Αρχείο για Μαρτίου 2015

31
Μαρ.
15

Σάκης Σερέφας – Πάρις Πετρίδης – Εδώ. Τόποι βίας στη Θεσσαλονίκη

001

Ένας λεύκωμα για τους νεκρούς ή Η ποίηση των ωμών δεδομένων

Με το ερώτημα «Πόση αιμοσταγή πόλη αντέχει κανείς» συγγραφέας και φωτογράφος ξεχύνονται στους δρόμους της Θεσσαλονίκης με οδηγούς πάσης φύσεως κείμενα για να φωτογραφίσουν τόπους βίας που ασκήθηκε πάνω στο σώμα (της) εδώ και αιώνες και φτιάχνουν ένα σπάνιο λεύκωμα θανάτων κι έναν χάρτη για τους νεκρούς, που όπως άλλοτε έγραψε ο Πεντζίκης «αλλάζουν την όψη της πόλης».

Η αρχή βέβαια γίνεται με την βυζαντινή σφαγή των χιλιάδων Θεσσαλονικέων από τον Θεοδόσιο στην Πλατεία Ιπποδρομίου το 390 και αν βρεθούμε στην άλλη άκρη της Εγνατίας διασχίζουμε εξακόσια χρόνια, μέχρι την άλωση των Σαρακηνών που μπήκαν από την Χρυσή Πύλη στο σημερινό Βαρδάρι. Γυρνάμε πάλι πίσω, στην Πλατεία Συντριβανίου για μια άλλη άλωση, δυο αιώνες μετά, όταν οι Νορμανδοί έδιωχναν τους κατοίκους από τα σπίτια τους να περιφέρονται γυμνοί ενώ μόνο οι πόρνες ήταν λαμπρά ενδεδυμένες με εκκλησιαστικά πέπλα, όπως έβλεπε με τα μάτια του ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης. Στην Ακρόπολη της πόλης σφαγιάστηκαν οι περίφημοι Ζηλωτές – και σ’ όλες αυτές τις φωτογραφίες έρημα τείχη και τειχίσματα στέκουν σιωπηλά για όποιον έχει φραγμένη ακοή. Λίγο πιο κει στην Άνω Πόλη οι Οθωμανοί μπήκαν από τον Πύργο του Τριγωνίου, εκεί όπου σήμερα ανεβαίνουν τα ρομάντζα να δούνε την θέα.

 Ιπποδρόμιο

Στο εξαιρετικό επίμετρό του ο Ηρακλής Παπαϊωάννου αναφέρει ορισμένα φωτογραφικά σύνολα που αποτελούν κατά κάποιο τρόπο τους προγόνους αυτού του έργου καθώς αφορούν τόπους δραματικών συμβάντων, όπως ο εμφύλιος στην Βόρεια Ιρλανδία, η πολιτική βία στην Γερμανία, οι γενοκτονίες κ.ά. Η διαφορά εδώ είναι ότι η φωτογραφία δεν επέχει αυστηρά θέση τεκμηρίου και ο φωτογράφος μοιάζει περισσότερο με τον σπλαχνοσκόπο του Walter Benjamin. Στην σύγχρονη φωτογραφία παρατηρείται μια μερική αποκαθήλωση του γεγονότος προς χάριν ενός μετα – ντοκουμέντου που επιχειρεί σε διακριτική απόσταση να μιλήσει για την επόμενη μέρα. Σε αυτά τα κάδρα πάντως εκείνη η στιγμή έχει φύγει, έχει επικαλυφθεί από άλλες στιγμές. «Κάθε γωνιά της πόλης αναδύεται ως σημείο αμέτρητων ασυνάρτητων πράξεων που επικαλύπτονται, αναιρούνται, επικυρώνονται». Το παρελθόν εδώ είναι απλώς υπαινισσόμενο, εφόσον επιβιώνει κατά κάποιο τρόπο [ποιον άραγε;] στο παρόν. Και μπορεί ο υπαινιγμός να είναι δυσοίωνος, καθώς η γνώση όσων διαδραματίστηκαν στο κάθε σημείο ηλεκτρίζει αναπόφευκτα την ατμόσφαιρά του, άρα και την εικόνα.

Ακρόπολη - Ζηλωτές

Φυλλομετρώ το υποβλητικό τετράδιο του αναπότρεπτου· στην αριστερή σελίδα η αυτούσια πηγή, αντλημένη από κάθε είδους πηγές (δημοσιεύματα εφημερίδων, βιβλία γνωστά και άγνωστα, επίσημα έγγραφα, γραπτές μαρτυρίες)· στην δεξιά η αντίστοιχη έγχρωμη φωτογραφία καλύπτει ολόκληρη τη σελίδα, αφήνοντας το απαραίτητο λευκό πλαίσιο. Αυθόρμητα σταματώ στα μέρη που γνωρίζω καλά, σ’ εκείνα που περπάτησα κατά την δεκαπενταετία μου στην πόλη. Βλέπω την γωνία Αρριανού με Ολύμπου – το παλιό κρεοπωλείο με τα πετρόλ πλαίσια· εδώ συνέβη μια εκτέλεση στην περίοδο του Εμφυλίου που σώζει σε μαρτυρία του ο Μανόλης Αναγνωστάκης και αρχίζει κάπως έτσι: Φυλάγαμε τσίλιες οι τρεις μας, γωνία Αρριανού – Ολύμπου. Κρατούσαμε σφιχτά το περίστροφο, με το χέρι στη φαρδιά τσέπη του σακακιού που φούσκωνε…Και κάτω στην Αλεξάνδρου Σβώλου πρώην Πρίγκιπος Νικολάου κρατήθηκε για τέσσερα χρόνια, ο Γρηγόρης Στακτόπουλος που κατηγορήθηκε άδικα για τον φόνο του Αμερικανού δημοσιογράφου Τζον Πολκ.

Αρριανού και Ολύμπου

Σύμφωνα με τον Μark Μazower μπορούμε τώρα να ξεκινήσουμε να χαράζουμε τους τόπους αυτών των νεκρών πάνω στο χάρτη με τους δρόμους των ζωντανών. Ούτως ή άλλως νεκροί και ηττημένοι υπάρχουν παντού· στην Ιστορία η νίκη του ενός είναι η ήττα του άλλου και κάθε αγών είναι αλληλένδετος με την αγωνία. Όμως η Θεσσαλονίκη δεν είναι από τις πόλεις που επιλέγουν να τιμήσουν τη μνήμη των ηρώων της. Άδειες από ζωντανούς ανθρώπους, οι φωτογραφίες μας αναγκάζουν να αναλογιστούμε όσα είναι αθέατα. Στο δικό του «προλογικόν» ο συγγραφέας ψηφοθετεί τις δικές του φράσεις προς σχηματισμό της εικόνας που είχε στο μυαλό του. Διαλέγω: παράφορη Θεσσαλονίκη, η πλοκή των πόλεων, συμπυκνωμένη ιστορική ύλη, η διπροσωπία της πόλης.

Οδός Αφροδίτης 51, Βαρδάρης, καφενείο τεκές ενός αρχινταή του υπόκοσμου της Μπάρας, της περίφημης μπουρδελοπολιτείας, ο οποίος δολοφονήθηκε το 1932. Στην κηδεία του καμιά διακοσαριά νταήδες και από πίσω όλες οι πόρνες της Μπάρας και από πίσω ο κόσμος της Θεσσαλονίκης….Σε μερικά μπαλκόνια είχαν ανάψει κεριά. Σαν τον Επιτάφιο….Κι ύστερα στο καφενείο μια άλλη εθιμική τελετή: εκεί που χύθηκε το αίμα του Αλκή, το σκέπασαν με καθαρή άμμο από τη θάλασσα, έβαλαν τη ρεπούμπλικά του και επάνω άναψαν κεριά. Γύρω γύρω σε κύκλο καμιά δεκαριά νταήδες στέκονταν πιασμένοι από τους ώμους σα να χόρευαν χασάπικο, ακίνητοι με άδεια μάτια.

Στρατόπεδο Παύλου Μελά

Υπάρχουν ακόμα τόποι που ζέχνουν την ωμότητα της Ιστορίας. Στην Πλατεία Ελευθερίας συγκέντρωσαν όλους τους άρρενες Εβραίους της πόλης, ηλικίας 18 έως 45, με το πρόσχημα της καταγραφής τους, για να τους ταπεινώσουν με σωματικές δοκιμασίες, ενώ στον Παλιό Σιδηροδρομικό Σταθμό επιβιβάζονταν οι Εβραίοι από τον Μάρτιο μέχρι τον Αύγουστο του 1943 ώστε να σταλούν για εξόντωση στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Τώρα η Πλατεία στέκει ειρωνικά άδεια, χωρίς μνημεία, με διαγραμμίσεις πάρκινγκ, ενώ ο Σταθμός είναι παντέρμος και μελαγχολικός. Η γωνία στην Συγγρού, όπου τον Μάιο του 1936 δολοφονήθηκε ο εργάτης που ενέπνευσε τον Επιτάφιο του Ρίτσου, φιλοξενεί σήμερα αναρχικά συνθήματα και επιθεωρείται από τα μανεκέν παρακείμενου καταστήματος γυναικείας μόδας.

Παλαιός Σιδηροδρομικός Σταθμός

Ίσως κάποιοι γνωρίζουν όταν περνούν απ’ την κατάφορτη καταστημάτων γωνία Σπανδωνή με Ερμού πως εδώ χτυπήθηκε θανάσιμα ο Λαμπράκης; Όμως πόσοι γνωρίζουν πως σ’ ένα κτίριο στο Τρίτο Σώμα Στρατού βασανίστηκε και ξεψύχησε ο βουλευτης Γιώργος Τσαρουχάς ή πως Τσιμισκή και Αριστοτέλους γωνία σφαγιάστηκε από φασίστες η 19χρον επονίτισσα Δάφνη Χατζηπαναγιώτου κατά τη μεγάλη πορεία για τον εορτασμό της λήξης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου; Και ακόμα ψηλότερα, πάντα ο Χορτιάτης με το ολοκαύτωμα των δεκάδων αμάχων.

 Πλατεία Ελευθερίας_

Στην οδό Φράγκων αρ. 15 διασώζονται δυο αγάλματα και η πρόσοψη του τραπεζικού κτιρίου που ανατίναξαν οι περίφημοι Βαρκάρηδες, οι δώδεκα Βούλγαροι αναρχικοί, μέσα στην Αγία Σοφία πολέμησαν Έλληνες με Βούλγαρους στρατιώτες. Γκρίζα τα κτίρια, συννεφιασμένα τα μέρη, τώρα που γνωρίζουμε μας μιλάνε αλλιώς.Κι ύστερα στην Σταυρούπολη, στο Στρατόπεδο Παύλου Μελά, όπου υπήρχε ένας λοφίσκος στον οποίο οδηγούνταν οι έγκλειστοι για εκτέλεση – στη φωτογραφία κυριαρχεί μια θαμπή, γκρίζα ομίχλη και λίγα δέντρα με θεόγυμνα κλαδιά. Μια άλλη φωτογραφία είναι ακόμα πιο γνώριμη: ο περιβάλλων χώρος του Επταπυργίου (Γεντί Κουλέ) συνήθης τόπος εκτελέσεων στα εμφυλιακά και μετεφυλιακά χρόνια. Είναι αδύνατο να ξεχάσει κανείς αυτό το μέρος, για πολλούς ακόμα λόγους. Εδώ κάναμε τις συνελεύσεις τα μέλη του Ράδιο Κιβωτός την πρώτη Κυριακή κάθε μήνα.

Φυλακές Επταπυργίου

Σ’ αυτή την ιδιαίτερη συνύπαρξη λόγου και εικόνας η μικροϊστορία, η μακροϊστορία και η πεζή καθημερινότητα συνομιλούν σιωπηλά και αρμονικά. Γι’ αυτό και τα ερωτικά εγκλήματα έχουν περίοπτη θέση εδώ, όπως εκείνο έξω από το μπαρ «Επαφή» στην Λοιμωδών. Και πόσο αδιάφορη μοιάζει η περιφερειακή τάφος μεταξύ Λεωφόρου Γεωργικής Σχολής και Ν. Κρήνης όπου βρέθηκε νεκρό το ζευγάρι που χρεώθηκε στον Α. Παγκρατίδη, ο οποίος άλλωστε υπήρξε ο βολικός Δράκος του Σέιχ Σου, άρα το δάσος στο ύψος της Τριανδρίας παραμένει ένας τόπος στοιχειωμένος και αδικαίωτος.

Πλατεία Άθωνος

Το αποτρόπαιο είναι διαχρονικό κι έτσι η καταγραφή φτάνει μέχρι τις μέρες μας, σ’ εκείνο το ανεξιχνίαστο έγκλημα στο Νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας που τόσες φορές περιδιαβήκαμε ή στο κορίτσι που βρέθηκε νεκρό στην Πλατεία Άθωνος, εκεί όπου μια τραβηγμένη, τσαλακωμένη τέντα με ζωγραφισμένο το παλιό σχολικό αλφαβητάριο υπονοεί ένα τραγικό κλείσιμο αυλαίας, μια οριστικά χαμένη αθωότητα, σαν τη ζωή που γλιστρά οριστικά εκτός θέας.

Τώρα όλες οι φωτογραφίες θαρρείς και αποτυπώνουν την οριακή εκείνη στιγμή και διασώζουν εσαεί την ατμόσφαιρά της. Γι’ αυτό και ο φωτογράφος απαθανατίζει τους αρχειοθετημένους τόπους έρημους, χωρίς ανθρώπινη παρουσία. Έτσι μπορεί κανείς να διαισθανθεί την αύρα των δραματικών συμβάντων, να αισθανθεί την ατέλειωτη συνέχεια της ιστορίας. Έχει δίκιο λοιπόν ο επιμετρογράφος όταν γράφει πως η σειρά φανερώνει πόσο καίρια η ζωτικότητα του γεγονότος διαπερνά την αισθητική και πόσο αδέξια και υπόγεια φέρει συχνά το παρόν πάνω του το παρελθόν.

Βαρδάρης - Επαφή

Ζούμε άραγε σ’ ένα βουνό από πτώματα; αναρωτιόταν ο W.G. Sebald στους Δακτύλιους του Κρόνου που αναγνώσαμε πριν λίγες μέρες και που αποτελεί ένα από τα προθέματα εδώ;

Εκδ. Άγρα, 2012, σελ. 129. Εισαγωγή: Mark Mazower, επίμετρο: Ηρακλής Παπαϊωάννου.

Δημοσίευση σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 179: The Killing Fields.

Μικρό σημείωμα για το βιβλίο δημοσιεύεται στο τεύχος του περιοδικού (δε)κατα (τεύχος 41, άνοιξη 2015), Αφιέρωμα στην Θεσσαλονίκη.

Στις εικόνες [όλες από το βιβλίο]: Ιππόδρομος χιλιάδων ενοχών, η Ακρόπολη των Ζηλωτών, η γωνιά του Μανόλη Αναγνοστάκη, Στρατόπεδο Παύλου Μελά και Χρόνιας Ομίχλης, Παλαιός Σιδηροδρομικός Σταθμός, Πλατεία Ελευθερίας, κυρίως δε Λήθης και Παρκαρίσματος, οι φυλακές κάτω από το Βυζάντιο, το μέρος όπου ένα κορίτσι χάθηκε κάτω από το παλιό αναγνωστικό, το Βαρδάρι της Επαφής.

30
Μαρ.
15

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 40 (χειμώνας 2014)

Δ40

Φάκελος: Η επόμενη μέρα

Το ζήτημα είναι να βρει κανείς έναν τρόπο για να «βλέπει» τους ανθρώπους και κατά συνέπεια τον εαυτό του. Φυσικά οι άνθρωποι «φαίνονται» παντού: στους δρόμους, στα κέντρα, στη λαχαναγορά ή στα ανώτερα ιδρύματα. Οι άνθρωποι, κατά το κοινώς λεγόμενο, είναι παντού οι ίδιοι. Ωστόσο τα ζωτικά ένστικτα δεν έχουν παντού την ίδια ισχύ. Αν για παράδειγμα αναλογιστεί κανείς τα λογοτεχνικά έργα που του αρέσουν, θα διαπιστώσει με κάποια έκπληξη ότι πρόκειται για έργα που μιλούν για οριακές καταστάσεις (πολέμους, έρωτες, κινδύνους) οι οποίοι φέρνουν τους ήρωες σε επαφή με ό,τι βαθύτερο έχουν. Υπ’ αυτή την έννοια η λαϊκή μάζωξη ή η λαϊκή διασκέδαση παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον… [σ. 16]

… έλεγε ο Κωστής Παπαγιώργης σε συνέντευξη του στην Αμάντα Μιχαλοπούλου, το 1993, για το περιοδικό Ρεύματα που έβγαζε τότε ο Ντίνος Σιώτης [τεύχος 13, Μάιος – Ιούνιος 1993] και τώρα αναδημοσιεύεται εδώ, γεμάτη με τον αειθαλή, εύχυμο λόγο του ιδανικού μας δοκιμιογράφου. Το περιοδικό κλείνει σαράντα τεύχη και δέκα χρόνια, συνεπώς η επόμενη ημέρα του είναι ήδη εδώ και γεμάτη, όμως υπάρχει και η απώτερη επόμενη ημέρα για όλο τον κόσμο, εκείνη που αναφέρεται στο μέλλον. Αυτό το άδηλο, απρόβλεπτο και αλλά και εν μέρει ήδη κακοστρωμένο μέλλον επιχειρούν να λογοτεχνήσουν 46 συγγραφείς. Γράφουν μεταξύ άλλων οι Βισουάβα Σιμπόρσκα, Δημήτρης Νόλλας, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Κώστας Βούλγαρης, Κώστας Καβανόζης, Παναγιώτης Ράμμης, Γιώργος Μπλάνας, Χρήστος Οικονόμου, Θανάσης Χονδρός – Αλεξάνδρα Κατσιάνη (τους ακούμε χρόνια στις κασέτες και τους δίσκους του Δημοσιοϋπαλληλικού Ρετιρέ), Δημήτρης Καλοκύρης, Γρηγόρης Σακκαλής, Φίλιππος Δρακονταειδής, Ηλίας Κεφάλας, Jose Emilio Pacheco, Κατερίνα Χρυσανθοπούλου, Μηνάς Βιντιάδης, Μάριος Ποντίκας, Θανάσης Τριαρίδης, Μανόλης Ξεξάκης, Δημήτρης Φύσσας, Χρήστος Μπουλώτης, Αμάντα Μιχαλοπούλου κ.ά.

Παπαγιώργης 6

Και συνεχίζει ο Παπαγιώργης από εκεί που τον αφήσαμε: Το πανηγύρι, ο καβγάς, ο αγώνας, το γλέντι, το μεθύσι, ο γάμος ή η κηδεία είναι τελετές που διασώζουν πάντα κάτι πηγαίο –αρκεί βέβαια να μετέχει κανείς και να μην είναι ξενέρωτος ματάκιας. Για να μιλήσουμε ακόμα πιο συγκεκριμένα, ο νεοέλληνας «διανοούμενος», όπως λέει ο Χρήστος Βακαλόπουλος, έχει ένα βασικό γνώρισμα –δε γλεντάει. Ακόμα και δέκα βότκες να κατεβάσει, δεν ξέρει να πει ένα τραγούδι, το πολύ να παραληρεί για τον Σεφέρη. Πως να μην καταφύγει κανείς στα «σκυλάδικα», όπου ακόμα γυναίκες και άντρες ξεφαντώνουν; Από κει και πέρα πάσα ένστασις δεχτή: κάθε χώρος έχει το μεγαλείο και την αθλιότητα του. [σ. 16]

Ο (δε)κατοδείκτης συνεχίζει να καταγράφει τις εφιαλτικές μετρήσεις του πλανήτη που οφείλουμε όλοι να γνωρίζουμε, όπως για παράδειγμα ότι τα παιδιά που συμμετέχουν σε στρατιωτικές συγκρούσεις στον κόσμο είναι 300.000 ή ότι οι άνθρωποι που ζουν υπό το καθεστώς σύγχρονης δουλείας ανέρχονται σε 30 εκατομμύρια. Κατά τα άλλα δέκα πολυεθνικές εταιρείες παράγουν, ελέγχουν και διακινούν παγκοσμίως το 95 % του τι τρώμε, πίνουμε, με τι πλενόμαστε και καλλωπιζόμαστε, με τι πλένουμε τα ρούχα μας και καθαρίζουμε τα σπίτια μας, τι χάπια παίρνουμε και τι τσίχλες μασάμε, καθώς και πολλές άλλες εξαρτήσης της δια βίου ενασχόλησης με την καθημερινότητα Είναι οι Coca Cola, Procter & Gamble, General Electric, Johnson & Johnson, Nestle, Kelloggs, Mars, Kraft, Pepsico, Unilever, που με τη σειρά τους ελέγχουν πάνω από 400 εταιρείες στον κόσμο. Κανένα πρόβλημα με τις πολυεθνικές εταιρείες, αρκεί να μην αποτελούν καρτέλ – μονοπωλια με τις γνωστές επιπτώσεις στην ποιότητα των προϊόντων, στην διαμόρφωση των τιμών, στα πάμφθηνα εργατικά χέρια και στην διαμόρφωση των παγκοσμίων τιμών αγοράς. Αλλά τελικά αποτελούν μονοπώλια και όλα τα παραπάνω συμβαίνουν.

addario_bhutan monks monastery_

Τι άλλο συμβαίνει εδώ; Ο μαρκήσιος ντε Σαντ συνομιλεί με τη Ρεμπέκα Μίλερ για την επόμενη μέρα της νέας Δημοκρατίας· ο Δημήτρης Καλοκύρης εικονογραφεί ένα συμπυκνωμένο ψηφιακό αφήγημα για την επόμενη νύχτα· «με την καλή έννοια» οι Ενρίκε Σερβίν Χερέρα, Ρήγας Καππάτος, Ρίβα Λάββα και Γιώργος Ρούβαλης ιχνογραφούν την ωραία και την άσχημη πραγματικότητα. Κι ο Παπαγιώργης απορεί: Δεν είναι άραγε γελοίο ένας ταλαιπωρημένος άνθρωπος να φεύγει στο εξωτερικό και μετά από μια δεκαετία στα ξένα να επιστρέφει στα πάτρια καραγκιοζάκος που μαϊμουδίζει Χέγκελ, Καντ, Χούρεσλ και δε συμμαζεύεται; Τι μπορείς να περιμένεις από τέτοια άτομα; [σ. 15]

Πόσο δίκιο έχεις Παπαγιώργη, κι έχουμε αμέτρητους τέτοιους….

[192 σελ.]

Στην τελευταία εικόνα, το θαυματουργό ποτό σε μοναστήρι του Μπουτάν.

29
Μαρ.
15

Τάσος Πορφύρης – Τα σπίτια

cover(1)

…οι ατέρμονες κοχλίες όπου δοκιμάζονται οι αντοχές μας…

Αφού λοιπόν έγραψε ποίηση, που εξέδωσε στις Σημειώσεις, τον Έρασμο, τις Λύσεις, το Ύψιλον, τις Εκδόσεις των Φίλων και αλλού, κι αφού έγραψε διηγήματα, αυτοβιογραφικά κείμενα και δοκιμιακές δοκιμές για ποιητές αλλά και για τα εικονοστάσια του χωριού του, ο ποιητής που δεν σταματήσαμε να διαβάζουμε συλλέγει είκοσι έξι πεζογραφήματα – και έχει πάντα ιδιαίτερο ενδιαφέρον η πεζογραφία ενός ποιητή. Πρόκειται για κείμενα που δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά [Πλανόδιον, Οροπέδιο, Νέα Ευθύνη, Προκυμαία, Φηγός, Ηπειρωτικόν Ημερολόγιον, Πύρρος, Ζωσιμάδες], εφημερίδες [Η φωνή του Πωγωνίου, Βησσάνη] και στην ιστοσελίδα Γιάννενα πόλη των ευεργετών.

Όπως και στην προ οκτώ ετών Δοντάγρια, έτσι κι εδώ τα πεζογραφήματά του επιλέγουν την μικρή έκταση, τις ελάσσονες προσωπικές ιστορίες και τις βιωμένες μνήμες, αλλά την ίδια στιγμή μοιάζουν ψηφίδες μιας ολόκληρης εποχής, ενός ολόκληρου συλλογικού κόσμου. Το παρελθόν είναι εδώ και παντού· αναπνέει σε κάθε γραμμή, τροφοδοτεί ακατάπαυστα την έμπνευση και γίνεται γραφή. Η μνημονική αυτή λογοτέχνηση ταξιδεύει συνεχώς ανάμεσα στους γενέθλιους τόπους και στο κλεινόν άστυ. Αν υπάρχει ένα δεύτερο επίκεντρο, στην ουσία έκκεντρο, αυτό είναι το κτισμένο και το ακίνητο – τα σπίτια. Ένα σχετικό αφήγημα αφορά το πατρικό του, όπου «έζησε» από το 1949 έως το 2010, οπότε και καταδαφίστηκε. Το σπίτι είχε από καιρό «φύγει» από τον χώρο του και είχε στρατοπεδεύσει μέσα μου, γράφει ο συγγραφέας, σε σημείο να του προτείνει να μετακομίσει αλλού, σε άλλο οικόπεδο.

t.p.

Από την άλλη, σκέφτομαι πώς τόσα χρόνια τα κατοικούσαμε. Δέχονταν αδιαμαρτύρητα τις παρατηρήσεις μας για ένα σωρό λόγους όπως όταν ζεσταινόμασταν, κρυώναμε, γλιστρούσαμε στις πλάκες της σάλας και δεχόμασταν τις στάλες της βροχής όταν μετατοπιζόταν κάποια πλάκα της σκεπής. Καιρός λοιπόν να μας κατοικήσουν κι αυτά με τη σειρά τους για όσα χρόνια αντέξουμε. Γι’ αυτό και σε ανύποπτο χρόνο ακούγονται πολυφωνικά μοιρολόγια κι οι γύρω μου – αν υπάρχουν εκείνη τη στιγμή – με κοιτούν με περιέργεια ανάμικτη με έκπληξη. Προσπαθώ να υποκριθώ ότι δεν συμβαίνει τίποτα και ανοίγω με νωχελικές κινήσεις το κινητό μου ώστε να φανεί ότι απ’ αυτό προέρχεται η μελωδία. [σ. 70]

Ύστερα από εβδομήντα χρόνια ο συγγραφέας ξαναπερπατάει στην οδό Ανάφης, στάση Λυσσιατρείο στα Πατήσια, σε μέρη που έζησα κι εγώ αλλά τόσο μεταγενέστερα στον χρόνο, και δεν πιστεύει στα μάτια του: η μονοκατοικία με τον αριθμό 14 βρίσκεται στη θέση της. Σειρά έχουν οι λέξεις του να ξαναζωντανέψουν το μεγάλο οικόπεδο, το σπίτι, τα οικιακά δρώμενα. Αλλά δεν θα μείνουμε για πολύ, αφού η παρέα ήδη ξεκίνησε και ανέβηκε στα Τουρκοβούνια για λουμινάκια, που στήριζαν την φλόγα και τον σπάγκο στα καντήλια. Στο άδεντρο τοπίο τους περιμένουν οι θάμνοι με τα ξεραμένα λουμίνια κι ύστερα πίσω η χωμάτινη αυλή τους όπου θα τα δέσουν σε ματσάκια για να πουληθούν σε φτωχικά σπίτια και σε ημιυπόγεια. Η μνήμη έχει πια ξεδιπλωθεί· η περιπλάνηση στους δρόμους, οι πρώτοι Γερμανοί στην Αθήνα, η Κατοχή, η «Ρεζεντά», η θεία που αγόραζε τα λουμινάκια χωρίς να τα χρειάζεται…Κι όλα αυτά ήρθαν με το άκουσμα μιας λέξης. Μια λέξη λοιπόν με καθήλωσε. Άνοιξε πόρτες στο παρελθόν, έγινε η αιτία για ένα σωρό απολογισμούς όχι μιας, αλλά πολλών δεκαετιών, ανασκάλεψε τις αναμνήσεις, βρήκε καλά κρυμμένα μυστικά που μοσχοβολούσαν ακόμα. (Αλουμινάκια για το καντήλι σας, σ. 81)

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Η Άσκηση εφέδρων «Ο Λεωνίδας» βρίσκει τον συγγραφέα στο χακί πέντε χρόνια μετά την απόλυσή του από τον στρατό. Εδώ (από)λαμβάνουμε μια πλήρη περιγραφή των συνθηκών: ένας διοικητής που μιλάει για εχθρούς αλλά κοιτάζει τους ασκούμενους με βλοσυρό ύφος λες και αυτοί τελικά είναι οι εχθροί, τα γνωστά ακουστικά μαρτύρια, τα μαθήματα ξένων γλωσσών κατά το δόλιο ζικ ζαγκ στην ουρά για το καζάνι και τελικά ένας πόλεμος που περιορίζεται εντός σκηνών, με τις βροντερές ριπές της φασολάδας. Μακριά από τα βουνά της Νεμέρτσκας και την μυρωδιά του λουλουδόμελου, η ζωή μπορεί να είναι το ίδιο σπαρταριστή – ή τουλάχιστον να περιγράφεται σπαρταριστά – ακόμα και μέσα σ’ ένα τρόλει («Κάρτα απεριορίστων διαδρομών»).

Αλλά οι μνήμες ακίνητων και κινητών κυριαρχούν: Οι πέστροφες, Η γάστρα, Οι καμινάδες, Το αγριόμελο, Το περίπτερο, Τα (ει)κονίσματα (εικονοστάσια) του χωριού μας, Η καλύβα του Φάνη Κιτσώνα αξίζουν τις λέξεις τους, όπως και οι Εξώπορτες, στις οποίες ο καιρός μέρα τη μέρα, χρόνο το χρόνο, κεντάει το ξύλο: Πολλές φορές αντιδρούν στους ανεπιθύμητους αρνούμενες πεισματικά ν’ ανοίξουν κι άλλες με την παραμικρή πίεση ανοίγουν διάπλατα υποδεχόμενες κυρίως όσους έλειψαν καιρό σε ξένους τόπους. Κι εκείνες οι άλλες, οι διπλομανταλωμένες με το κλειδί να σκουριάζει ανάμεσα στις πλάκες της σκεπής τους αχρησιμοποίητο κι ο κισσός να τις λυπάται και να σκουπίζει τα δάκρυά τους· γι’ αυτό ο τόπος μπροστά τους πάντα νοτισμένος. [σ. 99]

porta

Μεγάλο μέρος των αναμνήσεων επιστρέφει σε ένα παλαιό, ολότελα διαφορετικό άστυ, όπως στο Ζαχαροπλαστείο «Πέτρογαδ», όπου ο αφηγητής θυμάται την μοναδική αίσθηση της απόλαυσης ενός πιροσκί και μιας μπύρα FIX σε μια βαθιά μαλακή πολυθρόνα ενώ ο ιδιοκτήτης Νίκυ Γιάκοβλεφ έπαιζε συνθέσεις του στο πιάνο και η μούσα του Μαίρη Λω με τα εβένινα μακριά μαλιά της κι ένα βυσσινί μάξι φόρεμα τραγουδούσε πλάι του. Κι ύστερα ο αφηγητής αναζητά και αναρωτιέται· καθώς θυμάται ένα μικρό κείμενο για την Λω από τον Νίκο – Αλέξη Ασλάνογλου, δημοσιευμένο σ’ ένα λογοτεχνικό περιοδικό της εποχής, το αναζητά, στη μνήμη κάποιου αναγνώστη που μπορεί να το γνωρίζει. Κι αναρωτιέται: πόσοι από το πλήθος των πεζών που περνούν μπροστά από τον αριθμό 26 της Σταδίου είχαν ζήσει εκείνη την ονειρική εμπειρία;

Ο Πορφύρης ηθογραφεί χωρίς διδακτισμό, νοσταλγεί χωρίς μελοδραματισμό, αναπολεί χωρίς να εξωραΐζει. Αφηγείται με τον τρόπο που θα επιθυμούσε κανείς να ακούσει όλα όσα κρίνει πως αξίζουν να μνημειωθούν, είτε πρόκειται για εκείνη την μέρα – όνειρο από εκείνες για τις οποίες ο Σαίξπηρ έγραψε Όμορφη μέρα· όσοι πεθάναν το ’χουν μετανιώσει (Συν τω Θεώ) είτε για την ιστορία της βάφτισης του ζαχαροπλαστείου Dolce από τον γελοιογράφο Κ. Μητρόπουλο (Ζαχαροπλαστείο Dolce)· αλλά πάνω απ’ όλα, μας παραδίδει γραπτώς την έγνοια για τα παλιά σπίτια στην Επαρχία, ή για εκείνα που μας βαραίνουν το στέρνο, αυτοί οι ατέρμονες κοχλίες να φτάνουν ως τον πυρήνα της μνήμης όπου δοκιμάζονται οι αντοχές μας…

Εκδ. Πανοπτικόν, 2013, σελ. 132. Περιλαμβάνει δισέλιδο γλωσσάρι και αναφορά των πρώτων δημοσιεύσεων.

27
Μαρ.
15

Βίτολντ Γκομπρόβιτς – Διαθήκη. Συνομιλίες με τον Ντομινίκ ντε Ρου

Διαθήκη

Αυτό που είμαστε ενώ δεν είμαστε

Ούτε τη ζωή μου γνωρίζω, ούτε το έργο μου. Σέρνω το παρελθόν πίσω μου σαν σκονισμένη ουρά κομήτη και για το έργο μου γνωρίζω ελάχιστα εξομολογείται ο συγγραφέας στο πρώτο κεφάλαιο μιας μεγάλης και συναρπαστικής συζήτησης που φιλοδοξούσε να αποκαλύψει την προσωπικότητα και το έργο του αλλά τελικά ανέσκαψε τα βάθη της σκέψης μιας μοναδικής περίπτωσης συγγραφέα. Από πού να ξεκινήσει κανείς; Από την καταγωγή, επιλέγει ο συνομιλητής, αλλά ο συγγραφέας αδυνατεί να ξεδιαλέξει το νήμα: στην ζωή του δράμα και αντίδραμα γίνονται αδιαχώριστα, όπως κι οι μεγάλες λέξεις εξισορροπούνται από τις μικρές. Η μόνη βεβαιότητα του παρελθόντος του ήταν ένα αβέβαιο περιβάλλον, μια ξεριζωμένη οικογένεια με ελάχιστα ξεκάθαρη κοινωνική θέση, που ζούσε μεταξύ Λιθουανίας και Πολωνίας, ανάμεσα σε γη και βιομηχανία, σε μια προυστιανή εποχή. Αυτά ήταν τα πρώτα «ανάμεσα» της ζωής του, που στο τέλος έγιναν η κατοικία του, ο αληθινός γενέθλιος τόπος του.

Στο σπίτι ανάσαινε την παράνοια στον αέρα. Μια μητέρα που ανήκε σ’ εκείνο το είδος των ανθρώπων που είναι ανίκανοι να δουν τον· εαυτό τους όπως είναι πραγματικά. Ακόμα χειρότερα: πίστευε ακράδαντα πως ήταν το αντίθετο απ’ ότι ήταν στην πραγματικότητα. Αυτό τον ώθησε στο καθαρό παράλογο, που έγινε αργότερα ένα από τα σημαντικά στοιχεία της τέχνης του. Ακριβώς οι παράλογες συζητήσεις μαζί της αποτέλεσαν την πρώτη του μύηση στην τέχνη και στην διαλεκτική. Απέκτησε την ευχέρεια να βυθίζεται στη χαζομάρα, να επιμένει πανηγυρικά στη βλακεία. Έκτοτε αρνήθηκε να υποταχτεί στις εύκολες και βολικές ψευδαισθήσεις και κληρονόμησε την λατρευτική του σχέση με την πραγματικότητα. Ακολούθησε η απέχθεια για το σαλόνι και η λατρεία των πλυσταριών, των κουζινών, του στάβλου και των χωραφιών. Η κατωτερότητα έγινε το ιδανικό του: οι εντός της μυήσεις όρισαν το έδαφος της μετέπειτα ζωής του.

 Gombrowicz 2

Δεν θυμόμαστε γαλήνια τα παρελθόν, δεν το αναπολούμε χωρίς πάθος. Το παρόν είναι πάντα επιθετικό, ακόμα και στη δύση της ζωής, και η ζωή του παρόντος όσο πιο διαμορφωμένη, παγιωμένη, καθορισμένη είναι, τόσο πιο πολύ καταδύεται στα ταραγμένα νερά του παρελθόντος για να αλιεύσει μονάχα ό,τι της είναι χρήσιμο τώρα και ό,τι μπορεί να βελτιώσει τη σημερινή της μορφή. Ίσως να μη θυμάμαι πολύ καλά το παρελθόν, ίσως απλώς να το καταβροχθίζω για να θρέψω αυτό που είμαι σήμερα. [σ. 22]

Στις αναγνώσεις των Σπένσερ, Καντ, Σοπενάουερ, Νίτσε, Σαίξπηρ, Γκέτε, Μονταίνι, Πασκάλ, Ραμπελαί αναζητούσε «το ύφος της θεμελιώδους σκέψης, μιας ευαισθησίας που πηγαίνει μέχρι το βάθος των πραγμάτων». Από πού πήγαζε όμως εκείνη η εσωτερική διαταραχή που μετέτρεπε ένα γελαστό αγόρι σε ένα παράδοξο τέρας που το έθελγαν όλες οι δυσκολίες και οι εκτροπές της ύπαρξης; Από την μια βρισκόταν η καθωσπρέπει ζωή, από την άλλη η γκροτέσκα πλευρά της: δυο όψεις που συνυπήρχαν αλλά δεν συμφιλιώνονταν. Βυθισμένος «ανάμεσα» στις δυο, ο Γκομπρόβιτς αισθανόταν ένα μαύρο πρόβατο έξω απ’ το κοπάδι ένας νεαρός ικανός να πάρει κάθε μορφή, σαν τα κουκλάκια από πλαστελίνη που μπορεί κανείς να τα πλάσει ακατάπαυστα.

SONY DSC

Και δεν θα έλεγα ψέματα αν έλεγα πως, κατά τη διάρκεια των εξορμήσεών μου στις εργατικές φτωχογειτονιές της Βαρσοβίας, την πραγματικότητα αναζητούσα στην απλότητα και στη ζωώδη υγεία των χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων. Την πραγματικότητα αναζητούσα και μέσα μου, στις αχανείς, ερημωμένες, περιφερειακές, απάνθρωπες εσωτερικές εκτάσεις, όπου μαίνονταν οι ανωμαλίες, το Άμορφο, η Ασθένεια, η Αθλιότητα. Γιατί την πραγματικότητα μπορεί να την βρει κανείς στο πιο συνηθισμένο, στο πιο πρωτόγονο και στο πιο υγιές, όπως επίσης και στο πιο διεστραμμένο και φρενοβλαβές. Η πραγματικότητα του ανθρώπου δεν είναι το μόνο πιο φυσιολογικό και το υγιές, είναι και ό,τι έχει μέσα του αφύσικο και νοσηρό, ό,τι του ανοίγει άγνωστες δυνατότητες. [σ. 35]

Η πρώτη του λογοτεχνική γραφή ονομάστηκε Αναμνήσεις από την εποχή της ανωριμότητας [1933]: «μια λαμπερή ασημαντότητα φαντασίας, επινοητικότητας, ειρωνείας. Μια παρωδία της πραγματικότητας και της τέχνης». Το πρόβλημα παρέμενε: Πώς θα συνδεθεί η γραφή του με την πραγματικότητα της ύπαρξής του; Ο Γκομπρόβιτς γνώριζε καλά εκείνο που θα γινόταν η ψίχα της δημιουργίας του: Η γενική πραγματικότητα δεν είναι καθόλου πραγματικότητα. Η αληθινή πραγματικότητα είναι μόνον αυτή που καθορίζει ο καθένας μας. Και εγεννήθη ο Φερντυντούρκε! [1937]: «Μια παρωδία φιλοσοφικού παραμυθιού στο ύφος του Βολταίρου».

 Gombrowicz 4

Γιατί άραγε ένα έργο που γεννήθηκε από προσωπικά τραύματα τον παρέσυρε σε μια τόσο οικουμενική περιπέτεια προς το δράμα της ανθρώπινης Μορφής; Εδώ περιγραφόταν η ανηλεής μάχη μεταξύ του ανθρώπου και της μορφής του, δηλαδή εναντίον του τρόπου του να είναι, να αισθάνεται, να σκέφτεται, να μιλά και να πράττει· εναντίον της κουλτούρας του, των ιδεών του, των πεποιθήσεών του, εναντίον όλων εκείνων με τα οποία εμφανίζεται στον εξωτερικό κόσμο. Ανάμεσα στις πολλαπλές μορφές, η εθνικότητα. Ο συγγραφέας διαπίστωνε πως η χώρα του ανήκε σε κατώτερη κατηγορία χωρών.

Έχει φτάσει καιρός να χαμηλώσουν τη μύτη τους οι κληρονόμοι των ανώτερων πολιτισμών. Στη θέση της Πολωνίας, βάλτε την Αργεντινή, τον Καναδά, τη Ρουμανία κ.λπ. Και θα δείτε ότι τα λόγια μου διευρύνονται τόσο, που [] αφορούν όλες τις δευτερεύουσες ευρωπαϊκές κουλτούρες [] Είναι μια χώρα εκεί που όπου η Ευρώπη αρχίζει να σταματά, μια χώρα – πέρασμα όπου η Ανατολή και η Δύση απορροφούν η μία τους κραδασμούς της άλλης. Πού ήταν η πρωτότυπη πολωνική σκέψη, η πολιτική φιλοσοφία, η πνευματική και διανοητική συμμετοχή της Πολωνίας στην ευρωπαϊκή δημιουργία; Τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια η λογοτεχνία μας στραγγαλιζόταν από το τραύμα της απώλειας της ανεξαρτησίας των τοπικών μας δυστυχιών. [σ. 52, 53]

9780300065039

Ο Γκομπρόβιτς σκεφτόταν πως αν ως άνθρωπος, ως Πολωνός κι ως καλλιτέχνης, ήταν καταδικασμένος να παραμείνει ατελής, δεν υπήρχε κανένας λόγος να υπομένει τα βάσανα και να υποκρίνεται στον εαυτό του τον ίδιο και σε όλο τον κόσμο πως όλα πήγαιναν από το καλό στο καλύτερο. Ήταν, αντίθετα, ζήτημα εντιμότητας, αξιοπρέπειας, λογικής, ζωτικής ανάγκης, να έρθει σε ρήξη μια για πάντα με αυτή τη φενάκη: Προχώρησα στον ακρωτηριασμό. Το νυστέρι μου ήταν η ακόλουθη σκέψη: Αποδέξου, κατάλαβε ότι δεν είσαι ο εαυτός σου, ότι κανένας δεν είναι ποτέ με κανέναν ο εαυτός του, υπό καμία συνθήκη, ότι το να είσαι άνθρωπος σημαίνει να είσαι τεχνητός [σ. 61]

Ο σύγχρονος άνθρωπος χαρακτηριζόταν από μια νέα συμπεριφορά απέναντι στη Μορφή. Στις καλύτερες περιπτώσεις την έπλαθε εύκολα, πλασμένος όπως ήταν από αυτή. Όμως κάποια στιγμή θα καταλάβει πως βρίσκεται σε δυσαρμονία με την πραγματική του φύση, πως εκφράζεται με έναν τρόπο τεχνητό που του επεβλήθη επώδυνα απέξω, είτε από τους ανθρώπους είτε από τις περιστάσεις. Και σύντομα όλοι θα αρχίσουμε να φοβόμαστε τον εαυτό μας και την προσωπικότητά μας, γιατί θα ανακαλύψουμε πως δεν μας ανήκουν ολότελα.

Gombrowicz 6

Κατά τη διάρκεια είκοσι τριών ετών στις πάμπες της Αργεντινής η βεβαιότητα πως είναι πιο Ευρωπαίος από τους Ευρωπαίους της Ρώμης και του Παρισιού, δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Ήταν σχεδόν πεπεισμένος ότι η αναθεώρηση της Ευρωπαϊκής Μορφής θα μπορούσε να επέλθει μόνον από εξωευρωπαϊκή θέση, από εκεί που είναι αδύναμη και λιγότερο τέλεια. Η βαριά πεποίθηση ότι το ατελές είναι ανώτερο από το τέλειο (γιατί είναι πιο δημιουργικό) ήταν μια από τις βασικές θέσεις του Φερντυντούρκε. Ο εθνικιστικός Τύπος του επιβλήθηκε βάναυσα για το βιβλίο, κατηγορώντας τον για εκμαυλιστική επιρροή.

Ακολούθησε το πρώτο του θεατρικό έργο, Υβόννη, Πριγκίπισσα της Βουργουνδίας [1938] και μετά η αυτοεξορία στην Αργεντινή. Ζούσε σε ξενοδοχεία τρίτης κατηγορίας, έγραφε με ψευδώνυμο μυθιστορήματα σε συνέχειες για εφημερίδες, ζούσε με μια πενιχρή επιχορήγηση και με την βοήθεια φίλων. Η φτώχεια ήταν η χαρά του, η πτώση του η καινούργια του πτήση. Αφέθηκε στην βαβυλωνία των γλωσσών, στις τυχαίες γνωριμίες που δημιουργούσε με ευκολία, στις φιλίες δίχως δεσμεύσεις. Αποδέχτηκε την ανωνυμία του και δεν έδινε δεκάρα τσακιστή για τον λογοτεχνικό κόσμο. Υπήρξε ο ένας και μοναδικός αλλοδαπός που δεν πήγε για προσκύνημα στο σαλόνι της Βικτόρια Οκάμπο και η περίφημη επιθεώρησή της Sur ήταν το μόνο περιοδικό που δεν ανέφερε τον Φερντυντούρκε. Με τον Μπόρχες δεν μπορούσε τίποτα να τον συνδέσει: εκείνος είχε βαθιές ρίζες στη λογοτεχνία, εγώ στη ζωή.

novels_0025

Ο Γάμος [1947] υπήρξε μια νέα παρωδία της μορφής. Όπως λέει ο μεθύστακας στο έργο, «Κήρυξε τον εαυτό σου βασιλιά και καμία εξουσία, θεϊκή ή άλλη, δεν θα είναι αναγκαία. Θα τελέσεις μόνος σου το ιερό μυστήριο του γάμου και θα υποχρεώσεις τους πάντες να τον αναγνωρίσουν». Το κλειδί του Γάμου είναι ακριβώς η μετάβαση από έναν κόσμο βασισμένο στη θεϊκή και πατρική εξουσία σε έναν άλλο κόσμο, όπου τα νήματα κινεί η προσωπική βούληση. Αλλά ο άνθρωπος ήδη νιώθει τρόμο απέναντι στον κόσμο που έρχεται, όπου ο ίδιος θα είναι θεός και βασιλιάς του εαυτού του. Και ο γάμος δεν θα γίνει ποτέ.

Ο Υπερ-Ατλαντικός – «μια παρωδία του παραδοσιακού επικού μυθιστορήματος της πολωνικής αριστοκρατίας» – μοιάζει με ξέσπασμα γέλιου σε κηδεία. μια ακούσια έκφραση της πολωνικής ελευθερίας. Ένα μυθιστόρημα σκόπιμα απρόσιτο στους ξένους, εξαιτίας των γλωσσικών του δυσκολιών, ανοιχτή πρόσκληση δε για τους Πολωνούς μετανάστες, το μόνο αναγνωστικό κοινό στο οποίο μπορούσε να στηριχτεί.

5

Αυτά συμβαίνουν την ώρα της ήττας! Γράφουμε ενάντια στα πάντα, μόνο για την απόλαυσή μας. Τι πολυτέλεια ήταν κι αυτή που επέτρεψα στον εαυτό μου μέσα στη δυστυχία μου! / Τι να διαλέξω; Πίστη στο παρελθόν…ή την ελευθερία να πλάθει τον εαυτό του ο καθένας όπως θέλει; Να τον φυλακίσω στην αταβιστική του μορφή ή να ανοίξω το κλουβί; [σ. 144, 145]

Το 1952 τον βρίσκει ως «ένα λαμπρό αντιταλέντο» στην υπηρεσία της Πολωνικής Τράπεζας του Μπουένος Άιρες, με μια σειρά από ακατανόητα έγγραφα μπροστά του. Έχει αρχίσει να γράφει για την Kultura, την κυριότερη πολωνική επιθεώρηση της διασποράς, που τυπωνόταν στο Παρίσι. Ένα από τα πρώτα του κομμάτια εκεί γράφτηκε σε μορφή ημερολογίου. Έκτοτε, αυτό το Ημερολόγιο έχει ήδη την μορφή τριών τόμων και χιλιάδων σελίδων και συνεχίζει…Ο κόσμος αγοράζει ημερολόγια γιατί ο συγγραφέας τους ήδη είναι διάσημος, ενώ εγώ έγραφα το δικό μου προκειμένου να γίνω διάσημος. Σταδιακά το Ημερολόγιο άρχισε να παίρνει τη μορφή μιας ανοιχτής διαμάχης με την σύγχρονη κουλτούρα. Κι έτσι βρέθηκε σε άμεση ρήξη με όλες τις μεταπολεμικές τάσεις που καταδίκαζαν τη λέξη «εγώ».

gomb-bacacay1

Το «εγώ» το αφόριζε η Εκκλησία ως ανήθικο, το περιφρονούσε η επιστήμη ως αντίθετο προς την αντικειμενικότητα, το απέρριπτε ο μαρξισμός και όλα τα ρεύματα της εποχής. Από όλες τις πλευρές ακούγοντας αυστηρές νουθεσίες: δεν είστε τίποτε, ξέχνα τον εαυτό σου, ζήσε μέσα από τους άλλους! [σ. 154]

Ακολούθησαν η Πορνογραφία [1960]μια συνέχεια του καλοκάγαθου «πολωνικού βουκολικού μυθιστορήματος», ο Κόσμος [1965], η δική του μορφή αστυνομικού μυθιστορήματος, η επαυξημένη έκδοση των Αναμνήσεων ως Μπακακάι [1957], η Οπερέτα [1966], Οι μαγεμένοι [1973], Η ιστορία [1988], τα Μαθήματα φιλοσοφίας σε έξι ώρες και ένα τέταρτο [1995]… Σε ένα ξέσπασμα απελπισμένου ηρωισμού παραιτήθηκε από την τράπεζα. Η λογοτεχνία βρισκόταν έξω, στους ανθρώπους, στην περιπλάνηση. Ο Γκομπρόβιτς άφηνε τους «καινοτόμους των Παρισίων» στον ελεφάντινο πύργο τους – χάρισμά τους η έγκλειστη γραφή!. Εκείνος δεν είχε σαλόνι, δεν είχε γραφείο, ζούσε στο πλήθος, στον δρόμο. Και μέχρι σήμερα απολαμβάνουμε την ιδιαίτατη λογοτεχνία του και την θεατρική του γραφή.

Gombrowicz 3

Σ’ ένα αμιγώς πολιτικό σημείο των συζητήσεων ο συγγραφέας τοποθετεί τον εαυτό του στην άκρα αριστερά, τάσσεται υπέρ του προλεταριάτου αλλά εναντίον του κομουνισμού (οι συνάδελφοί του στις σοσιαλιστικές χώρες απολαμβάνουν πολύ περισσότερα προνόμια από τον ίδιο), με τον οποίο πάντως τον συνδέει ένας κοινός στόχος αλλά διαφωνεί στην επιλογή των μεθόδων. Διαπιστώνει άλλωστε πως ο σοσιαλισμός γίνεται εργαλείο στα χέρια του φιλελευθερισμού που κρύβεται από πίσω του. Σε κάθε περίπτωση δηλώνει είναι άθεος, φιλοσημίτης, συγγραφέας της πρωτοπορίας, «καταστροφέας» και δεδηλωμένος εχθρός όλων των ρόλων και κυρίως του ρόλου του στρατευμένου συγγραφέα.

Η εξαιρετική έκδοση, σε ελκυστικό ελαφρώς τετραγωνισμένο σχήμα, περιλαμβάνει πολυσέλιδο παράρτημα με σημείωμα των Ρίτα Γκομπρόβιτς και Ζακλίν ντε Ρου «Προς τον αναγνώστη», επιλογή από τις επιστολές του Βίτολντ Γκομπρόβιτς και του Ντομινίκ ντε Ρου [1967 – 1969], εισαγωγή του ντε Ρου στις γαλλικές εκδόσεις του 1968, 1977 και 1990, αποσπάσματα από βιβλία του συγγραφέα, εισαγωγή του Μορίς Ναντό στην αγγλική έκδοση του 1973, βιογραφία και εργοβιογραφία του συγγραφέα (με τις πρώτες εκδόσεις και τις ελληνικές μεταφράσεις των έργων του) και βιογραφία και εργογραφία του Ντομινίκ ντε Ρου.

4 Gombrowicz as a young boy standing on a horse in Malosyce in 1909

Ο Γκομπρόβιτς πέθανε το 1969, δυο χρόνια μετά την διαλεκτική που αποτέλεσε αυτό το βιβλίο. Είχε σαφώς εξοικειωθεί με κάθε μορφή τερματισμού της ζωής. Έχουμε προσαρμοστεί στο θάνατο από τη στιγμή της γέννησής μας. Και μολονότι λίγο λίγο κάθε μέρα μας καταβροχθίζει, ποτέ δεν θα τον αντιμετωπίσουμε καταπρόσωπο, γιατί, όπως λέει κι ένας αφορισμός, όταν έρθει ο θάνατος, εμείς δεν θα είμαστε εκεί.

Εκδ. Πατάκης, μτφ. Θεόφιλος Τραμπούλης, σελ. 393 [Witold Gombrowicz, Testament: Entretiens avec Dominique de Roux, 1968 / 1977 / 1990].

Σημ. Ο Κόσμος του Γκομπρόβιτς εδώ.

24
Μαρ.
15

W.G. Sebald – Οι δακτύλιοι του Κρόνου. Μακρά οδοιπορία στην Αγγλία

SEBALD-DAKTYLIOI

Θα επιστρέψω κι εγώ λοιπόν στον Αύγουστο του 1992 να συνοδεύσω τον συγγραφέα στην περιήγησή του με τα πόδια στην κομητεία Σάφφολκ της Ανατολικής Αγγλίας. τότε που είχε την ελπίδα να ξεφύγει από το κενό που τον πλημμύριζε όποτε ολοκλήρωνε μια εκτενή εργασία. Θα μοιραστώ μαζί του τόσο την «υπέροχη αίσθηση ελευθερίας κινήσεων» όσο και την παραλυτική φρίκη που τον κατακυρίευε όποτε τύχαινε να βρεθεί αντιμέτωπος με τα ίχνη που είχε αφήσει πίσω της η καταστροφή – η οποιαδήποτε καταστροφή. Θα τον αφήσω ένα χρόνο σε κατάσταση απόλυτης ακινησίας στο νοσοκομείο της επαρχιακής πρωτεύουσας Νόριτς. Εκεί στον όγδοο όροφο, όπου ένιωθε να ταξιδεύει με αερόστατο, όταν μετά την εγχείρηση οι αδελφές μούσκευαν τα χείλη του με ένα μικρό ροδοκόκκινο σφουγγάρι, εκείνος θυμήθηκε τα γλειφιτζούρια με τους κύβους από λουκούμι που κάποτε αγόραζε στα εμποροπάζαρα.

Από το Νόριτς του 17ο αιώνα εφορμούσε ο Τόμας Μπράουν, ένα ερευνητής ιατρός, λόγιος με μια ιδιαίτερη, συναρπαστική για τον συγγραφέα πρόζα, που επιχείρησε να περιγράψει μεταξύ άλλων με πόση κομψότητα γεωμετρεί το χέρι της φύσης. Τίποτα δεν αντέχει στο χρόνο, έγραφε ο Μπράουν. Πάνω σε κάθε νέα μορφή επικάθεται ήδη ο ίσκιος της καταστροφής. Ενάντια στη μορφή του ρέοντος χρόνο δεν έχει βρεθεί αντίδοτο. Ο χειμερινός ήλιος υποδηλώνει ότι αργά γρήγορα το φως θα σκεπαστεί από στάχτη, ότι σύντομα θα μας τυλίξει η νύχτα. Ακόμα και οι μεγάλες δυναστείες δεν κράτησαν περισσότερο από όσο ζουν μαζί τρεις βελανιδιές.

wgsebald

Κι ωστόσο, έλεγε ο Μπράουν, κάθε γνώση περιβάλλεται από αδιαπέραστο σκοτάδι. Δεν αντιλαμβανόμαστε παρά τις ξαφνικές λάμψεις στην άβυσσο της άγνοιας, στο οικοδόμημα του κόσμου που κλονίζεται από βαθείς ίσκιους. Μελετάμε την τάξη των πραγμάτων, δίχως όμως να συλλαμβάνουμε την εσωτερική της δομή, λέει ο Μπράουν. Να γιατί αρμόζει στη φιλοσοφία μας να γράφεται μόνο με πεζά γράμματα, με τις συντομογραφίες και τα στενογραφήματα της εφήμερης φύσης, τις μοναδικές αναλαμπές της αιωνιότητας. [σ. 31]

Ανεβαίνω συντροφιά με τον Ζέμπαλντ στην παλιά πετρελαιοκίνητη αμαξοστοιχία, βουτηγμένη στην καπνιά και στη γλίτσα ως τα παράθυρα. Δρομολόγιο μέσα από τους αγρούς, τις τσιμινιέρα ενός εργοστασίου ζαχαρότευτλων, χλόη και κυματιστές καλαμιές. Ένα περιβάλλον που μοιάζει με παράξενο μάθημα στην ιστορία της εξέλιξης, η οποία κατά καιρούς έχει την τάση να επαναφέρει τα προγενέστερα στάδιά της με μια δόση αυτοσαρκασμού. Βλέπουμε τις πλωτές εξέδρες γεώτρησης στο Λόεστοφ, άλλοτε ελπιδοφόρες της ανάκαμψης, αργότερα στην υπηρεσία του υπαρκτού καπιταλισμού της Θάτσερ και αναπόφευκτα χρεωμένες στην κερδοσκοπία και καταποντισμένες στην χρεοκοπία. Κι όταν η βαρόνη εξαφανίστηκε έμειναν τα καρνάγια και τα εργοστάσια με λουκέτο…

0000-0922

…άλλο να διαβάζεις στις εφημερίδες για τα λεγόμενα unemployment blackspots και άλλο να βαδίζεις μια σκυθρωπή βραδιά ανάμεσα στις συστοιχίες των κατοικιών με τις ρημαγμένες προσόψεις και τους άχαρους κηπάκους, και φτάνοντας κάποτε στο κέντρο της πόλης να βρίσκεσαι περιστοιχισμένος από αίθουσες ηλεκτρονικών παιχνιδιών, λέσχες για μπίνγκο, πρακτορεία στοιχημάτων, βιντεοθήκες, παμπ με σκοτεινές εισόδους απ’ όπου ξεχύνεται η ξινή μυρωδιά της μπύρας, φτηνομάγαζα και αμφιβόλου ποιότητος ξενώνες….[σ. 56]

Αφήνουμε τις αποβάθρες του λιμανιού με τις δεκάδες μηχανότρατες δεμένες στους κάβους, άχρηστες και παροπλισμένες, και μπαίνουμε στους δρόμους της πόλης, τους πνιγμένους στα γαλάζια καυσαέρια της βενζίνης. Μια πόλη που έχει αφεθεί στο έλεος ενός αργόσυρτου μαρασμού, ενώ άλλοτε αποτελούσε ένα από τα σπουδαιότερα αλιευτικά λιμάνια του Ηνωμένου Βασιλείου αλλά και μια από τις ξακουστές λουτροπόλεις. Μένει η υπόστηλη προβλήτα, η πιο καλαίσθητη σε ολόκληρη την ανατολική ακτή, που κάποτε φιλοξενούσε αίθουσες και αναγνωστήρια και προπάντων μνήμες καλοκαιριών.

lowestoft1

Κατεβαίνουμε νότια, παράλληλα με την παραλία όπου κάθε λογής πρόχειρα αντίσκηνα ακολουθούν το χείλος της θάλασσας. Θα έλεγε κανείς ότι εδώ, στο έσχατο άκρο της νήσου, έχουν καταλύσει οι τελευταίοι εναπομείναντες ενός νομαδικού λαού – από ένα τρανζιστοράκι ξεχύνεται ένας κακόηχος βραχνός θόρυβος, σαν να συνομιλούν μεταξύ τους τα βότσαλα καθώς τα σέρνει μπρος – πίσω το κύμα. […] Μάλλον μου φαίνεται ότι απλώς προτιμούν να βρίσκονται σε ένα μέρος όπου έχουν πίσω τους τον κόσμο και μπροστά τους την απόλυτη απεραντοσύνη. [σ. 67]

Εδώ γύρω, κάθε χρόνο, χιλιάδες τόνοι υδραργύρου, καδμίου και μολύβδου, βουνά ολόκληρα από λιπάσματα και παρασιτοκτόνα καταλήγουν μέσα από τους ποταμούς και τα ρέματα στον Γερμανικό ωκεανό. Ένα μεγάλο μέρος των βαρέων μετάλλων και των υπόλοιπων τοξικών ουσιών κατακάθεται στα αβαθή νερά της σύρτης του Ντόγκερ. Τα θηλυκά ψάρια εμφανίζουν σε όλο και μεγαλύτερο ποσοστό μεταλλαγμένα άτομα με αρσενικά γεννητικά όργανα και το τελετουργικό μέρος του ζευγαρώματος δεν είναι πλέον παρά ένας χορός θανάτου, εκ διαμέτρου αντίθετος με όσα έχουμε ποτέ διδαχτεί γύρω από το θαύμα της αναπαραγωγής και διαιώνισης των έμβιων όντων.

w-g-sebald-3

Ο δρόμος γεμάτος σταθμούς συλλογισμού· ερειπωμένα αρχοντικά, χέρσοι αγροί, χορταριασμένες επαύλεις, κοπάδια από χοίρους. Είναι άραγε τα ίδια ζώα στα οποία ο Κύριος πρόσταξε να εισέλθουν τα ακάθαρτα πνεύματα, με αποτέλεσμα η αγέλη να γκρεμιστεί στα απόκρημνα βράχια; Ο συγγραφέας αναρωτιέται κατά πόσο η φρικιαστική αυτή ιστορία ανταποκρινόταν στην περιγραφή ενός αξιόπιστου μάρτυρα. Διότι αν όντως συνέβησαν έτσι τα πράγματα ο Κύριος και Θεός μας είχε υποπέσει σε ένα τραγικό ιατρικό σφάλμα· ή μήπως επρόκειτο για μια παραβολή που είχε επινοήσει ο Ευαγγελιστής για να υπαινιχθεί ότι ο νοσηρός ανθρώπινος νους είναι πλασμένος για να ξεσπά μονίμως πάνω σε ένα άλλο είδος που εμείς οι ίδιοι το θεωρούμε κατώτερο και άξιο μόνο για να εξοντωθεί; [σ. 83]

Αυτός είναι ο τρόπος του Ζέμπαλντ, για τον οποίο έχουμε άλλωστε ήδη γράψει εδώ· συνδυάζει κάθε είδους κείμενο και θέμα με τρόπο τόσο συναρπαστικό, που στο γύρισμα κάθε σελίδας έχεις την ίδια επιθυμία να διαβάσεις το προσωπικό του ημερολόγιο, τις τοπογραφικές του πρόζες, τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις, τις μνημονικές του καταγραφές, τις προσωπικές του έρευνες, τα στοχαστικά του δοκίμια, τις ιστορικές του χρονογραφήσεις. Ο σπάνιος αυτός συγγραφέας εκκινεί από οτιδήποτε· μια απλή παρατήρηση, ένα πρόσωπο, ένα βλέμμα, ένα βιβλίο, ένα περιοδικό, μια ιδέα, μια έκλαμψη.

tumblr_m7bj6m1XJj1qb4f8f

Όταν, για παράδειγμα, βρεθεί στο Σάουθοουλντ, θα εξομολογηθεί την απουσία κάθε διάθεσης να δοκιμάσει στα μαγειρεία της περιοχής και θα παραδεχτεί ότι προτίμησε να μπει στο πλησιέστερο φαστ φουντ, όπου όρθιος, κάτω από το ανελέητο φως το ταμείο ένιωθε σαν εγκληματίας καταζητούμενος σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Κι ύστερα στο ξενοδοχείο, θα αποκοιμηθεί με την βελούδινη πολυθρόνα μπροστά στην τηλεόραση, όπου παίζει ένα ντοκιμαντέρ για το BBC και τον μέχρι τότε άγνωστό του Ρότζερ Κέησμεντ.

Κι ο ταξιδιώτης μας θα αρχίσει να ερευνά την σπάνια ιστορία αυτού του προσώπου, όπως διαπλέκεται με τον Τζόζεφ Κόνραντ, κι έτσι θα γράψει μερικές απολαυστικές δοκιμιακές σελίδες για τον καπετάνιο συγγραφέα, ακολουθώντας τον μέχρι το Κονγκό… …ανάμεσα στους σωρούς από σκαμμένο χώμα και στα διάσπαρτα καλύβια με τις σκουριασμένες σκεπές από αυλακωτή λαμαρίνα, στο βάθος του γκρεμού όπου κυλά ορμητικά το ποτάμι…σε τούτη την αρένα που του θυμίζει νταμάρι, με το ακατάπαυστο βουητό από τους καταρράκτες να πλανιέται στην ατμόσφαιρα όταν, όπως παρατηρεί αργότερα διά στόματος Μάρλοου στην Καρδιά του σκότας, έξω από τις παρυφές της κατοικημένης ζώνης βρίσκεται ξάφνου σε ένα μέρος όπου έχουν αποτραβηχτεί για να πεθάνουν όσοι από τους εργάτες είναι κιόλας τσακισμένοι από τις αρρώστιες, την πείνα και τον κάματο. Σαν σφαγιασμένοι κείτονται εκειδά μέσα στο γκρίζο σκοτάδι, στον πάτο του φαραγγιού… Κι ύστερα, σε μια ατέλειωτη πορεία, θα έχει όλο το χρόνο να συνειδητοποιήσει ότι όσα μαρτύρια κι αν υφίσταται ο ίδιος δεν είναι αρκετά για να τον απαλλάξουν από την ενοχή που του επισύρει η παρουσία του και μόνο στο Κονγκό. [σ. 137, 138]

saints-church

Εκείνος ο Ρότζερ Κέησμεντ θα είναι ο πρώτος που θα δώσει στη δημοσιότητα στοιχεία για τις μεθόδους και την έκταση των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν εις βάρος των ιθαγενών στην πορεία της εξερεύνησης του Κονγκό – μια σειρά ιστοριών που επισκιάζουν ακόμα και την βιβλική ιστορία των Παθών. Άλλη μια ευκαιρία για τον συγγραφέα να εγκιβωτίσει την ιδιαίτερη ιστορία ενός ανθρώπου που τελικά καταδικάστηκε για εσχάτη προδοσία και εκτελέστηκε…

Από την Αικατερίνη της Σιένα στον υποκόμη Σατωμπριάν, από τα γραπτά του τελευταίου ως τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του Ντιντερό, από τους αλμυρόβαλτους του Μίντλτον ως τον ερεικώνα του Ντάνιτς με τον περίφημο ερειπωμένο ναό των αγίων Πάντων το χείλος της χαράδρας πάνω από την θάλασσα, από τον οίκο του Φ.Σ. Φιτζέραλντ μέχρι το ταπεινό σπίτι του αγρότη Άλεκ Γκάρραντ που εδώ και δεκαετίες μαστορεύει αργά αργά μια μακέτα του χαμένου Ναού της Ιερουσαλήμ, ο Ζέμπαλντ γράφει ταυτόχρονα τον κόσμο και για τον κόσμο και συγγράφει την αδιάσπαστη ενότητα όλων των ειδών του λόγου και όλων των λογιών τις σκέψεις.

Εκδ. Άγρα, 2009, μτφ. από τα Γερμανικά: Γιάννης Καλιφατίδης, σελ. 340, με δωδεκασέλιδες μεταφράσεις ξενόγλωσσων χωρίων [Die Ringe des Saturn, 1995].

23
Μαρ.
15

Νέα Ευθύνη, τεύχος 27 (Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2015)

e

…απειρόγαμε. Έτσι προσφωνεί τη Μαρία ο κρυφά ερωτευμένος με το ίνδαλμά του υμνωδός. Και συνειδητοποιώ αιφνίδια πόσος παγανισμός χωράει μέσα στην πρωτοβυζαντινή σεμνοπρέπεια. Το άπειρο ερωτεύεται το ελάχιστο, το όλον σπαρταράει γα να χωρέσει στο κλάσμα, το μέρος εξισούται με ό,τι το υπερβαίνει, υπερεκχειλίζει η αίσθηση καλύπτει το σώμα της έννοιας, της θεωρίας. Σήμερα Γάμος γίνεται όπως και πάντα και όλοι και όλα είναι ελεύθερα ν’ αγαπηθούν. Τα πάντα τώρα εξηγούνται: Διόνυσος, Αριάδνη, Πενθέας, Αγαύη, τα κορίτσια – Βάκχες, οι Μωραί Παρθένοι, ο μυστικός αρραβώνας του Βρέφους με την Αικατερίνη, ο Ιωσήφ ο μνήστωρ, η Κεχαριτωμένη, η καλύτερη των καλυτέρων με άπειρο τον γάμο της. Απειρόγαμος. Το άπειρο ως νυμφίος. Έτσι κάπως νικιέται ο θάνατος. Ή καλύτερα, παύει να έχει τόσο απόλυτη, τόσο ακατάλυτη σημασία…

….γράφει ο Μάνος Στεφανίδης στο πρώτο από τα τρία σχεδόν τρίδυμα πεζά του, τους «Τελευταίους χαιρετισμούς», εν μέσω των οποίων αναζητεί στην μικρή εκκλησία του Αγίου Νικολάου πίσω από το Βυζαντινό Μουσείο μια γυναίκα με λευκασμένα μαλλιά, κι ενώ παραμένουν «μπερδεμένες οι αγαπημένες γυναίκες στο μυαλό…αγαπημένες και κάποτε μισητές αλλά πάντα κεχαριτωμένες». Έναν άλλο ναΐσκο μας ανοίγει ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος: είναι ο ευκτήριος οίκος «επ΄ονόματι των Αγίων Φλώρου και Λούρου», γνωστός από τον Βαρδιάνο στα σπάρκα του Παπαδιαμάντη.

Vittorio Sereni reading a book

Από τους χριστιανικούς ναούς στα ρωμαϊκά στάδια και από την εγχώρια πεζογραφία στην εκ δυσμάς ποίηση, με μια επιλογή ποιημάτων του Ιταλού Vittorio Sereni (γεν. 1913), ιδρυτή και συντάκτη του περιοδικού Corrente, στενού φίλου, μεταξύ άλλων, των Vasco Pratoliνi, Alessandro Parronchi, Elio Vittorini, εξόριστου στα στρατόπεδα των Ιταλών στρατιωτών του Πολέμου, σε Μαρόκο και Αλγερία. Ιδού τα Άλλα γενέθλια [1981]: Τέλη Ιουλίου όταν / κάτω από τις πέργολες ενός μπαρ στο San Siro / ανάμεσα σε κάγκελα και αψίδες διακρίνεται / ένα οποιοδήποτε κομμάτι του ηλιόλουστου σταδίου / όταν εκπλήσσεται η μεγάλη κενή λεκάνη / που καθρεφτίζει τον σπαταλημένο χρόνο και φαίνεται / ότι ακριβώς εκεί έρχεται να ξεψυχήσει ένα έτος / και δεν ξέρεις τι άλλο προετοιμάζει ένα άλλο έτος/ ας περάσουμε ακόμη μια φορά αυτό το κατώφλι / αρκεί ν’ αντέχει η καρδιά σου στα μεγάλα κύματα της πόλης / κι ένας σχιστόλιθος ν’ απλώνει το καλοκαιρινό χρώμα. [μτφ. Μαρία Φραγκούλη]

Σ’ ένα άλλο ενδιαφέρον κείμενο ο Γιώργης Μυλωνάς γράφει για την Νέκυια του Χρόνη Μπότσογλου, μια μνημειακή ζωγραφική εγκατάσταση από είκοσι έξι έργα, μια πολυπρόσωπη τελετουργική αναπαράσταση που δημιούργησε ο καλλιτέχνης από το 1993 έως το 2000, με τίτλο «Μια προσωπική Νέκυια. Ένα εικαστικό ταξίδι για τη μνήμη». Η Νέκυια καθίσταται μια «προσωπική» υπόθεση και σε μεγάλο βαθμό «ερωτική»· αφορά δικούς του ήρωες, που ταυτίζονται με τα ομηρικά πρόσωπα. Τα ζωγραφισμένα είδωλα δεν είναι φανταστικά· πρόκειται για πρόσωπα πραγματικά, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έσμιξαν μαζί του. Έτσι, η εικόνα της μάνας παραπέμπει στην Αντίκλεια, του ηδονικού χορευτή στον Ελπήνορα, του δασκάλου στον Τειρεσία και πάει λέγοντας. Έχουμε να κάνουμε λοιπόν, με είδωλα δισυπόστατα: τα μυθολογικά πρόσωπα της οδυσσειακής Νέκυιας εδώ μιλάνε μέσα από αγαπημένες φωνές, παίρνουν τα χαρακτηριστικά, την έκφραση και τις χειρονομίες δικών και φίλων, σαρκώνονται στα πρόσωπα που ανακαλεί πλέον ο ίδιος ο καλλιτέχνης. Όπως χαρακτηριστικά λέει ο Δ. Μαρωνίτης, μύθος και πραγματικότητα συμβάλλονται. Γράφει ο ζωγράφος για το ερωτικό στοιχείο στην σύνθεσή του:

ΝΕΚΥΙΑ

Όπως δούλευα με την ιδέα της Νέκυιας, ξαφνικά προβάλλανε δυο «αδέσποτοι» μαστοί, οι οποίοι δε μπορούσα να καταλάβω τι είναι. Ένα μήνα παιδεύτηκα για να δω πού ανήκουνε, σε ποιο γεγονός αναφέρονται! Ήταν μια συνεύρεση τυχαία; Ξαφνικά πρόβαλλε αυτό το κομμάτι, μια μνήμη, που προσπάθησα να τη μεταφέρω. Ήτανε λοι­πόν, μια θεία μου – την εποχή εκείνη θάμουν 11 χρόνων, ίσως και πιο μικρός -, όπου έμενε στο επάνω σπίτι με το θείο μου. Στην κουζίνα είχε βάλει μια λεκάνη και πλενότανε. Το αίσθημα που μου γεννήθηκε, όταν την είδα, ήταν πρωτόγνωρο! Προ­φανώς ήταν το ερωτικό ξύπνημα, που δε μπορούσα μικρός να καταλάβω. Και παριστάνεται, όχι όπως ήταν πραγματικά, αλλά όπως εγώ την έβλεπα, με έντονη επιθυμία.

Το τεύχος συμπληρώνεται με ποίηση του Varlam Shalamov (μτφ. Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη), ένα ακόμα κείμενο για το παπαδιαμαντικό έργο (Σάββας Παύλου), δύο δοκίμια για τον Κάλβο (ως μεταφραστή της Ιλιάδας από τον Μιχαήλ Πασχάλη και ως προς την σχέση του, όπως και του Ελύτη με την αρχαία γραμματεία από τον Γιώργο Βαρθαλίτη), εκτενή κριτικό έργο του Νίκου Λάζαρη (Τάσος Αναστασίου, Λαοκράτης Βάσσης, Σπύρος Λ. Βρεττός, Αντώνης Μακρυδημήτρης), κείμενα για τον πανεπιστημιακό Δημήτρη Μιχαηλίδη, ποιήματα των Γιάννη Τζανετάκη και Σπύρου Γεωργίου, σχέδια του Χρόνη Μπότσογλου κ.ά.

[Σελίδες 128]

Στις εικόνες: Vittorio Sereni / Προσωπική Νέκυια Χ. Μπότσογλου.

22
Μαρ.
15

Συλλογικό – Τα όρια του σώματος. Διεπιστημονικές προσεγγίσεις

ORIA SOMATOS

Είναι το σώμα μας γνώριμο ή ξένο; φυσικά δοσμένο ή συναρτώμενο με πολιτισμικά και κοινωνικά δεδομένα; άρρηκτα δεμένο με το νου ή με πνευματικό περιεχόμενο; μας ανήκει ή ελέγχεται και ρυθμίζεται από διάφορους παράγοντες; Στα κείμενα του τόμου το σώμα προσεγγίζεται όχι ως στατικό, ενιαίο και δεδομένο αλλά μεταβαλλόμενο και ενδεχομενικό· ως πηγή βιωμένων εμπειριών και συναισθημάτων, ως τόπος επιθυμιών και διαμεσολάβησης των κοινωνικών προσδοκιών. Η εκτενής εισαγωγή της επιμελήτριας αποτελεί στην ουσία ένα δοκίμιο πάνω στο σώμα κατά την ύστερη νεωτερικότητα και στον επαναπροσδιορισμό του κατά τον εικοστό αιώνα, και σκιαγραφεί συν τοις άλλοις τις βασικότερες θέσεις των συγγραφέων στα δεκάδες κείμενα του τόμου, που εμπλουτίζονται με σημειώσεις και βιβλιογραφία.

Από τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και της χριστιανικής θεολογίας μέχρι τις θέσεις του Ντεκάρτ και τις επιταγές του προτεσταντισμού το σώμα εμφανίζεται ως απειλητικό και επικίνδυνο αλλά και ως απειλούμενο. Η σάρκα του υποδηλώνει την ζωώδη διάσταση της ανθρώπινης φύσης και θεωρείται σταθερό εμπόδιο στην πορεία για πνευματική ανύψωση και ολοκλήρωση. Στο θεωρητικό σχήμα του Ντεκάρτ το σώμα εμφανίζεται ως αντικείμενο ικανό να προσαρμοστεί και να χειραγωγηθεί σαν να ήταν μηχανή. Η προτεσταντική αντίληψη ενθάρρυνε τον έλεγχο του συναισθήματος και της επιθυμίας, συνεπώς και της σεξουαλικότητας. Οι διπολικές συλλήψεις ορίζουν πια τον κόσμο: άνδρας – γυναίκα, κοινωνία / πολιτισμός – φύση, πνεύμα – πάθη. Ακριβώς η πνευματική ενασχόληση και ο έλεγχος των παθών ταυτίζονται με τον πολιτισμένο, τον λευκό και τον άνδρα, ενώ το σώμα και οι επιθυμίες του με τον απολίτιστο, τον άγριο και την γυναίκα.

koukles

Η αμφισβήτηση του προγράμματος του διαφωτισμού για την διάκριση σώματος και νου έρχεται από τον E. Durkheim, τον Φ. Νίτσε, την φροϊδική ψυχανάλυση, τον N. Elias, τον Merleau – Ponty, τoν M. Φουκώ, τον P. Bourdieu και τις φεμινιστικές θεωρίες. Οι θεωρητικές επανατοποθετήσεις ανατρέπουν τις βεβαιότητες γύρω από την έννοια του εαυτού και της ταυτότητας. Στις νεωτερικές συνθήκες το σώμα επανακαθορίζεται, υπόκειται σε ποικίλες αναγνώσεις και ερμηνείες, σχετικοποιείται. Η διαφορετικότητα αναγνωρίζεται, το κάθε σώμα βιώνεται με διαφορετικό τρόπο από τον κάτοχό του. Ταυτόχρονα εξυμνείται το νέο, γυμνασμένο και σεξουαλικά επιθυμητό σώμα.

Στο έργο του Μ. Φουκώ η σημασία της σεξουαλικότητας και κυρίως η ανάγκη να ρυθμιστεί και να επιτηρηθεί καθιστά το σώμα τον κατεξοχήν πολιτικό στόχο, εμπλέκοντάς το σε σχέσεις εξουσίας – κυριαρχίας. Σύμφωνα με την Mary Douglas σε κάθε πολιτισμό το σώμα δεν υπόκειται μόνο σε κανόνες καθαρότητας αλλά και το ίδιο θεωρείται πηγή ρυπαρότητας και εστία μόλυνσης. Η φουκωική και φεμινιστική θεωρία αναλύουν την διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο «φυσιολογικό» και το «μη φυσιολογικό» σώμα.

Marcel Mauss.

Κατά την φαινομενολογία της αντίληψης του Maurice Merleau – Ponty το σώμα δεν αποτελεί αντικείμενο αλλά συνθήκη και πλαίσιο μέσω του οποίου βιώνουμε, συλλέγουμε γνώσεις και εμπειρίες, τοποθετούμαστε στον κόσμο· αποτελεί πλέον υποκείμενο. Η σωματοποίηση ανατρέπει το δίπολο νους – σώμα καθώς συνδέει την υλικότητα του σώματος τόσο με το πεδίο των βιωμένων εμπειριών όσο και με τις συνέπειες της κοινωνικής σφαίρας πάνω του και προσεγγίζει τη σχέση του σώματος και του νου ως διαδικασία / αποτέλεσμα συνεχούς αλληλεπίδρασης.

Η φεμινιστική θεωρία ανέδειξε το σώμα ως προβληματικό κείμενο, δηλαδή ως σαρκικό λόγο μέσα στον οποίο οι σχέσεις εξουσίας μπορούν να ερμηνευτούν και να συντηρηθούν. Η Τζούντιθ Μπάτλερ αντλεί από την φουκωική έννοια του πειθαρχημένου σώματος και εισάγει τον όρο επιτελεστικότητα [performativity] για να εξηγήσει πώς η ανάπτυξη του σώματος μέσω χειρονομιών και ενεργημάτων, ειδικά σε σχέση με την έμφυλη σεξουαλικότητα, συντελείται με μια διαδικασία επανάληψης που περιορίζεται μεν από κοινωνικές και πολιτιστικές κανονικότητες αλλά και παραμένει ανοιχτή σε νέες εναλλακτικές σημασιοδοτήσεις.

merleau ponty

To σώμα αναδεικνύεται σε βασικό συστατικό της ταυτότητας και της αίσθησης του εαυτού. Η αντίληψη του ως ενοποιημένου υποκειμένου ακυρώνεται, η ταυτότητά του καθίσταται ρευστή, ασταθής. Το σώμα γίνεται αντικείμενο ανασχηματισμού με την ενεργητική παρέμβαση του κατόχου για να καλυφθούν οι θεωρούμενες «ατέλειές» του· γίνεται πρώτη ύλη προς επεξεργασία. Η δυνατότητα διαρκούς αναδιαμόρφωσης το καθιστά ένα σχεδίασμα [body project] κι έτσι διάφορες πρακτικές το καθιστούν μέσο για την ικανοποίηση επιθυμιών και αναγκών, σύμφωνα και με τα καταναλωτικά πρότυπα: δίαιτα, μόδα, μακιγιάζ, ψηλά τακούνια, τατουάζ, πίρσινγκ, πλαστική χειρουργική, εγχείρηση αλλαγής φύλου. Φαινομενικά όλοι μπορούν να αποκτήσουν το σώμα που επιθυμούν.

Από την άλλη το σώμα συνιστά περισσότερο από κάθε άλλη φορά τόπο πολιτικής διαμάχης και αντικείμενο πολιτικής διεκδίκησης. Ένα σώμα μπορεί να προκαλεί την υποψία, τον έλεγχο, την επιθυμία· αξιολογείται ως φυσιολογικό ή παρεκκλίνον, περιθωριοποιείται ή εξοντώνεται σύμφωνα με τα κοινωνικά κριτήρια της τάξης, το φύλου, της εθνικότητας.

Judith Butler

Το κείμενο του Marcel Mauss πάνω στις τεχνικές του σώματος αφορά ακριβώς την ρήση του ως αποτέλεσμα διδασκαλίας, εκπαίδευσης και εξάσκησης. Το φυσικό σώμα είναι παντού και πάντοτε κοινωνικό σώμα. Όσα εκλαμβάνουμε ως αυτονόητα και φυσικά – η στάση, το βάδισμα, το τρέξιμο, οι χειρονομίες, οι κινήσεις – συνιστούν κοινωνικά δομημένες επίκτητες τεχνικές, που εμπεριέχουν αδιόρατες μορφές κοινωνικού ελέγχου, με θετά όρια ανάμεσα στο αποδεκτό και το μη αποδεκτό. Ο Erving Goffman βλέπει ακριβώς την διατήρηση της ηθικής τάξης στην υιοθέτηση των συγκεκριμένων στάσεων και βλεμμάτων. Υπάρχει μια αναμφισβήτητη διάσταση υποταγής των αισθήσεων στα υπάρχοντα ηθικά πρότυπα, που αφορά την κυριαρχία της όρασης και τον αδυσώπητο έλεγχο που ασκεί το ανθρώπινο βλέμμα, καθώς αναπόφευκτα ενεργοποιεί διαδικασίες παρατήρησης, καταγραφής, αξιολόγησης και κατηγοριοποίησης της εξωτερικής επιφάνειας του άλλου.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός σώματος αντιστεκόμενου στον έξω κόσμο αποτελεί το γκροτέσκο σώμα, όπως προσεγγίζεται από τον Μ. Μπαχτίν. Το μη συμμορφούμενο σώμα τοποθετείται στα συμφραζόμενα του καρναβαλιού και αποκτά ανατρεπτικό πολιτικό χαρακτήρα, καθώς ο καρναβαλιστής αντιτίθεται στην κυρίαρχη κουλτούρα: καλλιεργεί το γέλιο, σατιρίζει τις σοβαρές τελετουργίες, απελευθερώνει από τις κυρίαρχες αλήθειες και απολαμβάνει την υλικότητα των λειτουργιών του, ακόμα και των πιο «ποταπών».

georgeta-blanaru

Ο τόμος περιλαμβάνει και δυο αναδημοσιεύσεις από παλαιότερα έργα· η ολιγοσέλιδη συμβολή του Giorgio Agamben από το μείζον έργο του Homo Sacer αφορά την «πολιτικοποίηση του θανάτου». Με αφορμή τις ιδιαίτερες περιπτώσεις κώματος, ο συγγραφέας προβληματίζεται σχετικά με την παρέμβαση του κράτους πάνω στον «ψευδοζωντανό» στον θάλαμο μηχανικής υποστήριξης. Έτσι οι οργανισμοί ανήκουν στην δημόσια εξουσία, τα σώματα εθνικοποιούνται, η γυμνή ζωή πολιτικοποιείται. Και οι σύγχρονες δημοκρατίες λένε δημόσια αυτό που οι ναζί βιοπολιτικοί δεν τόλμησαν να πουν. Αναδημοσιεύονται ακόμα ένα κείμενο του Michel Foucault από το βιβλίο Επιτήρηση και τιμωρία – Η γέννηση της φυλακής και ένα του Charles Baudelaire από το Εγκώμιον του μακιγιάζ.

Ο πόνος για την ομορφιά στην περίπτωση της απάνθρωπης περίδεσης των ποδιών της Κίνας [Wang Ping], η αμφισημία της ταυτότητας στα σημαδεμένα σώματα, ιδίως στις περιπτώσεις τατουάζ και πίρσινγκ [Paul Sweetman], η κοσμητική χειρουργική και η εφαρμογή νέων τεχνολογιών στο σώμα [Anne Balsamo], το παγκόσμιο εμπόριο ανθρώπινων οργάνων [Nancy Scheper – Hughes], η εξόντωση «της ζωής που δεν αξίζει να τη ζει κανείς» [Robert N. Proctor] αποτελούν μερικά μόνο από τα εξαιρετικά ενδιαφέροντα θέματα που πραγματεύονται τα πυκνά δοκίμια του τόμου. Εκτός από όλους τους προαναφερθέντες περιλαμβάνονται και κείμενα των Londa Schiebinger, Georg Simmel, Loïc Wacquant, Lynda Byrke, Rosi Braidotti, Louis Roussel, Marla C. Berns, Elaine Scarry κ.ά.

Εκδ. Νήσος, 2004, [Σειρά: Υλικά, αρ. 11], επιμέλεια, εισαγωγή: Δήμητρα Μακρυνιώτη, μτφ.: Κώστας Αθανασίου, Κική Καψαμπέλη, Μαριάννα Κονδύλη, Θόδωρος Παρασκευόπουλος, 420 σελ.

Στις εικόνες: Marcel Mauss, Maurice Merleau – Ponty, Judith Butler.

20
Μαρ.
15

Mário de Sá – Carneiro – Η απολογία του Λούσιο

1

Έχω κλείσει δέκα χρόνια στη φυλακή για ένα έγκλημα που δεν διέπραξα και για το οποίο ποτέ δεν υπερασπίστηκα τον εαυτό μου· είμαι νεκρός για τη ζωή και για τα όνειρα: καθώς πια τίποτα δεν μπορώ να ελπίζω και τίποτα να επιθυμώ – αποφάσισα τελικά ν’ απολογηθώ, δηλαδή ν’ αποδείξω την αθωότητά μου…

γράφει ο αφηγητής στις πρώτες αράδες του βιβλίου, έτοιμος να συγγράψει την απολογία της ζωής του, μιας ζωής τόσο ρημαγμένης που η φυλακή του φάνηκε ως χαμόγελο, ως ένα επιθυμητό τέλος. Η ιστορία του ξεκινάει το 1895, όπου βρίσκεται σπουδαστής στο πανεπιστήμιο Παρισιού και συναναστρέφεται με καλλιτεχνικούς κύκλους, όπου τον εισάγει ο επιβλητικός και μαυροντυμένος Τζερβάσιο Βίλα – Νόβα. Ο Νόβα εγκωμιάζει μια λογοτεχνική σχολή του συρμού, τον Πρωτογονισμό, που προτείνει μια πρωτότυπη και εκτυφλωτική τυπογραφία, οι δε ποιητές της μεταφράζουν τα συναισθήματά τους σ’ ένα παιχνίδι συλλαβών, με «κομματιασμένες ονοματοποιήσεις δημιουργώντας νέες λέξεις που μπορεί και να μην σημαίνουν τίποτα» αλλά αποκαλύπτουν έτσι μια διαφορετική ομορφιά. Η φιληδονία στην τέχνη είναι μόνιμο θέμα συζήτησης στις καλλιτεχνικές τους συναντήσεις κι η διέγερση των δονήσεων της ηδονής αποτελεί ένα μόνιμο ζητούμενο.

mario sa-- carneiro

Ο Λούσιο γνωρίζεται με τον ποιητή Ρικάρντο ντε Λαουρέιρο και συνδέεται μαζί του με στενό δεσμό φιλίας και καθίσταται πρόθυμος ακροατής των καταρρακτωδών ομολογιών του, που ξεχειλίζουν από αλλόκοτες εικόνες. Ο Ρικάρντο εκφράζει την ανία του και τον κορεσμό του από την ζωή· τα πάντα τού φαίνονται αδιάφορα και ο ενθουσιασμός του εξανεμίζεται γρήγορα: Κι αν κάποιες στιγμές μπορώ να υποφέρω επειδή δεν έχω ορισμένα πράγματα που ακόμα δεν τα γνωρίζω ολοκληρωτικά, όταν βαθαίνω καλύτερα, διαπιστώνω το εξής: Ω Θεέ μου, αν τα είχε θα ήταν ακόμα μεγαλύτερος ο πόνος μου, ακόμα μεγαλύτερη η ανία μου. Τελικά η σπατάλη χρόνου είναι σήμερα ο μοναδικός σκοπός της έρημης ύπαρξής μου. Αν ταξιδεύω, αν γράφω – αν ζω, με μια λέξη, είναι μόνο και μόνο για να καταναλώνω στιγμές, πίστεψέ με: αλλά πολύ σύντομα – ήδη το προαισθάνομαι – κι αυτό ακόμα θα το χορτάσω. Και τι θα κάνω τότε; [σ. 45]

Ο Ρικάρντο σταδιακά βυθίζεται σε έναν κόσμο παραίτησης και παραίσθησης συμπαρασέρνοντας τον συνομιλητή του. Ο ίδιος ο κόσμος των ηδονών και της τέχνης μοιάζει να αποτελεί ένα προπέτασμα για μια άλλη θέαση των πραγμάτων, διαθλασμένη, παραμορφωμένη. Είναι ενδιαφέρον το πώς η περιγραφή μιας αίθουσας χορού αποδίδει τα σημερινά κλαμπς: «το ηλεκτρικό φως προέρχεται από άπειρες σφαίρες, με διάφορα χρώματα, με ποικιλία σχεδίων και διαφορετική διαφάνεια», και αλλού: «η κύρια πηγή του φωτός είναι κρυμμένοι προβολείς που ξεχύνουν άπλετα κύματα». Αλλά και εκεί χάσκει ένα μεγάλο κενό. Το ψυχικό βάσανο του ανικανοποίητου νέου καθίσταται μέρος του σώματος. Η ψυχή του πετρώνει, οι σκέψεις του προκαλούν πρωτοφανή σωματικό πόνο. Τα απογεύματα στη νότια Λισσαβώνα είναι αβάσταχτα, η ίδια η ζωή είναι πια ανυπόφορη. Υπάρχει άραγε η έσχατη δυνατότητα φυγής στην τέχνη;

mario_sa_carneiro-1

Οι αιώνιες αντιφάσεις μου! Εσείς, όλοι οι αληθινοί καλλιτέχνες, οι αληθινά μεγάλες ψυχές – το ξέρω – ποτέ δεν βγαίνετε, ούτε επιδιώκετε να βγείτε ποτέ από το χρυσό σας κύκλο – ποτέ δεν νιώθετε την επιθυμία να κατεβείτε στη ζωή. Αυτή είναι η αξία σας, η αξιοπρέπειά σας. Και σωστά κάνετε. Είστε πολύ πιο ευτυχισμένοι…Γιατί εγώ υποφέρω διπλά, ζω μέσα στον ίδιο χρυσό κύκλο και συνάμα ξέρω να κινούμαι εκεί κάτω… [σ. 58]

Ο Πορτογάλος ποιητής και μυθιστοριογράφος Μάριο ντε Σα – Καρνέιρο γεννήθηκε στη Λισαβόνα το 1890 και πέθανε στο Παρίσι το 1916. Ήταν ο πιο στενός φίλος του μείζονος Πορτογάλου ποιητή του περασμένου αιώνα Φερνάντο Πεσσόα, ο οποίος τον γνώρισε στην αβανγκάρντ επιθεώρηση της Λισαβόνας, Orpheus, που εισήγαγε το μοντερνισμό στην Πορτογαλία. Στον Πεσσόα έστειλε και τα αδημοσίευτά ποιήματά του λίγο πριν αυτοκτονήσει. σε ηλικία είκοσι έξι ετών, σ’ ένα ξενοδοχείο της Μονμάρτης, αφού έγραψε επιστολές για τον πατέρα του, την φίλη του, τον ίδιο τον Πεσσόα και άλλους φίλους. Κατάθλιψη, απογοήτευση από την ζωή, πνευματική κατάπτωση (που περιγράφει εδώ, στην μόνη νουβέλα που έγραψε), όλα οδήγησαν στην αυτοχειρία αυτού του γνήσιου συγγενή του Ρεμπώ. Πολύ θα ήθελα να διαβάσω τις Επιστολές που αντάλλαξαν οι δυο λογοτέχνες [1958 -1959].

rui-blogue

Η πλειονότητα, αγαπητέ μου…Η πλειονότητα, οι ευτυχείς….Αλλά ποιος ξέρει αν τελικά αυτοί έχουν δίκιο…αν όλα τα υπόλοιπα είναι μπούρδες… / Κι ωστόσο θα άξιζε περισσότερο αν ήμασταν σα το μέσο άνθρωπο που βλέπουμε γύρω μας. Θα είχαμε, τουλάχιστον στο πνεύμα, ηρεμία και ειρήνη. Τώρα έχουμε μόνο το φως. Όμως το φως τυφλώνει τα μάτια…Είμαστε ολάκεροι αλκοόλ, σκέτο αλκοόλ! – είμαστε οινόπνευμα και εξατμιζόμαστε σ’ ένα φως που μας καίει! [σ. 59, 60]

Οι καλοί άνθρωποι που κυκλοφορούν γύρω μας, αγαπητέ μου φίλε, δεν έχουν ποτέ τέτοιου είδους περίπλοκα προβλήματα. Απλώς ζουν. Δεν σκέφτονται καν… Μονάχα εγώ δεν παύω ποτέ να σκέφτομαι…Ο εσωτερικός μου κόσμος έχει πλατύνει πολύ, έγινε άπειρος και ώρα με την ώρα επεκτείνεται! Είναι φρικτό. Αχ, Λούσιο, Λούσιο! φοβάμαι – φοβάμαι πως θα υποκύψω, πως θα παραδοθώ σον εσωτερικό μου κόσμο, θα εξαφανιστώ από τη ζωή, θα χαθώ μέσα του… / … Ορίστε ένα θέμα για τα διηγήματά σας, ένας άνθρωπος που από την πολλή αυτοσυγκέντρωση εξαφανίζεται από τη ζωή, μεταναστεύει στον εσωτερικό του κόσμο… [σ. 61 – 62]

mario-sa-carneiro-1

Όπως γράφεται στο πολύτιμο επίμετρο του μεταφραστή, το έργο του Σα – Καρνέιρο θεωρείται αντιπροσωπευτικό του ρεύματος «της παρακμής» που ονομάστηκε Decadentismo, μαζί με το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ του Όσκαρ Γουάιλντ και την Ηδονή [Il piacere] του Γκαμπριέλε ντ’ Αννούντσιο. Πρόκειται για την αριστοκρατική, ελιτίστικη απόρριψη της αστικής κοινωνίας που δείχνει πια σαφώς την αποτυχία της να φέρει την ευτυχία στην ανθρωπότητα. Μοναδική διέξοδος σε μια τέτοια κοινωνία είναι η τέχνη· ο αληθινός καλλιτέχνης δεν «ζει», παρά τον κοσμοπολιτισμό του· είναι απέξω, αρνείται τον συρμό, η ομορφιά και η ηδονή ορίζουν αποκλειστικά την τέχνη. Φοβάται την ομοιομορφία, επιθυμεί σφοδρά το μοναδικό και το ξεχωριστό. Σύμφωνα με μια από τις περαστικές γυναίκες της νουβέλας, μια Αμερικανίδα, η ίδια η ηδονή είναι τέχνη – θυμόμαστε εδώ τον δανδή λόρδο του Όρκαρ Γουάιλντ: «έναν νέο Ηδονισμό χρειάζεται ο αιώνας μας».

Και γι’ αυτόν, όπως και για μένα, η ζωή είχε σταματήσει – είχε ζήσει κι αυτός την κορυφαία στιγμή που περιέγραψα. Μιλούσαμε αρκετά συχνά γι’ αυτές τις μεγαλειώδεις στιγμές, και τότε εκείνος υποστήριζε την πιθανότητα να κρατήσουμε, να φυλάξουμε τις πιο όμορφες στιγμές της ζωής μας – γεμάτες αγάπη ή θλίψη – και έτσι να μπορούμε να την ξαναδούμε, να τις ξανανιώσουμε. Μου έλεγε ότι αυτό ήταν το κυριότερο ενδιαφέρον του στη ζωή – όλη η τέχνη της ζωής του[σ. 159]

mario

Μια διαφορετική γυναίκα εισχωρεί στη σχέση των δυο αντρών· η Μάρτα συνδέεται με τον Ρικάρντο και πλέον οι σκέψεις και οι εμπειρίες μοιράζονται δια τρία. Όσο όμως η τριμερής συντροφικότητα εισχωρεί στους διάφορους ομόκεντρους κύκλους πνευματικότητας, άλλο τόσο η αληθοφάνεια της διήγησης μοιάζει να κυκλώνεται από πέπλα αμφιβολίας. Η ίδια η αφήγηση του Λούσιο είναι παραληρηματική, καθώς απορεί για την Μάρτα, μια γυναίκα χωρίς παρελθόν, μια ύπαρξη χωρίς αφήγηση. Δεν είναι μόνο η συνεχής χρήση των λέξεων «παράδοξο» και «παράξενο» ή τα πολλαπλά χάσματα της μνήμης. Είναι η ίδια η βύθιση σε μια πραγματικότητα που μοιάζει να αναιρεί τον ίδιο της τον εαυτό. Σκεφτείτε μέχρι ποιο βάθος μπορεί να φτάσει όλη αυτή η πτώση, μέχρι ποιο σημείο είναι δυνατόν η απολογία του Λούσιο να παραλλάσσει ή να πλαστογραφεί ολόκληρη την πραγματικότητα. Και μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φτάσει η ένωση των τριών αυτών προσώπων, σε ψυχή, πνεύμα και σώμα.

Αν έπρεπε χωρίς ειρμό και χωρίς επιχειρήματα να αναφέρω όλα τα αναγνώσματα που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο προσκαλεί η νουβέλα του άγνωστου Πορτογάλου συγγραφέα (που έμεινε ως σήμερα απαρατήρητη), εδώ υπάρχουν οι άβυσσοι του Λωτρεαμόν και τα εγκαύματα του Αρτώ, η παραφορά του Απολλιναίρ και η παράνοια του Ρεμπό, η ποίηση του Κρο, η Κοκαΐνα του Πιτιγκρίλι και Μια Ιστορία με Κοκαΐνη του Μ. Αγκέεφ, οι οπτασίες του Νοβάλις και προφανώς οι μονολογίες του Πεσσόα.

mdsc

Αν φτάσουμε στη μέγιστη οδύνη, με τίποτα πια δεν υποφέρουμε. Αν συγκλονιστούν στο έπακρο οι αισθήσεις μας, τίποτα δεν μπορεί να μας κλονίσει. Απλώς, αυτή τη στιγμή της αποκορύφωσης ελάχιστοι άνθρωποι τη ζουν. [σ. 13]

Εκδ. Νήσος, 2012, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, 167 σελ., με επτασέλιδο επίμετρο του μεταφραστή [A confissão de Lúcio, 1914]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 178. Hallucinations.

19
Μαρ.
15

Εντευκτήριο τεύχος 106 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2014, κυκλοφ. Φεβρουάριος 2015)

106

Σελίδες για τον Χριστόφορο Λιοντάκη

Ο εφηβικός κήπος, περιβόλι ή ροδώνας, τα οπωροφόρα και οι μετωνυμίες τους, φύλλα νεραντζιάς, αμύγδαλα λευκά και ρόδι, φλούδες πορτοκαλιού, ο εσπερινός ελαιώνας και το αμφίσημο ορεινό μονοπάτι της Κρήτης […]· αντιστικτικά, το αττικό τοπίο στο φως του δειλινού στον Υμηττό ή Απρίλιο μήνα στο Σούνιο άνθη και βοτάνια, ντοματιές, σταφυλιές και δυόσμος, άρωμα φασκομηλιάς, η ευωδιά του πικραμύγδαλου, εικόνες θαλερές και μυρωμένες στιγμές, μοιάζει να διαμορφώνουν μια τρυφερή επιφάνεια πάνω στην οποία ακουμπάει η ποιητική γλώσσα του Λιοντάκη, για να ξετυλίξει τη διήγησή της. Γιατί η φύση είναι το περίγραμμα της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, η πηγή απ’ όπου η ψυχή του ευαίσθητου δέκτη δεν μπορεί να ξεφύγει αλλά ξαναγυρνά ολοένα, όπως στον τόπο του εγκλήματος…

…γράφει η Μαριλίζα Μήτσου στο κείμενό της για Πρόσωπα και προσωπεία του μύθου στην ποίηση του Χριστόφορου Λιοντάκη, ενσωματώνοντας σε μια παράγραφο λέξεις, φράσεις και νοήματα από τα ποιήματα της συλλογής του Ο Μινώταυρος μετακομίζει. Αυτή ήταν και η πρώτη μου επαφή με την ποίηση του Λιοντάκη, κάποτε σε μια εποχή όπου συχνά, κάτι που συνεχίζω ακόμα και σήμερα αν και σε μικρότερο ποσοστό, επέλεγα να αγοράσω μια συλλογή με βάση τον τίτλο της. Και πώς μπορούσε να αγνοηθεί μια έστω και υπόνοια πως ο Μινώταυρος δεν βρίσκεται πια εκεί που τον αφήσαμε;

Μ’ εναγκαλίζεται ο μινώταυρος / μας είδανε μαζί πολλές φορές / με κυνηγά / τον κυνηγώ / ποικίλλουν οι φήμες.

b14042

Σ’ εκείνη την συλλογή [1982] ενώνει δυο περιόδους στην ποιητική του Λιοντάκη, όπως γράφει η Χριστίνα Ντουνιά στο δικό της κείμενο, που εστιάζει στα δικαιώματα του «θυμού». Αρχικά επιχειρείται μια πρώτη συμφιλίωση με τη γενέθλια γη και τις απωθήσεις της παιδικής ηλικίας, μια δύσκολη εξομολόγηση στην ανίχνευση του τραύματος ή του βιώματος που γίνεται εμπειρία, μέσα από έναν απαιτητικό δρόμο αναστοχασμού. Ύστερα αναδύονται τα θραύσματα του αρχαίου μύθου αλλά και μιας αιώνιας φύσης. Το αφιέρωμα ξεκινάει με ένα αδημοσίευτο ποίημα του Λιοντάκη και περιλαμβάνει δυο πολύτιμα παλιά δημοσιεύματα εφημερίδων από τον Τάσο Λειβαδίτη και τον Γιάννη Τσαρούχη, κείμενα των Διονύση Χαλκωματά, Βαγγέλη Χατζηβασιλειου, Τιτίκας Δημητρούλια, Ζαχαρία Κατσακού και άλλων, καθώς και μια σύντομη εργοβιογραφική παρουσίαση σε επιμέλεια του τελευταίου.

Ο Γιώργος Ιωάννου διαβάζει πεζογραφήματά του: ακούγεται σαν ενύπνιο αλλά είναι ο τίτλος του πολύτιμου ψηφιακού δίσκου που συνοδεύει το τεύχος, με αφορμή την συμπλήρωση τριάντα ετών από τον πρόωρο θάνατο του συγγραφέα [16.2.1985]. Εδώ ο συγγραφέας διαβάζει ο ίδιος πεζά του από τα βιβλία του Σαρκοφάγος, Η μόνη κληρονομιά, Καταπακτή, Η πρωτεύουσα των προσφύγων και Επιτάφιος θρήνος. Οι ηχογραφήσεις προέρχονται από τα αρχεία της οικογένειας Μιχάλη Μηλαράκη και Δήμητρας Ιωάννου -Μηλαράκη, του συλλέκτη Γιώργου Ζεβελάκη και του ραδιοφωνικού παραγωγού Γιώργου Ευσταθίου.

Ιωάννου

Στα δοκίμια του τεύχους ο Παντελής Μπουκάλας γράφει για τη φιλολογία ως προϋπόθεση της μετάφρασης, τον κριτικό λόγο και την αυτοκριτική μεταφραστική συνείδηση του Δ. Ν. Μαρωνίτη· ο Γιώργος Μαρκόπουλος για την ποίηση και την ποιητική της Κικής Δημουλά, με αφορμή την τελευταία της ποιητική συλλογή Δημόσιος καιρός· ο Αριστοτέλης Σαΐνης για τη νεανική αλληλογραφία Βασίλη Βασιλικού – Μένη Κουμανταρέα. Στην ποίηση αιφνιδιαζόμαστε από ένα ποίημα του Τεννεσσή Ουίλλιαμς που είδε πρόσφατα το φως της δημοσιότητας (μτφ. Αχιλλέα Κυριακίδη) και διαβάζουμε ακόμη δημιουργίες των Λευτέρη Ξανθόπουλου, Γιάννη Υφαντή, και Κλεοπάτρα Ολυμπίου, του Ρουμάνου Νικήτα Στανέσκου (1933-1983, μτφ. Σταύρου Δεληγιώργη) κ.ά.

Διηγήματα και μικρά πεζά δημοσιεύουν μεταξύ άλλων οι: Γιάννα Μπούκοβα, Μαρία Κουγιουμτζή, Βάνα Χαραλαμπίδου, Τζάστιν Τόρρες (μτφ. Γιάννης Θεοδοσίου) και Φίλιππος Δρακονταειδής. Μια ανάσα από το αξέχαστο κείμενο του τελευταίου:

…τέτοιες ώρες λέγονται τα κρυφά, τα ανείπωτα, τα πλακωμένα και ποδοπατημένα, τα αξεχείλωτα και τα αναπάντητα. «Αυτοί ξέρουν» συμπλήρωσε η Χρυσάνθη. «Τι ξέρουν;», πετάχτηκα. «Ξέρουν μήπως πως εσύ στα δεκαεφτά σου και εγώ στα δεκαπέντε μου αγκαλιαζόμαστε; Ξέρουν ως με έσφιγγες στην αγκαλιά σου και τα χέρια μου μάθαιναν και θέριζαν, αλώνιζαν, λίχνιζαν, μάζευαν το στάρι σου κα δεμάτιαζαν τα σανά σου, επειδή τα στάχυα σου είχαν θρέψει και ήταν στην εποχή σου; Ξέρουν πως ο μύλος μου άλεθε το στάρι σου και εσύ έβαζες το ζυμάρι, έπλαθες το ψωμί σου, το άφηνες να φουσκώσει, το φούρνιζες και το τρώγαμε ζεστό, έκοβες μπουκιές που βουτούσαμε στο μέλι;

[Σελίδες 176]

18
Μαρ.
15

Jan Morris – Τεργέστη. Η έννοια του πουθενά

1

Μια πόλη για τον τέταρτο κόσμο της Διασποράς

Υπάρχουν ανά την υφήλιο άνθρωποι οι οποίο συγκροτούν έναν Τέταρτο Κόσμο, μια δική τους διασπορά. Αυτοί είναι υπεράνω όλων! Ασχέτως χρώματος. Ασχέτως θρησκείας: μπορεί να είναι χριστιανοί ή ινδουιστές ή μουσουλμάνοι, μπορεί και εβραίοι ή ειδωλολάτρες ή και άθεοι. Μπορεί να είναι νέοι ή γέροι, άντρες ή γυναίκες, στρατιώτες ή ειρηνιστές, πλούσιοι ή φτωχοί. Μπορεί να είναι πατριώτες, ουδέποτε πάντως σωβινιστές. Μοιράζονται μεταξύ τους, ασχέτως εθνικότητας, τις κοινές αξίες του χιούμορ και της κατανόησης. Άμα βρεθείς ανάμεσά τους, δεν πρόκειται ούτε να σε κοροϊδέψουν ούτε να σε πικράνουν, γιατί δεν τους ενδιαφέρει ούτε η φυλή σου ούτε το θρήσκευμά ου, ούτε το φύλο ή η εθνικότητά σου· τους βλάκες τους ανέχονται, αν όχι ευχάριστα, οπωσδήποτε με κατανόηση. Γελάνε εύκολα. Δεν δυσκολεύονται να αισθανθούν ευγνωμοσύνη. […] Είναι εξόριστοι μέσα στην ίδια τους την κοινότητα, γιατί πάντα ανήκουν σε κάποια μειοψηφία, όμως είναι ένα έθνος πανίσχυρο, και κρίμα που δεν το ξέρουν. Είναι το έθνος του πουθενά και έχω καταλήξει να πιστεύω ότι είναι φυσικό να έχει πρωτεύουσά του την Τεργέστη. [σ. 233 – 234]

Trieste_intorno_a_1880._Il_Targesteo

Η Τζαν Μόρις [γεν. 1926] ζούσε και έγραφε ως Τζέιμς Μόρις μέχρι το 1972, οπότε και ολοκλήρωσε την διαδικασία της αλλαγής του φύλου της. Έγραψε έργα ταξιδιωτικής λογοτεχνίας και δοκιμίου, μυθιστορήματα, διηγήματα και αυτοβιογραφικά κείμενα. Τα ταξιδογραφήματά της είναι γραμμένα με τον τρόπο των αρχετυπικών συγγραφέων – ταξιδευτών – περιπλανώμενων. Συνδυάζουν τα αντικειμενικά στοιχεία με την υποκειμενική ματιά, τα ιστορικά και λογοτεχνικά δεδομένα με την προσωπική περιπλάνηση. Το βιβλίο της για την Τεργέστη θα είναι το τελευταίο της για την πόλη – το υπόσχεται κυρίως στον εαυτό της. Εβδομηντάχρονη πλέον και κοσμογυρισμένη, επιστρέφει αναζητώντας την αλήθεια πάντα στην ίδια προκυμαία.

Στην Τεργέστη περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού, η ιδέα της εθνικότητας φαίνεται ξένη. Η πόλη αυτή διαμόρφωσε τον δικό της χαρακτήρας της προ πολλού από πληθυσμιακές ομάδες προερχόμενες από πολλές χώρες και παραμένει εκ φύσεως μοναχική. Από παραθαλάσσιο χωριό των Ιλλυριών σε ρωμαϊκή επαρχία, ύστερα σπλάχνο της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων της Βιέννης, Ελεύθερο Λιμάνι, κέντρο κοσμοπολιτισμού και αργότερα, όταν το λιμάνι παράκμασε, πόλη βυθισμένη σε νάρκη, στερημένη από την ίδια της την ενδοχώρα, Ελεύθερη Περιοχή και τέλος μοιρασμένη ανάμεσα στην Ιταλία (η πόλη και το λιμάνι) και στην Γιουγκοσλαβία (το μεγαλύτερο μέρος της πέριξ περιοχής), η Τεργέστη μοιάζει να ενσωματώνει κάθε στιγμή του παρελθόντος της. Εκείνο όμως από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει είναι η κληρονομιά της κοσμοπολίτικης κοινωνίας της. Μπορεί οι οικογένειες να χάθηκαν, όμως τα ονόματά τους είναι ακόμα και σήμερα μέρος του καθημερινού λεξιλογίου· ενίοτε και η ανάμνησή τους. Η διάλεκτος της Τεργέστης άλλωστε σήμερα έχει παρομοιαστεί από τον Ιρλανδοτεργεστίνο λόγιο Τζον Μακ Κορτ «ζωντανή εγκυκλοπαίδεια των πολιτισμών, των εθνών και των γλωσσών που αφομοιώθηκαν από την πόλη».

4

Για την συγγραφέα η Τεργέστη είναι μια αλληγορία του λίμπο στην κοσμική του διάσταση. Εκεί αισθάνεται μόνη ακόμα και όταν είναι με φίλους. Ο Βιεννέζος θεατρικός συγγραφέας Χέρμαν Μπαρ όταν την επισκέφτηκε το 1909 είπε ότι ένιωσε σαν να αιωρούνταν στη ανυπαρξία, σαν να βρέθηκε στο πουθενά. Είναι κι αυτή ένας τόπος που σημαίνει κάτι ιδιαίτερο σε όσους, όπως το έθεσε ο Ρόμπερτ Μιούζιλ, έχουν την εντύπωση ότι το καθετί σημαίνει κάτι περισσότερο από ό,τι έχει την ειλικρινή πρόθεση να σημαίνει. Μέχρι και ο Μαρσέλ Προυστ, που δεν επισκέφτηκε ποτέ του την Τεργέστη, βάζει τον Αφηγητή του να της σκέφτεται ως «το γλυκύτερο μέρος όπου οι άνθρωποι ήταν σκεφτικοί, τα ηλιοβασιλέματα χρυσά και οι καμπάνες των εκκλησιών μελαγχολικές». Ο Ουμπέρτο Σάμπα, ο in excelsis ποιητής της Τεργέστης, δείχνει να είναι διαρκώς μελαγχολικός στη πόλη του.

3 - svevo1

Ακόμα και στην Συνείδηση του Ζήνωνα του Ίταλο Σβέβο, είναι διάχυτη μια βασανιστική αίσθηση του ανικανοποίητου. Ο Ζήνων άλλωστε υποφέρει από κάθε λογής ασθένεια, για να καταλήξει στο τέλος ότι μια maladie imaginaire είναι χειρότερη από την οποιαδήποτε πραγματική γιατί δεν είναι ιάσιμη. Ποτέ πια, ποτέ ξανά είναι η επωδός που στοιχειώνει τις τελευταίες σελίδες της τραγικής νουβέλας του Σβέβο Το γέρασμα. Ιδού η επωδός της ίδιας της Τεργέστης. Ο Σβέβο φαίνεται ότι πέρασε μια πληκτική ζωή στην Τεργέστη, πρώτα ως λογιστής σε ασφαλιστική εταιρεία, κατόπιν ως διευθυντικό στέλεχος στο οικογενειακό εργοστάσιο χρωμάτων και βερνικιών. Αν όμως πιστέψουμε όσα γράφει στα μυθιστορήματά του, πίσω από την αστική πρόσοψη της πόλης κόχλαζε κάθε είδους σεξουαλικό πάθος. Ένα τέτοιο πάθος πάντως χαρακτήρισε την μέγιστη ερωτική ιστορία της πόλης, ανάμεσα στον λογοτέχνη – πορνογράφο Ρίτσαρντ Μπάρτον και την Ίζαμπελ Μπάρτον.

Αυτή η πόλη μοιάζει φτιαγμένη για τους εξόριστους. Έχει προσφέρει άσυλο σε πολλούς που εκπατρίστηκαν, είτε με την θέλησή τους είτε κατ’ ανάγκη, αν και τελικά πολλοί απ’ αυτούς έμειναν εκεί επιθυμώντας κατά βάθος να είναι κάπου αλλού. Γιατί αυτή είναι ειρωνεία με αυτό τον τόπο: να σε έλκει και ταυτόχρονα να σε μελαγχολεί.

5 - giacomo-girolamo-casanova

Ανώνυμοι ξένοι έφτασαν κατά χιλιάδες στην Τεργέστη, άλλοι άντεξαν για λίγο μόνο τον τόπο. Ο Καζανόβα υποχρεώθηκε να μείνει εδώ δυο ολόκληρα χρόνια και πέρασε κατά τα λεγόμενά του ζωή χαρισάμενη, όμως, μόλις οι Επίτροποι της Βενετίας του επέστρεψαν να γυρίσει στον τόπο του, έφυγε μέσα σε μια βδομάδα. ο Έγκον Σίλε έμεινε για μικρό χρονικό διάστημα προσπαθώντας να συνέλθει από τις συνέπιες μιας σύντομης φυλάκισής του. Ο Κόνραντ έγραψε για τους βαστάζους της Τεργέστης, οι Μπούντενμπρουκ του Τόμας Μαν γράφτηκα κατά την παραμονή του στο Οτέλ ντε λα Βιλ, η πιο γνωστή ιστορία του Μπούνιν είχε αρχικά τον τίτλο Ο Κύριος από την Τεργέστη, ο Χάυδν έγραψε την Συμφωνία της Τεργέστης, ο Μάλερ, ο Φρόιντ και ο λόρδος Λούκαν πέρασαν από εδώ.

Η Τεργέστη είναι υπεράνω τουρισμού, οικονομίας, ιστορίας – αν ποτέ υποχρεωνόταν να αυτοδιαφημιστεί, θα της αρκούσε η Sua Triestinita. Η πόλη για την συγγραφέα έχει κάτι το υπαρξιακό, άρα προορισμός της είναι να είναι ο εαυτός της. Την εκμαυλίζει η γοητεία ενός επακόλουθου που χάθηκε, μιας δύναμης που έσβησε, του χρόνου που περνάει, των φίλων που φεύγουν, των μεγάλων πλοίων που πάνε για παλιοσίδερα. Δύσκολα αποφεύγει κανείς το σύνδρομο της Τεργέστης – η ίδια έχει παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια θεραπείας. Εδώ, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, θυμάται τον χαμένο χρόνο, τις χαμένες ευκαιρίες, τους χαμένους φίλους, πάντα μ’ εκείνη την γλυκιά tristesse που ονοματοποιεί την πόλη.

2

Η Tζαν Μόρις γράφει για τους εξόριστους της πόλης όμως σε γενικές γραμμές εξόριστη ένοιωσε κι εκείνη. Το παρελθόν άλλωστε ξένος τόπος είναι, όπως και τα γηρατειά καθώς προχωρείς είναι σαν να μπαίνεις σε άγνωστη περιοχή, σαν να αφήνεις πίσω έναν δικό σου τόπο. Τίποτα δεν μοιάζει με ό,τι γνώριζες πιο πριν. Το σώμα αλλάζει, η εξοχή αλλάζει, ο κόσμος ο ίδιος. Από την άλλη όμως αυτή η ηλικιακή εξορία μπορεί να σημαίνει και μια καινούργια ελευθερία, γιατί τα περισσότερα πράγματα δεν έχουν πια την σημασία που είχαν. Το μόνο που μετράει είναι η καλοσύνη, αυτή «η θεμελιώδης αρχή του πουθενά». Ο Τζόις έλεγε ότι πουθενά αλλού δεν είχε συναντήσει τόση καλοσύνη όσο στην Τεργέστη. Η δική της Τεργέστη παραμένει ο τόπος του εφήμερου, είναι η πόλη των ψευδαισθήσεων· η φαντασία παραγκωνίζει το γεγονός. Μήπως, αναρωτιέται, ακόμα κι όσα μας γράφει αποτελούν προϊόν της ίδιας της φαντασίας που έθρεψε εντός της η πόλη;

7

Εκδ. Πάπυρος, 2009, μτφ. Αθηνά Δημητριάδου, σελ. 245 [Jan Morris, Trieste and the meaning of nowhere, 2001]

Στις εικόνες εκτός από την συγγραφέα: Italo Svevo, Giacomo Casanova, James Joyce σμιλεμένος από και στην Τεργέστη.

15
Μαρ.
15

Θανάσης Γιαλκέτσης – Σημειωματάριο ιδεών

1 - ex_

Μια σπάνια συλλογή προτάσεων πολιτικής σκέψης και πράξης

Τι να πρωτογράψει κανείς γι’ αυτό το βιβλίο… Καταρχήν κάθε συλλογή κριτικών κειμένων είναι ευπρόσδεκτη, πόσο μάλλον όταν έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδα, συνεπώς η αρχειοθέτηση και φύλαξή τους είναι εξ ορισμού προβληματικές. Αντιλαμβάνεται όμως κανείς πόσο σημαντική είναι μια τέτοια έκδοση ιδίως όταν αφορά το ιδιαίτερο είδος του δοκιμίου (δηλαδή έργα φιλοσοφίας, πολιτικής σκέψης, ιστορίας των ιδεών, οικονομίας κλπ.), ενώ και τα ίδια τα κείμενά του είναι γραμμένα με δοκιμιακή μορφή.

Ο συγγραφέας προτείνει δεκάδες μείζονα αναγνώσματα, παρουσιάζει σπουδαία βιβλία που μπορεί να πέρασαν απαρατήρητα ή να διαβάστηκαν από λίγους και ειδικούς, συνοψίζει το έργο ζωής πολλών στοχαστών καθώς και την πορεία των ιδεών που σήμερα μπορούν να αποτελέσουν οδοδείκτες για κάθε ζητούμενο της σύγχρονης ζωής.

1 - chris haberman-Karl Marx

Συχνά ένα βιβλίο ή μια επέτειος αποτελεί την αφορμή και μόνο για να ξετυλιχθεί ένα δοκίμιο. Ας σημειωθεί ακόμα ότι πολλά από τα βιβλία που παρουσιάζονται δεν έχουν μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα, συνεπώς ένα ακόμα πλεονέκτημα του βιβλίου είναι η παρουσίαση της σχετικής διεθνούς εκδοτικής παραγωγής. Έτσι ο Γιαλκέτσης μάς γνωρίζει με την σκέψη και την γραφή μιας ολόκληρης στρατιάς ανήσυχων πνευμάτων και μας εισάγει σε έναν γραπτό κόσμο όπου μας περιμένουν προτάσεις και κλειδιά για όλα όσα μας εμποδίζουν να ζήσουμε μια ζωή αξιοπρεπή και επιθυμητή. Μετά είναι στο χέρι μας να αναζητήσουμε τα κείμενα και τις πρωταρχικές πηγές.

Το βιβλίο περιλαμβάνει κείμενα που δημοσιεύτηκαν στην Ελευθεροτυπία στο διάστημα από το 1993 έως το 2010, σε μια περίοδο δηλαδή που χαρακτηρίστηκε από την τάση για βαθμιαία αποπολιτικοποίηση. Η κρίση των ιδεολογιών τροφοδότησε μεταϊδεολογικούς κοινούς τόπους, σύμφωνα με τους οποίους η πολιτική δεν μπορούσε και δεν έπρεπε πλέον να προτείνει μεγάλες ιδέες και φιλόδοξα σχέδια, ούτε να ασχολείται με τη θεμελίωση ισχυρών συλλογικών ταυτοτήτων αλλά να περιορίζεται σε τεχνικές λειτουργίες και σε αποτελεσματική διαχείριση· η δε οικονομία αντιμετωπίστηκε ως ένας απρόσωπος μηχανισμός με δικούς του κανόνες που λειτουργούν ανεξάρτητα από την ανθρώπινη βούληση. Έτσι προετοιμάστηκε και διανοητικά το έδαφος για τη σταδιακή διάβρωση όλων όσα είναι δημόσια, για τον αποικισμό της επιθυμίας και του φαντασιακού των ανθρώπων από την καταναλωτική κοινωνία και από τα είδωλα του θεάματος, για την μετατροπή της δημόσιας σφαίρας σε θέαμα και τον λαό σε «κοινό». Ο συγγραφέας δημιούργησε την στήλη «Σημειωματάριο Ιδεών» αρνούμενος να συμφιλιωθεί, όπως γράφει ο ίδιος, με το διαζύγιο πολιτικής και ιδεών, το οποίο καταλήγει να μας αφοπλίζει μπροστά στις δοκιμασίες που μας περιμένουν.

jurgen_habermas

Συχνά ένα κείμενο δεν εκκινεί από κάποιο βιβλίο αλλά οποιαδήποτε άλλη αφορμή. Σε αυτή την περίπτωση ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία για ένα αναλυτικό δοκίμιο ή μια χρησιμότατη επίτομη εισαγωγή στο έργο κάποιου σημαντικού συγγραφέα – φιλόσοφου, όπως στην περίπτωση του Γιούργκεν Χάμπερμας, που για πολλούς αποτελεί τον σημαντικότερο ευρωπαίο στοχαστή σήμερα, που στρατευμένος σε όλες τις διανοητικές και ηθικο – πολιτικές μάχες του καιρού του, αντιπροσωπεύει ένα είδος «κριτικής συνείδησης» της γερμανικής κουλτούρας. Όμως η σύνδεσή του με την δεύτερη γενιά της «Σχολής της Φρανκφούρτης» μας εμποδίζει να κατανοήσουμε την δική του πρωτότυπη συνεισφορά. Η κριτική της κυριαρχίας της εργαλειακής ορθολογικότητας [: η χρησιμοποίηση του άλλου ως εργαλείου ή ως εμπόδιου που πρέπει να παραμεριστεί] από την Σχολή υπήρξε τόσο ριζική ώστε κατέληγε στην πεσιμιστική διάγνωση της αδυναμίας των υποκειμένων απέναντι στο σύστημα κυριαρχίας και δεν έδειχνε τους δρόμους για την μετάβαση από την ολική αμφισβήτηση στη δράση. Άφηνε έτσι λίγες ελπίδες στην πολιτική πράξη, στην οποία εναπέθετε ένα αμυντικό καθήκον «αντίστασης» και μόνο.

Ο Χάμπερμας τροποποιεί σημαντικά το θεωρητικό παράδειγμα της Σχολής, δείχνοντας μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην κληρονομιά του Διαφωτισμού και στις δυνατότητες του ανθρώπινου λόγου και παραμένει πιστός στην επαγγελία της δημοκρατικής αυτοοργάνωσης της κοινωνίας. Η επικοινωνιακή ορθολογικότητα που προτείνει στρέφεται κατά της λογικής κυριαρχίας καθώς αναζητά την συνεννόηση ανάμεσα στα υποκείμενα και την διαλογική σχέση στην οποία ο καθένας γίνεται σεβαστός ως φορέας αναγκών. Και σήμερα εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει ένα προπύργιο της κουλτούρας της αριστεράς στην Γερμανία και στην Ευρώπη.

Horkheimer

Ο θεμελιωτής της Σχολής της Φρανκφούρτης Μαξ Χορκχάιμερ είχε την φιλοδοξία της επεξεργασίας μιας «κριτικής θεωρίας» που αναλύει όλους τους μηχανισμούς χειραγώγησης και κυριαρχίας της σύγχρονης δυτικής κουλτούρας. Έκρινε μάλιστα τον ίδιο τον Λόγο, που έγινε «εργαλειακός» γιατί αποδέχτηκε την ιδέα ότι η γνώση είναι τεχνική και ότι η λειτουργική χρησιμότητα μιας θεωρίας έχει μεγαλύτερη αξία από την αλήθεια της. Έτσι ο λόγος καθυποτάχτηκε και η ανάπτυξη των επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων αντί θα διευθύνει τον ορίζοντα της σκέψης και της δράσης των ανθρώπων, καταλήγει να μειώνει την αυτονομία του ατόμου. Και ως προς μια βασική ασθένεια ακριβώς των ημερών μας, η κριτική θεωρία υπερασπίζεται την ατομική υποκειμενικότητα απέναντι στον φετιχισμό των συλλογικών οργανισμών, που εμφορούνται από ολοκληρωτικό πνεύμα.

Ο Ζιλ Ντελέζ έγραφε ότι η φιλοσοφία οφείλει να διεξάγει διαρκή «ανταρτοπόλεμο» ενάντια στις θρησκείες, τα κράτη, τον καπιταλισμό, την επιστήμη, το δίκαιο, την τηλεόραση. Καθώς δεν έχει την δύναμη να νικήσει όλες αυτές τις ισχυρές εξουσίες, είναι υποχρεωμένη τουλάχιστον να τις «παρενοχλεί». Ο φιλοσοφικός αυτός πόλεμος είναι μια συνεχής διαπραγμάτευση και με το ίδιο μας τον εαυτό, γιατί οι εξουσίες δεν είναι μόνον εξωτερικές αλλά περνούν και μέσα από τον καθένα μας. Ο Ντελέζ αναζητάει εκείνες τις σπάνιες φιλοσοφίες της ελευθερίας που δεν αναγνωρίζουν καμιά υπέρτατη αρχή και τους στοχαστές που δεν υποτάσσονται στην ορθοφροσύνη της πλειονότητας ή του κοινού. Ο Λουκρήτιος, ο Σπινόζα και ο Νίτσε είναι οι κορυφαίες μορφές αυτής της κριτικής φιλοσοφίας, οι θεμελιωτές μιας «αναρχικής» και «νομαδικής» φιλοσοφικής παράδοσης.

1 - deleuze

Η επιθυμία δεν είναι στέρηση, αγωνία ή οδύνη, όπως την παρουσιάζει η πλατωνική και μετέπειτα χριστιανική ερμηνεία. Οι Ντελέζ – Γκουαταρί [Αντι – Οιδίπους / 1972] υπερασπίζονται τον θετικό χαρακτήρα και τον δημιουργικό πλούτο της επιθυμίας, την επαναστατική δύναμη που πηγάζει από το άνοιγμά της στα πολιτικά γεγονότα και στα κοινωνικά κινήματα. Και το βασικό πρόβλημα της πολιτικής φιλοσοφίας παραμένει πάντα εκείνο που έθεσε ο Σπινόζα: Γιατί οι άνθρωποι μάχονται για την σκλαβιά τους σαν να πρόκειται για την σωτηρία τους; Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που ανέχονται αιώνες τώρα την εκμετάλλευση, την ταπείνωση ως το σημείο να τις θέλουν όχι μονάχα για τους άλλους αλλά και για τον εαυτό τους;

Σε μια από τις βασικότερες αντιφάσεις της η εποχή μας υμνολογεί τα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνικής και ταυτόχρονα ευνοεί τον θρίαμβο του ανορθολογισμού. Το ασύμβατο της προόδου των φυσικών επιστημών με την πίστη στην αστρολογία είναι πρόδηλο, συνεπώς η αστρολογία είναι η μεγάλη δεισιδαιμονία των καιρών μας. Ο Τέοντορ Αντόρνο ασχολήθηκε με την αστρολογική «κουλτούρα» και συσχέτισε τον αποκρυφισμό με τον φασισμό, στο βαθμό που υιοθετούν παρόμοια σχήματα σκέψης. Πρόκειται για ένα μείγμα ανορθολογισμού και ψευδο – ορθολογικότητας, καθώς συνδυάζει τις προλήψεις ενός εμπορευματοποιημένου αποκρυφισμού με τον «ορθολογικό» ρεαλισμό που παρέχει οδηγίες συμπεριφοράς και πρακτικές υποδείξεις πάσης φύσεως. Πρόκειται για μια ιδεολογία της εξάρτησης που προετοιμάζει έμμεσα τα πνεύματα των ανθρώπων για την αποδοχή ολοκληρωτικών πεποιθήσεων. Η σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα επιβάλλεται στους ανθρώπους σαν ένα καταπιεστικό «σύστημα» χωρίς διόδους διαφυγής, σαν ένα «πεπρωμένο» ανεξάρτητο από τις επιθυμίες και τις ανάγκες τους.

1 - adorno

Στον αντίποδα της μαρξιστικής σκέψης ο Αϊζάια Μπερλίν, ίσως ο τελευταίος επιζών «κλασικός» της φιλελεύθερης σκέψης, στρέφεται ενάντια σε κάθε μορφή φανατισμού που γεννιέται από τη πίστη σε μια ιδεολογία σαν έκφραση της μοναδικής και απόλυτης αλήθειας. Ο Μπερλίν διακρίνει την ιδέα της «αρνητικής» ελευθερίας (ως απουσίας εμποδίων και καταναγκασμών), από εκείνη της «θετικής» ελευθερίας (ως αυτονομίας και αυτοκαθορισμού). Η κεντρική του σύλληψη είναι ότι η ηθική και πολιτική ζωή είναι ένας στίβος σύγκρουσης ανάμεσα σε πολλές θεμελιώδεις αξίες. Η ιδέα ότι μπορεί να λυθεί το κοσμικό αίνιγμα μιας ορθής ηθικής έχει ήδη κλονιστεί από τον Μακιαβέλλι και τον Βίκο.

Στην κατηγορία για φιλοσοφικό σχετικισμό ο Μπερλίν μίλησε για συνειδητή επιλογή υπέρ του πλουραλισμού. Οι σκοποί των ανθρώπων είναι πολλοί και διαφορετικοί. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι δεν υπάρχει μια και μοναδική λύση στην σύγκρουση των αξιών. Η ιδέα ότι μπορεί να υπάρξει μια τελική και αρμονική λύση είναι μια επικίνδυνη αυταπάτη. Είμαστε υποχρεωμένοι να επιλέγουμε και κάθε επιλογή μπορεί να συνεπάγεται μια ανεπανόρθωτη απώλεια. Βλέπουμε ότι ο φιλελευθερισμός του Μπερλίν είναι στο βάθος μια στωική και μάλιστα τραγική θεωρία, που στηρίζεται στη διάγνωση ότι στην ηθική και πολιτική ζωή συναντάμε συγκρούσεις και διλήμματα που ο λόγος μόνος του δεν μπορεί να επιλύσει.

1 - isaiah berlin

Ο Γάλλος στοχαστής Πολ Βιριλιό, αρχιτέκτονας και πολεοδόμος αλλά κυρίως μελετητής της ταχύτητας και του χρόνου και το βιβλίο του L’ art du moteur [H τέχνη του κινητήρα] εστιάζει σε μια μεγάλη μεταβολή που συντελείται σήμερα: στην μετάβαση από την γεωπολιτική στην «χρονοπολιτική». Το σημαντικότερο φαινόμενο των τελευταίων χρόνων είναι αυτή η αποεδαφοποίηση της πολιτικής. Ο χρόνος κυριαρχεί πλέον πάνω στο χώρο. Ενώ στο παρελθόν όλη η ιστορία στηριζόταν πάνω στην οικειοποίηση της γης, τώρα αποκτάει κεντρική σημασία η οικειοποίηση του χρόνου. Δημιουργήθηκε ένας χρόνος οικουμενικός, πανταχού παρών, ακαριαίος· είναι ο χρόνος των συναλλαγών του χρηματιστηρίου, της «ζωντανής πληροφόρησης».

Η ηλεκτρονική επικοινωνία καταργεί την παλαιά φυσική κινητικότητα και καθώς δεν υπάρχουν πλέον πολίτες που συμβιώνουν σε μια περιοχή αλλά δισεκατομμύρια απομονωμένα άτομα που ζουν στον εικονικό χωροχρόνο της τηλεθέασης, ανατρέπεται η παραδοσιακή ιδέα της πολιτικής ως τέχνης διακυβέρνησης μιας ομάδας ανθρώπων ριζωμένων σε ένα τόπο. Ο Βιριλιό υποστηρίζει ότι το σύστημα των μέσων μαζικής επικοινωνίας έχει ήδη υποκαταστήσει την παραδοσιακή πολιτική και σαφώς απειλεί σοβαρά την δημοκρατία. Στο παρελθόν η πολιτική βασιζόταν στο λόγο, στη γλώσσα και στη γραφή· άλλοτε διαθέταμε χρόνο και δυνατότητα για στοχασμό. Σήμερα ο χρόνος αυτός έχει χαθεί ή αντικατασταθεί από την αδράνεια μπροστά στην οθόνη όπου πάντα είμαστε μόνοι. Η δημοκρατία όμως δεν μπορεί να είναι μοναχική, ούτε η πολιτική να μοιάζει με διοίκηση από απόσταση, σαν ένα είδος κυβερνητικής.

1 - may2

Ο Γιαλκέτσης αφιερώνει μια σειρά κειμένων στον Μάη του ’68, καθώς είναι πολλά τα ερωτήματα που ακόμα παραμένουν ανοιχτά. Ανεξάρτητα από τις διαφορετικές θεάσεις του (εξέγερση της ελευθερίας κατά Σαρτρ, αναγέννηση παλιού μηδενισμού κατά Μαλρό, καρναβάλι και συλλογική τρέλο κατά Αρόν, νέα μορφή ταξικής πάλης κατά Τουρέν) το κίνημα του Μάη υπήρξε από την φύση του πολύπλοκο και αμφιλεγόμενο και η διαφορά των ερμηνειών αποκαλύπτει ακριβώς την πολυσημία και την αντιφατικότητα του κινήματος. Η ιδέα ότι μπορούμε να αλλάξουμε ριζικά την κοινωνία προϋποθέτει μια αισιόδοξη και μαχητική θεώρηση του κόσμου που δύσκολα μπορεί να αναδυθεί σε περιόδους γενικής κρίση Ο Μάης έδειξε, για πρώτη φορά στην ιστορία, ότι μια ανατρεπτική κοινωνική έκρηξη μπορεί να γεννηθεί όχι μόνον από την αθλιότητα αλλά και από την αφθονία κι ότι το αίτημα «ν’ αλλάξουμε ζωή» μπορεί να γίνει πιο ισχυρό από το στόχο «να καταλάβουμε την εξουσία».

Το κίνημα του Μάη είναι ταυτόχρονα ένα ηδονιστικό και κοινοτικό κίνημα, μια αντίδραση στον εγωιστικό ατομικισμό και στα συνεπακόλουθά του: τη μαζική μοναξιά και τον τυφλό ανταγωνισμό. Στον «ηδονισμό του έχειν» αντιπαραθέτει έναν ηδονισμό του είναι, όπως έγραψε ο Εντγκάρ Μορέν. Είναι ένα δημοκρατικό, αντιαυταρχικό, ελευθεριακό κίνημα, με στόχο όχι την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας αλλά την αμφισβήτηση όλων των εξουσιών. Στόχος του είναι η αυτοκυβέρνηση των εργαζομένων και της πολιτικής κοινότητας. Η στρατηγική αυτή συνεπάγεται αναπόφευκτα μια πολιτική ρήξη με όλη σχεδόν την πολιτική εμπειρία και τα οργανωτικά μοντέλα της παραδοσιακής αριστεράς. Και είναι ταυτόχρονα το πρώτο μαζικό αντικαπιταλιστικό κίνημα που δεν ηγεμονεύεται και δεν ελέγχεται άμεσα ή έμμεσα από την επίσημη αριστερά.

1 - george-orwell-jeff-burgess

Σε άλλο κείμενο για την σκέψη του ’68 παρουσιάζεται ένα πλήρες διάγραμμα των πολλών και διαφορετικών ιδεών και επιρροών που οδήγησαν στο κίνημα, από τον μαρξισμό, τον Φουκώ, την Σχολή της Φρανκφρούρτης και τον φροϊδομαρξισμό του Ράιχ μέχρι την αγγλοσαξονική «αντιψυχιατρική», τους Καταστασιακούς, τις προδρομικές αναλύσεις του Socialisme ou Barbarie, τον Τσε και της γης τους Κολασμένους, κοινώς των ιδεών που οδήγησαν στην πεποίθηση όχι ότι όλα ήσαν δυνατά αλλά ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν κάτι είναι αδύνατο, παρά μόνον αφού έχουμε δοκιμάσει και αποτύχει.

Οι αενάως επίκαιρες σκέψεις του Βολταίρου για τον φιλόσοφο και τον ηγεμόνα, ο προβληματισμός πάνω σε θέματα άμεση και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας από τον Ρουσώ μέχρι τους σύγχρονους υποστηρικτές, η πολιτική – φιλοσοφική πλευρά συγγραφέων όπως οι Άλντους Χάξλει και Τζόρτζ Όργουελ αλλά και οι Αλμπέρ Καμύ και Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, οι περίφημες επιστολές της ρήξης μεταξύ Σαρτρ και Μερλό Ποντί, η χρήση της μνήμης κατά Τοντορόφ, ένα ρέκβιεμ για τον Γκι Ντεμπόρ, η επιστροφή της Ηθικής στην Οικονομία κατά Αμάρτια Σεν, η ψυχολογία των όχλων κατά Γκουστάβ Λε Μπον, η τυρρανία των ΜΜΕ κατά Ιγκνάσιο Ραμονέ, η βία ως αδυναμία κατά Χάνα Άρεντ…

1 - Chomsky_2

… η Μεταηθική του Λιποβετσκί, η αναζήτηση του φαντάσματος του Κομμουνισμού, το ναυάγιο της Δύσης κατά Σερζ Λατούς, η Δημοκρατία κατά Αλαίν Τουραίν, το «κατηγορώ» ενός κριτικού διανοούμενου [Πιερ Μπουρντιέ], οι διανοούμενοι και η τηλεόραση κατά Ντεριντά, όλα έχουν θέση στην πολυσέλιδη συλλογή, μαζί με πυκνά δοκίμια για όψεις του έργου των Μαρξ και Ένγκελς, Γκράμσι και Λούξενμπουργκ, Νίτσε και Θορώ, Ρουσώ και Τοκβίλ, Μαρκούζε και Μπένζαμιν, Ανταμ Σμιθ και Τζ. Στιούαρτ Μιλ, και κείμενα για τον αειθαλή στοχαστή Νορμπέρτο Μπόμπιο, τον «αιρετικό» του σοσιαλισμού Έντουαρντ Μπέρνσταιν, τον «ηττημένο που δεν μετάνιωσε ποτέ» Έρικ Χόμπσμπάουμ και φυσικά τον Νίκο Πουλαντζά, τον Κορνήλιο Καστοριάδη, τον Χάουαρντ Ζιν, τον Έντουαρντ Σαΐντ. τον Νόαμ Τσόμσκι κ.ά.

Μια πολύτιμη βίβλος κειμένων πολιτικού στοχασμού και πρακτικών δυνατοτήτων πολιτικής πράξης.

Εκδ. Πόλις, 2012 [ανατύπωση: 2013], σελ. 747.

11
Μαρ.
15

Τζούλιαν Μπαρνς – Χωρίς να φοβάμαι τίποτα πια

Layout 1

Διαλεκτική πάνω στο άλεκτο

Πιο ενδιαφέρον και πιο απολαυστικό βιβλίο για το αναπόφευκτο δεν μπορεί να υπάρξει. Ο πνευματώδης Άγγλος συγγραφέας το κατορθώνει μ’ έναν φαινομενικά απλό τρόπο: το γράφει ταυτόχρονα ως προσωπικό αφήγημα και ως δοκιμιακή μελέτη. Το ένα είδος αναμειγνύεται με το άλλο και εμείς καταλήγουμε να διαβάζουμε ένα απολαυστικό βιβλίο για τον θάνατο χωρίς στιγμή να μας σκεπάζουν σκιές ή να σκιαζόμαστε.

Ο Μπαρνς επιδίδεται πρώτα σε μια μορφή …. επιλεγμένης αυτοβιογραφίας, διηγούμενος αμέτρητα περιστατικά από την ζωή του που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σχετίζονται με το θέμα του: από τις απόψεις των μελών της οικογένειάς τους, μέχρι τις συζητήσεις με φίλους, τους εσωτερικούς προβληματισμούς, την επίδραση των γεγονότων. Φυσικά αυτό το μέρος προϋποθέτει και την ευρύτερη σκιαγράφηση προσώπων, τόπων και εποχής, που μαστορεύει με την γνώριμη συγγραφική του τέχνη. Από την άλλη καταγράφει και σχολιάζει μια μεγάλη ποικιλία σχετικών σκέψεων και απόψεων από λογοτέχνες, μουσικούς και φιλοσόφους. Η ιδέα του θανάτου, ο βασανιστικός φόβος του, η φθορά και η θνητότητα, η αθανασία και το ξεγέλασμά του, οι τρόποι της υπέρβασής του, οι φιλοσοφίες και οι τέχνες που επιχείρησαν να τον αντιμετωπίσουν, να τον αναλύσουν ή να τον αγνοήσουν, όλα έχουν την θέση τους σε αυτόν τον οδηγό για το αναπόφευκτο.

2

Αναμφίβολα η βασικότερη επικράτεια που οφείλει να διανύσει ο συγγραφέας είναι η θρησκεία. Ο Μπαρνς είναι απερίφραστα ειλικρινής: αν δήλωνε αθεϊστής στα είκοσι και αγνωστικιστής στα πενήντα και τα εξήντα, αυτό δεν οφείλεται στο ότι έχει αποκτήσει επιπλέον γνώσεις στο μεταξύ· απλώς με την πάροδο του χρόνου διαθέτει μεγαλύτερη επίγνωση της άγνοιας. Πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι διαθέτουμε αρκετή γνώση ώστε να ξέρουμε; Ως νεοδαρβινιστές υλιστές του εικοστού πρώτου αιώνα, γράφει, πεπεισμένοι ότι το νόημα και ο μηχανισμός της ζωής έχουν αποσαφηνιστεί από το έτος 1859 και έπειτα, θεωρούμε τον εαυτό μας σοφότεροι από εκείνους τους εύπιστους, δουλοπρεπείς που πίστευαν στον θείο σκοπό, και στην τελική κρίση. Παρότι όμως είμαστε περισσότερο ενημερωμένοι, δεν είμαστε περισσότερο εξελιγμένοι και σίγουρα δεν είμαστε ευφυέστεροι απ’ αυτούς. Τι μας πείθει ότι η γνώση μας είναι τόσο οριστική;

Τα μέρη εκείνα του κόσμου όπου η θρησκεία έχει στερέψει και υπάρχει μια γενική παραδοχή ότι αυτό το σύντομο χρονικό διάστημα είναι το μόνο που έχουμε στη διάθεσή μας, δεν είναι, εν γένει, πιο σοβαρά μέρη από εκείνα όπου τα κεφάλια γυρίζουν ακόμη στο άκουσμα της καμπάνας του καθεδρικού ή του μουεζίνη στο μιναρέ. Εν γένει παραδόθηκαν σε φρενήρη υλισμό· αν και το πολυμήχανο ανθρώπινο ον είναι απολύτως ικανό να κατασκευάσει πολιτισμούς όπου η θρησκεία συνυπάρχει με τον φρενήρη υλισμό (όπου η πρώτη ενδέχεται ακόμα να είναι η εμετική συνέπεια του δεύτερου): παράδειγμα η Αμερική. [σ. 85]

montaigne

Παλιά οι άνθρωποι μιλούσαν πρόθυμα για το θάνατο και τον αφανισμό. Στο Παρίσι η παρέα των Φλωμπερ, Τουργκένιεφ, Γκονκούρ, Ντωντέ και Ζολά συζητούσαν το θέμα στα καθιερωμένα δείπνα τους. Ήταν όλοι αθεϊστές ή αγνωστικιστές που φοβόνταν τον θάνατο αλλά δεν τον απέφευγαν. Άνθρωποι σας εμάς, έγραψε ο Φλωμπέρ, θα έπρεπε να έχουν την θρησκεία της απελπισίας. Πρέπει να είμαστε ισάξιοι της μοίρας μας, δηλαδή απαθείς σαν εκείνης. Ο Σοστακόβιτς, μελαγχολικός στοχαστής του θανάτου, πίστευε ότι αν οι άνθρωποι άρχιζαν να συλλογίζονται τον θάνατο νωρίτερα, θα έκαναν λιγότερο ανόητα λάθη. Ο φόβος του θανάτου ίσως είναι το εντονότερο των συναισθημάτων. Οι απόψεις αυτές δεν εκφράστηκαν ποτέ δημοσίως, καθώς ο συνθέτης γνώριζε ότι ο θάνατος – εκτός αν ερχόταν με τη μορφή ηρωικού μαρτυρίου – δεν ήταν κατάλληλο θέμα για την σοβιετική τέχνη.

Ο σύγχρονος τρόπος σκέψης μας για τον θάνατο ξεκινάει από τον Μονταίν· αυτός είναι ο σύνδεσμος ανάμεσα στα σοφά πρότυπα του Αρχαίου Κόσμου και στην προσπάθειά μας να βρούμε μια σύγχρονη, ώριμη, άθρησκη αποδοχή του αναπόφευκτου τέλους μας. Για τον Μονταίν, ο θάνατος της νεότητας, που συχνά περνάει απαρατήρητος, είναι ο σκληρότερος θάνατος, αυτό που συνηθίζουμε ν’ αποκαλούμε «θάνατο» εν είναι παρά ο θάνατος του γήρατος. Το άλμα εδώ είναι πολύ ευκολότερο απ’ ό,τι η ύπουλη μετάβαση απ’ την παράτολμη νιότη στο γεμάτο δυστροπίες και πίκρες γήρας.

Jules Renard

Η θρησκεία πρόσφερε κάποτε παρηγοριά για τα βάσανα της ζωής και ανταμοιβή στο τέλος της για τους πιστούς. Αλλά και πέρα απ’ αυτά τα δώρα, προσέδιδε στην ανθρώπινη ζωή μια αίσθηση γενικότερου πλαισίου· …η χριστιανική θρησκεία δεν άντεξε τόσο πολύ στο χρόνο μόνο και μόνο επειδή την πίστεψαν όλοι οι άλλοι, επειδή την επέβαλαν ο κανόνας και ο κλήρος, επειδή ήταν ένα μέσο κοινωνικού ελέγχου, επειδή ήταν το μοναδικό παραμύθι που κυκλοφορούσε στην πόλη αι επειδή αν δεν το πίστευες μπορεί να έβρισκες πρόωρο θάνατο. Άντεξε στο χρόνο, επίσης, επειδή ήταν ένα όμορφο ψέμα, επειδή οι χαρακτήρες, η πλοκή, οι διάφορες ανατροπές, επιβλητική πάλη ανάμεσα στο Καλό και το Κακό, όλα αυτά στοιχειοθετούσαν ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα…μια τραγωδία με αίσιο τέλος. Η ανάγνωση της βίβλου σαν να είναι λογοτεχνία, δεν πιάνει μια μπροστά στην αναγνωση της Βίβλου σαν να είναι αλήθεια…. [σ. 76 -77]

Ο σοβιετικός κομμουνισμός, το Χόλυγουντ και η οργανωμένη θρησκεία βρίσκονται πολύ πιο κοντά απ’ ότι γνώριζαν, καθώς τα εργοστάσια ονείρων παρήγαν πυρετωδώς την ίδια φαντασίωση.Η θρησκεία τείνει προς τον αυταρχισμό, όπως ο καπιταλισμός τείνει προς το μονοπώλιο. Με ποιον τρόπο διαχειρίζεται ή εμπορεύεται τον θάνατο; Γιατί χαρακτηρίζεται ως άσπλαχνη απάτη; Ποιους φυσικούς και μεταφυσικούς κανόνες γνωρίζει και τηρεί η νευρομηχανική της πίστης; Και, άραγε, όσοι πιστεύουν στον Θεό φοβούνται λιγότερο από τους άθεους;

4

Ο Φιλίπ Αριές παρατηρούσε ότι όταν ο θάνατος άρχισε πραγματικά να γίνεται αντικείμενο φόβου, έπαψε να συζητιέται· ο αγνωστικιστής Σώμερσετ Μωμ πίστευε ότι η καλύτερη στάση της ζωής ήταν η εύθυμη παραίτηση. «Περιμένοντας τον Θεό να αποκαλυφθεί, πιστεύω ότι η πρωθιέρειά του, η Τύχη, κυβερνά εξίσου αυτόν τον θλιβερό κόσμο» έλεγε ο Σταντάλ. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο κόσμος μας δεν έχει γίνει σοφότερος. Οι μεσαιωνικές Αρχές έσερναν ζώα στα δικαστήρια και έκριναν με κάθε σοβαρότητα τα παραπτώματά τους· εμείς τα κλείνουμε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, τα παραγεμίζουμε με ορμόνες και τα πετσοκόβουμε, έτσι ώστε να μας θυμίζουν όσο το δυνατόν λιγότερο κάτι που κάποτε κακάριζε ή βελάνιζε ή μουγκάνιζε. Ποιος κόσμος είναι σοβαρότερος απ’ τους δυο; Ποιος είναι ηθικά ανώτερος; [σ. 84]

Είναι πάντα γοητευτικός ο τρόπος με τον οποίο ο Μπαρνς συλλογίζεται πάνω στον θάνατο εκκινώντας από τις παιδικές του αναμνήσεις, με τα δεδομένα της τότε ζωής και τις μοναδικές πηγές πληροφόρησης (το ραδιόφωνο από βακελίτη, η πελώρια τηλεόραση – ντουλάπι, η οικογενειακή Βίβλος, τα σημειώματα των εφημερίδων για θεατρικά που δεν έβλεπε ποτέ και βιβλία που δεν έμπαιναν ποτέ στο σπίτι) και φτάνει μέχρι βαθείς φιλοσοφημένους προβληματισμούς. Το περίφημο Ημερολόγιο του Ζυλ Ρενάρ, κείμενα και σκέψεις συγγραφέων όπως οι Σαιν Σιμόν, Καίσλερ, Σίνγκερ, Γουίλσον, Λάρκιν, Γουώρτον, Μπερνάρ, Σάνδη, Φόκνερ, Ροθ, Στάυρον, Ντωντέ, Ναμπόκοφ, κ.ά, φιλοσόφων από τον Α Τζ. Άυερ μέχρι τον…Ρίτσαρντ Ντώκινς αλλά και απλών φίλων και συγγενών και εγκιβωτισμένες ιστορίες όπως η συναρπαστική περίπτωση του του Γιουτζήν Ο’ Κέλυ που παρά το γεγονός ότι γνώριζε τον θάνατό του έζησε με ψυχραιμία και αξιοπρέπεια την ελάχιστη εναπομείνασα ζωή, όλα συγκροτούν μια αξιανάγνωστη επίτομη διαλεκτική πάνω στο πλέον άλεκτο της ζωής.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2008, μτφ. – επίμετρο βιογραφικών: Αλεξάνδρα Κονταξάκη, σελ. 365 [Julian Barnes, Nothing to be frightened of, 2008].

Πρώτη δημοσίευση: mic. gr / Βιβλιοπανδοχείο, 177. (No) Fear is Man’s Best Friend.

08
Μαρ.
15

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης – Ζώνη πυρός

a_002

Πυκνοί στοχασμοί και κωμικοτραγικά παραληρήματα: ευστοχία υλικού

Μικρά κείμενα πυκνότατης υφής και έντονης στοχαστικής διάθεσης, ξέχειλα από ευφυΐα και ειρωνεία, δια χειρός ενός επί το πλείστον πρωτοπρόσωπου αφηγητή που επιχειρεί να ξεφύγει από την απόγνωση, να ερμηνεύσει την αλλόφρονη πραγματικότητα, να φιλοσοφήσει πάνω στον σύγχρονο παραλογισμό. Χωρισμένα σε τρία μέρη (Μονόλογοι, Κατ’ ιδίαν, Διάλογοι), εκκινούν από προσωπικούς προβληματισμούς, και καταλήγουν στην συλλογική παράκρουση.

Ενδιαφέρον δείγμα από την πρώτη περίπτωση το «Κήτος», που στοχάζεται πάνω στην χαμένη χειρωναξία της γραφής, που κάποτε άφηνε το υλικό αποτύπωμα των λέξεων πάνω στο χαρτί και με τον ήχο των μηχανικών πλήκτρων να ξορκίζει τη σιωπή του δωματίου. Τώρα τι ελπίδες έχει ο φέρελπις συγγραφέας με την ακηλίδωτη λευκότητα της οθόνης, που μοιάζει με μαρμάρινη πλάκα που κενοτάφιο που περιμένει τον νεκρό του; Και αν η αληθινή ζωή βρίσκεται στον έξω κόσμο, έξω από την κοιλιά του κήτους, πόσο μακριά βρίσκεται από μια διαφορετική και οριστική αιχμαλωσία; Παραμένοντας στα μαρτύρια της γραφής, ο συγγραφέας στις «Συγγένειες» ζει σε μια υπό κατοχή επικράτεια λέξεων, και κάθε φορά που προσπαθεί με ένα γραφτό να βεβαιώσει τα πνευματικά του δικαιώματα στην κυριότητα, στην νομή και την χρήση τους, βρίσκει διαρκώς τον εαυτό του να διαβάζει ένα χειρόγραφο του Πεσόα που βρισκόταν στο Κιβώτιου του Αλεξάνδρου, προτού το αποθέσουν οι ηττημένοι του εμφυλίου στα σκοτεινά γραφεία ενός Πύργου, όπως ιστορεί μια Αισθηματική Αγωγή κάποια ξημερώματα του 1848.

Raoul Hausmann

Έτσι διατελώ αμήχανος και συγκεχυμένος, χτυπώντας πλήκτρα, ανασκολοπίζοντας λέξεις και σέρνοντας από τα μαλλιά περιόδους, με την εφηβική αφέλεια της ανακάλυψης μιας νέας ηπείρου και την αλαζονική προσδοκία μιας νέας κοσμογονίας να ξεθυμαίνουν από την πρώτη κιόλας μαρτυριάρα φράση, που σε πείσμα των πιο πετυχημένων μεταφορών μου διακηρύσσει με τη αξιοπιστία του αυτόπτη μάρτυρα ότι παραμένω αυτόκλητο προσκεκλημένος στο Κοινόβιο του Χάκκα, το τρίτο μέρος από το Διπλό Βιβλίο του Χατζή, η αδικαίωτη δικαίωσης του Καρυωτάκη, […], το πρώτο τεύχος του Ιδεοδρομίου, μαζί βεβαίως με όλη τη σειρά από τον Μικρό Σερίφη και ένα ξεσκισμένο Ταρατατά που είχα βρει στο πλατανόδασος πιτσιρικάς, πεταμένο από τους φαντάρους της θερινής διαβίωσης. [σ. 16]

Οι χαρακτήρες στο «Προσκλητήριο» είναι τα σύγχρονα τραγικά πρόσωπα της ευημερούσας εποχής μας: άστεγος Δεκέμβρη μήνα σε μισογκρεμισμένο κτίριο· φτωχός σε κρύο σπίτι με αυτοσχέδιο μαγκάλι προσεχώς θανατηφόρο για το παιδί του· λαθρομετανάστης έτοιμος να αυτοπυρποληθεί· ένοικος σε έξωση· αποδρών από το τρόλεϊ ενόψει ελεγκτή. Μόνο που αυτές οι απαθλιωμένες ψυχές είναι πλαστές: απλώς προσκλήθηκαν από τον συγγραφέα, που επιθυμεί να γίνει κατά φαντασίαν… οποιοσδήποτε, αρκεί να βρει θέματα γραφής και άλλοθι προσφοράς. Προφανώς οι συγγραφείς οφείλουν πολλά σε όλους αυτούς τους δύσμοιρους, που πάντως ανανέωσαν την θεματολογία τους.

Στα δεκαοκτώ ολιγοσέλιδα κείμενα του συγγραφέα (τέσσερα από τα οποία έχουν δημοσιευτεί στις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής και ένα στο ηλεκτρονικό Λογοτεχνικό Μπιστρό) το διήγημα εφάπτεται και κάποτε αναμειγνύεται με το δοκίμιο.

Karen Elzinga – Faces in the crowd

Εκείνο που χαρακτηρίζει τον εκάστοτε μονολογούντα είναι το πόσο εύκολα μπορεί η ψύχραιμη ειρωνεία να καταλήξει παραλήρημα, πόσο γρήγορα ο συντεταγμένος προβληματισμός να διολισθήσει σε μαύρη τραγικωμωδία. Και το εφιαλτικότερο: πόσο απλά μπορεί η μοναδική προσωπικότητα ενός ανθρώπου να μετατραπεί σε άβουλη κοινωνική μονάδα. Με τον ίδιο ανεπαίσθητο τρόπο ο συγγραφέας εκτοξεύει ριπές διαφορετικών ειδών στα κείμενα: κοινωνικό, πολιτικό, παράλογο, μελλοντολογικό, δυστοπικό, υπαρξιακό. Φυσικά αυτό το είδος της γραφής στην ιδανικότερη μορφή του (άρα και εδώ) αποφεύγει τα μαθήματα περί ηθικής και διδαχές περί ορθής συμπεριφοράς. Καμία στεντόρεια φωνή δεν ακούγεται εδώ, κι ευτυχώς ούτε από τον συγγραφέα. Ο μόνος ήχος είναι το γύρισμα των σελίδων· κάποτε από το σφίξιμο στο στομάχι. Και για να λογοπαίξω με τον τίτλο του προηγούμενου βιβλίου του συγγραφέα, όλα τα κείμενα χαρακτηρίζονται από πλήρη ευστοχία υλικού.

Στην επικράτεια της συλλογικής παράκρουσης δυο κείμενα αποβαίνουν εφιαλτικότερα όλων. Στο «Λεξοτανίλ» παρουσιάζεται ακριβώς μια κοινωνία χωρίς το υπερπολύτιμο αυτό φάρμακο: άυπνοι τριγυρνούν άσκοπα τις νύχτες, κάποια υπολείμματα μνήμης επανεμφανίζονται, εργάτες εκλιπαρούν για νυχτερινή βάρδια στα εργοστάσια, οι γιατροί επισημαίνουν τον κίνδυνο της αυνανιστικής εξουθένωσης του πληθυσμού. Μέχρι που φτάνει μια κοινωνία χωρίς λεξοτανίλ;

Magnus Zeller, The Orator, 1920

Η συναρπαστική «Εκκαθάριση» αποτελεί υπόδειγμα ενός τέτοιου κειμένου. Μια μεγάλη φυλετική εκκαθάριση έχει ήδη ξεκινήσει σε μια χώρα, έχοντας απαλλάξει τον τόπο από μετανάστες, πρόσφυγες, τυφλούς, τραυλούς, ανάπηρους, καθυστερημένους, κομουνιστές και ομοφυλόφιλους. Στο τελευταίο της στάδιο ειδική επιτροπή γλωσσολόγων αναλαμβάνει την γλωσσική απολύμανση απ’ όλα τα ξενόφερτα λεκτικά στοιχεία, πινακίδες αφαιρούνται και ανύποπτοι πολίτες καταγγέλλονται. Η πολυσημία των λέξεων κηρύσσεται ανεπιθύμητη, οι μεταφορικές σημασίες και τα λανθάνοντα νοήματα του λαϊκού σκώμματος και της καλλιτεχνικής σάτιρας καταργούνται, τα λεξικά ελαφρύνονται. Ακολουθεί ο εντοπισμός και η αντικατάσταση των αφομοιωμένων δάνειων λέξεων, με εξαίρεση τα τρία εμβλήματα του νέου καθεστώτος: ρατσισμός, προπαγάνδα, νεοναζισμός και, μπροστά στην ενδεχόμενη φοινικική προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου, η κατάργηση της ίδιας της γλώσσας.

Όταν λοιπόν συγκεντρώθηκαν οι τελευταίοι και πιο γνήσιοι εκπρόσωποι αυτού του ηρωικού γένους, αφού στο μεταξύ υπήρξαν και άλλες φυλετικές εκκαθαρίσεις σε βάρος των ναρκομανών, των κοντών, των αριστερόχειρων, των μελαχρινών, των ευτραφών, των ηλικιωμένων, των ανέργων, των γυναικών, των παράφωνων, των αρρώστων, των ερωτευμένων και ασφαλώς των ποιητών, θα μπορούσε κανείς να θαυμάσει το μοναδικό στην ιστορία θέαμα ενός ολόκληρου λαού σε απόλυτη ομοψυχία, που δεν χρειαζόταν πια τη γλώσσα για να επικοινωνεί, αλλά μόνο τα ηχηρά επιφωνήματα του μεγάλου ηγέτη, που έμοιαζαν με βρυχηθμούς, και τις συγκαταβατικές αναφωνήσεις του κοινού, που έμοιαζαν με βελάσματα. [σ. 94]

Εκδ. Μεταίχμιο, 2014, σελ. 108.

Μικρό σημείωμα για το βιβλίο δημοσιεύεται στο τεύχος του περιοδικού (δε)κατα (τεύχος 41, άνοιξη 2015), Αφιέρωμα στην Θεσσαλονίκη.

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

Έργα: Raoul Haousmann, Karen Elzinga, Magnus Zeller.

04
Μαρ.
15

Συλλογικό – Θεσσαλονίκη 1912 – 2012 (επιμ. Θωμάς Κοροβίνης)

vivlioniki0091_

Όταν αγγίζουν δάχτυλα ψάχνοντας φως, / Ώρες μικρές, μεταμεσονύκτιες, λάμπες σβηστές,/ (Εωθινά σκηνώματα της Άνω – Νύχτας.)/ Η Θεσσαλονίκη μπαίνει στο σώμα της. / Η Θεσσαλονίκη σβήνει το βλέμμα της, απογυμνώνεται. / Πιο από μέσα φωτεινή από τα φωτισμένη μέρα. / Ήλιους ανάβει αποβραδίς σε σύσκιο μεσουράνημα… [Γιώργος Θέμελης, Θεσσαλονίκη. ΙΙΙ. Μεταμεσονύχτιο, Συμπτώσεις, Τα ποιήματα, 1986.]

Επετειακή έκδοση για τα 100 χρόνια από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης που αποτελεί ταυτόχρονα ανθολογία κειμένων που σχετίζονται με την πόλη και λεύκωμα με σπάνιο αρχειακό φωτογραφικό υλικό. Όλα τα είδη του γραπτού λόγου εναλλάσσονται στις σελίδες με αποχρώσεις κίτρινου και μαυρόασπρου: λογοτεχνικά και μη μυθοπλαστικά κείμενα, ποιήματα και τραγούδια, γραπτά περιηγητών και επισκεπτών, δελτία μνημείων και νεότερων κτισμάτων, λαογραφικές πληροφορίες, εγκυκλοπαιδικά λήμματα, συνταγές, χρονολόγιο.

vivlioniki159

Πρώτος απ’ όλους έρχεται να εξομολογηθεί ο ίδιος ο ανθολόγος, που αναρωτιέται αν η πόλη αυτή με την βαριά της υγρασία που χρόνια τον κατατρώει σαν σαράκι αξιωθεί ποτέ μια λεωφόρο στο όνομα ενός πρωτοπόρου τέκνου της όπως ο πρώτος ευρωπαίος σοσιαλιστής Αβραάμ Μπεναρόγια ή όπως ο Παύλος Ζάννας εμπνευστής και του φεστιβάλ της. Οι οδοί και οι πλατείες της στη θέση ανθυπομοιράρχων θα έπρεπε να βαφτιστούν στο όνομα ενός Ρέγκου, ενός Τσίζεκ ή ενός Μοσκώφ κι ύστερα, να γκρεμιστούν τα ακαλαίσθητα αγάλματα ενός συμπλεγματικού τοπικισμού και μιας συφοριασμένης παπαδοκρατίας που υπό την σκέπην ενός παραφουσκωμένου εθνοκεντρισμού βρίσκει πάντοτε στα μέρη της παθιασμένους οπαδούς.

Ο Κοροβίνης υμνεί τους έρωτές της, που ήταν κάποτε πρόσφοροι, ιδίως οι δημόσιοι, όμως ανθούσαν αγκομαχώντας σε καλντερίμια κακοπαθημένα κι αγκαθωμένες εξοχές […], στα οπίσθια ενός βυζαντινού ιερού ή μέσα σε μια μισοσκεπασμένη ρωμαϊκή Σαρκοφάγο, σαν εκείνες του Γιώργου Ιωάννου αλλά και την ίδια στιγμή συντάσσει έναν κατάλογο όλων όσων ζητούν το δίκιο τους: οι επτά χιλιάδες Θεσσαλονικείς σφαγιασθέντες στον Ιππόδρομο, οι τόσες ψυχές που παραδόθηκαν σε οικτρά βασανιστήρια στον «Πύργο του αίματος», νυν Λευκό Πύργο, οι φονεμένοι καπνεργάτες του ’36, οι εξορισμένοι και δολοφονημένοι Εβραίοι, ο Λαμπράκης, ο Τσαρουχάς, κι ύστερα ο Πολκ και ο Δράκος του Σειχ Σου, που περιμένουν την δική τους αλήθεια.

vivlioniki0188

Σε κάποιες άλλες εποχές όμως, όπως γράφει ο Γιώργος Ιωάννου [Η Μόνη Κληρονομιά], όταν την πόλη έσκεπαν σκοτάδια, μπορούσες να ακολουθήσεις κάθε νύχτα το λάλημα των πετεινών που άρχιζε από κάπου και διαδίδονταν από συνοικία σε συνοικία: πρώτα οι πετεινοί της Βάρνας, ύστερα της Νεάπολης, της Σταυρούπολης, της Νέας Μαινεμένης, της Ραμόνας, του Παλιού Σταθμού, του Κουλέ Καφέ, της Κασσάνδρου και της Αγίου Δημητρίου, της Ευαγγελίστριας, της Τούμπας, της Τριανδρίας. Ήταν, γράφει, κάποια παρηγοριά κι αυτό, μια κυκλοφορία που δεν μπορούσε να εμποδίσει ο θηριώδης στρατιωτικός διοικητής.

Θεσσαλονίκη: πόλις μεγάλη με μικρούς ανθρώπους, όπως ξεκινούσε το ποίημά του Πανόραμα ο Τόλης Καζαντζής στο πρώτο τεύχος της Διαγωνίου, συνεχίζοντας για τους σπουδαστές – ανυπολόγιστα πρόσωπα, ζουν ακόμη στα όνειρα, τους αστούς βιοπαλαιστές – λέξη ηρωική μα άχρωμη πια – τους διανοούμενους – που γράφουν πράγματα εξωφρενικά. Κι ύστερα ο χαμένος ποιητής στιχουργεί τα μέρη: το πιο χρήσιμο σημείο της πόλεως/είναι ο τόπος που παν τα ζευγαράκια, και πιο κάτω τις μπόλικες εκκλησίες αρκετά απλόχωρες για μετάνοιες.

vivlioniki223

Το ξεφύλλισμα του βιβλίου ενεργοποιεί όλες τις αισθήσεις. Σχεδόν μυρίζω τα τσαλαπατημένα λουλούδια στις πάνδημες κηδείες των θυμάτων του Μάη του ’36 στο νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας, όπως τα περιγράφει ο Γιώργος Ιωάννου στην Μόνη Κληρονομιά, και ονειρεύομαι τα σκότη στις συναγωγές όπως τα περιγράφει ο Αλμπέρτος Ναρ. Βλέπω μπροστά μου με σάρκα και οστά την Άννα Παλαιολογίνα που βρήκε καταφύγιο στην πόλη που αγάπησε, την Δροσούλα του Τόλη Καζαντζή και τον Φύλακα Ερειπίων του Αλέξη Τραϊανού: Θα σε υποφέρω πάντα / Γι’ αυτό που δεν πρόκειται να ξαναγίνει / Γι’ αυτή τη φωνή που ξαναγυρνάει μακρινή / Δίχως ποτέ της να γυρνά / Γι’ αυτές τις κόκκινες φωτογραφίες του Ιησού / Που πέρασαν αργά κάτω από Παρασκευές βρεμένες // Πάντοτε έβρεχε / Θυμάσαι / Βροχή καυτής απουσίας / Πάντοτε έβρεχε ανάμεσα στις κίτρινες σκιές /…/Είν’ ένα ποίημα που πάει στο πουθενά / Και το αρπάξανε οι στίχοι μου / Σ’ ένα φριχτό κομμάτι παιδικών ονείρων. [Αλέξης Τραϊανός, Εβραίικο σπίτι, Φύλακας Ερειπίων, Τα ποιήματα, 1991]

Ύστερα βηματίζω στα λιμνάζοντα νερά της «μπουρδελοπολιτείας της Αμπάρας» έξω από την Χρυσή Πύλη του Βαρδαρίου, που μάζευε τις πόρνες από τα βυζαντινά ακόμα χρόνια, σ’ αυτή την μέγιστη πορνοσύναξη της νεότερης Ελλάδας, όπως έγραψε ο Ηλίας Πετρόπουλος, και επιστρέφω σε «Όσα θυμάται» ο Λεωνίδας Ζησιάδης: Την είπανε Μπάρα….Ο φτηνός έρωτας σε εξευτελιστικές τιμές, που σήκωνε και παζάρια, εγκατεστημένος μέσα σε παραγκάκια, στα σοκάκια που δικτύωναν τους κεντρικούς δρόμους. Εκεί πουλιόνταν μοναχικές γυναίκες, αυτεξούσιες και ανεξάρτητες, δικαίωμα που τους παραχωρήθηκε όχι από λύπηση αλλά ύστερα από μακρά θητεία στα οργανωμένα «σπίτια». Αφού, ξεζουμισμένες πια, δεν παρουσίαζαν ενεργητικό στην επιχείρηση της μαντάμ, παίρνανε τον ύστατο δρόμο της απελπισίας και της ανέχειας, πιάνανε μια παραγκούλα πληρώνοντας γερό ενοίκιο στον προστάτη της περιοχής…και αράζανε μόνες κι έρημες στις πορτοσιές, εκθέτοντας το φτηνό τους εμπόρευμα, μ’ ελάχιστες όμως ελπίδες. Κι εκεί περίμεναν τα γερατειά.

vivlioniki023

Σε αυτό το πλούσιο ψηφιδωτό συνυπάρχουν σπαράγματα από την Εκλογή του Γιώργου Κιτσόπουλου και τα Διηγήματα του Γιώργου Καφταντζή, τις Σελίδες αυτοβιογραφίας του Γιώργου Βαφόπουλου και τα Πράγματα του Πάνου Θασίτη, την Σαλαμάντρα του Αλκιβιάδη Γιαννόπουλου και τις Αφηγήσεις από τον τάφο των ζωντανών του Γιώργου Ιορδάνου. Εδώ συνυπάρχουν η Αγία Αλητεία και οι Σικελικοί Εσπερινοί των αγαπημένων μας χαμένων Γιώργου Κάτου και Τάσου Χατζητάτση· η Όμορφη Θεσσαλονίκη του Νίκου Τσιφόρου και ο Συνοικισμός Σιδηροδρομιών της Μαρίας Κέντρου – Αγαθοπούλου· τα Νερά του Γιάννη Ζήκα και οι Ηχοδράσεις του Σάκη Παπαδημητρίου· το Ημερολόγιο Φυλακής του Παύλου Ζάννα και αποσπάσματα από τις ανθολογίες Η Θεσσαλονίκη των ξένων και Αλλόγλωσσα ποιήματα για την Θεσσαλονίκη που επιμελήθηκε ο Σάκης Σερέφας.

Στον ίδιο αυτό παράλληλο, χάρτινο κόσμο, συνυπάρχουν τα Ζηλωτικά και οι Μαγεμένες, οι αναρχικοί Βαρκάρηδες της Θεσσαλονίκης και οι Ρομ του Δενδροπόταμου, η νύφη που έπαθε συμφόρηση κάτω από την Καμάρα και η κατά Αλεξάνδρα Δεληγιώργη σκοτεινή ύλη των γυναικών, ενώ ακούγεται πάντα μουσική, μαζί με τις μνήμες του Μάρκου Βαμβακάρη και του Σταύρου Κουγιουμτζή και τα ζωντανά γραπτά του Μανώλη Ρασούλη. Εδώ κρύβονται Μυστικά Βάλτων και Ατέλειωτες Γραφές Αίματος. Εδώ «Μοναχός του νυχτώνει» ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου: Βλέπω στον ουρανό μια κατασκήνωση για σένα / οργανοπαίκτης μιας σβησμένης εποχής / που ζωντανεύεις πάνω στην οθόνη / τη μνήμη μου ανάμεσα στα παιδικά σου χρόνια // Μοναχός μου νυχτώνω εδωπέρα / τα ποιήματά μου έγιναν ατροφικά / μικρά στολίδια του βυθού που σε προσμένουν [Ποιήματα για ένα καλοκαίρι, 1963]

katos

Εδώ υπήρξε η μεικτή πόλη κατά τον Κωστή Μοσκώφ και η Μεγάλη Πλατεία του Νίκου Μπακόλα· εδώ σ’ ένα μικρό ορθόδοξο νεκροταφείο έξω από τα τείχη την εκκλησία του την έχτισαν με τα χρήματά τους οι πόρνες, όπως γράφει ο Ίων Δραγούμης στα Φύλλα ημερολογίου, Εδώ ο Γιώργος Χρονάς γράφει πως συνάντησε πρίγκιπες των αργών στροφών που καίγονται χωρίς ήχο και παραδέχεται πως πάντα επιστρέφει αντίστροφα· και είναι απερίφραστος: καμία πόλη δεν θα τον περιέχει όσο αυτή. «Εδώ η γη γυρίζει ανάποδα. Τα είδωλα αντιστρέφονται. Τα ινδάλματά σας εγκαταλείπουν». Εδώ ο ήρωας στο Παρτάλι του Θεόδωρου Γρηγοριάδη…

Είδε τα εργοστάσια, τις γκρεμισμένες πύλες, ταπεινωμένα ντουβάρια, πέρασε πάνω από τα σφαγεία, τον σιδηροδρομικό σταθμό, είδε επιβάτες στο πλατύ κρηπίδωμα, ένα τρένο έφευγε κάνοντας μανούβρες, κάποιος σφύριζε με τη σφυρίχτρα παλιάς ατμομηχανής, πέρασε απέναντι από τις ράγες, στα σταματημένα βαγόνια και τους συρμούς…..// Είδε μάντρες με αποθηκευμένες σιδερόβεργες, μαγαζιά με ρολά κατεβασμένα και ξεφτισμένες πινακίδες άλλων εποχών, μπαλκόνια με τις κεντητές σιδεριές, θυμωμένα παιδιά που δεν χώραγαν να παίξουν πουθενά, στοές με διαμερίσματα στο βάθος, περβάζια με ξεραμένα φυτά σε σκουριασμένους τενεκέδες… // Είδε τα κάστρα…τη Νεάπολη, τους στρατώνες, απ’ όπου αναχωρεί με φύλο πορείας κάποιος ξεκολλώντας τα κίτρινα σιρίτια, τα νεκροταφεία του Ζέτενλικ…σύδενδρα απ’ όπου δραπετεύουν εραστές, αρχοντόσπιτα που θα γίνουν πενταώροφα (με τι είχε δει τόσο καιρό, ποια αγάπη, ποια απώλεια, ποια μνήμη – γιατί παιδευόταν), μνημεία, αγορές….

por45

Η τοιχογραφία σχηματίζεται σιγά σιγά με κομμάτια απ’ όσα της έγραψαν ο μηχανόβιος ιστορητής της δυτικής πλευράς Σπύρος Λαζαρίδης, οι πολυγράφοι τοπογράφοι της Κώστα Τομανάς και Χρίστος Ζαφείρης, ο «Αποκλεισμένος στη Σαλονίκη» Γιώργος Ζήκας, η Στέλλα Βιογιατζόγου «Περνώντας βιαστικά ανάμεσά τους». Πάντα παρόντες οι ποιητές των Μακεδονικών Ημερών και οι εσωτερικοί μονολογιστές της πόλης και προπάντων οι Πεντζίκης, Καρέλλη, Θέμελης, Βαρβιτσιώτης, Αναγνωστάκης, Βαφόπουλος, Στογιαννίδης, Κύρου, Χριστιανόπουλος, Δέλιος, Ξεφλούδας και οι παλαιότεροι και νεώτεροι συγγραφείς της Ρούλα Αλαβέρα, Σοφία Νικολαϊδου, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Γιάννης Ζήκας, Δημήτρης Μίγγας, Ζήσης Σαρίκας, Μαρία Κουγιουμτζή, Τάσος Καλούτσας και τόσοι άλλοι.

Θεσσαλονίκη πόλη των Φαντασμάτων, πόλη πολυκίονη και στέρνα χιλιοκίονη όπως την αποκάλεσε ο Γιώργος Ιωάννου, σΤο δικό μας αίμα, και πάντα ανεπανόρθωτα γοητευτικήΊσως εδώ να οφείλεται σημαντικό μέρος από τη δροσιστική ανακούφιση, την ηρεμία σχεδόν, που προσφέρει το διαποτισμένο περιβάλλον στις ψυχές των φρυγμένων, εντόπιων και μη, από τα σύγχρονα καμίνια. / Κι όσο πιο λαϊκός ο χώρος της…τόσο πιο πυκνές οι βυζαντινίζουσες μορφές, στις οποίες σκοντάφτεις κοιτώντας, με κείνο το μεγάλο ανατολίτικο και με βαριά ματόφυλα μάτι…. ενώ στο άλλο ανατολίτικο, το οθωμανικό, φωλιάζει η λάμψη μιας έχθρας και μιας αγριότητας, που ποτέ δεν σβήνει. Είναι η ίδια πόλη όπου όλος ο πληθυσμός, όπως γράφει ο Πεντζίκης σ’ ένα τεύχος της Σύναξης αποδέχεται την μυστική αντίληψη της συνέχειας της ζωής. Και ίσως κάτι είδε ο Jacques Lacarriere, στην εκκλησία των Δώδεκα Αποστόλων:

tram

αυτός ο στρόβιλος από ζωγραφιές, είναι μια ελεγχόμενη τρέλα, σημάδια πληγές από τα χτυπήματα του ζωγράφου – καλόγερου πάνω στον αόρατο κόσμο. Αν υπάρχει τόση αυστηρότητα στη σύνθεση, μια επιτακτική οδός στην εκλογή των χρωμάτων, των αναλογιών, τα διάταξης των θεμάτων απάνω στον τοίχο, αυτό γίνεται γιατί είναι υποχρεωμένος να ελέγξει, να συγκρατήσει, να καταπνίξει την πίστη που κατασπαράζει, τη γλώσσα μιας φωτιάς που υπαγορεύουν ανώτερες δυνάμεις. Ειδεμή δεν θα υπήρχε τέχνη αλλά χάος.

Και τι είδους έρωτας ευδοκιμεί σε αυτή την πόλη; Είναι, όπως έγραψε ο Κωστής Μοσκώφ, ο έρωτας όχι της απλής σαρκός, αλλά ο έρωτας του παντός, ο έρωτας που αναβλύζει από την λειτουργία τα πόλης της Θεσσαλονίκης…ως κέντρου συνάντησης και ανταλλαγής τόσο υλικών αγαθών όσο και αισθήσεων και ιδεών, πραγμάτων και «βλεμμάτων»…Η Θεσσαλονίκη είναι το κατ’ εξοχήν κέντρο συνάντησης με τον Άλλο και το Άλλο, το προϊόν του και το σώμα του, κέντρο έτσι της παραδομένης μας βίωσης της ζωής ως Πράξης ενοποίησης της διασκορπισμένης ύλης του κόσμου. [Ο έρωτας σκέπει την πόλη, σε μια Νέα Εστία του 1985].

vivlioniki018

Η ίδια αυτή πόλη κρύβει πλείστες παγίδες – σταχυολογώ από ένα άλλο πάντα απολαυστικό παραλήρημα του Κοροβίνη, από το κείμενο Ο Μεγαλέξανδρος δε μένει πια εδώ. Ούτε η κυρά Ζωή: Προσοχή, όχι στα μυθεύματα και τα γελαστούρια. Αλλάζει κάθε μέρα αυτή η πόλη. Οι νεότερες αναφορές και τα σημάδια της διαγράφονται. Ωστόσο, παρηγοριά και καμάρι μας οι βυζαντινές εκκλησιές. / Ακόμα κι έναν εντελώς άπιστο τον κάνουν να υποκλίνεται. / Να μην επιδοθείτε τζάμπα εις άγραν της θρυλοποιημένης αμαρτίας. Δε θα βρείτε παρά ψιχία εμπορίου ερωτικού. Η λαγνεία σαν να έχε εξοριστεί απ’ τη χαμηλοτάβανη συμπρωτεύουσα. / Μην ψάξετε για στέκια συγγραφέων ή καλλιτεχνών. Δεν υπάρχουν. Οι τραγουδιστές «την έκαναν» για Αθήνα. Κι όσοι παλιοί ποιητές απομείναν, λουφάζουν στο κονάκι τους.

Πόσο ακόμα όμως αυτή η πόλη θα συντρίβεται από το παρελθόν; Ως πότε θα μας σκέπει/των προγόνων αγίων ο βίος;/δεν πληρώνεται με δικό μας καημό/το χάσμα που η καταστροφή έχει ανοίξει, έγραφε η Ζωή Καρέλλη. Για πόσο ακόμα θα σέρνεται στην «τελευταία άλλωση» όπως στιχουργεί ο Δημήτρης Δημητριάδης στο «πατριωτικό του ποίημα» για τον «τουφεκισμό της Σαλονίκης»; Και μέχρι πότε θα κυριαρχεί «μια σαρκοβόρα διάθεση, ένα έλλειμμα κοινωνικής αποδοχής ανάμεσα στους ανθρώπους της τέχνης και των γραμμάτων», όπως έγραψε ο Κώστας Λαχάς;

8770small

Δεν είναι εύκολη πόλη η Θεσσαλονίκη. Όσο ανοιχτή φαίνεται, άλλο τόσο είναι και κλειστή. Και είναι ένα σύνδρομο από το οποίο πρέπει να βρει τον τρόπο να απελευθερωθεί αυτή η πόλη από τον ίδιο της τον εαυτό. Είναι ένα σύνδρομο το οποίο πρέπει να αποδιώξει η Θεσσαλονίκη από πάνω της, κυρίως από μέσα της. [Κώστας Λαχάς – Πλους ονείρου – Απ’ τον εχέδωρο στον Θερμαϊκό],

Επαναπαύεται η αμηχανία σου σε βολικά άλλοθι ρίχνοντας την ευθύνη της κακοδαιμονίας σου στους άλλους, στον αυτάρεσκο αθηνοκεντρισμό. […] Είσαι κουρασμένη, όμως η ρώμη της ιστορίας σου και άσκησή σου στον πόνο θα σε κρατήσει. Κι εμείς, οι επίγονοι των ξεριζωμένων εκείνων που σε κατοίκησαν και σε αγάπησαν όσο κανείς – γιατί η ατμόσφαιρα σου ταιριάζει με εκείνη των παλαιών πατρίδων μας – θα σε κρατήσουμε……γράφει ο επιμελητής του παλίμψηστου τόμου καθώς δεν παύει να συνομιλεί με την Θεσσαλονίκη, που την περιμένει να ξαναγίνει το παρδαλό χαρμάνι που κάποτε υπήρξε. Κι αναρωτιέμαι: θα συμβεί άραγε ποτέ κάτι τέτοιο;

Πλήρης τίτλος: Θεσσαλονίκη 1912 – 2012. Μέσα στα στενά σου τα σοκάκια… Εκδ. Μεταίχμιο, 2012, σελ. 247.

Μικρό σημείωμα για το βιβλίο δημοσιεύεται στο τεύχος του περιοδικού (δε)κατα (τεύχος 41, άνοιξη 2015), Αφιέρωμα στην Θεσσαλονίκη.




Μαρτίου 2015
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  

Blog Stats

  • 1.047.324 hits

Αρχείο