review of Books και το Books Journal. Εδώ παρακολουθώ το New York Review of Books, το TLS, το London Review of Books και ενίοτε το Literary Review. Προτιμώ το New York Review, δεν είναι «ακαδημαϊκό» και έχει πάντα κάτι πολύ ενδιαφέρον να διαβάσεις.

Πώς βιοπορίζεστε;

Αυτή τη στιγμή εργάζομαι ως Translation Project Manager στο Λονδίνο. Πριν φύγω από την Ελλάδα, εργαζόμουν ως ελεύθερη επαγγελματίας στο χώρο της μετάφρασης, της επιμέλειας και της κριτικής βιβλίου.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Ειλικρινά, δεν ξέρω. Στο μυαλό μου έρχεται και ο Bas Jan Ader.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ναι, παρακολουθώ όσο μπορώ. Η τελευταία ταινία που με γοήτευσε ήταν το Melancholia του Τρίερ. Νομίζω ότι είναι ο μεγαλύτερος εν ζωή Ευρωπαίος σκηνοθέτης.

Γράψατε ποτέ πεζογραφία ή ποίηση; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι, ποτέ. Νομίζω ότι δεν το «έχω», που λένε, και δεν το έχω επιχειρήσει ποτέ.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο του Λόρενς Ντάρελ (στα αγγλικά). Το τελευταίο βιβλίο που μετέφρασα ήταν το The Death of the Critic του Ronan McDonald. 

Έχετε σταματήσει οριστικά να μεταφράζετε; Για ποιο λόγο; Σας λείπει η μεταφραστική περιπέτεια;

Θέλω να πιστεύω πως όχι! Ναι, μου λείπει και θα ήθελα πολύ να μεταφράσω σύντομα κάτι.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Είμαι στη συντακτική ομάδα του ηλεκτρονικού περιοδικού critique.gr και ασχολούμαι όσο μπορώ με την προβολή του στα social media. Τα παρακολουθώ και συμμετέχω ενεργά αλλά δεν τα έχω χρησιμοποιήσει για τη δουλειά μου μέχρι στιγμής.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι;

Έχω δημοσιεύσει κριτικές βιβλίου, δεν ξέρω αν πιάνονται! ;-) καθώς κι ένα κείμενο στην Propaganda του Ίκαρου Μπαμπασάκη που έβγαινε από τις εκδόσεις Οξύ πριν πολλά χρόνια.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Νομίζω καμία, ήδη όσες κάνατε με δυσκόλεψαν.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αν και η αιώνια νιότη δεν είναι με απασχολεί, την αναγνωστική δεν θα τη χάριζα. Τη μεταφραστική, με μεγαλύτερη ευκολία.

Στις φωτογραφίες, διακεκριμένοι συνομιλητές της φιλοξενούμενης: Πολ Όστερ, Τζόναθαν Φράνζεν, Ρομπέρτο Μπολάνιο, Ρολάν Μπαρτ, Έτγκαρ Κέρετ, Γιόκο Ογκάουα.

13
Δεκ
11

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 70. Αθηνά Ψυλλιά

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Απ’ ό,τι φαίνεται, δουλεύω με συγκεκριμένο τρόπο. Είναι κάτι που παρατηρώ εκ των υστέρων. Τείνω να φτιάξω την προσωπική μου θεωρία της μετάφρασης: χρειάζομαι χρόνο και αιτία για να συνδεθώ με το λεξιλόγιο, τις προθέσεις και τα συναισθήματα του βιβλίου. Χρειάζομαι τουλάχιστον τα 2 πρώτα κεφάλαια. Γι’ αυτό, τώρα πια, προτιμώ να τα μεταφράζω στο τέλος. Ή να τα επιμελούμαι μέχρι τελικής πτώσεως- που είναι πάντα η χειρότερη λύση..

Στην αρχή, ξέρω πως είναι μια καινούρια σχέση με κάποιον που είναι σημαντικός, αλλά τον ξέρω λίγο. Φερόμαστε σαν να γνωριζόμαστε καλά, αλλά εγώ ξέρω πως μου διαφεύγει κάτι σημαντικό και θα χρειαστεί να επανέρχομαι μπρος-πίσω στην σχέση για να συνδεθώ, να καταλάβω και να μεταγράψω τη σχέση αυτή στα ελληνικά.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Οι μεγαλύτερες ηδονές; από τα βιβλία εκείνα που έχω μαζί τους σχέση απρόσκοπτη και αβίαστη. Αυτά που μου κλείνουν το μάτι και μου μιλούν στ’ αυτί. Αυτά που, καθώς τα διαβάζω, βλέπω τις σελίδες να περνούν από μπροστά μου στα ελληνικά. Και- επειδή το βασικό μου κίνητρο στη δουλειά της μετάφρασης και της ψυχοθεραπείας είναι να συνδεθώ με τους άλλους, μέσα από τη γλώσσα, με τις επιθυμίες, τα κίνητρα και την ελπίδα (να ζήσουμε με τις επιθυμίες μας;)- ενθουσιάζομαι με συγκεκριμένους ήρωες και τους μεταφράζω με μεγάλη χαρά: να, ας πούμε, ο Ραϊμούντο Σίλβα στην Ιστορία της Πολιορκίας της Λισαβόνας, του Ζ. Σαραμάγκου, είναι το ίνδαλμά μου.

Μερικές φορές η χαρά έρχεται από τη γλύκα του κειμένου, από την αισθητική του, όπως συνέβη με την Ανακάλυψη της Αμερικής από τους Τούρκους, του Ζόρζε Αμάντο. Άλλες φορές, η απόλαυση είναι απλώς η αίσθηση ότι ολοκλήρωσα μια μετάφραση που δεν ντρέπομαι να υπογράψω με το όνομά μου. Μετά από τόσα βιβλία, εξακολουθώ να το θεωρώ άθλο, να το χαίρομαι, να παίρνω μια μέρα ρεπό και- καμιά φορά- να μου κάνω ένα δώρο.

Με δυσκόλεψαν τα λίγα βιβλία για τα οποία δε βρήκα συγκεκριμένο και προσωπικό λόγο για να τα μεταφράσω. Αυτά που δεν αγάπησα τόσο ως αναγνώστρια. Κι εκείνα που τα αγάπησα πολύ αλλά καταδύθηκα στον Άδη για την ανάγνωσή τους: το Περί Τυφλότητος του Ζ. Σαραμάγκου είναι μια τέτοια περίπτωση. Και δεν λέω τίποτα για τα βιβλία που αγάπησα, μετέφρασα με χαρά, αλλά κάτω από δύσκολες υλικές συνθήκες, εν μέσω ξαφνικών μετακομίσεων, λιμών, σεισμών και καταποντισμών (εσωτερικών και εξωτερικών).

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Με τα χρόνια έχω αναπτύξει μια καθησυχαστική ρουτίνα: δουλεύω μόνο πρωί, από τις 9.00 ως τις 13.00 περίπου. Ποτέ νύχτα. Συνήθως δεν θέλω πληροφορίες από τρίτο χέρι πριν διαβάσω το βιβλίο. Πολλές φορές αρκούμαι στη δική μου ανάγνωση και ψάχνω πληροφορίες μόνο για πραγματολογικά στοιχεία. Όταν έρθει η ώρα να προτείνω οπισθόφυλλο, διαβάζω αναλύσεις και κριτικές. Διορθώνω τρεις φορές. Ζητώ (με φειδώ) τη βοήθεια του συγγραφέα. Απευθύνομαι σε γνωστούς και αγνώστους για να βρω τις λέξεις που χρειάζομαι. Τους τάζω ένα αντίτυπο του βιβλίου. Σχεδόν πάντα τηρώ την υπόσχεσή μου.

Χωρίς μουσική δουλεύω πιο αποδοτικά, μερικές φορές όμως έχω ανάγκη ν’ ακούσω κάτι (ενίοτε και να το τραγουδήσω). Γι’ αυτό είναι τα διαλείμματα…Αν πάντως ακούγεται η Myriam Alter, είναι σαφές ότι μεταφράζω. Τα τελευταία 10 χρόνια ακούω πολύ μουσικές από τις πορτογαλόφωνες χώρες. Ονειρεύομαι μια μέρα να τις επισκεφτώ όλες!

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Δεν είχα συγκεκριμένες φιλοδοξίες ή επιθυμίες στη μετάφραση. Ή, τέλος πάντων, η δουλειά που είχα να κάνω ήταν τόσο μεγαλεπήβολη που δεν άφηνε περιθώριο για επιπλέον φιλοδοξία. Ξεκίνησα πριν από 16 χρόνια με μεγάλη επιφύλαξη, δοκιμαστικά, περιμένοντας να με σταματήσει η γενική κατακραυγή. Όταν αυτό δε συνέβη, το 2ο χρόνο ονειρεύτηκα να μεταφράσω 10 σημαντικά έργα της σύγχρονης πορτογαλικής λογοτεχνίας. Μετέφρασα Σαραμάγκου, Αντούνες και Καρδόζο Πίρες τα πρώτα 3 χρόνια.

Μια καινούρια επιθυμία που έχει αρχίσει να στερεοποιείται είναι να μεταφράσω 4-5 καταπληκτικά έργα της νέας γενιάς πορτογάλων συγγραφέων. Έχω ξεκινήσει με τον Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο και τον Γκονσάλο Ταβάρες.

Αναμέτρηση για μένα είναι να κινούμαι έξω από τη ζώνη ασφαλείας μου: έχω φανεί διστακτική να μεταφράσω βραζιλιάνους συγγραφείς και έχω αποφύγει να μεταφράσω ό,τι δεν είναι σύγχρονο. Δεν είναι από έλλειψης ενδιαφέροντος: αρχικά φοβόμουν κι ύστερα υπήρχαν πάντα για μετάφραση έργα μέσα στη ζώνη ασφαλείας μου. Νομίζω ότι αρχίζω να βγαίνω απ’ αυτήν τα τελευταία 3 χρόνια.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Αν ένα βιβλίο πάρει καλές κριτικές στις οποίες δεν υπάρχει καμία αναφορά στον μεταφραστή, ο μεταφραστής μπορεί να υποθέσει με ασφάλεια ότι έκανε καλή δουλειά. Η αναγνώριση της δουλειάς της μετάφρασης από τα φώτα της κριτικής είναι ένα μόνο σημείο.

(Παρένθεση: Πριν από χρόνια, ο Ανταίος Χρυσοστομίδης είχε προσκαλέσει σε καφέ (σε γεύμα;) μεταφραστές που συνεργάζονται με τις εκδόσεις Καστανιώτη. Ξεκίνησε λοιπόν να μας συστήνει μεταξύ μας λέγοντας: «Από ‘δω η Α…που εκτός από πολύ καλή μεταφράστρια από τα γερμανικά είναι και οικονομολόγος, από ‘δω ο Β….που εκτός από εξαίρετος μεταφραστής από τα ισπανικά είναι και δικηγόρος…Εν ολίγοις, από τα 15 άτομα σε κείνο το τραπέζι κανείς μας δεν έβγαζε το ψωμί του από τη μετάφραση. Δεν θα μπορούσαμε και να θέλαμε.)

Υπάρχει αυτή τη στιγμή κινητικότητα με την ίδρυση σωματείου, με συνέδρια λογοτεχνικής μετάφρασης, η αλήθεια όμως είναι ότι δεν έχω συμμετάσχει ενεργά στην προβολή της δουλειάς του μεταφραστή και γι’ αυτό δεν μπορώ να ψέξω κανέναν.

Επιπλέον, τον πρώτο καιρό της μεγάλης αβεβαιότητας, ήταν βολικό να είμαι αθέατη.

Τέλος, για να είμαι εντελώς ειλικρινής, έχω διαβάσει μερικές καλές κριτικές για τη δουλειά μου.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Η ερώτηση αυτή με κάνει να σκεφτώ πόσα πράγματα πήγαν κατ’ ευχήν στη δουλειά μου χωρίς να χρειαστεί να κοπιάσω: όλες τις μεταφράσεις μου τις έχει διορθώσει ο ίδιος άνθρωπος: ο Αλέξανδρος Πανούσης. Και δείτε τώρα πόσο τυχερή είμαι: 1. είναι φίλος μου 2. του αρέσουν τα βιβλία που μεταφράζω (τα περισσότερα!) 3. του αρέσει η δουλειά μου 4. μπορεί να παρακολουθήσει το κείμενο στα πορτογαλικά 5. είναι ταλαντούχος, πεπειραμένος και ευρυμαθής 6. με τον καιρό, οι χρόνοι συνεννόησης έχουν κατέβει στα μιλισεκόντ. 7. αισθάνομαι ότι έχω πλάτες- ειδικά το πρώτο βιβλίο δεν θα είχε μεταφραστεί ποτέ χωρίς αυτόν.

Οι δυσκολίες είναι οι ευκολίες αναποδογυρισμένες: με εμπιστεύεται τόσο ώστε ίσως να με αφήνει λίγο ασύδοτη. Τον εμπιστεύομαι τόσο ώστε να τεμπελιάζω και να αυθαδιάζω.

Πώς τα βγάζουν πέρα οι άλλοι μεταφραστές;

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Ο Ραϊμούντο Σίλβα, από την Ιστορία της Πολιορκίας της Λισαβόνας που λέγαμε…(ταιριάζει γάντι μιας και μιλούσαμε για επιμελητές πιο πάνω).

Λοιπόν ο τύπος αυτός είναι ένας πενηντάρης επιμελητής, άρτιος και ταπεινός στη δουλειά του που καλείται να επιμεληθεί μια Ιστορία της Λισαβόνας. Φιλήσυχος, αόρατος αλλά τελειομανής εξεγείρεται με την επαρκή μετριότητα του βιβλίου που έχει στα χέρια του και αποφασίζει να αυθαδιάσει (κι αυτός). Υπάρχει λοιπόν μια σκηνή όπου οι Πορτογάλοι ζητούν τη βοήθεια των περαστικών Σταυροφόρων για να κατακτήσουν την πολιορκούμενη μαυριτανική Λισαβόνα. Ο Ρ. Σ προσθέτει τη λεξούλα «δεν» στην απάντηση των Σταυροφόρων: «Θα σας βοηθήσουμε». Φαντάζεστε τι γίνεται μετά;

Ζει περιμένοντας το τηλεφώνημα του διασυρμού και της απόλυσης από τον εκδοτικό οίκο.

Ο εκδοτικός οίκος θορυβείται αλλά δεν τον απολύει. Τον θέτει όμως υπό την επιτήρηση της καινούριας διευθύντριας των επιμελητών που τον προκαλεί απρόσμενα να τελειώσει αυτό που ξεκίνησε. Να γράψει τη δική του έκβαση της Ιστορίας και της ιστορίας τους. Γιατί φυσικά και ξεμυαλίζεται ο Ραϊμούντο Σίλβα.

Ασφαλώς κι έμαθα νέα του. Ευτύχησε πολύ και αργά στον έρωτα, έγραψε μυθιστορήματα και πήρε το νόμπελ λογοτεχνίας μετά τα 70 του.

Όσο για μένα, άρχισα να ψάχνω ένα δρόμο στις αφηγηματικές ψυχοθεραπείες.

Οι αγαπημένοι σας λογοτέχνες;

Μέχρι τα 22 περίπου διάβαζα φανατικά ρώσους κλασικούς. Υπέμεινα 4 χρόνια ρωσικών για να καταφέρω να διαβάσω με λεξικό τις Λευκές Νύχτες. Τα ρωσικά είναι μαγεία αλλά με εξόντωσαν. Μετά υπέκυψα στα πορτογαλικά που τα έμαθα άκοπα, επί τόπου και απείρως πιο απολαυστικά.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν έχω αγαπημένο. Διαβάζω κυρίως ηλεκτρονικά περιοδικά και αγοράζω όταν ενδιαφέρομαι για κάποιο αφιέρωμα.

Πώς βιοπορίζεστε;

Είμαι μεταφράστρια. Είμαι ψυχολόγος: ψυχοθεραπεύτρια. Δυο δουλειές και ψάχνω ένα πεδίο συγκερασμού τους.

Σε περίπτωση που αναρωτιέστε, η δουλειά είναι πολλή -τα λεφτά είναι λίγα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Θέλω να γράψω για τη νέα γενιά των πορτογάλων συγγραφέων. Προφανώς έχω πολλά να πω για τον Ζοζέ Σαραμάγκου ακόμη. Γι’ αυτούς τουλάχιστον νομίζω ότι κάτι ξέρω.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το τελευταίο του Γκονσάλο Ταβάρες, Ένα Ταξίδι στην Ινδία (Uma Viagem á Índia, ένα σύγχρονο έπος στα χνάρια των Λουσιάδων του Καμόες. Στο κομοδίνο μου υπάρχει πάντα ένα βιβλίο που διαβάζω για 4η ή 20η φορά πριν κοιμηθώ. Αυτό τον καιρό είναι «Η Ψυχής της Γυναίκας» του Άλντο Καροτενούτο. Όχι λογοτεχνία, δηλαδή.

Παρέδωσα τη μετάφραση της Ιερουσαλήμ του Γκονσάλο Ταβάρες. Δεν έχω ξεκινήσει άλλη μετάφραση εν τω μεταξύ.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Σκέφτηκα την ερώτηση: «Πού βρήκατε την ιδέα και το θράσος να μεταφράσετε». Η απάντηση όμως είναι «Στην άγνοια κινδύνου και στα παιδικά μου κίνητρα». Ας το αφήσουμε καλύτερα, τι λέτε;

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Διαδικτυώθηκα μετά τα πρώτα 2 βιβλία που μετέφρασα. Η διευκόλυνση είναι τεράστια αλλά ο πειρασμός της τριγωνοποίησης μεγάλος. Τριγωνοποίηση: εννοώ ότι για να βγω από τη δυσκολία στη σχέση μου με το κείμενο προστρέχω σε τρίτους για πληροφορίες και διευκολύνσεις – και μερικές φορές η σχέση θέλει να μείνεις αποκλειστικά με τον άλλον και να δουλέψεις…

Μέσω facebook ήρθα σε επαφή με έναν από τους συγγραφείς που μεταφράζω.

Δεν παρακολουθώ συστηματικά τίποτα. Διαβάζω ό,τι με ενδιαφέρει κατά καιρούς. Ενημερώνομαι αποκλειστικά ηλεκτρονικά. Είμαι κυκλοθυμική στη χρήση του διαδικτύου.

Η δυνατότητα καθημερινής αλληλογραφίας είναι η εφαρμογή που απολαμβάνω περισσότερο.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Ώρες ώρες μου φαίνεται απίστευτο, αλλά δεν έχω γράψει τίποτα κι ας ζω μέσα στον πειρασμό. Κυρίως γιατί γράφω υπερβολικά ελλειπτικά και γιατί η φαντασία μου είναι γεμάτη δισταγμούς.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αιώνια νιότη; Μετά από τόσο κόπο για να διαχειριστώ την εφήμερη; Για να τη ζήσω με ποιους;

Τη μεταφραστική μου ιδιότητα θα μπορούσα να την αποχωριστώ με πολύ μικρότερο αντίτιμο. Την αναγνωστική μου θα την παζάρευα περισσότερο. Ωστόσο, ναι θα μπορούσα να ζήσω ευτυχής χωρίς βιβλία.

Μη μου πάρετε όμως την αλληλογραφία.




 

Μαΐου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 212,836 hits

Σελίδες

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 58 other followers