Archive Page 2

07
Ιον.
17

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 179. Γιάννης Αντιόχου

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο δεν έχει θύρα, είναι μια ικεσία στη σελήνη από το motto του βιβλίου μέχρι και το τελευταίο ποίημα. Είναι μια εξωστρεφής μαγική ιεροτελεστία για όλα όσα έχω γνωρίσει κι έχω εγκιβωτίσει στην άκατο της ποίησής μου. Είναι μια εξωστρεφής ποιητική κάψουλα παυσίλυπη και δυστυχώς ενδελεχώς ερμητικά κλειδωμένη. Αν επιβιώσει το όποιο έργο θα υπάρξει ο ένας ή η μία που θα την ξεκλειδώσει. 

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το πρώτο μου βιβλίο «Ανήλικης Νυκτός Παρίστιον Δέρμα», Εκδόσεις Γαβριηλίδης ήταν ένα βιβλίο που αν έβγαινε σήμερα θα κρατούσα τρία ή τέσσερα ποιήματα. Βαριά νεανικό, ρομαντικό και ίσως φορτωμένο στη γλώσσα του διακρίθηκε αμέσως το 2003 και μου έδωσε μια κάποια δυνατότητα να με γνωρίσει ο κόσμος.

Το δεύτερο βιβλίο μου «Στη Γλώσσά του», Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2005 θα μπορούσε να ήτανε τρία βιβλία. Ξεχωρίζω την ενότητα «Συμφωνία για δύο σώματα» που αποτελούν πρόδρομη φόρμα των μεγάλων συνθετικών ποιημάτων που ακολούθησαν. Έχω απωθημένο να εκδοθεί η ενότητα εκ νέου μόνη της.

Το τρίτο βιβλίο μου “Curriculum Vitae”, Εκδόσεις Μελάνι 2006 είναι ένα βιβλίο για το οποίο αισθάνομαι υπερήφανος πως ήταν πρωτοπόρο και τολμηρό για την εποχή του. Ένα βιβλίο με δικό μου κολάζ εξωφύλλου και με οπισθόφυλλο το ομότιτλο ποίημα.

Μετά αρχίζει ο κύκλος των Εκδόσεων Ίκαρος, οι Εισπνοές το 2009, οι Εκπνοές το 2014 και η Διάλυσις το 2017. Δεν θέλω να μιλήσω για αυτά τα βιβλία μου, έχει μιλήσει η κριτικογραφία με όσα επαινετικά μπορεί να λάβει ένα ποιητής εν ζωή. Εγώ ευχαριστώ τους ανθρώπους της λογοτεχνίας που ασχολούνται τόσο επισταμένα με το ποιητικό μου έργο και τους αφοσιωμένους μου αναγνώστες που με παρακολουθούν.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν έχω συγκεκριμένο τρόπο, δεν παγιδεύω τίποτα. Έχω ξαναπεί πως γράφω ανερχόμενος κάπου ψηλά, μετά δεν θυμάμαι τίποτα άλλο, είναι μια διαδικασία υπερβατική και απόλυτα μυστικιστική. Δεν γράφω εγώ τίποτα, εγώ δεν είμαι ο ποιητής, είμαι ένα διάμεσο που συμβαίνει να κατοικείται και να χαλιναγωγείται σε τακτά χρονικά διαστήματα από κάποιον υπερβατικό ποιητή.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Οι μόνες μουσικές που ακούω όταν γράφω είναι τα έργα του Μάνου Χατζιδάκι και όλη η εργογραφία των Radiohead. Άλλωστε μετά από κάποια στιγμή δεν ακούω πια τη μουσική που έχω διαλέξει.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ναι έχω γράψει παντού, κύρια σε τραπέζια κουζίνας στα σπίτια που τυχαίνει να ξεμείνω κάποιο βράδυ.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε; 

Τον Τ.Σ Έλιοτ μέχρι και το 1925. Μετά δεν με ενδιαφέρει διόλου, παράγινε Άγγλος για τα ποιητικά μου γούστα.  

Γράψατε ποτέ πεζογραφία – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι και δεν θα γράψω ποτέ. Παρακαλώ σημειώστε κι αυτό: δεν θεωρώ ποιητές όσους γράφουν και πεζογραφία. (Ξέρω πως θα συζητηθεί αλλά αυτή είναι η δική μου άποψη).

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρον

οι συγγραφείς.

Α. Χάξλεϋ, Γ. Γκ. Μάρκες, Ντον Ντε Λίλλο, Ο. Μπάροουζ.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Των παραπάνω όλα τα βιβλία.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Δεν μου αρέσουν τα διηγήματα. Ποτέ δεν μου φτάνει τίποτα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος Έλληνας λογοτέχνης;

Δυστυχώς δεν με γοήτευσε κανείς εκτός από την Μαργαρίτα Καραπάνου και την Μαρία Μήτσορα. Να μην ξεχάσω με γοήτευσε και η Μάτα Καστρησίου (και την έκανα φίλη μου).

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ουίλιαμ Λι από το Γυμνό Γεύμα του Μπάροουζ, γιατί μου αρέσουν οι ουσίες και οι παρεκκλίσεις.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ήταν το περιοδικό Δέλεαρ της Ασημίνας Χασσάνδρα γιατί ήταν εκτός των κλισέ. Αν θέλατε να σας πω ποιο δεν μου αρέσει που έχει και περισσότερο ενδιαφέρον θα σας έλεγα. Υπάρχουν πολλά σκουπίδια περιοδικά, αλλά ας σωπάσω. Ας κυριολεκτούμε στις απαντήσεις σας. 

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Τώρα πια όχι δεν διαβάζω. Τα τελευταία χρόνια εκτός από ελάχιστους κριτικούς όπως την Τιτίκα Δημητρούλια στην ποίηση οι υπόλοιποι γράφουμε ο ένας για τον άλλον. Δεν πειράζει κάτι είναι κι αυτό. Σαφώς όμως και δεν με ενδιαφέρουν αυτές οι κριτικές. Αν τις διαβάσετε είμαστε μια χώρα με αριστουργήματα. Αυτό δεν ισχύει. Είναι πολύ κακά τα περισσότερα βιβλία που εκδίδονται στον χώρο της ποίησης, απλά δεν έχω/ έχουμε την τόλμη να το καταδείξουμε. Επίσης επειδή πια προχωρώ πολύ μέσα στο χώρο βαρέθηκα να αναγνωρίζω τη συναλλαγή για την κριτικογραφία. Ευτυχώς είναι τόσο νάνοι κάποιοι που το παίζουν ρυθμιστές και κριτικογράφοι που είμαι ευτυχής που δεν έχω κριτικές για το έργο μου από αυτούς.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεν ανήκω στους ανθρώπους που αποθεώνουν την ατάκα. Αγαπώ τις μακριές περιόδους. Τα συνθήματα είναι με ημερομηνία λήξης.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε και το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Μεταφράζω τους ποιητές που διαισθάνομαι πως έχω συνάφεια και συγγένεια. Μετά μπαίνω στο δέρμα τους, ίσως και να ζω και τη ζωή τους. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον το ένδυμα του ποιητή που μεταφράζει κανείς.

Πώς επιλέξατε τις ποιητικές συλλογές που μεταφράσατε; ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Με δυσκόλεψε ο Τεντ Χιουζ και ο Χάρτ Κρέιν. Ηδονή μου προσφέρουν όλες οι εργασίες που σχετίζονται με τις κλειδαρότρυπες. Μεταφράζοντας κοιτάζω τη ζωή τους από μια κλειδαρότρυπα. 

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Τα Γράμματα Γενεθλίων του Τεντ Χιουζ, Εκδόσεις Μελάνι και η Θηριώδης Μούσα, Εκδόσεις Μικρή Άρκτος.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους. 

Δεν θέλω να σας πω για το τελευταίο βιβλίο που μεταφράζω, είναι ποιητής, σημαντικός και σημασία σ’ αυτό έχει ένα πολύ ιδιαίτερο επίμετρο που θα συνοδεύει το βιβλίο. Επιτρέψτε μου να σας το κρατήσω μυστικό. 

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δεν συμβαίνει αυτό στην μετάφραση της ποίησης. Είναι Αντιόχου οι μεταφράσεις μου.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες παρενέργειες. Είναι μικρή άλλωστε η εμπειρία μου στη μετάφραση.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Έχω γνωρίσει πέντε τουλάχιστον Σίλβιες (Πλαθ) ευτυχώς το δίκτυο του φυσικού αερίου είχε αργήσει να εγκατασταθεί στη χώρα μας.

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Νοσηλευτική, Διοίκηση και Ιατρική και είναι νομίζω εμφανής η ορολογία και ο τρόπος που εγκιβωτίζεται στην ποίησή μου. Μάλιστα ας πούμε κάποιοι που δεν έχουν τέτοιες σπουδές, δημιουργούν αστειότητες. Κάποτε διάβαζα «κόκκινα αιμοπετάλια», σαφώς τα αιμοπετάλια είναι τα μοναδικά συστατικά του αίματος που δεν είναι ερυθρά, είναι πλατιά σαν πιάτα και διάφανα. Γελάω με αυτούς τους ανθρώπους που νομίζουν πως δεν βλέπουμε.

Πώς βιοπορίζεστε;

Ως Διευθυντικό στέλεχος μεγάλου ομίλου στο χώρο της υγείας.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω την Aurora του Βλαδίμηρου Νικολούζου, εκδόσεις Μωβ Σκίουρος και είμαι περήφανος που είναι φίλος μου, γράφω ερωτικά σπαράγματα γιατί με έχει πιάσει η άνοιξη κι ακόμα μπορώ να ερωτεύομαι και δεν θα σας πω τι μεταφράζω.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ναι παρακολουθώ σαφώς κινηματογράφο. Θέατρο ελάχιστο, με απογοητεύει αυτή η αισθητική της εξυπνάδας που υιοθετεί το σύγχρονο ελληνικό θέατρο. Λατρεύω οτιδήποτε του  Γουόνγκ Καρ Γουάι. Πάντως οι επιτελεστικές τέχνες δεν είναι το δυνατό μου σημείο.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ναι θα την δεχόμουν αρκεί να επέστρεφα μονίμως στα 35. Ποιος δεν θέλει έτσι κι αλλιώς μια φαουστική συνομιλία στη ζωή του;.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Θέλω να σας ευχαριστήσω εκ μέσης καρδίας για την φιλοξενία σας.

06
Ιον.
17

Μαρία Κουγιουμτζή – Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα

Η αβάσταχτη σκληρότητα του είναι

Η Μαρία Κουγιουμτζή γράφει με μια αστείρευτη έμπνευση ιστορίες σκληρές, γεμάτες από ήρωες που υφίστανται κάθε είδους βάσανο: κατασπαράζονται μέσα σε σχέσεις ανθρωποφαγικές, ρίχνονται γυμνοί μέσα σε μια κοινωνική αρένα, δεν βρίσκουν καταφύγιο ούτε στους κόλπους της οικογένειας, που συχνά αποδεικνύεται αίθουσα βασανιστηρίων για το σώμα και σφαγείο για την ψυχή. Στις ερωτικές τους σχέσεις εξευτελίζονται, στην καθημερινή τους ζωή καταματώνουν το ίδιο σωματικά και ψυχικά. Οι συλλογές των διηγημάτων της βρίθουν από μια ανεξάντλητη τυπολογία πόνων, που όμως κανείς τους δεν μοιάζει με τον άλλο. Όλες αυτές οι διηγήσεις θαρρείς και συγκολλούν το ψηφιδωτό του μεγάλου ιδιωτικού ανθρώπινου πόνου, ίδιο και απαράλλαχτο στον τόπο και στον χρόνο.

Θα περίμενε κανείς όλος αυτός ο ζόφος να αντανακλά στον αναγνώστη και να τον σκεπάζει με την μελαγχολία των αναπότρεπτων ανθρώπινων πραγμάτων. Κι όμως, οι ιστορίες της όχι μόνο δεν σκοτεινιάζουν αλλά, λειτουργώντας μ’ έναν θαυματουργό τρόπο, τολμώ να πω και πως γλυκαίνουν. Όχι μέσω κάποιου σαδισμού ή της γνωστής ικανοποίησης που αισθάνεται ο ασφαλής θεατής – αναγνώστης «απέναντι στον πόνο των άλλων», αλλά κυρίως επειδή μας ανοίγει μια τεράστια βεντάλια ιστοριών που μόνο η θαυμαστή λογοτεχνία μπορεί να καθιστά την ίδια στιγμή απολύτως εξατομικευμένες και κοινές για όλους.

«Ο πατέρας βίαζε τη μικρή Εβραία, που του είχαν εμπιστευθεί, για πέντε μήνες πριν την παραδώσει»… αρχίζει ένα από τα πλέον ενδεικτικά διηγήματα της συλλογής, «Η μικρή Εβραία». Κλεισμένη στη σοφίτα, τον περιμένει γνωρίζοντας πως δεν πρέπει να φωνάξει. Και κάποτε την σπρώχνει στο πλήθος των Εβραίων που όδευαν προς τον σταθμό των τρένων, επειδή δεν άντεχε, είπε, να μην της ορμά. Τώρα η μητέρα πήρε την θέση της αλλά εκείνος φωνάζει το όνομα εκείνης. Με όλα αυτά, μοιάζει ευτύχημα που ο οχτάχρονη αφηγήτρια τού προκαλεί απέχθεια· όταν όμως φτάσει τα δώδεκα, την ακολουθεί ως υπνωτισμένος. Η νέμεση για τον απεχθή πατέρα δεν έρχεται τόσο με την επανορθωτική βία της γυναίκας και της κόρης του όσο με την ίδια της την εμφάνιση, που μοιάζει με εκείνη της άτυχης Εβραίας, αλλά κι ένα τέχνασμά της κόρης που δεν τον αφήνει ποτέ να ησυχάσει.

Στις «Ξέφρενες σιωπές» η δεκατετράχρονη αδελφή της αφηγήτριας εκδηλώνει με τον δικό της τρόπο την απέχθεια προς την μητέρα τους: διαβάζει άκαμπτη και σοβαρή και είναι πάντοτε «αλλού», «σε έναν κόσμο ελεύθερο, που όμως για να τον κατακτήσει έπρεπε να υπομένει την υποταγή στον ορισμένο από άλλους χώρο και χρόνο». Η μητέρα μια «στρίγγλα ηθικής», ο πατέρας εξαφανισμένος στις θάλασσες και παρών μόνο σε εξωτικές κάρτες. Η επαναστατικότητά της βράζει κάτω από το νυσταγμένο βλέμμα της κόρης, που ξεκινάει μια σχέση με τον διευθυντή του εργοστασίου όπου εργάζεται η μητέρα της. Εκείνη τους τιμωρεί με τα καρούλια που ως τώρα έμοιαζαν με οντότητες που τους συμπαραστέκονταν στον έρωτά τους στην βιομηχανική τους κρυψώνα. Αλλά η κόρη αφήνει ως κληροδότημα στην αφηγήτρια μια εντολή να μην προδώσει ποτέ την επιθυμία της, συνεπώς και να μην υποκύψει για να την απολαύσει, γιατί τότε θα την χάσει. Και στο απρόσμενο τελείωμα, ο όποιος έρωτας των δυο αταίριαστων εραστών μεταγγίζεται με ιδιαίτερο τρόπο στην αφηγήτρια.

Στην ιστορία που διαδραματίζεται «Τότε που η μαμά κοιμόταν» μια άλλη μητέρα ταλαιπωρεί την κόρη της καθώς κοιμάται συνέχεια ή, όταν ο μπαμπάς πηγαίνει να πλαγιάσει πλάι της, ουρλιάζει. Το κορίτσι αντιλαμβάνεται ότι δεν φταίει η βροχή, όπως του λένε, και επιχειρεί την παρασύρει σε ένα παιχνίδι βίας που φτάνει στο σημείο να μοιράζονται τον πόνο και την βρωμιά: είναι, ίσως, ο μόνος τρόπος να μείνουν μόνες. Κάπου αλλού, μια άλλη μικρή, η Μιχαλίτσα, προσπαθεί με τον δικό της τρόπο να γνωστοποιήσει στον περίγυρό της αυτά που υφίσταται από τον πατέρα της. Αλλά εκείνοι είτε θεωρούν ότι τα βγάζει από το μυαλό της είτε δεν θέλουν να ακούνε τέτοια λόγια, είναι αμαρτία. Δεν της μένει παρά η αφηγήτρια ή η πιο ακραία αυτοδικία («Όταν ωριμάσουν τα πορτοκάλια»).

Στο «Ερωτικό αδιέξοδο» το πρόσωπο που μας διηγείται την ιστορία βρίσκεται σε ένα ακόμα ιδιόμορφο τρίγωνο, εφόσον παρίσταται, ως συγκάτοικος, στον νεανικό έρωτα της συγκατοίκου με τον φίλο της. Καθώς κοινωνεί τις σκέψεις της σ’ εμάς τους αναγνώστες, θαυμάζει την ερωτικότητα της κοπέλας, ζηλεύει, ειρωνεύεται, το βράδυ ακούει τις κινήσεις των σωμάτων τους, τα βλέπει πλεγμένα και μπαίνει φαντασιωδώς ανάμεσά τους. Το φορτισμένο τρίγωνο διαλύεται με έναν εξίσου αναπάντεχο, κυριολεκτικά αποκαλυπτικό τρόπο.

Πριν από μια ώρα ξάπλωνε σ’ ένα κρεβάτι χωρίς τη φούστα. Μια κοιλιά ιδρωμένη πίεζε τη δική της με λάθος ρυθμό. Τα μπράτσα της σταυρωτά πάνω στο πρόσωπό της με τις μασχάλες στεγνές. Οι θηλές του στήθους της μαλακές, έγερναν στο πλάι κάθε φορά που οι τσιτωμένες ρώγες του άντρα ξιφομαχούσαν πάνω τους. Στο χαμηλό φως του αμπαζούρ, οι κάλτσες της με τους φευγάτους πόντους ντρέπονταν. Χαζές, λέξει, χαζές, και κοκκινίζει. Το κάδρο πάνω απ’ το κεφάλι της – ένας γλυκός Ιησούς – σάλευε απ’ τους κραδασμούς του κρεβατιού. Έτοιμος να πέσει κι Αυτός. Όχι, δεν μπορούσε να βοηθήσει. [σ. 83]

«Ένα ακόμα βράδυ στο δρόμο», όπως τιτλοφορείται το σχετικό διήγημα, περιμένει αυτή την γυναίκα. Το δωμάτιο είναι νοικιασμένο για μια ώρα και δεν υπάρχει χρόνος ούτε για τον πολυπόθητο ύπνο. Νωρίτερα είχε μπει σε μια τράπεζα ν’ αφήσει το σώμα της σε μια πολυθρόνα, μα την έδιωξε γρήγορα ένας ακόμα πιο λυπημένος υπάλληλος. Οι τσέπες της δεν έχουν κλειδιά, η καρδιά της δεν ακούγεται. Η ημέρα θα τελειώσει με την μάχη για μια θέση στην είσοδο μιας πολυκατοικίας. Στην καλύτερη περίπτωση, θα την βρει αγκαλιασμένη με μια άλλη άστεγη, να μοιράζονται την ευτυχία μιας καραμέλας.

Όπως πάντα, οι φράσεις της Μαρίας Κουγιουμτζή σμιλεύουν την σκληρή πέτρα των μύθων της αλλά και την μπολιάζουν με μια κρυφή ποιητικότητα όπου κάθε λέξη διατηρεί ένα ειδικό βάρος. Είναι η πρόζα της όμως που λειτουργεί σαν κάθαρση. Ο αναγνώστης αναδύεται από την ανελέητη σκληρότητα των ιστοριών της με μια αίσθηση ανακούφισης, ίσως επειδή όλες αυτές οι βασανισμένες ηρωίδες κι όλοι αυτοί οι ταλαιπωρημένοι χαρακτήρες της μνημειωμένοι σε κείμενο και αναγεννημένοι σε λέξεις βρίσκουν μια δικαίωση. Μπορεί να έχουν περάσει τα πάνδεινα όμως τώρα κάποιος τους ακούει και τους προσέχει. Κι ίσως κάτι αφαιρείται από το βάρος τους, ίσως πάλι να τους παρηγορεί η σκέψη πως αφήνουν το πικρό απόσταγμα της εμπειρίας τους σαν μια απόκρυφη γνώση.

Εκδ. Καστανιώτη, 2016, σελ. 246.

Υπό δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 50 (καλοκαίρι 2017)

Στις εικόνες, έργα των: Lu Jian Jun, Suthamma (Ta) Thimkaeo, Oswaldo Guayasamín, Aleksandra Waliszewska, Maureen Scott, Robert Bluj.

H συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.

04
Ιον.
17

Εντευκτήριο 111 (Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος 2015, κυκλοφ. 15 Απριλίου 2017)

Μια εκ των συγκινήσεων που πάντα προσφέρουν τα λογοτεχνικά περιοδικά, εκτός από τα αυτονόητα θαυμάσια κείμενα που πάντα κρύβουν εντός, σε αναλογία που αναπόφευκτα ποικίλει, είναι και ο ίδιος ο αιφνιδιασμός που συχνά προκαλούν στον αναγνώστη που κάπως επαναπαύεται αναμένοντας μια καθιερωμένη σειρά πραγμάτων. Έτσι κι εδώ, ο πρώτος αιφνιδιασμός προκαλείται από την ποιητική παραγωγή του Ρέιμοντ Κάρβερ, η οποία μας είναι άγνωστη ακριβώς επειδή έχει επισκιαστεί από την έξοχη πεζογραφική του πρόζα (βλ. ενδεικτικά εδώ).

Θα έπρεπε όμως να το έχουμε υποψιαστεί, επειδή, αφενός η δύσκολη ζωή του ήταν εκείνη που τον έκανε να προτιμά την μικρή φόρμα, αφετέρου επειδή σε όλα του τα διηγήματα διέθεταν πάντα φλέβα ποιητική, έστω και συγκαλυμμένη. Έτσι ο συγγραφέας έγραψε πράγματι δυο ποιητικές συλλογές (1968 και 1970) προτού εκδοθεί η πρώτη συλλογή διηγημάτων του, ενώ η τελευταία συγκεντρωτική του συλλογή (1989) περιλαμβάνει ποιήματα που γράφτηκαν πριν από τον θάνατό του και αντλούν έμπνευση από την διάγνωση του καρκίνου των πνευμόνων. Και όπως γράφει η Μαρία Μουσαφίρη, που αναλαμβάνει την παρουσίαση και την μετάφρασή τους πρόκειται για ποίηση απογυμνωμένη, στεγνή, σκέτη αλλά και τραυματικά έντονη.

Η δεύτερη έκπληξη έρχεται με μια άγνωστη τέχνη του Ted Hughes: τα ποιήματα για παιδιά [Εισαγωγή – μετάφραση: Θοδωρής Ρακόπουλος]. Τα ζώα είναι και εδώ πρωταγωνιστές, όπως άλλωστε και στην ευρύτερη ποίηση του Χιουζ, με μια δυνατή εικονοποιία αλλά και χιούμορ. Το ξέρω! γράφει στο «Μύδι», Είμαι χάλι μεγάλο, / αλλά είμ’ ολόκληρο καρδιά. / Καρδιά που δεν τα καταφέρνει πια / να μαλακώσει άλλο. Η ξένη λογοτεχνία συμπληρώνεται με την Ωδή στον Νινέττο Ντάβολι του Πιερ Πάολο Παζολίνι  και τα Μαθήματα του εξαιρετικά ενδιαφέροντος πεζογράφου Τζάστιν Τόρρες.

Ο Θανάσης Νιάρχος συνεχίζει της Ημερολογιακές του Καταγραφές· σημειώνω μια ιδιαίτερη περιφορά επιταφίου την Μεγάλη Παρασκευή του 2001 και μια ομολογία του το βράδυ της ίδιας μέρας στο ξενοδοχείο: οι ιστορίες που λέω για τις δασκάλες μου στο δημοτικό σχολείο – όλες πραγματικές αν και λίγο τραβηγμένες – με ηρεμούν αφάνταστα. Δυο μέρες μετά εκφράζει την δυσκολία του να υποταχθεί στις ελάχιστες λέξεις που απαιτούν οι εφημερίδες για τις παρουσιάσεις και κριτικές των βιβλίων. Ένας άλλος εξαίρετος εξομολόγος των εσωτερικών φωνών, ο Τάκης Σπετσιώτης, καταθέτει στα Ατμόσφαιρα νέα την αισθαντική του ματιά στην πόλη και αλλού, όπου ως και οι παλαιές, οι κουρασμένες γυναίκες πηγαινοέρχονται.  

Η Μαρία Στασινοπούλου στην Χαμηλή της βλάστηση καταθέτει ως μικρές φόρμες σκέψεις και ιδέες για μεγαλύτερα κείμενα και ο Φίλιππος Δρακονταειδής  εμμένει στις βλαβερές συνέπειες της αναμονής απευθυνόμενος σε κάποιον Σάμιουελ. Δημοσιεύονται ακόμα μια Επιστολή του Κώστα Ταχτσή στον Νάνο Βαλαωρίτη και διηγήματα από τους Κωνσταντία Σωτηρίου, Βάνα Χαραλαμπίδου, Γιάννη Τσίρμπα, Στράτο Φουντούλη, Στέλλα Παρασχά κ.ά. Ο Φάκελος είναι αφιερωμένος σε μια προδρομική έκδοση της Διαγωνίου [1952] με θησαυρισμένα κείμενα των νέων τότε λογοτεχνών Νίκου Μπακόλα, Ντίνου Χριστιανόπουλου, Κίμωνα Oικονόμου και Ιωάννη Σιβεριώτη. Το εισαγωγικό κείμενο υπογράφει ο Κ. Ν. Πλαστήρας.

Στην Camera Obscura, τέλος, κι ενώ δεν λείπουν οι χορταστικές κριτικές, το πάντα χρήσιμο ευρετήριο, η θεατρική στήλη και τα υπόλοιπα γνωστά καλά, εκθέτει ο Σπύρος Ζερβουδάκης  φωτογραφίες για μια Αλλόκοτη μεταμόρφωση (κείμενο: Ηρακλής Παπαϊωάννου). Γνωρίζω καλά την φωτογραφία του Ζερβουδάκη και σιωπώ γιατί δεν θα είμαι αντικειμενικός, καθώς υπήρξαμε συνένοικοι στη θρυλική μονοκατοικία της οδού Αχιλλέως στην Κάτω Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης.

[σ. 144]

Στις εικόνες: Ο Raymond Carver τότε που γινόταν ποιητής και ο Ted Hughes σε πορτραίτο από την Sylvia Plath [1956]

03
Ιον.
17

Τόμας Πύντσον – Υπεραιχμή

Ηλεκτρονικές Πολιτείες (και Βίοι) της Αμερικής

Σε μια χαρακτηριστική «σκηνή» της καταιγιστικής Υπεραιχμηρής μυθοπλασίας δυο παιδιά παίζουν ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι εξόντωσης ανθρώπων: εξαφανίζουν τους πεζούς που φωνάζουν στα κινητά τους, τις μανάδες που σπρώχνουν διπλά καροτσάκια με μεγάλα παιδιά, εκείνους που προσπερνούν στην ουρά. Σε αυτό το «παιχνίδι εντολών πρώτης βολής» έχουν απενεργοποιήσει κάθε εμφάνιση αίματος, φωνάζουν «Να σέβεσαι περισσότερο τους συνανθρώπους σου» και εξασκούνται στην καταπολέμηση ανεπιθύμητων συμπεριφορών. Οι σελίδες είναι χαρακτηριστικές ως προς την αναπαράσταση ενός αναδυόμενου κόσμου όπου οι ενοχλητικοί βρίσκονται παντού αλλά πάντα υπάρχει ένας πλήκτρο να τους αντιμετωπίσεις.

Αυτή η αμφιλεγόμενη απονομή δικαιοσύνης αποτελεί μία από τις εκατοντάδες ίνες που πλέκουν το μυθιστόρημα αλλά δεν χαρακτηρίζει όλους τους χαρακτήρες, ο αριθμός των οποίων άλλωστε είναι τριψήφιος, ενώ οι περιφερειακοί ήρωες είναι δεκάδες. Η βασική πρωταγωνίστρια πάντως, η Μαξίν Τάρνοου, διακονεί Γραφείο Εξιχνίασης Υποθέσεων Οικονομικής Απάτης, τις οποίες βέβαια γνωρίζει καλά και ως πρώην σεσημασμένη. Το πολυώροφο κτίριο όπου βρίσκεται η έδρα της είναι γεμάτο από υποψήφιους πελάτες – υπηρεσίες ραντεβού, χειροπράκτες και βελονιστές, πράκτορες ταξιδιωτικών αποδράσεων, ατζέντηδες που υπόσχονται δημοσιότητα, προμηθευτές ημινόμιμης «μαμαχουάνα», σχολικές αίθουσες με δασκάλους ή ψυχαναλυτές ή και τα δυο μαζί – το ίδιο και οι γειτονικοί ουρανοξύστες, ολόκληρη η γειτονιά, η πόλη, η πολιτεία. Η μισή Αμερική βαριανασαίνει σε τέτοιους χώρους.

Όμως το νέο, αχανές πεδίο της άγρας πελατών, της επαγγελματικής καταξίωσης και της νέας οικονομίας δεν είναι παρά ο κυβερνοχώρος, αυτός ο υπερμοντέρνος παράλληλος κόσμος όπου τα πάντα είναι δυνατά και όλα επιτρέπονται. Και δεν υπάρχει μόνο αυτός: από κάτω χάσκει ένα δεύτερο διαδίκτυο, ο Βαθύς Ιστός, που βρίσκεται ακόμα σε βρεφικό στάδιο· οι επιφανειακές μηχανές αναζήτησης δεν φτάνουν ως εκεί, συνεπώς οι ανεπιθύμητοι θα μείνουν απ’ έξω. Όποιος κερδίσει ένα μερίδιο σ’ αυτή την πολιτεία των κρυπτογραφήσεων και των ανακατευθύνσεων μπορεί να λογίζεται άρχων του επερχόμενου.

Φυσικά ο κόσμος έχει γεμίσει νεαρά παιδιά που προσπερνούν το ένα μετά το άλλο τείχος προστασίας και χακάρουν κάθε υπολογιστή αλλά ακριβώς την στιγμή που είναι έτοιμα να μπουν στον πυρήνα του συστήματος, έρχεται το κράτος και τα τσακώνει με νομικές διαδικασίες, ώστε να επιλέξουν να εργαστούν μαζί του αντί να φυλακιστούν. Την ίδια στιγμή η πόλη προσπαθεί να συνέλθει από την χρηματιστηριακή κατάπτωση, ολόκληροι όροφοι εταιρειών πληροφορικής χάσκουν εγκαταλειμμένοι αλλά οι καλωδιώσεις υπάρχουν ακόμα και πολλοί νέοι επιχειρούν να στήσουν μέσα από το λάπτοπ την εταιρεία της ζωής τους. Οι εταιρείες ακινήτων εμφανίζονται ξανά σαν τα μανιτάρια κι ας είναι ακόμα νωπές οι μνήμες από τις «φασιστικές» μεθόδους που χρησιμοποιούσαν για να αναγκάσουν ιδιοκτήτες και νοικάρηδες να φύγουν.

Άλλοι εφευρίσκουν ευφυείς τρόπους να βγάζουν λεφτά, όπως εκείνος που εισάγει εκατοντάδες λούτρινα κουκλάκια από την Κίνα και τα προωθεί στα μαγαζιά την κατάλληλη στιγμή στις φορτοεκφορτώσεις. Πρόκειται για παιχνίδια που γίνονται ιδιαίτερα δημοφιλή αλλά φθείρονται πολύ εύκολα κι έτσι, όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, εμφανίζει ως σπάνια συλλεκτικά κομμάτια όσα έχει για καιρό αποθηκεύσει σε ειδικές πλαστικές σακούλες με ελεγχόμενη θερμοκρασία. Υπάρχουν κι εκείνοι που προτείνουν ανιχνευτές τσέπης που σκανάρουν τις ουρές στα ταμεία και υπολογίζουν ποια είναι η μικρότερη ή ηχητικούς συναγερμούς που κολλάνε πάνω στο τηλεχειριστήριο της τηλεόρασης ώστε να μην το χάνεις ποτέ.

Όλα αυτά δεν είναι παρά η καθημερινότητα του βιοπορισμού της Μαξίν, η οποία καλείται να μπει στα άυλα άδυτα μιας εταιρείας με όνομα – γλωσσοδέτη που αφήνει πίσω της χαλάσματα και επιχειρεί πρωτοκαθεδρία της κοσμικής πληροφορικής, με την απαραίτητη βοήθεια από την μεσανατολική άλλη άκρη του κόσμου. Εδώ η ψευδοαστυνομική ιστορία αναζητά την γεωπολιτική της συζυγία. Αλλά όταν λίγο αργότερα έρχεται το χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου, τότε η ημερήσια διάταξη γεμίζει με καταλόγους υστεριών, συνομωσιών και επικερδών εκμεταλλεύσεων. Την ίδια στιγμή «το διαδίκτυο έχει μετατραπεί ξαφνικά σε αποκριάτικο καρναβάλι για παρανοϊκούς και τρολ, ένα πανδαιμόνιο σχολίων που για να τα διαβάσεις όλα ίσως να μη φτάνει ο χρόνος που απομένει στο πιθανολογούμενο υπόλοιπο ζωής του σύμπαντος…» [σ. 454]

Η Υπεραιχμή είναι ένα πολυδιάστατο μυθιστόρημα δια χειρός Πύντσον, κοινώς διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά της γραφής του: ενιαίο κορμό που διακλαδώνεται σε εκατοντάδες υποϊστορίες, κατάργηση των ορίων μεταξύ σοβαρότητας και χιούμορ, χρήση και κατάχρηση όλων των πολιτιστικών προϊόντων της Νέας Γης, από το ροκ και την ποπ, μέχρι την τηλεόραση και τα βιντεοπαιχνίδια. Στα ράφια του δίπλα από τις μάρκες των προϊόντων τοποθετούνται οι ήρωες των καρτούν και όλα τα πρόσωπα της λαϊκής κουλτούρας, ζωντανά ή επίπλαστα. Είναι άλλωστε ο κορυφαίος εγκυκλοπαιδιστής της εποχής του. Γέννημα θρέμμα της Νέας Υόρκης ο ίδιος αλλά ταξιδιώτης διαρκείας στην Δυτική Όχθη ακριβώς την εποχή όπου θα άλλαζε ο κόσμος, κατόπιν αμετακίνητος κάτοικος του Άνω Δυτικού Μανχάταν, ο Πύντσον γνωρίζει κάθε εκατοστό του εξιστορούμενου τόπου και χρόνου· πόσο μάλλον όταν εδώ υπήρξε αυτόπτης και επιτόπιος μάρτυρας της μεγάλης ιστορικής καμπής στην Μητρόπολη του Νέου Κόσμου.

Η γλώσσα του είναι γλυπτή και εφευρετική. Μπορεί ταυτόχρονα να δοκιμάζει μια ποιητικότατη περιγραφή ενός κτιρίου, ενός δρόμου ή μιας στιγμής της ημέρας και κατόπιν να παρασύρεται σε περιπλεγμένες προτάσεις που εναλλάσσονται με άμεσους διαλόγους, βασικότατο στοιχείο για την έκφραση των αμέτρητων χαρακτήρων που αποτελούν το βασικό όχημα της ιστορίας. Μέχρι σήμερα εξακολουθεί να απεχθάνεται κάθε φωτογράφηση και συνέντευξη (έχει παρέμβει όμως όταν επιχειρείται με διάφορους τρόπους η εικονοποίησή του)· αυτό δεν τον εμποδίζει να παραμένει ένας ανελέητος σφυροκόπος σε κάθε μορφής εξουσία, με λόγο πάντα υπέρ των αδυνάτων. Τα μυθιστορήματά του, φορτισμένα ούτως ή άλλως με την αίγλη ενός εξαρχής εξαφανισμένου λογοτέχνη, αρκούν.

Κι εδώ επιχειρεί για άλλη μια φορά να σκάψει το σάπιο υπέδαφος. Δεν αρκείται σε μια φαντασμαγορική μυθοπλασία αλλά γράφει ένα μυθιστόρημα για όλες τις τραγικότητες της εποχής του 2000: την άλωση του ψηφιακού κόσμου από την οικονομία, την οριστική κατάργηση κάθε ιδιωτικής ζωής, τις επακόλουθες καταστροφές ανθρώπινων ζωών. Ο υπόκοσμος γίνεται και διαδικτυακός, η πορεία των μετοχών αναδεικνύεται σε κυρίαρχο ιστορικό παράγοντα, εκείνοι που θησαυρίζουν από την οικονομική κατάρρευση των άλλων βγαίνουν πάντα καθαροί.

Μένουν οι απλοί άνθρωποι, που ζουν στη χώρα της ελευθερίας και νομίζουν πως ελέγχουν την βούλησή τους, ενώ την ίδια στιγμή ό,τι κάνουν είναι αποτέλεσμα μιας μεγάλης ραδιουργίας πολιτικής, μιντιακής, ηλεκτρονικής, ηθικής. Κάποτε μοιάζουν με μαριονέτες, όπως η φουσκωτή κούκλα της δικαιοσύνης που κινείται ελαφρά από τον αέρα πάνω από το γραφείο του περίφημου απατεώνα δικηγόρου Saul Goodman στην σειρά Breaking Bad. Πόσες από τις δεκάδες μικροζωές θα διατηρήσει ένα έστω ελάχιστο όριο ιδιωτικότητας και αυτενέργειας;

Τέλος, εδώ μου φαίνεται πως λάμπει ένα ευφυές παράδοξο: καθώς ο Πύντσον γράφει το απόλυτα σύγχρονο μυθιστόρημα για την ηλεκτρονική και ιντερνετική εποχή γύρω από το 2000, πολλά από τα αναφερόμενα στοιχεία μοιάζουν, με τα δεδομένα του 2017, ξεπερασμένα. Έτσι, δεν συντάσσει μόνο ένα λογοτεχνικό εγχειρίδιο μια πρώιμης Ιστορίας του καλωδιωμένου κόσμου ή, αν η πρόζα καθαριστεί από την μυθοπλασία, μια συγχρονική Ιστορία της Σύγχρονης Αμερικής, αλλά και την ίδια στιγμή ειρωνεύεται και υποκύπτει ακριβώς στην ταχύτατη ρευστότητα της εποχής και στην απόλυτη παροδικότητα των ανθρώπινων έργων – και του δικού του.

Εκδ. Ψυγοχιός, 2014, μτφ. Γιάννης Κυριαζής, σελ. 559 [Bleeding Edge, 2013]

Υπό δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 50 (καλοκαίρι 2017)

Ο μεταφραστής των βιβλίων του Τόμας Πύντσον Γιάννης Κυριαζής στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.

Στις εικόνες: διαφημίσεις από την εποχή της ελπίδας, ένα εξώφυλλο της Pat Benatar (που τιτλοφόρησε ένα δίσκο της ως Gravity Rainbow, από το μείζον έργο του Πύντσον – ομολογώ ότι κάπως έτσι φαντάστηκα την Μαξίν), η φουσκωτή κούκλα της δικαιοσύνης και οι αιώνιοι κερδοσκόποι.

 

30
Μάι.
17

Εμβόλιμον, τεύχος 81 – 82 (Φθινόπωρο 2016 – Χειμώνας 2017)

Κάθε πενθητική λειτουργία αποτελεί και μια προαναγγελία αναστάσιμη. Γι’ αυτό άλλωστε η σήμανση της χαρμολύπης μέσα από το πνευματικό γεγονός της Μεγάλης Παρασκευής δεν καθρεφτίζει απλώς τη συνέχιση της αρχαιοελληνικής και της χριστιανικής παράδοσης που αφορά τον θάνατο του Θεού (ο οποίος πρόκειται να αναστηθεί, αν πιστέψουμε τις θρησκευτικές παραδόσεις που λειτουργούν σε συμβολικό επίπεδο). Περιγράφει και μια ανθρώπινη εσωτερική κατάσταση, επίσης σε συμβολικό επίπεδο: το ψυχικό πένθος – προάγγελο μιας νέας πραγματικότητας, το ανθρώπινο άλγος που επωάζει τη μελλοντική ελευθερία…

γράφει η Κλεοπάτρα Λυμπέρη στην Μυστικιστική Άνοιξη του Νίκου Καρούζου, σ’ ένα από τα ποικίλα κείμενα που κοσμούν ένα Εμβόλιμον που αφήνει για λίγο στην άκρη τα αφιερώματα και ανοίγει το τεύχος σε πλήθος κειμένων και ειδών, από την ποίηση, την σύντομη πρόζα και το διήγημα μέχρι το δοκίμιο, την φιλολογική εργασία και την επιστολή, χωρίς να ξεχνάμε τις εκτενείς κριτικές βιβλίων. Ιδιαίτερα τα δοκίμια αποτελούν για άλλη μια φορά μελέτες αναφοράς, που δεν διαβάζονται στον τρέχοντα αναγνωστικό χρόνο ενός επίκαιρου λογοτεχνικού περιοδικού αλλά καταρτίζουν μια χρήσιμη κειμενοθήκη.

Η αφίσα  της Μαρία Κουγιουμτζή συνδέει με ευρηματικό τρόπο ένα τραγικό περιστατικό, μια αυτόκλητη απονομή δικαιοσύνης και μια αφίσα, ενώ σ’ ένα από τα ποιήματα της Λένας Παππά είναι η σειρά της Κοκκινοσκουφίτσας να φάει τον Λύκο επίφοβη, επικίνδυνη, / πίσω απ’ τη μάσκα της αθώας κρυμμένη, γιατί Άλλαξαν / άλλαξαν τα πράγματα δραματικά  […]  τώρα πια στα παιδιά μας πιο παραμύθι να ιστορήσουμε; // Το δάσος δεν υπάρχει πια / οι ξυλοκόποι το έκαναν καυσόξυλα / μοντέρνες πολυκατοικίες πήρανε τη θέση του… Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει Αυτή η ανεπαίσθητη κίνηση που την ονομάζουμε ζωή, οι μικρές ελλειπτικές φόρμες της Καναδής γαλλόφωνης διηγηματογράφου Αude [Claudette Charbonneau Tissot, 1947 – 2012].

Όπως πάντα, τα μη μυθοπλαστικά κείμενα καλύπτουν ευρύτατη θεματολογία. Η Θεολογία των επίγειων πραγματικοτήτων: Οι Τέχνες θεωρούμενες μέσα από το μυστήριο της εν Χριστώ Οικονομίας (Γεώργιος Ι. Στούκης) εστιάζει στην θεο – λογικότητα της λογοτεχνίας και το αίτημα της «προσωπικής» ύπαρξης, ελευθερίας και αποδοχής της ετερότητας στο διήγημα του Γ. Βιζυηνού Ο Μοσκώβ Σελήμ. Ο συγγραφέας καταλήγει πως δεν νοείται θεολογία που να μη διαλέγεται με τις θύραθεν επιστήμες και τις λοιπές καλλιτεχνικές και πολιτισμικές δραστηριότητες, που να μην προσλαμβάνει δηλαδή τον παλμό του καιρού της. Οι επίγειες πραγματικότητές της δεν είναι μόνο η φύση και τα θεϊκά κτίσματα αλλά και ο πολιτισμός, οι τέχνες, η τεχνολογία και η εργασία.

Βρήκα εξίσου ενδιαφέροντα τα Τεχνητή Νοημοσύνη και Νιτσεϊκή Αισθητική: Από το Φυσικό στο Μεταφυσικό [Ανδρέας Αντωνίου], Ε. Ντ. Χιρς: «Τρεις διαστάσεις της ερμηνευτικής» [Σταυρούλα Γαρύφαλλου] και Γιώργος Σαραντάρης, ο μελλούμενος. Μια μεγάλη προσφορά της Ολυμπίας Καράγιωργα [Ανθούλα Δανιήλ]. Η Άννα Αφεντουλίδου μας εισάγει στον κόσμο του Γιώργου Χ. Στεργιόπουλου, και ιδίως στην «σκηνογραφία μιας ανάδρομης νεότητας και σ’ ένα πρόωρο αίτημα ωριμότητας» και ο Ευάγγελος Τσουκαράς δοκιμάζει μια συν-ανάγνωση δύο κειμένων του κρητικού θεάτρου: Ερωφίλη – Βασιλεύς Ροδολίνος.

Η απαραίτητη πλέον «στήλη» για τους Αθόρυβους, πάντα σε οργάνωση και επιμέλεια του Κώστα Θ. Ριζάκη χωρίζεται αυτή τη φορά σε δυο κλίτη, αφιερωμένα στην Χριστίνα Καραντώνη και στην Αλεξάνδρα Βερύκοκου. Μια επιλογή επιγραμμάτων από την Παλατινή Ανθολογία (σε ελεύθερη απόδοση από τον Αντώνη Ψάλτη) είναι φυσικά πάντα δεκτή και, ως συνήθως, πλείστοι ποιητές, μεταξύ άλλων οι Γιολάντα Πέγκλη, Κώστας Θ. Ριζάκης, Κατερίνα Κούσουλα, Δημήτρης Περοδασκαλάκης, Τζίνα Ξυνογιαννακοπούλου, Κώστας Λιννός, Καρίνα Βέρδη, Θεοδώρα Π. Αραμπατζή, Νεκταρία Μενδρινού, Ρούλα Ερμίδη, Πηνελόπη Γιώσα, Μάλαμας Καρύδας, Καλλιόπη Παπαλεωνίδα, Γιώργος Φραγκούλης, Ελένη Σιγαλού, Σοφία Σάντα και Σουσάνα Καρυοφύλη καταθέτουν την ποίησή τους. Η ζωγραφική της Πέγκυς Γραφάκου ντύνει εικαστικά το τεύχος

[σ. 208]

Στις εικόνες: Μεγάλη Παρασκευή στον Τάραντα και έργο της Πέγκυς Γραφάκου.

28
Μάι.
17

Κώστας Θ. Καλφόπουλος – Φλίππερ

Η πρόζα που αξίζει στο αξέχαστο παιχνίδι

Ο συγγραφέας πρωτόπαιξε φλίππερ στην Γερμανία του 1974, όπου το συναντούσε κανείς παντού: σε σταθμούς, καφενεία, αίθουσες ψυχαγωγίες, λαϊκά εστιατόρια, φοιτητικές εστίες. Την ίδια εποχή ήταν απαγορευμένο στην Ελλάδα από την δεκαετία του ’60 για να επιστρέψει είκοσι χρόνια μετά (στην δική μου εφηβεία) για να απαγορευτεί οριστικά το 2000. Αλλά πώς και τι να γράψει κανείς για κάτι τόσο αγαπημένο; Ακριβώς την στιγμή που γεννήθηκε η ιδέα για ένα εκτενές κείμενο γύρω από την ιστορία, την μυθολογία και την φαντασμαγορία του φλίππερ, γεννήθηκαν και οι σχετικοί προβληματισμοί του συγγραφέα ως προς την κατάλληλη γραφή αλλά και την φόρμα. Η λογοτεχνία είχε δώσει ήδη εξαίρετα δείγματα με τον Μουρακάμι, τον Νικολαΐδη, τον Κουμανταρέα. Ο Πέτερ Χάντκε στο περίφημο Δοκίμιο για το τζουκ – μποξ έκανε το ίδιο από «μη μυθοπλαστική» άποψη.

Ο Καλφόπουλος θα ακολουθήσει άλλο δρόμο, πόσο μάλλον αν η σχέση του με το παιχνίδι στροβιλίζεται γύρω από μια γυναίκα: θα σταθεί στην άκρη και θα παρατηρήσει τον εαυτό του, σε τρίτο πρόσωπο, από την αρχή της ιστορίας μέχρι σήμερα. Θα τον δει νεαρό παίκτη να αφήνει στα μηχανήματα την highscore υπογραφή του με ονόματα εθνικο-απελευθερωτικών ή «τρομοκρατικών» οργανώσεων, θα προσπαθήσει να τα θυμηθεί στα μπιλιάρδα και στα σφαιριστήρια, ακόμα και στα λούνα παρκ. Σ’ ένα συνεχή διάλογο παρόντος και παρελθόντος, θα εκφράσει όλες τους τις επιθυμίες: να φτιάξει έναν χάρτη όπου κυκλώνει ή καρφιτσώνει όλες τις πόλεις με φλίππερ από τα οποία πέρασε, να ταξιδέψει ξανά για να εντοπίσει τα παλιά μηχανήματα σαν ένα είδος «βιομηχανικού αρχαιολόγου», να τα εντάξει στην Kulturindustrie.

Η είσοδος στον φαντασμαγορικό τους κόσμο ήταν μια σχισμή, μια άλλη «στενή πύλη», η σχισμή για το κέρμα, όπως στο παγκάρι που γεμίζει με τον οβολό του πιστού. Από τον ήχο του κέρματος που έπεφτε μπορούσες να καταλάβεις την συχνότητα των παικτών ή την αχρησία του μηχανήματος. Μόλις άνοιγε το κύκλωμα ο συγγραφέας παίκτης παρατηρούσε με προσοχή το μηχάνημα, άγγιζε τις πλευρές του, δεχόταν από το ίδιο να του δείξει τι ζητά από αυτόν. Η πείρα του έλεγε ότι ένα μηχάνημα ποτέ δεν μπορείς να το κερδίσεις ολοκληρωτικά – και ειδικά εδώ, πάντα θα υπάρχει ένα κλάσμα δευτερολέπτου που η μπίλια θα ξεφύγει από τον έλεγχό σου.

Ο συγγραφέας συνομιλεί με τα γραπτά του Χάντκε και του Μπένγιαμιν (άλλωστε το παιχνίδι ως μεταφορά, το αυτόματο ως αναπαράσταση, η φαντασμαγορία των στοών, όλα αποτελούν μοτίβα όπου περιπλανήθηκε ο σπουδαίος φιλόσοφος), εμπνέεται από τις σύντομες σημειώσεις των Αντόρνο και Χορκχάιμερ, αναζητά αναφορές στα βιβλία και ιδίως στα αστυνομικά, όπως του ύστερου Σιμενόν, ο οποίος κάποτε έγραψε για Όλα αυτά τα μηχανήματα που βάζεις κέρματα για ν’ ακούσεις μουσική ή να εκσφενδονίσεις μπίλιες, όλα όσα μπορεί να επινοήσει μια πόλη για να ξεγελάσει την ανθρώπινη μοναξιά.

Ακολουθούν οι κινηματογραφικές ταινίες όπως του Μελβίλ, εντοπίζει μια αποθήκη γεμάτη από φλίππερ στην Συμμορία των Σικελών του Ανρί Βερνέιγ [1969], αλλά και εκείνα που κατέστρεψαν οι πιστοί στο Tommy του Κεν Ράσσελ [1975]. Ταξιδεύει από την μια σειρά στην άλλη στην μεταπολεμική Γαλλία μέχρι τον Μάη του ’68 όπου δεν υπήρχε στο Παρίσι Café – tabac που να μη διέθετε ένα μηχάνημα και τα αναζητά οπουδήποτε υπήρχαν, από το πορθμείο του Ντόβερ και την Οστάνδη μέχρι την Ιαπωνία και φυσικά στην Αθήνα, την Πλατεία Βικτωρίας, τα Εξάρχεια, το Μουσείο, τα ζυθεστιατόρια του κέντρου.

Το φλίππερ, συνειδητοποιεί ο ήρωας, σχετίζεται άμεσα με την πόλη και την περιπλάνηση (μέσα στην πόλη και μέσα στον «κόσμο του φλίππερ»). Κάθε φλίππερ αφηγείται μια ιστορία που είναι πάντα συνδεδεμένη με ένα σύστημα κυρώσεων και αμοιβών κι όλα μαζί συγκροτούν μια μεγάλη αφήγηση με πολλαπλές αναγνώσεις  και αλλεπάλληλα μοτίβα: το μοτίβο του American Dream (πριν το αποδομήσει ο Μπρωντριγιάρ την δική του Αμερική), της τεχνολογίας, της περιπλάνησης στην ζούγκλα των πόλεων αλλά και σε εξωτικά μέρη, του χρόνου, της διακόσμησης, της σύγκρουσης και της συμφιλίωσης.

Η ορολογία είναι χαώδης: από το αγγλοσαξονικό Pinball μέχρι τα δικά μας μηχανάκια, φλιπεράκια ή φιμπεράκια (έτσι τα έλεγε και ο γυμνασιάρχης μας στην Κυψέλη, όταν μας προέτρεπε να τα αποφεύγουμε, εννοώντας τα ηλεκτρονικά παιχνίδια που το αντικατέστησαν!) οι δεκάδες παραλλαγές των μηχανημάτων του ονείρου, οι κατηγορίες, οι μάρκες και τα μοντέλα, περνούν εδώ ταχύτατα αλλά σε πλήρη σειρά. Κάποια στιγμή το φλίππερ πέρασε από την φάση του επιτραπέζιου αυτόματου στην εξέλιξη που το σήκωσε στα τέσσερα, όπου ο παίκτης το ταρακουνούσε ολόκληρο· κι αυτό μαζί με την ηλεκτροδότηση, την καινοτομία της ρακέτας και την προσθήκη της «βιτρίνας» με τους μετρητές αποτέλεσαν μια τομή στην ιστορία, από εκείνες που υμνούν οι ιστορικοί.

Κάπου ανάμεσα σ’ αυτά γνώρισε μια από την καλύτερες παίκτριες που έκανε το παιχνίδι δικό της, ενώ εκείνος παρατηρούσε τις κινήσεις και τις αντιδράσεις της. Εκείνη που την είδε να παίζει εκεί διατρέχει όλο το βιβλίο, από την στιγμή που την αντίκρισε μέχρι την άφιξή τους ξημερώματα στο βροχερό Παρίσι. Ακόμα κι εδώ αποφεύγεται κάθε θρηνητική διάθεση, άλλωστε οι έρωτες εμπεριέχουν, τολμώ να γράψω, το ίδιο τους το τέλος. Ένα παράπονο μένει μόνο, που δεν σκέφτηκαν καν να παίξουν μια τελευταία παρτίδα. Ή όπως τραγουδούσε ο Lou Reed στο Love is here to stay: He loves to play pinball, She wants to play next…

Θα επρόκειτο εκτός των άλλων για ένα βαθιά νοσταλγικό κείμενο, που θα μπορούσε να προστεθεί στην βιβλιογραφία της νοσταλγίας του βινυλίου, της γραφομηχανής, των παλαιών τηλεφώνων. Αλλά όσο φορτισμένος κι αν είναι ο συγγραφέας, αποφεύγει μια «post – ζαχαρωμένη νοσταλγία» και χειρίζεται με μαεστρία την απολύτως προσωπική του συγκίνηση· άλλωστε αυτό που τον ενοχλεί δεν είναι τόσο η σταδιακή του εξαφάνιση όσο το γεγονός ότι συνοδεύτηκε από την εγκατάστασή του στους υπολογιστές. Αντίθετα αφήνεται σ’ ένα πυκνό, ασθματικό κείμενο, με μακριές δαιδαλώδεις προτάσεις και μια σπάνια γλωσσική μεταχείριση ενός αντικειμένου που υπήρξε γι’ αυτόν ένας ολόκληρος κόσμος. Και γι’ αυτό το τελευταίο τον ζηλεύω.

Αυτό το μικρό, μόλις εβδομήντα δυο σελίδων, βιβλίο δεν είναι μόνο η οριστική λογοτεχνική τίμηση του φλίππερ, ούτε μια πολυπρισματική προσέγγιση του κόσμου του. Είναι ένα υποδειγματικό δοκίμιο για έναν άνθρωπο που αγάπησε το φλίππερ κι έναν συγγραφέα που πασχίζει να γράψει τόσο γι’ αυτό όσο και για έναν έρωτα που άνθησε πάνω από το φλίππερ.

Εκδ. Gramma, σ. 72, με τέσσερις μαυρόασπρες φωτογραφίες (μια συντροφιά, μια διαφήμιση, ένα εξώφυλλο δίσκου, ένα απόκομμα εφημερίδας). Περιλαμβάνεται δισέλιδο με υποσημειώσεις, όπου και όλες οι προηγούμενες διαδρομές του βιβλίου.

Στις εικόνες: Fast Company [1953], Joe Strummer, Catherine Deneuve, Le clan des Siciliens [1969], Debbie Harry [NYC, 1977], Bruce Springsteen & The E Street Band.

Δημοσίευση και στο mic.gr, στο Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 217, εδώ.

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

22
Μάι.
17

Αμπδόν Ουμπίδια – Τερπινοήσεις

Αν…

Έχουμε ήδη απολαύσει την πρόζα του Ουμπίδια στην Χειμωνιάτικη Πόλη που παρουσιάσαμε στο Πανδοχείο πριν μερικά χρόνια. Μέρος εκείνου του κειμένου, με άλλους δυο έντυπους ενθουσιασμούς δημοσιεύεται στο τέλος του παρόντος βιβλίου. Σήμερα εκείνο το μυθιστόρημα έχει φτάσει τις είκοσι δύο εκδόσεις, στον Ισημερινό, όπου ο συγγραφέας εκδίδει μυθιστορήματα, συλλογές διηγημάτων, μελέτες για την λαϊκή προφορική λογοτεχνία και τα παραμύθια, διακονεί λογοτεχνικά περιοδικά και δημοσιεύσει άρθρα ευρέως φάσματος. Μάλιστα το ψυχογραφικό υπαρξιακό μοτίβο του συζύγου που τρεκλίζει ανάμεσα σε δυο εξίσου πειστικές πραγματικότητες, στην πίστη και στην ενδεχόμενη απιστία της συζύγου του εξακολουθεί να δίνει έμπνευση εδώ, αν και με άλλους όρους. Αλλά ας τα πάρουμε με την σειρά.

Ο Ουμπίδια σε αυτή την πρώτη από τρεις ιδιαίτερες συλλογές διηγημάτων με κοινή θεματολογία δοκιμάζει μια δύσκολη μορφή μικρών κειμένων. Δεν επιλέγει ένα στιγμιότυπο ή μια εικόνα της καθημερινότητας, ούτε μια ιστορία που θα μπορούσε εύκολα να γίνει ταινία μικρού μήκους, όπως συμβαίνει δηλαδή με άλλα διηγήματα. Στην ουσία συλλαμβάνει μια ευρηματική κάθε φορά ιδέα και την περικυκλώνει με μια πυκνή ιστορία. Είναι ευνόητο ότι οι περισσότερες από τις ιδέες του θα αποτελούσαν κάλλιστα την ψίχα εκτενέστερων κειμένων, αν όχι μυθιστορημάτων.

Αλλά ο συγγραφέας προτιμά ακριβώς αυτό το παιχνίδι: να μπολιάσει τα ακαριαία του κείμενα με μια λαμπρή σύλληψη και να την αφήσει να ταλανίζει τους χαρακτήρες του όπως κι εμάς με το ερώτημα τι θα γινόταν αν όντως γινόταν πράξη. Κι εδώ έρχεται ο συνεκτικός ιστός των επίλεκτων φαντασιογραφημάτων του συγγραφέα· οι ιστορίες δεν έχουν συγκεκριμένο τόπο και χρόνο αλλά μια κοινή εμμονή: την αναζήτηση ενός μηχανισμού που θα προσφέρει πολυπόθητες υπηρεσίες σε ταλαιπωρημένες ψυχές. Θα αποδώσει δικαιοσύνη, θα επαναφέρει αναμνήσεις, θα κατασκευάσει αλήθειες, θα ακινητοποιήσει στιγμές.

Θα κατασκευάσει αλήθειες; Ακριβώς, αυτό είναι το αντικείμενο του Οίκου Βάαγκεν [Ρ.Μ. Βάαγκεν, Κατασκευαστής αληθειών], που προμηθεύει με στοιχεία, πειστήρια και μαρτυρίες τον πελάτη που επιθυμεί την θεμελίωση κάποιας αλήθειας. Από τα ψέματα μικρής διάρκειας και την εκπόνηση διατριβών ο οίκος πλέον οργανώνει προεκλογικές εκστρατείες και ξαναγράφει πολυάριθμα ιστορικά γεγονότα. Ο κύριος Κράους έρχεται για κάτι απλούστερο: έχει σκοτώσει τον εραστή της γυναίκας του και επιθυμεί την ενοχοποίησή της αλλά και την εξαφάνιση ανεπιθύμητων μαρτύρων. Η εκδίκησή του θα διαρκέσει πολλά χρόνια, ώστε να απολαύσει τον ρόλο του θλιμμένου, γεμάτου κατανόηση χήρου, ενώ η γυναίκα του θα γερνάει στην φυλακή. Αυτό ήταν το σκοτεινό όνειρο του κυρίου Κράους.

Όμως συμβαίνει κάτι που ανατρέπει τον σκοπό της ύπαρξής του: εκείνη δηλώνει ένοχη και ζητάει την ανώτατη ποινή. Τι συνέβη; Του στέρησε συνειδητά την χαρά να της αρνείται την συγχώρεση; Αντιλήφθηκε ότι εκείνη ήταν ούτως ή άλλως η κύρια υπαίτια για την τραγωδία και αυτοτιμωρήθηκε; Ή μήπως τελικά αποτρελάθηκε; Ο κύριος Κράους μετατρέπεται σε έναν δύστυχο που θέλει να σώσει την γυναίκα του. Μπορεί άραγε να ζητήσει την συνδρομή του οίκου ή δεν του μένει παρά να προστατεύει την δική του αλήθεια στο μοναδικό μέρος όπου έχει θέση, στην διαυγή ακόμα μνήμη του;

Οι ήρωες του Ουμπίδια έχουν ιδιαίτερη προτίμηση και στις ευφάνταστες εφευρέσεις, όπως το Πρόγραμμα για στιγμιαίο ξανάνιωμα, ένα λογισμικό που επιτρέπει στον χρήστη να έρθει σε επικοινωνία, για παράδειγμα, με κάποια φιλενάδα από τα παλιά, ακόμα και από την παιδική ηλικία, προβάλλοντας τόσο εκείνη όσο και τον ίδιο με την φωνή και την εμφάνιση που είχαν πριν είκοσι ή σαράντα χρόνια. Φυσικά η επικοινωνία γίνεται στο παρόν, με αποτέλεσμα οι εικονικές αυτές επανασυνδέσεις να οδηγήσουν σε ιδιαίτερες σχέσεις. Ή σε απρόσμενες αποκαλύψεις, που μπορεί να συντρίψουν ολόκληρες βεβαιότητες. Στον αντίποδα, Η πιστή καταγραφή των αναμνήσεων, διευκολύνεται από έναν διακόπτη που σταθεροποιεί την εκάστοτε ανάμνηση και την μεγεθύνει, ώστε να βρεθεί ο χρήστης σ’ ένα ολοζώντανο παρελθόν. Όμως εδώ καραδοκεί η αιώνια μάχη με το παρόν, μάχη που όπως συμβαίνει πάντα αφήνει πίσω της πολλά θύματα.

Μια άλλη κατηγορία ιστοριών εστιάζει σε διάφορες συλλογικές, ενίοτε «πρωτοποριακές» και πάντως πρωτότυπες κοινότητες, όπως εκείνη που ζει και βασιλεύει στα αεροπλάνα [Σύννεφα και αεροπλάνα] ή Η Γκρίζα Επανάσταση και οι αγκιτάτορές της, της οποίας ο αρχηγός είναι ένας πολιτικά στρατευμένος νέος πλήρους απασχόλησης που έχει αφοσιωθεί στην διάδοση της ιδέας του, σύμφωνα με την οποία, η εξουσία και οι ένοπλες δυνάμεις θα πρέπει να παραδοθούν στους ηλικιωμένους. Με τον τρόπο αυτό όλο το πάθος και η ενεργητικότητα της νεότητας θα διοχετεύονται στην έκσταση και την χαρά της ζωής, χωρίς να ξοδεύονται ανώφελα. Αν σκεφτεί κανείς πώς είναι ο κόσμος σήμερα, δεν έχει διόλου άδικο ο μοναχικός αγκιτάτορας όταν υποστηρίζει ότι τελικά τρεμάμενοι και επιλήσμονες ηλικιωμένοι θα επιβράδυναν την φρενήρη πορεία της κοινωνίας. Μια παραδειγματική εφαρμογή της σχετικής ιδέας αποδεικνύει ότι η ζωή αλλάζει προς το καλύτερο, για όλες τις ηλικίες. Θα πραγματοποιηθεί τελικά η Γκρίζα Επανάσταση;

Ακόμα και στα δισέλιδα κείμενά του ο συγγραφέας παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα ιδέα και την αφήνει να συνεχίζεται στην σκέψη μας, αφήνοντας μερικά ερωτήματα να αιωρούνται βασανιστικά. Οι ανέσεις στο αεροπλάνο αναφέρονται σ’ έναν μικρό μοχλό που μπορεί να προκαλέσει έκρηξη αν χρησιμοποιηθεί από πολλούς επιβάτες. Πώς θα αντιδρούσαν οι επιβάτες στα μεμονωμένα χτυπήματα και πώς στα αυξανόμενα; Οι νέοι καθρέφτες μπορούν να παγώνουν μια εικόνα και να ακινητοποιούν τους πάντες και τα πάντα. Η σαφώς μπορχεσιανής προέλευσης σύλληψη οδηγεί αναπόφευκτα στο ερώτημα τι θα συμβεί αν ένας εγκληματίας ή ένα παράνομο ζευγάρι ή ένα κορίτσι που μόλις εξερεύνησε το γυμνό του σώμα ανακαλύπτουν ότι αυτό που δεν πρέπει να δει κανείς άλλος έχει αιχμαλωτιστεί εκεί, ενδεχομένως για πάντα.

Η μουσική χωρίς ήχους που προφανώς μας φέρνει στο μυαλό την περίφημη Συμφωνία της Σιωπής του John Cage παίζεται σε μια ειδική αίθουσα που μοιάζει μάλλον με αίθουσα εκδηλώσεων επαρχιακού σχολείου. Όλοι παίρνουν τις θέσεις τους και παρασύρονται από τις κινήσεις της μπαγκέτας του μαέστρου. Φυσικά δεν υπάρχουν μουσικά όργανα ούτε φώτα· η συμφωνία διεξάγεται στο σκοτάδι ώστε η συγκέντρωση να είναι απόλυτη. Όμως ο εκτός της αίθουσας περίγυρος αντιδρά: πρόκειται για σέκτα αποφασισμένη να καταστρέψει μέχρι και το τελευταίο ίχνος δυτικής μουσικής, υπεύθυνης για την εξαφάνιση των άλλων μουσικών του κόσμου; Αρκεί, αναρωτιέμαι, η αναφορά μερικών ιδιόμορφων εξτρεμιστικών ιδεών για να αποκαλύψει την ανησυχία του κόσμου μπροστά σε μια αλλαγή ή την άμεση ανάφλεξη μιας ομαδικής παράκρουσης, με τον τρόπο του ολοκληρωτισμού;

Εκδ. Ροές, 2015, σ. 128, συντονισμός μετάφρασης: Νίκος Πρατσίνης, μετάφραση: Ελένη Βότση, Χρυσάνθη Γιαννιά, Μάρω Γολικίδου, Μαρία Μελαδάκη, Ελένη Οικονόμου, Ειρήνη Οικονόμου Αργυρίου, Αγγελική Παλασοπούλου, Μαρία Στρατηγάκου [εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Τμήματος Μετάφρασης του Κέντρου Ισπανικής, Πορτογαλικής και Καταλανικής Γλώσσας ALBANICO. Εισαγωγή: Μαρία Μελαδάκη, επιμέλεια: Δήμητρα Παπαβασιλείου. Περιλαμβάνεται σημείωμα του συντονιστή της μετάφρασης [Abdon Ubidia Divertinventos: Libro de fantasias yutopias, 1989]

Στις εικόνες: άνθρωποι και αντικείμενα που θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν δραπετεύσει από τις ιστορίες του κυρίου Ουμπίδια (ή απλά να τον έχουν εμπνεύσει). Στην τελευταία φωτογραφία ένα κορίτσι που σαφώς θα υποστήριζε την Γκρίζα Επανάσταση.




Αύγουστος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιολ.    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 851,779 hits

Αρχείο