Michelle Knudsen – Το λιοντάρι της βιβλιοθήκης

Κανόνες και εξαιρέσεις

Το συναρπαστικό με τα βιβλία – ιδίως τα παιδικά – είναι πως τα πάντα μπορούν να συμβούν. Αυτό αποτελούσε για χρόνια την επωδό μου στις αναγνώστριες κόρες μου και σύντομα και την δική τους προς εμένα, όταν διατύπωνα αντιρρήσεις για την υπερβολική εξέλιξη κάποιας ιστορίας. Νομίζω όμως πως η φράση πρέπει να συμπληρωθεί: το συναρπαστικό με τα παιδικά βιβλία είναι πως τα πάντα μπορούν να συμβούν αλλά να φαίνονται πλήρως πειστικά, σαν κάτι που γίνεται καθημερινά. Κάπως έτσι, ασκημένοι πια, δεν εκπλησσόμαστε που στον προσφιλέστατο χώρο κάποιας βιβλιοθήκης μια μέρα μπαίνει ένα λιοντάρι. Φυσικά τα παιδιά και οι υπάλληλοι εκπλήσσονται – ας κρατήσει κάποιος τα προσχήματα. Η ιστορία αρχίζει, μοιρασμένη εναλλασσόμενη μεταξύ ολοσέλιδου κειμένου και ολοσέλιδης εικόνας.

Ο υπάλληλος κύριος ΜακΜπι τρέχει να ειδοποιήσει την βιβλιοθηκονόμο κυρία Μεριγουέδερ αλλά εκείνη ατάραχη στο γραφείο της προκρίνει την τήρηση των κανόνων. Αν το λιοντάρι δεν τους παραβαίνει, κανένα πρόβλημα· αντίθετα το τρέξιμο του κυρίου ΜακΜπι δεν επιτρέπεται. Το λιοντάρι κάνει αυτά που ξέρει καλά να κάνει: θα μυρίσει (τις κάρτες του ευρετηρίου), θα τρίψει το κεφάλι του (στα νέα βιβλία), θα αποκοιμηθεί (πάνω στο πουφ της γωνιάς διαβάσματος). Όμως στην αφήγηση παραμυθιού έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην καθαρή φωνή της αφηγήτριας και όταν τελείωσαν όλες οι ιστορίες βρυχήθηκε δυνατά, μια εμφανέστατη διαμαρτυρία! Ο κανόνας της ησυχίας παραβιάστηκε και η βιβλιοθηκονόμος το μάλωσε και του έθεσε αυστηρό όρο να μην ξανασυμβεί. Τα παιδιά, άλλωστε, το είχαν ήδη αγαπήσει.

Την επομένη το νέο μέλος φτάνει νωρίτερα και η κυρία Μεριγουέδερ βλέπει την προθυμία του συνεπώς το επιστρατεύει σε διάφορα καθήκοντα: η ουρά του μπορεί να ξεσκονίσει τα ράφια, η γλώσσα του να σαλιώσει τους φακέλους με τις ειδοποιήσεις των δανεισμών, τα δόντια του να κουβαλούν το καλάθι με τα βιβλία. Σύντομα μπορεί να εκτελεί και χρέη σκάλας για τα ψηλότερα ράφια αλλά και αναπαυτικής ράχης καθίσματος. Όσο για το περπάτημά του, τι πιο αθόρυβο από τις λιονταρίσιες πατούσες; Όταν όμως η κυρία Μεριγουέδερ γκρεμοτσακιστεί από την σκάλα, εκείνο όχι μόνο θα τρέξει γρήγορα για βοήθεια στον κύριο ΜακΜπι αλλά και θα βρυχηθεί – καταπατώντας όχι έναν αλλά δυο κανόνες, με αποτέλεσμα την αποβολή του.

Η κυρία Μεριγουέδερ την γλίτωσε μόνο με ένα σπασμένο χέρι αλλά το λιοντάρι έχει εξαφανιστεί. Τα παιδιά το αναζητούν και μελαγχολούν. Κάτι λείπει από την ώρα της αφήγησης, οι αναγνώσεις και τα ξεφυλλίσματα δεν ήταν πια όπως πριν. Ο κύριος ΜακΜπι αντιλαμβάνεται το λάθος του, ίσως είχε κιόλας ζηλέψει που δεν κάποιος άλλος «εργαζόμενος» στην βιβλιοθήκη έπαιρνε όλα τα εύσημα. Το αναζητά παντού υπό βροχή αλλά τίποτα – επιστρέφοντας, όμως, λυπημένος, το βρίσκει στην πόρτα. Ίσως εκείνο είχε αντιληφθεί πως το ψάχνουν; Πάντως του ανακοινώνει επίσημα τον νέο κανόνα – τον βρυχηθμό υπό όρους, και ιδίως για έκτακτες περιπτώσεις. Το λιοντάρι επιστρέφει την άλλη μέρα και η βιβλιοθήκη ζει σε απόλυτη γιορτή.           

Σύμφωνοι, λοιπόν, η βιβλιοθήκη είναι ένας ιερός χώρος, όπου η αναζήτηση, το ξεφύλλισμα, η ανάγνωση και ο δανεισμός των βιβλίων υπόκεινται σε κανόνες και κανονισμούς. Οπωσδήποτε δεν της ταιριάζουν οι φωνές ή το τρέξιμο, όμως, οποιαδήποτε διάταξη που έχει ως σκοπό την εύρυθμη λειτουργία του εκάστοτε αντικειμένου της, δεν εφαρμόζεται πάντα και ανεξαιρέτως αυστηρά και απαρέγκλιτα. Υπάρχουν πάντα οι εξαιρέσεις, το «πνεύμα» του «νόμου», η κατάσταση έκτακτης ανάγκης, το σπουδαιότατο αγαθό της υγείας, το ζύγισμα των δεδομένων. Από την άλλη, ήδη η μέγιστη εξαίρεση έχει ήδη συμβεί από την αρχή του βιβλίου: η υποδοχή του ζώου σε έναν κατεξοχήν «ανθρώπινο χώρο», η οποία, αν μη τι άλλο, εκφράζει την αγάπη για τα ζώα, την έγνοια για τα άγρια ζώα, την αντίληψη πως έχουν τα δικά τους συναισθήματα, την αποδοχή τους με βάση την δική τους «ιδιοσυγκρασία». Όλοι χωράνε στους χώρους όπου, έτσι κι αλλιώς, λάμπει ο πολιτισμός, όπως είναι μια βιβλιοθήκη!

Εικονογράφηση: Kevin Hawkes

Εκδ. Παπαδόπουλος, 2023, 48 σελ., μτφ. Μάνος Μπονάνος [Library lion, 2006]

Ηλικίες: 4+

Ιστοσελίδα της συγγραφέως: εδώ

Ιστοσελίδα του εικονογράφου: εδώ

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Maurice Sendak – Η χώρα των τεράτων

Ταξίδι στην χώρα των «δύσκολων» συναισθημάτων

Στις συντριπτικά περισσότερες περιπτώσεις, διαβάζω τα βιβλία χωρίς να έχω νωρίτερα διαβάσει, όσο είναι δυνατόν, οτιδήποτε τα αφορά, είτε πρόκειται για κριτικές και παρουσιάσεις είτε ευρύτερα οποιαδήποτε πληροφορία αφορά το αποτύπωμά τους. Έτσι δεν είχα ιδέα για ούτε για την ηλικία του (κυκλοφόρησε το 1963) ούτε για την συνεχή μετάφραση και κυκλοφορία του όλα αυτά τα χρόνια σε πλείστες γλώσσες, πόσο μάλλον για την ιδιότητά του πλέον ως κλασικού. Καλύτερα έτσι, πάντα μπαίνεις ανεπηρέαστος στην πρώτη ανάγνωση.

Όλα ξεκινάνε όταν ο μικρός Μαξ ντύνεται λύκος και κάνει «σκανταλιές»· όχι απλά πράγματα – φτάνει στο σημείο να καρφώσει στον τοίχο με χοντρό καρφί δεμένα μεταξύ τους υφάσματα για το αντίσκηνό του, παίρνει και τον σκύλο στο κυνηγητό μ’ ένα πιρούνι. Η μάνα του τον αποκαλεί τέρας και τον στέλνει για ύπνο νηστικό, μια από τις απαράδεκτες τιμωρίες άλλων εποχών. Αυτός διατηρώντας πάντα την αγριεμένη του έκφραση βρίσκεται στο δωμάτιό του, που μάλλον μοιάζει με δωμάτιο μεγάλων. Αλλά όχι για πολύ· σύντομα γεμίζει με βλάστηση που ολοένα μεγαλώνει, δέντρα γεμίζουν τις γωνίες, κλαδιά το ταβάνι. Ο χώρος μεταμορφώνεται πλήρως, οι τοίχοι ανοίγουν και έξω βρίσκεται ολόκληρος ο κόσμος. Φυσικά το γεμάτο φεγγάρι φωτίζει τα πάντα και ο Μαξ ήδη υψώνει τα χέρια.

Μια βάρκα με το όνομά του περιμένει να τον βγάλει στο πέλαγος και ο Μαξ χαμογελάει για πρώτη φορά. O χρόνος μετράει αλλιώς και το ταξίδι διαρκεί ένα χρόνο γιατί ο πρώτος προορισμός είναι η χώρα του «είδους» του, η χώρα των τεράτων. Και φυσικά δεν είναι διόλου γλυκά και φιλικά – είναι τεράστια, με δοντάρες, μυτερά κέρατα και νύχια, γουρλωτά μάτια και τρομακτικές φωνές. Μα εφόσον έχει και αυτός πολιτογραφηθεί στα τέρατα ορθώνει το ανάστημά του, καρφώνει το βλέμμα του στα κίτρινα μάτια τους και προστάζει ακινησία. Τα τέρατα υπακούνε, θα σκέφτηκαν πως το πιο άγριο τέρας ήταν αυτός. Ο Μαξ γίνεται βασιλιάς τους.

Τώρα μπορεί να αρχίσει ο κακός χαμός. Οι λέξεις σταματούν· τώρα μιλάνε οι εικόνες. Χορεύουν τελετουργικά κάτω από το φεγγάρι, υψώνουν τα χέρια, σα να επικαλούνται τις δυνάμεις της φύσης. Sub luna saltamus, σκέφτομαι την φράση στο αξέχαστο τραγούδι των Abba, The piper. Επι τρία συνεχόμενα δισέλιδα γινόμαστε μάρτυρες μιας μυστικής τελετουργίας που συμβαίνει κάπου μακριά ή πολύ κοντά μας. Αλλά ο Μαξ θα φερθεί όπως έχει μάθει να του φέρονται. Θα στείλει τα τέρατα για ύπνο νηστικά. Και τότε θα σκεφτεί ότι δεν επιθυμεί τέτοια παιχνίδια εξουσίας αλλά την αποδοχή και την αγάπη. Και παραιτείται από βασιλιάς της χώρας των τεράτων. Η έξοδος από μια ταυτότητα που του δόθηκε ερήμην είναι η δική του πράξη γενναιότητας. Ευτυχώς η επιστροφή κράτησε μια μέρα. Το μικρό του βασίλειο τον περίμενε όπως το γνώριζε – το παιδικό του δωμάτιο όπως ήταν πάντα. Και πάνω στο τραπέζι, το αχνιστό του φαγητό.

Όπως κάθε κλασικό βιβλίο, τα πλοκάμια των νοημάτων είναι πολλά και αλληλένδετα. Ο Μαξ αναζητά διέξοδο μετά την τιμωρία του. Στις σκληρές λέξεις αντιπαραβάλλει τις εικόνες της φαντασίας· στον εγκλεισμό του δωματίου το ταξίδι στις ανοιχτές θάλασσες· στην μοναξιά του την συντροφιά των ομοίων του – των τεράτων· στην απραξία την δημιουργικότητα. Ο θυμός του διοχετεύεται στην έμπνευση και εκεί αναζητά το καταλάγιασμα. Η λογική που τον έστειλε για ύπνο παραμερίζεται – τώρα θα κυριαρχήσει το ένστικτο, ο χορός, το οργιαστικό παιχνίδι. Ίσως όμως όλα αυτά δεν είναι αντίθετα μεταξύ τους αλλά αναπόφευκτα μέρη του ίδιου όλου. Οι γονεϊκές σχέσεις τα περιλαμβάνουν όλα και η αναζήτηση της ισορροπίας αποτελεί πάντα το δυσκολότερο στοίχημα. Τα όρια στις «αταξίες» του παιδιού και η κατάλληλη αντιμετώπιση, η ανάκτηση της ηρεμίας από το ίδιο, η εκτίμηση όσων θεωρούνται δεδομένα, η αποδοχή της ταχύτατης εναλλαγής των συναισθημάτων, η αντίληψη πως η αγάπη λύνει κάθε φόβο και κάθε σύγκρουση. Η εικονογράφηση του ίδιου του συγγραφέα ενσωματώνει όλα τα παραπάνω και είναι χαρακτηριστικό ότι τα τέρατα μοιάζουν ταυτόχρονα τόσο τρομακτικά και τόσο αστεία – είναι δυο ακριανές πλευρές του ίδιου μας του εαυτού.

Εκδ. Παπαδόπουλος, 2022, σελ. 44, απόδοση: Γιάννης Παλαβός [Where the wild things are, 1963]

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.