Archive Page 2

03
Ιον.
17

Τόμας Πύντσον – Υπεραιχμή

Ηλεκτρονικές Πολιτείες (και Βίοι) της Αμερικής

Σε μια χαρακτηριστική «σκηνή» της καταιγιστικής Υπεραιχμηρής μυθοπλασίας δυο παιδιά παίζουν ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι εξόντωσης ανθρώπων: εξαφανίζουν τους πεζούς που φωνάζουν στα κινητά τους, τις μανάδες που σπρώχνουν διπλά καροτσάκια με μεγάλα παιδιά, εκείνους που προσπερνούν στην ουρά. Σε αυτό το «παιχνίδι εντολών πρώτης βολής» έχουν απενεργοποιήσει κάθε εμφάνιση αίματος, φωνάζουν «Να σέβεσαι περισσότερο τους συνανθρώπους σου» και εξασκούνται στην καταπολέμηση ανεπιθύμητων συμπεριφορών. Οι σελίδες είναι χαρακτηριστικές ως προς την αναπαράσταση ενός αναδυόμενου κόσμου όπου οι ενοχλητικοί βρίσκονται παντού αλλά πάντα υπάρχει ένας πλήκτρο να τους αντιμετωπίσεις.

Αυτή η αμφιλεγόμενη απονομή δικαιοσύνης αποτελεί μία από τις εκατοντάδες ίνες που πλέκουν το μυθιστόρημα αλλά δεν χαρακτηρίζει όλους τους χαρακτήρες, ο αριθμός των οποίων άλλωστε είναι τριψήφιος, ενώ οι περιφερειακοί ήρωες είναι δεκάδες. Η βασική πρωταγωνίστρια πάντως, η Μαξίν Τάρνοου, διακονεί Γραφείο Εξιχνίασης Υποθέσεων Οικονομικής Απάτης, τις οποίες βέβαια γνωρίζει καλά και ως πρώην σεσημασμένη. Το πολυώροφο κτίριο όπου βρίσκεται η έδρα της είναι γεμάτο από υποψήφιους πελάτες – υπηρεσίες ραντεβού, χειροπράκτες και βελονιστές, πράκτορες ταξιδιωτικών αποδράσεων, ατζέντηδες που υπόσχονται δημοσιότητα, προμηθευτές ημινόμιμης «μαμαχουάνα», σχολικές αίθουσες με δασκάλους ή ψυχαναλυτές ή και τα δυο μαζί – το ίδιο και οι γειτονικοί ουρανοξύστες, ολόκληρη η γειτονιά, η πόλη, η πολιτεία. Η μισή Αμερική βαριανασαίνει σε τέτοιους χώρους.

Όμως το νέο, αχανές πεδίο της άγρας πελατών, της επαγγελματικής καταξίωσης και της νέας οικονομίας δεν είναι παρά ο κυβερνοχώρος, αυτός ο υπερμοντέρνος παράλληλος κόσμος όπου τα πάντα είναι δυνατά και όλα επιτρέπονται. Και δεν υπάρχει μόνο αυτός: από κάτω χάσκει ένα δεύτερο διαδίκτυο, ο Βαθύς Ιστός, που βρίσκεται ακόμα σε βρεφικό στάδιο· οι επιφανειακές μηχανές αναζήτησης δεν φτάνουν ως εκεί, συνεπώς οι ανεπιθύμητοι θα μείνουν απ’ έξω. Όποιος κερδίσει ένα μερίδιο σ’ αυτή την πολιτεία των κρυπτογραφήσεων και των ανακατευθύνσεων μπορεί να λογίζεται άρχων του επερχόμενου.

Φυσικά ο κόσμος έχει γεμίσει νεαρά παιδιά που προσπερνούν το ένα μετά το άλλο τείχος προστασίας και χακάρουν κάθε υπολογιστή αλλά ακριβώς την στιγμή που είναι έτοιμα να μπουν στον πυρήνα του συστήματος, έρχεται το κράτος και τα τσακώνει με νομικές διαδικασίες, ώστε να επιλέξουν να εργαστούν μαζί του αντί να φυλακιστούν. Την ίδια στιγμή η πόλη προσπαθεί να συνέλθει από την χρηματιστηριακή κατάπτωση, ολόκληροι όροφοι εταιρειών πληροφορικής χάσκουν εγκαταλειμμένοι αλλά οι καλωδιώσεις υπάρχουν ακόμα και πολλοί νέοι επιχειρούν να στήσουν μέσα από το λάπτοπ την εταιρεία της ζωής τους. Οι εταιρείες ακινήτων εμφανίζονται ξανά σαν τα μανιτάρια κι ας είναι ακόμα νωπές οι μνήμες από τις «φασιστικές» μεθόδους που χρησιμοποιούσαν για να αναγκάσουν ιδιοκτήτες και νοικάρηδες να φύγουν.

Άλλοι εφευρίσκουν ευφυείς τρόπους να βγάζουν λεφτά, όπως εκείνος που εισάγει εκατοντάδες λούτρινα κουκλάκια από την Κίνα και τα προωθεί στα μαγαζιά την κατάλληλη στιγμή στις φορτοεκφορτώσεις. Πρόκειται για παιχνίδια που γίνονται ιδιαίτερα δημοφιλή αλλά φθείρονται πολύ εύκολα κι έτσι, όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, εμφανίζει ως σπάνια συλλεκτικά κομμάτια όσα έχει για καιρό αποθηκεύσει σε ειδικές πλαστικές σακούλες με ελεγχόμενη θερμοκρασία. Υπάρχουν κι εκείνοι που προτείνουν ανιχνευτές τσέπης που σκανάρουν τις ουρές στα ταμεία και υπολογίζουν ποια είναι η μικρότερη ή ηχητικούς συναγερμούς που κολλάνε πάνω στο τηλεχειριστήριο της τηλεόρασης ώστε να μην το χάνεις ποτέ.

Όλα αυτά δεν είναι παρά η καθημερινότητα του βιοπορισμού της Μαξίν, η οποία καλείται να μπει στα άυλα άδυτα μιας εταιρείας με όνομα – γλωσσοδέτη που αφήνει πίσω της χαλάσματα και επιχειρεί πρωτοκαθεδρία της κοσμικής πληροφορικής, με την απαραίτητη βοήθεια από την μεσανατολική άλλη άκρη του κόσμου. Εδώ η ψευδοαστυνομική ιστορία αναζητά την γεωπολιτική της συζυγία. Αλλά όταν λίγο αργότερα έρχεται το χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου, τότε η ημερήσια διάταξη γεμίζει με καταλόγους υστεριών, συνομωσιών και επικερδών εκμεταλλεύσεων. Την ίδια στιγμή «το διαδίκτυο έχει μετατραπεί ξαφνικά σε αποκριάτικο καρναβάλι για παρανοϊκούς και τρολ, ένα πανδαιμόνιο σχολίων που για να τα διαβάσεις όλα ίσως να μη φτάνει ο χρόνος που απομένει στο πιθανολογούμενο υπόλοιπο ζωής του σύμπαντος…» [σ. 454]

Η Υπεραιχμή είναι ένα πολυδιάστατο μυθιστόρημα δια χειρός Πύντσον, κοινώς διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά της γραφής του: ενιαίο κορμό που διακλαδώνεται σε εκατοντάδες υποϊστορίες, κατάργηση των ορίων μεταξύ σοβαρότητας και χιούμορ, χρήση και κατάχρηση όλων των πολιτιστικών προϊόντων της Νέας Γης, από το ροκ και την ποπ, μέχρι την τηλεόραση και τα βιντεοπαιχνίδια. Στα ράφια του δίπλα από τις μάρκες των προϊόντων τοποθετούνται οι ήρωες των καρτούν και όλα τα πρόσωπα της λαϊκής κουλτούρας, ζωντανά ή επίπλαστα. Είναι άλλωστε ο κορυφαίος εγκυκλοπαιδιστής της εποχής του. Γέννημα θρέμμα της Νέας Υόρκης ο ίδιος αλλά ταξιδιώτης διαρκείας στην Δυτική Όχθη ακριβώς την εποχή όπου θα άλλαζε ο κόσμος, κατόπιν αμετακίνητος κάτοικος του Άνω Δυτικού Μανχάταν, ο Πύντσον γνωρίζει κάθε εκατοστό του εξιστορούμενου τόπου και χρόνου· πόσο μάλλον όταν εδώ υπήρξε αυτόπτης και επιτόπιος μάρτυρας της μεγάλης ιστορικής καμπής στην Μητρόπολη του Νέου Κόσμου.

Η γλώσσα του είναι γλυπτή και εφευρετική. Μπορεί ταυτόχρονα να δοκιμάζει μια ποιητικότατη περιγραφή ενός κτιρίου, ενός δρόμου ή μιας στιγμής της ημέρας και κατόπιν να παρασύρεται σε περιπλεγμένες προτάσεις που εναλλάσσονται με άμεσους διαλόγους, βασικότατο στοιχείο για την έκφραση των αμέτρητων χαρακτήρων που αποτελούν το βασικό όχημα της ιστορίας. Μέχρι σήμερα εξακολουθεί να απεχθάνεται κάθε φωτογράφηση και συνέντευξη (έχει παρέμβει όμως όταν επιχειρείται με διάφορους τρόπους η εικονοποίησή του)· αυτό δεν τον εμποδίζει να παραμένει ένας ανελέητος σφυροκόπος σε κάθε μορφής εξουσία, με λόγο πάντα υπέρ των αδυνάτων. Τα μυθιστορήματά του, φορτισμένα ούτως ή άλλως με την αίγλη ενός εξαρχής εξαφανισμένου λογοτέχνη, αρκούν.

Κι εδώ επιχειρεί για άλλη μια φορά να σκάψει το σάπιο υπέδαφος. Δεν αρκείται σε μια φαντασμαγορική μυθοπλασία αλλά γράφει ένα μυθιστόρημα για όλες τις τραγικότητες της εποχής του 2000: την άλωση του ψηφιακού κόσμου από την οικονομία, την οριστική κατάργηση κάθε ιδιωτικής ζωής, τις επακόλουθες καταστροφές ανθρώπινων ζωών. Ο υπόκοσμος γίνεται και διαδικτυακός, η πορεία των μετοχών αναδεικνύεται σε κυρίαρχο ιστορικό παράγοντα, εκείνοι που θησαυρίζουν από την οικονομική κατάρρευση των άλλων βγαίνουν πάντα καθαροί.

Μένουν οι απλοί άνθρωποι, που ζουν στη χώρα της ελευθερίας και νομίζουν πως ελέγχουν την βούλησή τους, ενώ την ίδια στιγμή ό,τι κάνουν είναι αποτέλεσμα μιας μεγάλης ραδιουργίας πολιτικής, μιντιακής, ηλεκτρονικής, ηθικής. Κάποτε μοιάζουν με μαριονέτες, όπως η φουσκωτή κούκλα της δικαιοσύνης που κινείται ελαφρά από τον αέρα πάνω από το γραφείο του περίφημου απατεώνα δικηγόρου Saul Goodman στην σειρά Breaking Bad. Πόσες από τις δεκάδες μικροζωές θα διατηρήσει ένα έστω ελάχιστο όριο ιδιωτικότητας και αυτενέργειας;

Τέλος, εδώ μου φαίνεται πως λάμπει ένα ευφυές παράδοξο: καθώς ο Πύντσον γράφει το απόλυτα σύγχρονο μυθιστόρημα για την ηλεκτρονική και ιντερνετική εποχή γύρω από το 2000, πολλά από τα αναφερόμενα στοιχεία μοιάζουν, με τα δεδομένα του 2017, ξεπερασμένα. Έτσι, δεν συντάσσει μόνο ένα λογοτεχνικό εγχειρίδιο μια πρώιμης Ιστορίας του καλωδιωμένου κόσμου ή, αν η πρόζα καθαριστεί από την μυθοπλασία, μια συγχρονική Ιστορία της Σύγχρονης Αμερικής, αλλά και την ίδια στιγμή ειρωνεύεται και υποκύπτει ακριβώς στην ταχύτατη ρευστότητα της εποχής και στην απόλυτη παροδικότητα των ανθρώπινων έργων – και του δικού του.

Εκδ. Ψυγοχιός, 2014, μτφ. Γιάννης Κυριαζής, σελ. 559 [Bleeding Edge, 2013]

Υπό δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 50 (καλοκαίρι 2017)

Ο μεταφραστής των βιβλίων του Τόμας Πύντσον Γιάννης Κυριαζής στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.

Στις εικόνες: διαφημίσεις από την εποχή της ελπίδας, ένα εξώφυλλο της Pat Benatar (που τιτλοφόρησε ένα δίσκο της ως Gravity Rainbow, από το μείζον έργο του Πύντσον – ομολογώ ότι κάπως έτσι φαντάστηκα την Μαξίν), η φουσκωτή κούκλα της δικαιοσύνης και οι αιώνιοι κερδοσκόποι.

 

30
Μάι.
17

Εμβόλιμον, τεύχος 81 – 82 (Φθινόπωρο 2016 – Χειμώνας 2017)

Κάθε πενθητική λειτουργία αποτελεί και μια προαναγγελία αναστάσιμη. Γι’ αυτό άλλωστε η σήμανση της χαρμολύπης μέσα από το πνευματικό γεγονός της Μεγάλης Παρασκευής δεν καθρεφτίζει απλώς τη συνέχιση της αρχαιοελληνικής και της χριστιανικής παράδοσης που αφορά τον θάνατο του Θεού (ο οποίος πρόκειται να αναστηθεί, αν πιστέψουμε τις θρησκευτικές παραδόσεις που λειτουργούν σε συμβολικό επίπεδο). Περιγράφει και μια ανθρώπινη εσωτερική κατάσταση, επίσης σε συμβολικό επίπεδο: το ψυχικό πένθος – προάγγελο μιας νέας πραγματικότητας, το ανθρώπινο άλγος που επωάζει τη μελλοντική ελευθερία…

γράφει η Κλεοπάτρα Λυμπέρη στην Μυστικιστική Άνοιξη του Νίκου Καρούζου, σ’ ένα από τα ποικίλα κείμενα που κοσμούν ένα Εμβόλιμον που αφήνει για λίγο στην άκρη τα αφιερώματα και ανοίγει το τεύχος σε πλήθος κειμένων και ειδών, από την ποίηση, την σύντομη πρόζα και το διήγημα μέχρι το δοκίμιο, την φιλολογική εργασία και την επιστολή, χωρίς να ξεχνάμε τις εκτενείς κριτικές βιβλίων. Ιδιαίτερα τα δοκίμια αποτελούν για άλλη μια φορά μελέτες αναφοράς, που δεν διαβάζονται στον τρέχοντα αναγνωστικό χρόνο ενός επίκαιρου λογοτεχνικού περιοδικού αλλά καταρτίζουν μια χρήσιμη κειμενοθήκη.

Η αφίσα  της Μαρία Κουγιουμτζή συνδέει με ευρηματικό τρόπο ένα τραγικό περιστατικό, μια αυτόκλητη απονομή δικαιοσύνης και μια αφίσα, ενώ σ’ ένα από τα ποιήματα της Λένας Παππά είναι η σειρά της Κοκκινοσκουφίτσας να φάει τον Λύκο επίφοβη, επικίνδυνη, / πίσω απ’ τη μάσκα της αθώας κρυμμένη, γιατί Άλλαξαν / άλλαξαν τα πράγματα δραματικά  […]  τώρα πια στα παιδιά μας πιο παραμύθι να ιστορήσουμε; // Το δάσος δεν υπάρχει πια / οι ξυλοκόποι το έκαναν καυσόξυλα / μοντέρνες πολυκατοικίες πήρανε τη θέση του… Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει Αυτή η ανεπαίσθητη κίνηση που την ονομάζουμε ζωή, οι μικρές ελλειπτικές φόρμες της Καναδής γαλλόφωνης διηγηματογράφου Αude [Claudette Charbonneau Tissot, 1947 – 2012].

Όπως πάντα, τα μη μυθοπλαστικά κείμενα καλύπτουν ευρύτατη θεματολογία. Η Θεολογία των επίγειων πραγματικοτήτων: Οι Τέχνες θεωρούμενες μέσα από το μυστήριο της εν Χριστώ Οικονομίας (Γεώργιος Ι. Στούκης) εστιάζει στην θεο – λογικότητα της λογοτεχνίας και το αίτημα της «προσωπικής» ύπαρξης, ελευθερίας και αποδοχής της ετερότητας στο διήγημα του Γ. Βιζυηνού Ο Μοσκώβ Σελήμ. Ο συγγραφέας καταλήγει πως δεν νοείται θεολογία που να μη διαλέγεται με τις θύραθεν επιστήμες και τις λοιπές καλλιτεχνικές και πολιτισμικές δραστηριότητες, που να μην προσλαμβάνει δηλαδή τον παλμό του καιρού της. Οι επίγειες πραγματικότητές της δεν είναι μόνο η φύση και τα θεϊκά κτίσματα αλλά και ο πολιτισμός, οι τέχνες, η τεχνολογία και η εργασία.

Βρήκα εξίσου ενδιαφέροντα τα Τεχνητή Νοημοσύνη και Νιτσεϊκή Αισθητική: Από το Φυσικό στο Μεταφυσικό [Ανδρέας Αντωνίου], Ε. Ντ. Χιρς: «Τρεις διαστάσεις της ερμηνευτικής» [Σταυρούλα Γαρύφαλλου] και Γιώργος Σαραντάρης, ο μελλούμενος. Μια μεγάλη προσφορά της Ολυμπίας Καράγιωργα [Ανθούλα Δανιήλ]. Η Άννα Αφεντουλίδου μας εισάγει στον κόσμο του Γιώργου Χ. Στεργιόπουλου, και ιδίως στην «σκηνογραφία μιας ανάδρομης νεότητας και σ’ ένα πρόωρο αίτημα ωριμότητας» και ο Ευάγγελος Τσουκαράς δοκιμάζει μια συν-ανάγνωση δύο κειμένων του κρητικού θεάτρου: Ερωφίλη – Βασιλεύς Ροδολίνος.

Η απαραίτητη πλέον «στήλη» για τους Αθόρυβους, πάντα σε οργάνωση και επιμέλεια του Κώστα Θ. Ριζάκη χωρίζεται αυτή τη φορά σε δυο κλίτη, αφιερωμένα στην Χριστίνα Καραντώνη και στην Αλεξάνδρα Βερύκοκου. Μια επιλογή επιγραμμάτων από την Παλατινή Ανθολογία (σε ελεύθερη απόδοση από τον Αντώνη Ψάλτη) είναι φυσικά πάντα δεκτή και, ως συνήθως, πλείστοι ποιητές, μεταξύ άλλων οι Γιολάντα Πέγκλη, Κώστας Θ. Ριζάκης, Κατερίνα Κούσουλα, Δημήτρης Περοδασκαλάκης, Τζίνα Ξυνογιαννακοπούλου, Κώστας Λιννός, Καρίνα Βέρδη, Θεοδώρα Π. Αραμπατζή, Νεκταρία Μενδρινού, Ρούλα Ερμίδη, Πηνελόπη Γιώσα, Μάλαμας Καρύδας, Καλλιόπη Παπαλεωνίδα, Γιώργος Φραγκούλης, Ελένη Σιγαλού, Σοφία Σάντα και Σουσάνα Καρυοφύλη καταθέτουν την ποίησή τους. Η ζωγραφική της Πέγκυς Γραφάκου ντύνει εικαστικά το τεύχος

[σ. 208]

Στις εικόνες: Μεγάλη Παρασκευή στον Τάραντα και έργο της Πέγκυς Γραφάκου.

28
Μάι.
17

Κώστας Θ. Καλφόπουλος – Φλίππερ

Η πρόζα που αξίζει στο αξέχαστο παιχνίδι

Ο συγγραφέας πρωτόπαιξε φλίππερ στην Γερμανία του 1974, όπου το συναντούσε κανείς παντού: σε σταθμούς, καφενεία, αίθουσες ψυχαγωγίες, λαϊκά εστιατόρια, φοιτητικές εστίες. Την ίδια εποχή ήταν απαγορευμένο στην Ελλάδα από την δεκαετία του ’60 για να επιστρέψει είκοσι χρόνια μετά (στην δική μου εφηβεία) για να απαγορευτεί οριστικά το 2000. Αλλά πώς και τι να γράψει κανείς για κάτι τόσο αγαπημένο; Ακριβώς την στιγμή που γεννήθηκε η ιδέα για ένα εκτενές κείμενο γύρω από την ιστορία, την μυθολογία και την φαντασμαγορία του φλίππερ, γεννήθηκαν και οι σχετικοί προβληματισμοί του συγγραφέα ως προς την κατάλληλη γραφή αλλά και την φόρμα. Η λογοτεχνία είχε δώσει ήδη εξαίρετα δείγματα με τον Μουρακάμι, τον Νικολαΐδη, τον Κουμανταρέα. Ο Πέτερ Χάντκε στο περίφημο Δοκίμιο για το τζουκ – μποξ έκανε το ίδιο από «μη μυθοπλαστική» άποψη.

Ο Καλφόπουλος θα ακολουθήσει άλλο δρόμο, πόσο μάλλον αν η σχέση του με το παιχνίδι στροβιλίζεται γύρω από μια γυναίκα: θα σταθεί στην άκρη και θα παρατηρήσει τον εαυτό του, σε τρίτο πρόσωπο, από την αρχή της ιστορίας μέχρι σήμερα. Θα τον δει νεαρό παίκτη να αφήνει στα μηχανήματα την highscore υπογραφή του με ονόματα εθνικο-απελευθερωτικών ή «τρομοκρατικών» οργανώσεων, θα προσπαθήσει να τα θυμηθεί στα μπιλιάρδα και στα σφαιριστήρια, ακόμα και στα λούνα παρκ. Σ’ ένα συνεχή διάλογο παρόντος και παρελθόντος, θα εκφράσει όλες τους τις επιθυμίες: να φτιάξει έναν χάρτη όπου κυκλώνει ή καρφιτσώνει όλες τις πόλεις με φλίππερ από τα οποία πέρασε, να ταξιδέψει ξανά για να εντοπίσει τα παλιά μηχανήματα σαν ένα είδος «βιομηχανικού αρχαιολόγου», να τα εντάξει στην Kulturindustrie.

Η είσοδος στον φαντασμαγορικό τους κόσμο ήταν μια σχισμή, μια άλλη «στενή πύλη», η σχισμή για το κέρμα, όπως στο παγκάρι που γεμίζει με τον οβολό του πιστού. Από τον ήχο του κέρματος που έπεφτε μπορούσες να καταλάβεις την συχνότητα των παικτών ή την αχρησία του μηχανήματος. Μόλις άνοιγε το κύκλωμα ο συγγραφέας παίκτης παρατηρούσε με προσοχή το μηχάνημα, άγγιζε τις πλευρές του, δεχόταν από το ίδιο να του δείξει τι ζητά από αυτόν. Η πείρα του έλεγε ότι ένα μηχάνημα ποτέ δεν μπορείς να το κερδίσεις ολοκληρωτικά – και ειδικά εδώ, πάντα θα υπάρχει ένα κλάσμα δευτερολέπτου που η μπίλια θα ξεφύγει από τον έλεγχό σου.

Ο συγγραφέας συνομιλεί με τα γραπτά του Χάντκε και του Μπένγιαμιν (άλλωστε το παιχνίδι ως μεταφορά, το αυτόματο ως αναπαράσταση, η φαντασμαγορία των στοών, όλα αποτελούν μοτίβα όπου περιπλανήθηκε ο σπουδαίος φιλόσοφος), εμπνέεται από τις σύντομες σημειώσεις των Αντόρνο και Χορκχάιμερ, αναζητά αναφορές στα βιβλία και ιδίως στα αστυνομικά, όπως του ύστερου Σιμενόν, ο οποίος κάποτε έγραψε για Όλα αυτά τα μηχανήματα που βάζεις κέρματα για ν’ ακούσεις μουσική ή να εκσφενδονίσεις μπίλιες, όλα όσα μπορεί να επινοήσει μια πόλη για να ξεγελάσει την ανθρώπινη μοναξιά.

Ακολουθούν οι κινηματογραφικές ταινίες όπως του Μελβίλ, εντοπίζει μια αποθήκη γεμάτη από φλίππερ στην Συμμορία των Σικελών του Ανρί Βερνέιγ [1969], αλλά και εκείνα που κατέστρεψαν οι πιστοί στο Tommy του Κεν Ράσσελ [1975]. Ταξιδεύει από την μια σειρά στην άλλη στην μεταπολεμική Γαλλία μέχρι τον Μάη του ’68 όπου δεν υπήρχε στο Παρίσι Café – tabac που να μη διέθετε ένα μηχάνημα και τα αναζητά οπουδήποτε υπήρχαν, από το πορθμείο του Ντόβερ και την Οστάνδη μέχρι την Ιαπωνία και φυσικά στην Αθήνα, την Πλατεία Βικτωρίας, τα Εξάρχεια, το Μουσείο, τα ζυθεστιατόρια του κέντρου.

Το φλίππερ, συνειδητοποιεί ο ήρωας, σχετίζεται άμεσα με την πόλη και την περιπλάνηση (μέσα στην πόλη και μέσα στον «κόσμο του φλίππερ»). Κάθε φλίππερ αφηγείται μια ιστορία που είναι πάντα συνδεδεμένη με ένα σύστημα κυρώσεων και αμοιβών κι όλα μαζί συγκροτούν μια μεγάλη αφήγηση με πολλαπλές αναγνώσεις  και αλλεπάλληλα μοτίβα: το μοτίβο του American Dream (πριν το αποδομήσει ο Μπρωντριγιάρ την δική του Αμερική), της τεχνολογίας, της περιπλάνησης στην ζούγκλα των πόλεων αλλά και σε εξωτικά μέρη, του χρόνου, της διακόσμησης, της σύγκρουσης και της συμφιλίωσης.

Η ορολογία είναι χαώδης: από το αγγλοσαξονικό Pinball μέχρι τα δικά μας μηχανάκια, φλιπεράκια ή φιμπεράκια (έτσι τα έλεγε και ο γυμνασιάρχης μας στην Κυψέλη, όταν μας προέτρεπε να τα αποφεύγουμε, εννοώντας τα ηλεκτρονικά παιχνίδια που το αντικατέστησαν!) οι δεκάδες παραλλαγές των μηχανημάτων του ονείρου, οι κατηγορίες, οι μάρκες και τα μοντέλα, περνούν εδώ ταχύτατα αλλά σε πλήρη σειρά. Κάποια στιγμή το φλίππερ πέρασε από την φάση του επιτραπέζιου αυτόματου στην εξέλιξη που το σήκωσε στα τέσσερα, όπου ο παίκτης το ταρακουνούσε ολόκληρο· κι αυτό μαζί με την ηλεκτροδότηση, την καινοτομία της ρακέτας και την προσθήκη της «βιτρίνας» με τους μετρητές αποτέλεσαν μια τομή στην ιστορία, από εκείνες που υμνούν οι ιστορικοί.

Κάπου ανάμεσα σ’ αυτά γνώρισε μια από την καλύτερες παίκτριες που έκανε το παιχνίδι δικό της, ενώ εκείνος παρατηρούσε τις κινήσεις και τις αντιδράσεις της. Εκείνη που την είδε να παίζει εκεί διατρέχει όλο το βιβλίο, από την στιγμή που την αντίκρισε μέχρι την άφιξή τους ξημερώματα στο βροχερό Παρίσι. Ακόμα κι εδώ αποφεύγεται κάθε θρηνητική διάθεση, άλλωστε οι έρωτες εμπεριέχουν, τολμώ να γράψω, το ίδιο τους το τέλος. Ένα παράπονο μένει μόνο, που δεν σκέφτηκαν καν να παίξουν μια τελευταία παρτίδα. Ή όπως τραγουδούσε ο Lou Reed στο Love is here to stay: He loves to play pinball, She wants to play next…

Θα επρόκειτο εκτός των άλλων για ένα βαθιά νοσταλγικό κείμενο, που θα μπορούσε να προστεθεί στην βιβλιογραφία της νοσταλγίας του βινυλίου, της γραφομηχανής, των παλαιών τηλεφώνων. Αλλά όσο φορτισμένος κι αν είναι ο συγγραφέας, αποφεύγει μια «post – ζαχαρωμένη νοσταλγία» και χειρίζεται με μαεστρία την απολύτως προσωπική του συγκίνηση· άλλωστε αυτό που τον ενοχλεί δεν είναι τόσο η σταδιακή του εξαφάνιση όσο το γεγονός ότι συνοδεύτηκε από την εγκατάστασή του στους υπολογιστές. Αντίθετα αφήνεται σ’ ένα πυκνό, ασθματικό κείμενο, με μακριές δαιδαλώδεις προτάσεις και μια σπάνια γλωσσική μεταχείριση ενός αντικειμένου που υπήρξε γι’ αυτόν ένας ολόκληρος κόσμος. Και γι’ αυτό το τελευταίο τον ζηλεύω.

Αυτό το μικρό, μόλις εβδομήντα δυο σελίδων, βιβλίο δεν είναι μόνο η οριστική λογοτεχνική τίμηση του φλίππερ, ούτε μια πολυπρισματική προσέγγιση του κόσμου του. Είναι ένα υποδειγματικό δοκίμιο για έναν άνθρωπο που αγάπησε το φλίππερ κι έναν συγγραφέα που πασχίζει να γράψει τόσο γι’ αυτό όσο και για έναν έρωτα που άνθησε πάνω από το φλίππερ.

Εκδ. Gramma, σ. 72, με τέσσερις μαυρόασπρες φωτογραφίες (μια συντροφιά, μια διαφήμιση, ένα εξώφυλλο δίσκου, ένα απόκομμα εφημερίδας). Περιλαμβάνεται δισέλιδο με υποσημειώσεις, όπου και όλες οι προηγούμενες διαδρομές του βιβλίου.

Στις εικόνες: Fast Company [1953], Joe Strummer, Catherine Deneuve, Le clan des Siciliens [1969], Debbie Harry [NYC, 1977], Bruce Springsteen & The E Street Band.

Δημοσίευση και στο mic.gr, στο Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 217, εδώ.

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

22
Μάι.
17

Αμπδόν Ουμπίδια – Τερπινοήσεις

Αν…

Έχουμε ήδη απολαύσει την πρόζα του Ουμπίδια στην Χειμωνιάτικη Πόλη που παρουσιάσαμε στο Πανδοχείο πριν μερικά χρόνια. Μέρος εκείνου του κειμένου, με άλλους δυο έντυπους ενθουσιασμούς δημοσιεύεται στο τέλος του παρόντος βιβλίου. Σήμερα εκείνο το μυθιστόρημα έχει φτάσει τις είκοσι δύο εκδόσεις, στον Ισημερινό, όπου ο συγγραφέας εκδίδει μυθιστορήματα, συλλογές διηγημάτων, μελέτες για την λαϊκή προφορική λογοτεχνία και τα παραμύθια, διακονεί λογοτεχνικά περιοδικά και δημοσιεύσει άρθρα ευρέως φάσματος. Μάλιστα το ψυχογραφικό υπαρξιακό μοτίβο του συζύγου που τρεκλίζει ανάμεσα σε δυο εξίσου πειστικές πραγματικότητες, στην πίστη και στην ενδεχόμενη απιστία της συζύγου του εξακολουθεί να δίνει έμπνευση εδώ, αν και με άλλους όρους. Αλλά ας τα πάρουμε με την σειρά.

Ο Ουμπίδια σε αυτή την πρώτη από τρεις ιδιαίτερες συλλογές διηγημάτων με κοινή θεματολογία δοκιμάζει μια δύσκολη μορφή μικρών κειμένων. Δεν επιλέγει ένα στιγμιότυπο ή μια εικόνα της καθημερινότητας, ούτε μια ιστορία που θα μπορούσε εύκολα να γίνει ταινία μικρού μήκους, όπως συμβαίνει δηλαδή με άλλα διηγήματα. Στην ουσία συλλαμβάνει μια ευρηματική κάθε φορά ιδέα και την περικυκλώνει με μια πυκνή ιστορία. Είναι ευνόητο ότι οι περισσότερες από τις ιδέες του θα αποτελούσαν κάλλιστα την ψίχα εκτενέστερων κειμένων, αν όχι μυθιστορημάτων.

Αλλά ο συγγραφέας προτιμά ακριβώς αυτό το παιχνίδι: να μπολιάσει τα ακαριαία του κείμενα με μια λαμπρή σύλληψη και να την αφήσει να ταλανίζει τους χαρακτήρες του όπως κι εμάς με το ερώτημα τι θα γινόταν αν όντως γινόταν πράξη. Κι εδώ έρχεται ο συνεκτικός ιστός των επίλεκτων φαντασιογραφημάτων του συγγραφέα· οι ιστορίες δεν έχουν συγκεκριμένο τόπο και χρόνο αλλά μια κοινή εμμονή: την αναζήτηση ενός μηχανισμού που θα προσφέρει πολυπόθητες υπηρεσίες σε ταλαιπωρημένες ψυχές. Θα αποδώσει δικαιοσύνη, θα επαναφέρει αναμνήσεις, θα κατασκευάσει αλήθειες, θα ακινητοποιήσει στιγμές.

Θα κατασκευάσει αλήθειες; Ακριβώς, αυτό είναι το αντικείμενο του Οίκου Βάαγκεν [Ρ.Μ. Βάαγκεν, Κατασκευαστής αληθειών], που προμηθεύει με στοιχεία, πειστήρια και μαρτυρίες τον πελάτη που επιθυμεί την θεμελίωση κάποιας αλήθειας. Από τα ψέματα μικρής διάρκειας και την εκπόνηση διατριβών ο οίκος πλέον οργανώνει προεκλογικές εκστρατείες και ξαναγράφει πολυάριθμα ιστορικά γεγονότα. Ο κύριος Κράους έρχεται για κάτι απλούστερο: έχει σκοτώσει τον εραστή της γυναίκας του και επιθυμεί την ενοχοποίησή της αλλά και την εξαφάνιση ανεπιθύμητων μαρτύρων. Η εκδίκησή του θα διαρκέσει πολλά χρόνια, ώστε να απολαύσει τον ρόλο του θλιμμένου, γεμάτου κατανόηση χήρου, ενώ η γυναίκα του θα γερνάει στην φυλακή. Αυτό ήταν το σκοτεινό όνειρο του κυρίου Κράους.

Όμως συμβαίνει κάτι που ανατρέπει τον σκοπό της ύπαρξής του: εκείνη δηλώνει ένοχη και ζητάει την ανώτατη ποινή. Τι συνέβη; Του στέρησε συνειδητά την χαρά να της αρνείται την συγχώρεση; Αντιλήφθηκε ότι εκείνη ήταν ούτως ή άλλως η κύρια υπαίτια για την τραγωδία και αυτοτιμωρήθηκε; Ή μήπως τελικά αποτρελάθηκε; Ο κύριος Κράους μετατρέπεται σε έναν δύστυχο που θέλει να σώσει την γυναίκα του. Μπορεί άραγε να ζητήσει την συνδρομή του οίκου ή δεν του μένει παρά να προστατεύει την δική του αλήθεια στο μοναδικό μέρος όπου έχει θέση, στην διαυγή ακόμα μνήμη του;

Οι ήρωες του Ουμπίδια έχουν ιδιαίτερη προτίμηση και στις ευφάνταστες εφευρέσεις, όπως το Πρόγραμμα για στιγμιαίο ξανάνιωμα, ένα λογισμικό που επιτρέπει στον χρήστη να έρθει σε επικοινωνία, για παράδειγμα, με κάποια φιλενάδα από τα παλιά, ακόμα και από την παιδική ηλικία, προβάλλοντας τόσο εκείνη όσο και τον ίδιο με την φωνή και την εμφάνιση που είχαν πριν είκοσι ή σαράντα χρόνια. Φυσικά η επικοινωνία γίνεται στο παρόν, με αποτέλεσμα οι εικονικές αυτές επανασυνδέσεις να οδηγήσουν σε ιδιαίτερες σχέσεις. Ή σε απρόσμενες αποκαλύψεις, που μπορεί να συντρίψουν ολόκληρες βεβαιότητες. Στον αντίποδα, Η πιστή καταγραφή των αναμνήσεων, διευκολύνεται από έναν διακόπτη που σταθεροποιεί την εκάστοτε ανάμνηση και την μεγεθύνει, ώστε να βρεθεί ο χρήστης σ’ ένα ολοζώντανο παρελθόν. Όμως εδώ καραδοκεί η αιώνια μάχη με το παρόν, μάχη που όπως συμβαίνει πάντα αφήνει πίσω της πολλά θύματα.

Μια άλλη κατηγορία ιστοριών εστιάζει σε διάφορες συλλογικές, ενίοτε «πρωτοποριακές» και πάντως πρωτότυπες κοινότητες, όπως εκείνη που ζει και βασιλεύει στα αεροπλάνα [Σύννεφα και αεροπλάνα] ή Η Γκρίζα Επανάσταση και οι αγκιτάτορές της, της οποίας ο αρχηγός είναι ένας πολιτικά στρατευμένος νέος πλήρους απασχόλησης που έχει αφοσιωθεί στην διάδοση της ιδέας του, σύμφωνα με την οποία, η εξουσία και οι ένοπλες δυνάμεις θα πρέπει να παραδοθούν στους ηλικιωμένους. Με τον τρόπο αυτό όλο το πάθος και η ενεργητικότητα της νεότητας θα διοχετεύονται στην έκσταση και την χαρά της ζωής, χωρίς να ξοδεύονται ανώφελα. Αν σκεφτεί κανείς πώς είναι ο κόσμος σήμερα, δεν έχει διόλου άδικο ο μοναχικός αγκιτάτορας όταν υποστηρίζει ότι τελικά τρεμάμενοι και επιλήσμονες ηλικιωμένοι θα επιβράδυναν την φρενήρη πορεία της κοινωνίας. Μια παραδειγματική εφαρμογή της σχετικής ιδέας αποδεικνύει ότι η ζωή αλλάζει προς το καλύτερο, για όλες τις ηλικίες. Θα πραγματοποιηθεί τελικά η Γκρίζα Επανάσταση;

Ακόμα και στα δισέλιδα κείμενά του ο συγγραφέας παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα ιδέα και την αφήνει να συνεχίζεται στην σκέψη μας, αφήνοντας μερικά ερωτήματα να αιωρούνται βασανιστικά. Οι ανέσεις στο αεροπλάνο αναφέρονται σ’ έναν μικρό μοχλό που μπορεί να προκαλέσει έκρηξη αν χρησιμοποιηθεί από πολλούς επιβάτες. Πώς θα αντιδρούσαν οι επιβάτες στα μεμονωμένα χτυπήματα και πώς στα αυξανόμενα; Οι νέοι καθρέφτες μπορούν να παγώνουν μια εικόνα και να ακινητοποιούν τους πάντες και τα πάντα. Η σαφώς μπορχεσιανής προέλευσης σύλληψη οδηγεί αναπόφευκτα στο ερώτημα τι θα συμβεί αν ένας εγκληματίας ή ένα παράνομο ζευγάρι ή ένα κορίτσι που μόλις εξερεύνησε το γυμνό του σώμα ανακαλύπτουν ότι αυτό που δεν πρέπει να δει κανείς άλλος έχει αιχμαλωτιστεί εκεί, ενδεχομένως για πάντα.

Η μουσική χωρίς ήχους που προφανώς μας φέρνει στο μυαλό την περίφημη Συμφωνία της Σιωπής του John Cage παίζεται σε μια ειδική αίθουσα που μοιάζει μάλλον με αίθουσα εκδηλώσεων επαρχιακού σχολείου. Όλοι παίρνουν τις θέσεις τους και παρασύρονται από τις κινήσεις της μπαγκέτας του μαέστρου. Φυσικά δεν υπάρχουν μουσικά όργανα ούτε φώτα· η συμφωνία διεξάγεται στο σκοτάδι ώστε η συγκέντρωση να είναι απόλυτη. Όμως ο εκτός της αίθουσας περίγυρος αντιδρά: πρόκειται για σέκτα αποφασισμένη να καταστρέψει μέχρι και το τελευταίο ίχνος δυτικής μουσικής, υπεύθυνης για την εξαφάνιση των άλλων μουσικών του κόσμου; Αρκεί, αναρωτιέμαι, η αναφορά μερικών ιδιόμορφων εξτρεμιστικών ιδεών για να αποκαλύψει την ανησυχία του κόσμου μπροστά σε μια αλλαγή ή την άμεση ανάφλεξη μιας ομαδικής παράκρουσης, με τον τρόπο του ολοκληρωτισμού;

Εκδ. Ροές, 2015, σ. 128, συντονισμός μετάφρασης: Νίκος Πρατσίνης, μετάφραση: Ελένη Βότση, Χρυσάνθη Γιαννιά, Μάρω Γολικίδου, Μαρία Μελαδάκη, Ελένη Οικονόμου, Ειρήνη Οικονόμου Αργυρίου, Αγγελική Παλασοπούλου, Μαρία Στρατηγάκου [εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Τμήματος Μετάφρασης του Κέντρου Ισπανικής, Πορτογαλικής και Καταλανικής Γλώσσας ALBANICO. Εισαγωγή: Μαρία Μελαδάκη, επιμέλεια: Δήμητρα Παπαβασιλείου. Περιλαμβάνεται σημείωμα του συντονιστή της μετάφρασης [Abdon Ubidia Divertinventos: Libro de fantasias yutopias, 1989]

Στις εικόνες: άνθρωποι και αντικείμενα που θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν δραπετεύσει από τις ιστορίες του κυρίου Ουμπίδια (ή απλά να τον έχουν εμπνεύσει). Στην τελευταία φωτογραφία ένα κορίτσι που σαφώς θα υποστήριζε την Γκρίζα Επανάσταση.

13
Μάι.
17

(δε)κατα, τεύχος 49 (άνοιξη 2017)

Λογοτεχνικές περιθάλψεις. Γράφουν 35 ιατροί και φαρμακοποιοί, ψυχής τε και λόγου θεράποντες

Πιστά στα πρωτότυπα αφιερώματα, τα τρέχοντα (δε)κατα προσκαλούν γιατρούς και φαρμακοποιούς, κοινώς τους θεράποντες των ψυχών και των σωμάτων μας, για να θερμομετρήσουν με την σειρά τους την συγγραφική τους πένα. Η δομή του αφιερώματος ακολουθεί μια αντίστοιχη «επιστημονική» φαρμακολογική διάκριση. Οι συνεντεύξεις αναλαμβάνουν τον ρόλο των «εμβολίων». Ο καθηγητής Ιατρικής Φυσικής Τζων Καλέφ – Εζρά αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση της Γερμανίας [1933 – 1945] όπου η διαφύλαξη της υγείας του «έθνους» τέθηκε υπεράνω της υγείας του ασθενούς. Με την Ευγονική και τον Κοινωνικό Δαρβινισμό υποστηρίχτηκε το δόγμα ότι ο ρατσισμός (ή φυλετισμός) είναι μια ιδεολογία που έχει στιβαρό επιστημονικό της υπόβαθρο στην σύγχρονη Βιολογία. Διάσημοι γιατροί προωθούσαν την αναπαραγωγή αυτών που είχαν επιθυμητά χαρακτηριστικά φυλής και υγείας (Θετική Ευγονική) και την στείρωση των ανεπιθύμητων ή όσων είχαν σωματικά ή ψυχικά νοσήματα κλπ. (Αρνητική Ευγονική).

Οι εξολοθρευτικές φυλετικές πολιτικές είχαν ήδη δοκιμαστεί έγινε στις ιμπεριαλιστικές αποικίες (Ναμίμπια, Πολυνησία, Ωκεανία κ.λπ.). Οι βιομηχανίες θανάτου στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ενίσχυσαν ακριβώς την αρνητική ευγονική με τις γνωστές συνέπειες αλλά οι περισσότεροι δολοφόνοι καθηγητές ουδέποτε κατηγορήθηκαν ή, αν κατηγορήθηκαν, αθωώθηκαν και συνέχισαν την ακαδημαϊκή τους πορεία. Σε άλλη συνομιλία ο μουσικοσυνθέτης γιατρός  Αθανάσιος Σίμογλου είναι βέβαιος ότι η μουσική διαθέτει θεραπευτική ιδιότητα, αγχολυτική, αντικαταθλιπτική, αντινευρωτική· πολύ περισσότερο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πρόληψη για να μη γεννηθούν παθολογικές καταστάσεις που αφορούν στην ψυχολογία αλλά και την  κοινωνική συμπεριφορά του ατόμου.

Η πεζογραφία λειτουργεί ως «αντιβίωση»: εδώ ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου βάζει «Στον καναπέ του κτηνίατρου» τον ιδιοκτήτη ενός ζώου να αποζητά ο ίδιος έναν γιατρό της ψυχής και «Η  προσφυγοπούλα» της Μαριέττας Πεπελάση είναι πια μια γυναίκα που συνεχίζει να «ζει» στην γενέτειρά της, σε μια ασθένεια χωρίς όνομα, ενώ ανθολογείται και το «Πενηντάρι» που έλαβε ως αμοιβή ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος για να πιστοποιήσει έναν θάνατο, εισπράττοντας όμως το περιφρονητικό βλέμμα του σκύλου του αποθανόντος. Πεζογραφούν ακόμη οι Φωτεινή Τσαλίκογλου, Γιώργος Γώτης, Πάνος Ι. Μαυρομμάτης, Άγγελος Δ. Κανιούρας, Γεράσιμος Ρηγάτος, Χρήστος Ναούμ κ.ά.

Στα δοκίμια, που χρίζονται «αντικαταθλιπτικά», μεταξύ άλλων, δυο ποιητές – ψυχίατροι καταθέτουν την εμπειρία της συνύπαρξης των δυο ιδιοτήτων. Ο Γιάννης Ζέρβας γράφοντας για την ποίησή (του) ως ψυχοπάθειά (του), αναρωτιέται μήπως οι πυθμένες των δυο επιλογών συγκοινωνούν· μήπως δεν είναι δυο ξέχωρες ταυτότητες αλλά δυο ανεξάρτητα εξελιγμένες όψεις ενός βαθύτερου διχασμού και μια προσπάθεια να επιβιώσει κανείς με την ανάπτυξη μιας ψευδο – διπλής προσωπικότητας. Ο Μανόλης Πρατικάκης, εντοπίζει στον Λόγο το κοινό πρωταρχικό εργαλείο της ποίησης και της ψυχιατρικής. Αμφότερες επιχειρούν να εξορύξουν τον ορυκτό πλούτο της συνείδησης, των συναισθημάτων, των φόβων, των ενστίκτων, της μηδαμινότητας. Εκεί πουδιαφέρουν είναι ο τρόπος που διαχειρίζονται το κρυμμένο υλικό. Η ψυχιατρική ανεβάζει ρίχνει το φως της σε όλα όσα κρύβονται «στο μηχανουργείο του ερέβους». Η ποίηση, αντίθετα, δεν περιγράφει τον κόσμο, αλλά αποτελεί η ίδια κόσμο, ένα αυτούσιο αισθητικό σύμπαν, παράπλευρο και σε διαρκή διαλεκτική σχέση με το υπαρκτό.

Πράγματι, τα ποιήματα είναι «καταπραϋντικά» όπως αποκαλείται και η σχετική ενότητα που συμπληρώνει την τέταρτη ιαματική πλευρά του τεύχους. Ο Κωνσταντίνος Μπούρας, που επιμελήθηκε τις συνομιλίες (με τους Δημήτρη Κρεμαστινό, Στυλιανό Καρέντζο, Χρήστο Ναούμ κ.ά.), παρουσιάζει και είκοσι ένα σχετικά βιβλία, ενώ ο δεκατοδείκτης ταξινομεί, όπως πάντα, κωμικοτραγικά στατιστικά δεδομένα που αφορούν όλους μας, ασθενείς και οδοιπόρους.

[192 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: Τα Νέα, Βιβλιοδρόμιο, Σάββατο 13 Μαΐου 2017 (εδώ).

08
Μάι.
17

Δημήτρης Καλοκύρης – Παρασάγγες, τόμος Β΄. Ευρετήριο προσωπικών χρόνων

Είναι αδύνατο να βρω τίτλο

Μα μπορεί μια συναρμογή ετερόκλητων ειδών όχι απλώς να λογοτεχνήσει τον βίο και την πολιτεία ενός συγγραφέα, πολύπλευρου εικαστικού δημιουργού και αναγνώστη σαν πλήρης αυτοβιογραφική μυθιστορία αλλά και να διαθέτει όλα τα στοιχεία που κάνουν ελκυστικό ένα μυθιστόρημα: γλώσσα πλουτογραφημένη, στοχασμό κάθετο, ματιά λοξή (σωστό εξτρέμ), χιούμορ αλλά και τέτοια αίσθηση πλοκής ώστε να σπεύδεις να διαβάσεις τι συμβαίνει αλλά και πώς γράφεται το «παρακάτω»; Φαίνεται πως μπορεί, αν πηγάζει από έναν σεσημασμένο ύποπτο που, όπως γράφει στο «Σημείο Φυγής», η λογοτεχνία διαμορφώνεται από μια λανθάνουσα όψη της Ιστορίας η οποία μπορεί να εκληφθεί ως το (συχνά ανατρέψιμο) «σημείο φυγής» για την ερμηνεία του μέλλοντος.

Αλήθεια, όλων των ειδών τα κείμενα (διηγήματα, αφηγήματα, μυθιστορηματικά αποσπάσματα, αποσπάσματα μυθιστορημάτων, προφορικές εξομολογήσεις, σημειώματα, κριτικές, εισαγωγές, ποιήματα, εκτενή μεταφράσματα, συνομιλίες, αναμνήσεις, μνήματα λόγου, σπαρταριστές ιστορίες, ορισμοί και αφορισμοί) εδώ τοιχογραφούν ενιαίο μυθοπλαστικό λόγο που πλάθεται σελίδα την σελίδα. Μα, θα αναρωτηθεί κανείς, δεν υπάρχει ένα έστω απροκάλυπτο αυτοβιογράφημα εδώ; Φυσικά και υπάρχει και μάλιστα εκφωνήθηκε στο τελευταίο μέρος που θα περίμενε κανείς. Γράφει λοιπόν ο συγγραφέας στο «Παράδειγμα προς αποφυγήν»: Δεν μου το είπαν ποτέ κατά πρόσωπο, αλλά υποπτεύομαι ότι με προσκάλεσαν να μιλήσω στους φοιτητές της Φιλοσοφικής μάλλον ως παράδειγμα προς αποφυγήν,  προτού προχωρήσει εξομολογούμενος πώς αποφάσισε να γίνει τεχνολόγος της γλώσσας, τι δουλειά είχε σε μια εγκυκλοπαίδεια, πόσα βιβλία απέρριψε ως αναγνώστης εκδοτικού οίκου (άρα έγιναν μπεστ σέλλερ), πώς άρχισε να φτιάχνει εξώφυλλα για κακοφωτοτυπημένες ή πολυγραφημένες σημειώσεις, πώς διακονεί λόγο και εικόνα.

Όταν φτάνει στην φιλολογική ιδίως δια της μετάφρασης διαστροφή των μετασχηματισμών παραδέχεται ότι δεν προσπάθησε ποτέ να μάθει την γλώσσα των ξένων, απλώς να την καταλάβει. Για να μεταφράσεις λογοτεχνία σημασία έχει πόσο εμβαθύνεις στην δική σου γλώσσα. Το μεταφραστικό πέρασμα από τους αρχαίους στους νεότερους κλασικούς (Ροΐδη, Βιζυηνό, Παπαδιαμάντη) αποτέλεσε καίριο υπόβαθρο για την δική του λογοτεχνία, καθώς εκείνο που αποκόμισε είναι ότι «το κύριο μετάλλευμα αποτελεί η γλώσσα». Όσο για τις σπουδές, δεν έχει σημασία τι ακριβώς σπούδασες, εφόσον ο κόσμος είναι γεμάτος από ηλίθιους που όλο και κάτι έχουν σπουδάσει. Νόημα έχει να ανακαλύπτεις πηγές φωτός στην πληκτική καθημερινότητα, πηγές νερού στην έρημο του πλήθους.

Το παραπάνω κείμενο ευφυώς συμπληρώνεται με [τις] Υπεκφυγές, όπου μεταξύ άλλων αποκαλύπτει και τα περί εικονογραφίας που ασκεί ως αυτοδίδακτος, καθώς τον ενδιαφέρει εξίσου ένα σύμπαν όπου ο λόγος έχει δευτερεύουσα σημασία και προηγείται η αυτοδυναμία της εικόνες, που εκφράζει περισσότερα νοήματα χωρίς γλωσσικό ιδίωμα. Όσο για το ερώτημα ποιο θεωρεί το σημαντικότερο έργο του, το περίμενα πως θα απαντούσε ότι το ένα είναι χειρότερο από το άλλο…Όμως εδώ απολαμβάνει κανείς ερεθιστικότατες απαντήσεις ιδίως σε ερωτήματα πάνω στην διαφορά ενός μετρίου από έναν μεγάλο συγγραφέα, πόσο πρωτότυπος μπορεί να είναι σήμερα ένας συγγραφέας αν ο προβληματισμός και η στοχαστικότητα χαρακτηρίζουν ένα έργο σοβαρό ή μεγάλο και ποιες οι δοσολογίες πλοκής, γλώσσας και άλλων κριτηρίων.

Τι θα πει Τραμ· να το βγάζατε Ταΰγετο!

είπε κάποιος – Μοραΐτης προφανώς – καλοπροαίρετος ενωμοτάρχης στους διαδρόμους των δικαστηρίων όταν δικάζονταν από την Εκκλησία της χούντας τα πέντε τεύχη της πρώτης διαδρομής του Τραμ [1971 – 1972], για το τολμηρό λεξιλόγιο και περιεχόμενο των κειμένων τους. Το περιοδικό διώχθηκε ως φορέας ανηθικότητας σε μια εποχή που ανθούσε βέβαια η τσόντα στις συνοικιακές αίθουσες και στα περίπτερα, αλλά υπήρχε η ηθική του μαρκαδόρου, που μαύριζε τα επίμαχα σημεία στα σχετικά εξώφυλλα. Κι έτσι ο συγγραφέας πέρασε την πύλη των Δικαστικών Φυλακών της οδού Κασσάνδρου, στο πιο άχαρο επεισόδιο της μετεφηβικής του ζωής.

Η ναυμαχία της Ναυαρίνου, ήτοι της γνωστής θεσσαλονίκειας πλατείας με τα υπαίθρια  καφενεία, αφορά βέβαια την εποχή της «δεύτερης διαδρομής» του περιοδικού Τραμ, το οποίο εγκαταστάθηκε σε παρακείμενο ετοιμόρροπο κτίσμα και εστίασε, μεταξύ τόσων άλλων, στην σχέση φωτογραφίας και λογοτεχνίας, θέμα προσφιλέστατο στον συγγραφέα, που παρασύρεται σε σχετικό σύντομο διάγραμμα. Μερικά χρόνια αργότερα, μια άλλη συντροφία αποτελούμενη από έτερους νευρομάντεις της γραφής (Μίμη Σουλιώτη, Γιώργο Σκαπαρδώνη, Πάνο Θεοδωρίδη, Γιώργο Χουλιάρα κ.ά.) θαυματουργεί τις έξοχες περιοδικές, βιβλιακές, επετειακές και πάσης άλλης φύσεως εκδόσεις της «Θεσσαλονίκης του ’97», εξ ου και οι σχετικές εντυπώσεις από το μέτωπο.

Σε κάθε περίπτωση το ταξίδι μέσα στα κείμενα είναι συναρπαστικό και απρόβλεπτο. Όταν ας πούμε ξεκινάει με μια πυκνή συντομογραφία για τον Μυστρά, αναπόφευκτα θα καταλήξει στον Πλήθωνα, κι από εκεί σε μια θρησκεία του ορθού λόγου και κατόπιν σε κάποιο ιεροδιδασκαλείο της Αδριανούπολης, σε ένα λαϊκό κίνημα ανεξιθρησκείας και κοινωνικής ισότητας και στην απογοητευτική Ιστορία που χωρίζει τους ανθρώπους σε χάσματα συνεπώς Το Σχίσμα φαίνεται ότι διαιωνίζει ένα ανατομικό γεγονός θηλυκού γένους που αν ανάγεται στην εποχή της Εύας (αν εννοείται τι εννοώ). Το περίφημο Αμέρικαν Συντρίμ αφηγείται μια αληθινή οικογενειακή ιστορία ελληνικού συνδικαλισμού στην χώρα «των καλύτερων πραγμάτων και των χειρότερων ιδεών», Ο Δαρείος είναι ένα έξοχο διήγημα σύγχρονης ελληνοπερσικής πραγματικότητας, η Ιδιωτική οδός συνδέει σ’ ένα νήμα μια προσωπική του πρωτοβουλία, την ονοματοδοσία ενός δρόμου, μια ποιητική συλλογή με εικόνες και τον Οδυσσέα Ελύτη αυτοπροσώπως. Κατά τα άλλα, στα Χαρτογραφικά γίνεται εκ νέου συνέταιρος χαρτογράφος, μας προειδοποιεί Ιδού ο Γομφίος, έρχεται, μας γνωρίζει τους Κρητικούς του καθαρού λόγου, τοποθετεί τον Μιρό στο Μιρογνωμόνιο, συντάσσει σύντομα Πρακτικά στιχάρπαστου βίου.

Και τι μουσική παίζουν τα τρανζίστορ και τα στερεοφωνικά ενός τέτοιου κειμενογράφου; Ο Καλοκύρης αγανακτεί στο ερώτημα ως πότε θα μας απασχολεί η τύχη ενός καραβιού από την Περσία ή μια φασαρία στα Λεμονάδικα ή γιατί η Συννεφιασμένη Κυριακή αποτελεί μεγαλούργημα ποιητικού λόγου, ενώ αντίθετα τα τρία πρώτα μέτρα του Ruby Tuesday ή το Κονσέρτο για βιολί και ορχήστρα έργο 61 του Μπετόβεν και σε κάθε περίπτωση προτίμησε να συμμετέχει σε αυτοσχέδιες ροκ μπάντες, αναπνέοντας ήχους ηλεκτρικούς με δωδεκάχορδες, τρικυμιώδη τύμπανα, κουιντέτα πνευστών και άλλα συναφή. Εγώ πάντως το είχα καταλάβει· είναι εμφανής ο συγκεκριμένος μουσικός προσανατολισμός στην γραφίδα του. Εδώ τρικυμιάζουν του κόσμου τα έγχορδα, οργιάζουν οι τζαζ αυτοσχεδιασμοί και κυρίως γεμίζουν τα πνευμόνια με τρόπο που μόνο το ροκ εντ ρολ, ορθόδοξο ή πειραματικό, μπορεί.

Όταν ο Καλοκύρης δεν λογοτεχνεί δική του πρόζα αλλά συγγράφει περί άλλων βιβλίων πραγματοποιεί ο ίδιος ακριβώς αυτό που γράφει κάποια στιγμή για ένα άλλο βιβλίο που μιλάει για άλλα βιβλία, «άρα πραγματεύεται εξ ορισμού τον αντικατοπτρισμό μιας ακολουθίας εννοιών στον αντίστροφο κόσμο της ερμηνευτικής, όπου αντιστρέφονται – όπως μέσω του φωτογραφικού φακού – τα είδωλα στον σκοτεινό θάλαμο της φαντασίας πριν επανεκτεθούν στο χάρτινο περιβάλλον τους». Αν αυτός δεν είναι ένας πλάγιος ορισμός της λογοτεχνίας, σίγουρα ορίζει τις γραφές του εδώ. Μιλάμε για ένα άλλο σώμα μελωμένων κειμένων που αφορά μια σειρά συγγραφείς με αφορμή την παρουσίαση του έργου τους ή κάποιου συγκεκριμένου βιβλίου. Θα περίμενε κανείς αυτά τα κείμενα να είναι τα περισσότερο προβλέψιμα και πάντως εκείνα με την λιγότερη πλοκή.

Αμ δε! Ο Καλοκύρης φτιάχνει πλήρες γράφημα της γραφής τους χρησιμοποιώντας τους τίτλους των βιβλίων τους, στίχους ποιημάτων, φράσεις κειμένων και πυκνογραφεί περίτεχνα τα έργα και τις ημέρες τους. Αν σκεφτούμε δε ότι μεταξύ των τιμώμενων και των προτιμώμενων είναι οι Γιώργος Βέης, Αναστάσης Βιστωνίτης, Πάνος Θεοδωρίδης, Νίκος Χουλιαράς, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Μάριος Ποντίκας, Κώστας Λαχάς και Νάνος Βαλαωρίτης, τότε έχουμε ορισμένους από τους πλέον εκλεκτούς συγγραφείς του εγχώριου μοντέρνου λόγου. Με τον ίδιο τρόπο ανασκοπεί και την Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, τον Δ.Τ. Άναλι, τον Γιάννη Ευσταθιάδη, την Κλαίτη Σωτηριάδου και τον Θέμη Λιβεριάδη και νεκρολογεί τον Μένη Κουμανταρέα.

Τα κείμενα έχουν δημοσιευτεί σε παλαιότερες εκδόσεις του συγγραφέα, σε λογοτεχνικά περιοδικά [(δε)κατα, Δεσμός, Εντευκτήριο, Η λέξη, Ποίηση, Ποιητική] και εφημερίδες [Ελευθεροτυπία, Καθημερινή, Τα Νέα, Το Βήμα της Κυριακής, Τόλμη] ή αποτέλεσαν εισηγήσεις σε επιστημονικές συναντήσεις (σε μια εκ των οποίων διαπρεπείς βυζαντινολόγοι ζητούσαν βιβλιογραφία για τον Ευωδιανό και τον Βαθυάνθρακα τους οποίους είχε μόλις επινοήσει), ή εκδηλώσεις, ομιλίες, παρουσιάσεις βιβλίων, εισαγωγές σε εκδόσεις (όπως η εκτενής εισαγωγή του στο περίφημο ταξιδιωτικό πόνημα του Παναγιώτη Ποταγού), παλαιές μεταφραστικές ασκήσεις, σκηνικές αναγνώσεις, ζωντανούς μονόλογους, κριτικά σημειώματα και άλλα και άλλα. Αποδείγματα όλα πως όχι μόνο εδώ υπήρξαν συνομιλίες με συγγραφείς όπως ο Στερν, ο Μπόρχες, ο Κενώ, ο Κορτάσαρ, ο Μπέκετ, ο Εμπειρίκος, ο Θεοφίλου, ο Ζεμενός και σαφώς ο Βαθυάνθραξ, αλλά και ότι οποιοδήποτε υλικό μπορεί να γίνει λογοτεχνία. Αρκεί ο συγγραφέας να είναι σχεδιαστής, αρχιτέκτονας, μηχανικός, οικοδόμος, υδραυλικός και ηλεκτρολόγος του λόγου.

Εκδ. Άγρα, 2016, σελ. 228. Περιλαμβάνονται τρισέλιδο πρώτων εμφανίσεων (και τινά σχόλια) και επιλεκτικό και μάλλον ωφέλιμο ευρετήριο προσώπων.

Ο Α΄ τόμος (Ονομαστικόν) εδώ.

Στην βιβλιοθήκη του Πανδοχείου, στο ράφι με τα εργαλεία, βρίσκονται επίσης τα σύνεργα της πλοιαρχίας και μια μηχανή για κινούμενα τοπία. Παραπλεύρως στέκουν το παλιό και σύντομα το νέο χέρι του σημαιοφόρου.

05
Μάι.
17

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 178. Ευθυμία Γιώσα

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Τα «Σώματα Πτερόεντα» αποτελούν μια, τρόπον τινά, αλτρουιστική παραχώρηση του δικαιώματος του λόγου από τον νου στο σώμα. Επί της ουσίας, το σώμα προσωποποιείται και αφηγείται μέσα από τα δεκαπέντε κεφάλαια του βιβλίου την ιστορία του, όπως αυτή προκύπτει από τις διάφορες καταστάσεις που βιώνει. Ξεκινώντας από τη γέννηση και φτάνοντας μέχρι τη στιγμή που κάποιος αρχαιολόγος του μέλλοντος το ανακαλύπτει εν είδει κουφαριού, αποκαλύπτει σιγά-σιγά στον αναγνώστη τη δική του οπτική για τον κόσμο.

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Συχνά αναρωτιέμαι το χρονικό σημείο έναρξης μιας πράξης. Είναι η στιγμή της τέλεσής της, ή η στιγμή της σύλληψης της ιδέας της και του σχεδιασμού της; Συνήθως κλίνω προς το δεύτερο, επομένως στο πότε έγραψα το βιβλίο θα απαντούσα «απ’ όταν ξεκίνησα να παρατηρώ το σώμα μου». Οι ιδέες μαζεύονται μέσα στο μυαλό σαν τα μυρμήγκια κι όταν πλέον έχουν φτάσει σε σημείο συνωστισμού τότε, για να μη χαθούν, γίνονται λόγος. Οι συνθήκες εν μέσω των οποίων έλαβε χώρα αυτή η μεταμόρφωση δεν ήταν ιδανικές, γι’ αυτό και τελικά ο μόνος πόθος που είχα καθώς το έγραφα ήταν η δημιουργία μιας προσωπικής σταθεράς, σαν αποκούμπι και σαν πνευματική εκτόνωση. Το χαρτί γίνεται ο πιο πιστός ακροατής.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτόςτου γραφείου σας/σπιτιού σας;

 Συνήθως όχι. Νιώθω σαν να προβαίνω σε κάποιου τύπου απιστία απέναντι στο σπίτι μου. Εξάλλου, ο χώρος μου ξέρει καλά τις ιδιοτροπίες μου και μπορεί να τις ανεχτεί, σε αντίθεση μ’ έναν ξένο χώρο που μάλλον θα προσπαθήσεινα με βάλει στα δικά του καλούπια, αρνούμενος να υποταχθεί στα δικά μου.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Κάποιον από τους «Μοιραίους» του Βάρναλη. Ή από τους «Δίκαιους» του Μπόρχες.

 Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Είναι πολλοί και συνεχώς προστίθενται κι άλλοι. Ενδεικτικά: Τσβάιχ, Καλβίνο, Κάφκα, Έσσε, Βιζυηνός, Τερζάκης, Λειβαδίτης, Καββαδίας.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

«Γαλήνη» του Βενέζη, «Μαράν Αθά» του Ψύρρα, «Λόγια του πρωινού και του σούρουπου» του Μαχφούζ, «Ποιήματα και Αντιποιήματα» του Πάρρα, «Η πρώτη αγάπη» του Κονδυλάκη.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Και υπέρ των ζώντων» της Έλλης Αλεξίου. Δεν ξέρω αν είναι αγαπημένα, αλλά ήρθαν στο μυαλό αυτόματα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονοςνέος έλληνας λογοτέχνης;

Φέτος την Μεγάλη Πέμπτη άκουσα στο ραδιόφωνο αποσπάσματα από το βιβλίο «Εκείνος ΙΙ» της Ελεωνόρας Σταθοπούλου. Οδηγούσα και χρειάστηκε να σταματήσω. Απορώ γιατί έχουν περάσει τόσες ημέρες χωρίς να έχω αγοράσει ακόμη το βιβλίο της.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ζορμπάς κι ο Ζαρατούστρα. Η Τζέιν Έιρ κιο Χήθκλιφ. Ο Εγγλέζος θερμαστής από το William George Allum του Καββαδία κι εκείνη η τριανταφυλλιά στο ποίημα του Ρίτσου, που λύγισε από το βάρος της ευωδιάς της. Γιατί δεν μύρισε κανείς τα τριαντάφυλλά της.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τον «Αυτοτιμωρούμενο» του Μπεράτη και το «Ας ξαναχτίσουμε τους ανεμόμυλους» του Πατσάκη.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο -λόγος μνήμης]

Τις περισσότερες φορές ζαλίζομαι και δεν διαβάζω, ακόμη κι αν το ταξίδι είναι μακρινό κι έχω πολλή ώρα μπροστά μου. Ωστόσο, αυτό το Πάσχα ταξιδεύοντας από την Αθήνα στα Ιωάννινα, δηλαδή πηγαίνοντας από την πόλη που με φιλοξενεί στην πόλη που γεννήθηκα, διάβασα το «Ζώντες και τεθνεώτες» του Κωστή Παπαγιώργη και το θυμάμαι αφενός γιατί είναι πρόσφατο κι αφετέρου γιατί είναι από τα λίγα που έχω διαβάσει εν κινήσει, όπως προείπα.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ πολύ τόσο θέατρο όσο και κινηματογράφο. Δύσκολο να ξεχωρίσω μία παράσταση. Ωστόσο, θυμάμαι ότι είχα φύγει με κλάματα από την παράσταση «Αβελάρδος και Ελοΐζα» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου πριν από λίγα χρόνια και εκστασιασμένη από τον Δαναό μετά την προβολής της ταινίας «Στην αγκαλιά του φιδιού».

Υπάρχει κάποιο αντικείμενο από την παιδική σας ηλικία που θα θέλατε ξανά στα χέρια σας;

Την πιπίλα μου και τη σαλιάρα μου. Νομίζω πως θα τα αντιμετώπιζα πια με τον δέοντα σεβασμό.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

«Αν χρειαζόταν να κρατήσετε ένα μόνο ποτό επί της γης ποιο θα ήταν αυτό;». Το τσίπουρο. Χωρίς γλυκάνισο.

Στις εικόνες: Jorge Luis Borges, Italo Calvino, Νίκος Καββαδίας, Λοΐζα και Αβελάρδος Νέου Κόσμου.




Ιουνίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μάι.    
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930  

Blog Stats

  • 841,485 hits

Αρχείο