Συλλογικό – Τα όρια του σώματος. Διεπιστημονικές προσεγγίσεις

ORIA SOMATOS

Είναι το σώμα μας γνώριμο ή ξένο; φυσικά δοσμένο ή συναρτώμενο με πολιτισμικά και κοινωνικά δεδομένα; άρρηκτα δεμένο με το νου ή με πνευματικό περιεχόμενο; μας ανήκει ή ελέγχεται και ρυθμίζεται από διάφορους παράγοντες; Στα κείμενα του τόμου το σώμα προσεγγίζεται όχι ως στατικό, ενιαίο και δεδομένο αλλά μεταβαλλόμενο και ενδεχομενικό· ως πηγή βιωμένων εμπειριών και συναισθημάτων, ως τόπος επιθυμιών και διαμεσολάβησης των κοινωνικών προσδοκιών. Η εκτενής εισαγωγή της επιμελήτριας αποτελεί στην ουσία ένα δοκίμιο πάνω στο σώμα κατά την ύστερη νεωτερικότητα και στον επαναπροσδιορισμό του κατά τον εικοστό αιώνα, και σκιαγραφεί συν τοις άλλοις τις βασικότερες θέσεις των συγγραφέων στα δεκάδες κείμενα του τόμου, που εμπλουτίζονται με σημειώσεις και βιβλιογραφία.

Από τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και της χριστιανικής θεολογίας μέχρι τις θέσεις του Ντεκάρτ και τις επιταγές του προτεσταντισμού το σώμα εμφανίζεται ως απειλητικό και επικίνδυνο αλλά και ως απειλούμενο. Η σάρκα του υποδηλώνει την ζωώδη διάσταση της ανθρώπινης φύσης και θεωρείται σταθερό εμπόδιο στην πορεία για πνευματική ανύψωση και ολοκλήρωση. Στο θεωρητικό σχήμα του Ντεκάρτ το σώμα εμφανίζεται ως αντικείμενο ικανό να προσαρμοστεί και να χειραγωγηθεί σαν να ήταν μηχανή. Η προτεσταντική αντίληψη ενθάρρυνε τον έλεγχο του συναισθήματος και της επιθυμίας, συνεπώς και της σεξουαλικότητας. Οι διπολικές συλλήψεις ορίζουν πια τον κόσμο: άνδρας – γυναίκα, κοινωνία / πολιτισμός – φύση, πνεύμα – πάθη. Ακριβώς η πνευματική ενασχόληση και ο έλεγχος των παθών ταυτίζονται με τον πολιτισμένο, τον λευκό και τον άνδρα, ενώ το σώμα και οι επιθυμίες του με τον απολίτιστο, τον άγριο και την γυναίκα.

koukles

Η αμφισβήτηση του προγράμματος του διαφωτισμού για την διάκριση σώματος και νου έρχεται από τον E. Durkheim, τον Φ. Νίτσε, την φροϊδική ψυχανάλυση, τον N. Elias, τον Merleau – Ponty, τoν M. Φουκώ, τον P. Bourdieu και τις φεμινιστικές θεωρίες. Οι θεωρητικές επανατοποθετήσεις ανατρέπουν τις βεβαιότητες γύρω από την έννοια του εαυτού και της ταυτότητας. Στις νεωτερικές συνθήκες το σώμα επανακαθορίζεται, υπόκειται σε ποικίλες αναγνώσεις και ερμηνείες, σχετικοποιείται. Η διαφορετικότητα αναγνωρίζεται, το κάθε σώμα βιώνεται με διαφορετικό τρόπο από τον κάτοχό του. Ταυτόχρονα εξυμνείται το νέο, γυμνασμένο και σεξουαλικά επιθυμητό σώμα.

Στο έργο του Μ. Φουκώ η σημασία της σεξουαλικότητας και κυρίως η ανάγκη να ρυθμιστεί και να επιτηρηθεί καθιστά το σώμα τον κατεξοχήν πολιτικό στόχο, εμπλέκοντάς το σε σχέσεις εξουσίας – κυριαρχίας. Σύμφωνα με την Mary Douglas σε κάθε πολιτισμό το σώμα δεν υπόκειται μόνο σε κανόνες καθαρότητας αλλά και το ίδιο θεωρείται πηγή ρυπαρότητας και εστία μόλυνσης. Η φουκωική και φεμινιστική θεωρία αναλύουν την διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο «φυσιολογικό» και το «μη φυσιολογικό» σώμα.

Marcel Mauss.

Κατά την φαινομενολογία της αντίληψης του Maurice Merleau – Ponty το σώμα δεν αποτελεί αντικείμενο αλλά συνθήκη και πλαίσιο μέσω του οποίου βιώνουμε, συλλέγουμε γνώσεις και εμπειρίες, τοποθετούμαστε στον κόσμο· αποτελεί πλέον υποκείμενο. Η σωματοποίηση ανατρέπει το δίπολο νους – σώμα καθώς συνδέει την υλικότητα του σώματος τόσο με το πεδίο των βιωμένων εμπειριών όσο και με τις συνέπειες της κοινωνικής σφαίρας πάνω του και προσεγγίζει τη σχέση του σώματος και του νου ως διαδικασία / αποτέλεσμα συνεχούς αλληλεπίδρασης.

Η φεμινιστική θεωρία ανέδειξε το σώμα ως προβληματικό κείμενο, δηλαδή ως σαρκικό λόγο μέσα στον οποίο οι σχέσεις εξουσίας μπορούν να ερμηνευτούν και να συντηρηθούν. Η Τζούντιθ Μπάτλερ αντλεί από την φουκωική έννοια του πειθαρχημένου σώματος και εισάγει τον όρο επιτελεστικότητα [performativity] για να εξηγήσει πώς η ανάπτυξη του σώματος μέσω χειρονομιών και ενεργημάτων, ειδικά σε σχέση με την έμφυλη σεξουαλικότητα, συντελείται με μια διαδικασία επανάληψης που περιορίζεται μεν από κοινωνικές και πολιτιστικές κανονικότητες αλλά και παραμένει ανοιχτή σε νέες εναλλακτικές σημασιοδοτήσεις.

merleau ponty

To σώμα αναδεικνύεται σε βασικό συστατικό της ταυτότητας και της αίσθησης του εαυτού. Η αντίληψη του ως ενοποιημένου υποκειμένου ακυρώνεται, η ταυτότητά του καθίσταται ρευστή, ασταθής. Το σώμα γίνεται αντικείμενο ανασχηματισμού με την ενεργητική παρέμβαση του κατόχου για να καλυφθούν οι θεωρούμενες «ατέλειές» του· γίνεται πρώτη ύλη προς επεξεργασία. Η δυνατότητα διαρκούς αναδιαμόρφωσης το καθιστά ένα σχεδίασμα [body project] κι έτσι διάφορες πρακτικές το καθιστούν μέσο για την ικανοποίηση επιθυμιών και αναγκών, σύμφωνα και με τα καταναλωτικά πρότυπα: δίαιτα, μόδα, μακιγιάζ, ψηλά τακούνια, τατουάζ, πίρσινγκ, πλαστική χειρουργική, εγχείρηση αλλαγής φύλου. Φαινομενικά όλοι μπορούν να αποκτήσουν το σώμα που επιθυμούν.

Από την άλλη το σώμα συνιστά περισσότερο από κάθε άλλη φορά τόπο πολιτικής διαμάχης και αντικείμενο πολιτικής διεκδίκησης. Ένα σώμα μπορεί να προκαλεί την υποψία, τον έλεγχο, την επιθυμία· αξιολογείται ως φυσιολογικό ή παρεκκλίνον, περιθωριοποιείται ή εξοντώνεται σύμφωνα με τα κοινωνικά κριτήρια της τάξης, το φύλου, της εθνικότητας.

Judith Butler

Το κείμενο του Marcel Mauss πάνω στις τεχνικές του σώματος αφορά ακριβώς την ρήση του ως αποτέλεσμα διδασκαλίας, εκπαίδευσης και εξάσκησης. Το φυσικό σώμα είναι παντού και πάντοτε κοινωνικό σώμα. Όσα εκλαμβάνουμε ως αυτονόητα και φυσικά – η στάση, το βάδισμα, το τρέξιμο, οι χειρονομίες, οι κινήσεις – συνιστούν κοινωνικά δομημένες επίκτητες τεχνικές, που εμπεριέχουν αδιόρατες μορφές κοινωνικού ελέγχου, με θετά όρια ανάμεσα στο αποδεκτό και το μη αποδεκτό. Ο Erving Goffman βλέπει ακριβώς την διατήρηση της ηθικής τάξης στην υιοθέτηση των συγκεκριμένων στάσεων και βλεμμάτων. Υπάρχει μια αναμφισβήτητη διάσταση υποταγής των αισθήσεων στα υπάρχοντα ηθικά πρότυπα, που αφορά την κυριαρχία της όρασης και τον αδυσώπητο έλεγχο που ασκεί το ανθρώπινο βλέμμα, καθώς αναπόφευκτα ενεργοποιεί διαδικασίες παρατήρησης, καταγραφής, αξιολόγησης και κατηγοριοποίησης της εξωτερικής επιφάνειας του άλλου.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός σώματος αντιστεκόμενου στον έξω κόσμο αποτελεί το γκροτέσκο σώμα, όπως προσεγγίζεται από τον Μ. Μπαχτίν. Το μη συμμορφούμενο σώμα τοποθετείται στα συμφραζόμενα του καρναβαλιού και αποκτά ανατρεπτικό πολιτικό χαρακτήρα, καθώς ο καρναβαλιστής αντιτίθεται στην κυρίαρχη κουλτούρα: καλλιεργεί το γέλιο, σατιρίζει τις σοβαρές τελετουργίες, απελευθερώνει από τις κυρίαρχες αλήθειες και απολαμβάνει την υλικότητα των λειτουργιών του, ακόμα και των πιο «ποταπών».

georgeta-blanaru

Ο τόμος περιλαμβάνει και δυο αναδημοσιεύσεις από παλαιότερα έργα· η ολιγοσέλιδη συμβολή του Giorgio Agamben από το μείζον έργο του Homo Sacer αφορά την «πολιτικοποίηση του θανάτου». Με αφορμή τις ιδιαίτερες περιπτώσεις κώματος, ο συγγραφέας προβληματίζεται σχετικά με την παρέμβαση του κράτους πάνω στον «ψευδοζωντανό» στον θάλαμο μηχανικής υποστήριξης. Έτσι οι οργανισμοί ανήκουν στην δημόσια εξουσία, τα σώματα εθνικοποιούνται, η γυμνή ζωή πολιτικοποιείται. Και οι σύγχρονες δημοκρατίες λένε δημόσια αυτό που οι ναζί βιοπολιτικοί δεν τόλμησαν να πουν. Αναδημοσιεύονται ακόμα ένα κείμενο του Michel Foucault από το βιβλίο Επιτήρηση και τιμωρία – Η γέννηση της φυλακής και ένα του Charles Baudelaire από το Εγκώμιον του μακιγιάζ.

Ο πόνος για την ομορφιά στην περίπτωση της απάνθρωπης περίδεσης των ποδιών της Κίνας [Wang Ping], η αμφισημία της ταυτότητας στα σημαδεμένα σώματα, ιδίως στις περιπτώσεις τατουάζ και πίρσινγκ [Paul Sweetman], η κοσμητική χειρουργική και η εφαρμογή νέων τεχνολογιών στο σώμα [Anne Balsamo], το παγκόσμιο εμπόριο ανθρώπινων οργάνων [Nancy Scheper – Hughes], η εξόντωση «της ζωής που δεν αξίζει να τη ζει κανείς» [Robert N. Proctor] αποτελούν μερικά μόνο από τα εξαιρετικά ενδιαφέροντα θέματα που πραγματεύονται τα πυκνά δοκίμια του τόμου. Εκτός από όλους τους προαναφερθέντες περιλαμβάνονται και κείμενα των Londa Schiebinger, Georg Simmel, Loïc Wacquant, Lynda Byrke, Rosi Braidotti, Louis Roussel, Marla C. Berns, Elaine Scarry κ.ά.

Εκδ. Νήσος, 2004, [Σειρά: Υλικά, αρ. 11], επιμέλεια, εισαγωγή: Δήμητρα Μακρυνιώτη, μτφ.: Κώστας Αθανασίου, Κική Καψαμπέλη, Μαριάννα Κονδύλη, Θόδωρος Παρασκευόπουλος, 420 σελ.

Στις εικόνες: Marcel Mauss, Maurice Merleau – Ponty, Judith Butler.

Mário de Sá – Carneiro – Η απολογία του Λούσιο

1

Έχω κλείσει δέκα χρόνια στη φυλακή για ένα έγκλημα που δεν διέπραξα και για το οποίο ποτέ δεν υπερασπίστηκα τον εαυτό μου· είμαι νεκρός για τη ζωή και για τα όνειρα: καθώς πια τίποτα δεν μπορώ να ελπίζω και τίποτα να επιθυμώ – αποφάσισα τελικά ν’ απολογηθώ, δηλαδή ν’ αποδείξω την αθωότητά μου…

γράφει ο αφηγητής στις πρώτες αράδες του βιβλίου, έτοιμος να συγγράψει την απολογία της ζωής του, μιας ζωής τόσο ρημαγμένης που η φυλακή του φάνηκε ως χαμόγελο, ως ένα επιθυμητό τέλος. Η ιστορία του ξεκινάει το 1895, όπου βρίσκεται σπουδαστής στο πανεπιστήμιο Παρισιού και συναναστρέφεται με καλλιτεχνικούς κύκλους, όπου τον εισάγει ο επιβλητικός και μαυροντυμένος Τζερβάσιο Βίλα – Νόβα. Ο Νόβα εγκωμιάζει μια λογοτεχνική σχολή του συρμού, τον Πρωτογονισμό, που προτείνει μια πρωτότυπη και εκτυφλωτική τυπογραφία, οι δε ποιητές της μεταφράζουν τα συναισθήματά τους σ’ ένα παιχνίδι συλλαβών, με «κομματιασμένες ονοματοποιήσεις δημιουργώντας νέες λέξεις που μπορεί και να μην σημαίνουν τίποτα» αλλά αποκαλύπτουν έτσι μια διαφορετική ομορφιά. Η φιληδονία στην τέχνη είναι μόνιμο θέμα συζήτησης στις καλλιτεχνικές τους συναντήσεις κι η διέγερση των δονήσεων της ηδονής αποτελεί ένα μόνιμο ζητούμενο.

mario sa-- carneiro

Ο Λούσιο γνωρίζεται με τον ποιητή Ρικάρντο ντε Λαουρέιρο και συνδέεται μαζί του με στενό δεσμό φιλίας και καθίσταται πρόθυμος ακροατής των καταρρακτωδών ομολογιών του, που ξεχειλίζουν από αλλόκοτες εικόνες. Ο Ρικάρντο εκφράζει την ανία του και τον κορεσμό του από την ζωή· τα πάντα τού φαίνονται αδιάφορα και ο ενθουσιασμός του εξανεμίζεται γρήγορα: Κι αν κάποιες στιγμές μπορώ να υποφέρω επειδή δεν έχω ορισμένα πράγματα που ακόμα δεν τα γνωρίζω ολοκληρωτικά, όταν βαθαίνω καλύτερα, διαπιστώνω το εξής: Ω Θεέ μου, αν τα είχε θα ήταν ακόμα μεγαλύτερος ο πόνος μου, ακόμα μεγαλύτερη η ανία μου. Τελικά η σπατάλη χρόνου είναι σήμερα ο μοναδικός σκοπός της έρημης ύπαρξής μου. Αν ταξιδεύω, αν γράφω – αν ζω, με μια λέξη, είναι μόνο και μόνο για να καταναλώνω στιγμές, πίστεψέ με: αλλά πολύ σύντομα – ήδη το προαισθάνομαι – κι αυτό ακόμα θα το χορτάσω. Και τι θα κάνω τότε; [σ. 45]

Ο Ρικάρντο σταδιακά βυθίζεται σε έναν κόσμο παραίτησης και παραίσθησης συμπαρασέρνοντας τον συνομιλητή του. Ο ίδιος ο κόσμος των ηδονών και της τέχνης μοιάζει να αποτελεί ένα προπέτασμα για μια άλλη θέαση των πραγμάτων, διαθλασμένη, παραμορφωμένη. Είναι ενδιαφέρον το πώς η περιγραφή μιας αίθουσας χορού αποδίδει τα σημερινά κλαμπς: «το ηλεκτρικό φως προέρχεται από άπειρες σφαίρες, με διάφορα χρώματα, με ποικιλία σχεδίων και διαφορετική διαφάνεια», και αλλού: «η κύρια πηγή του φωτός είναι κρυμμένοι προβολείς που ξεχύνουν άπλετα κύματα». Αλλά και εκεί χάσκει ένα μεγάλο κενό. Το ψυχικό βάσανο του ανικανοποίητου νέου καθίσταται μέρος του σώματος. Η ψυχή του πετρώνει, οι σκέψεις του προκαλούν πρωτοφανή σωματικό πόνο. Τα απογεύματα στη νότια Λισσαβώνα είναι αβάσταχτα, η ίδια η ζωή είναι πια ανυπόφορη. Υπάρχει άραγε η έσχατη δυνατότητα φυγής στην τέχνη;

mario_sa_carneiro-1

Οι αιώνιες αντιφάσεις μου! Εσείς, όλοι οι αληθινοί καλλιτέχνες, οι αληθινά μεγάλες ψυχές – το ξέρω – ποτέ δεν βγαίνετε, ούτε επιδιώκετε να βγείτε ποτέ από το χρυσό σας κύκλο – ποτέ δεν νιώθετε την επιθυμία να κατεβείτε στη ζωή. Αυτή είναι η αξία σας, η αξιοπρέπειά σας. Και σωστά κάνετε. Είστε πολύ πιο ευτυχισμένοι…Γιατί εγώ υποφέρω διπλά, ζω μέσα στον ίδιο χρυσό κύκλο και συνάμα ξέρω να κινούμαι εκεί κάτω… [σ. 58]

Ο Πορτογάλος ποιητής και μυθιστοριογράφος Μάριο ντε Σα – Καρνέιρο γεννήθηκε στη Λισαβόνα το 1890 και πέθανε στο Παρίσι το 1916. Ήταν ο πιο στενός φίλος του μείζονος Πορτογάλου ποιητή του περασμένου αιώνα Φερνάντο Πεσσόα, ο οποίος τον γνώρισε στην αβανγκάρντ επιθεώρηση της Λισαβόνας, Orpheus, που εισήγαγε το μοντερνισμό στην Πορτογαλία. Στον Πεσσόα έστειλε και τα αδημοσίευτά ποιήματά του λίγο πριν αυτοκτονήσει. σε ηλικία είκοσι έξι ετών, σ’ ένα ξενοδοχείο της Μονμάρτης, αφού έγραψε επιστολές για τον πατέρα του, την φίλη του, τον ίδιο τον Πεσσόα και άλλους φίλους. Κατάθλιψη, απογοήτευση από την ζωή, πνευματική κατάπτωση (που περιγράφει εδώ, στην μόνη νουβέλα που έγραψε), όλα οδήγησαν στην αυτοχειρία αυτού του γνήσιου συγγενή του Ρεμπώ. Πολύ θα ήθελα να διαβάσω τις Επιστολές που αντάλλαξαν οι δυο λογοτέχνες [1958 -1959].

rui-blogue

Η πλειονότητα, αγαπητέ μου…Η πλειονότητα, οι ευτυχείς….Αλλά ποιος ξέρει αν τελικά αυτοί έχουν δίκιο…αν όλα τα υπόλοιπα είναι μπούρδες… / Κι ωστόσο θα άξιζε περισσότερο αν ήμασταν σα το μέσο άνθρωπο που βλέπουμε γύρω μας. Θα είχαμε, τουλάχιστον στο πνεύμα, ηρεμία και ειρήνη. Τώρα έχουμε μόνο το φως. Όμως το φως τυφλώνει τα μάτια…Είμαστε ολάκεροι αλκοόλ, σκέτο αλκοόλ! – είμαστε οινόπνευμα και εξατμιζόμαστε σ’ ένα φως που μας καίει! [σ. 59, 60]

Οι καλοί άνθρωποι που κυκλοφορούν γύρω μας, αγαπητέ μου φίλε, δεν έχουν ποτέ τέτοιου είδους περίπλοκα προβλήματα. Απλώς ζουν. Δεν σκέφτονται καν… Μονάχα εγώ δεν παύω ποτέ να σκέφτομαι…Ο εσωτερικός μου κόσμος έχει πλατύνει πολύ, έγινε άπειρος και ώρα με την ώρα επεκτείνεται! Είναι φρικτό. Αχ, Λούσιο, Λούσιο! φοβάμαι – φοβάμαι πως θα υποκύψω, πως θα παραδοθώ σον εσωτερικό μου κόσμο, θα εξαφανιστώ από τη ζωή, θα χαθώ μέσα του… / … Ορίστε ένα θέμα για τα διηγήματά σας, ένας άνθρωπος που από την πολλή αυτοσυγκέντρωση εξαφανίζεται από τη ζωή, μεταναστεύει στον εσωτερικό του κόσμο… [σ. 61 – 62]

mario-sa-carneiro-1

Όπως γράφεται στο πολύτιμο επίμετρο του μεταφραστή, το έργο του Σα – Καρνέιρο θεωρείται αντιπροσωπευτικό του ρεύματος «της παρακμής» που ονομάστηκε Decadentismo, μαζί με το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ του Όσκαρ Γουάιλντ και την Ηδονή [Il piacere] του Γκαμπριέλε ντ’ Αννούντσιο. Πρόκειται για την αριστοκρατική, ελιτίστικη απόρριψη της αστικής κοινωνίας που δείχνει πια σαφώς την αποτυχία της να φέρει την ευτυχία στην ανθρωπότητα. Μοναδική διέξοδος σε μια τέτοια κοινωνία είναι η τέχνη· ο αληθινός καλλιτέχνης δεν «ζει», παρά τον κοσμοπολιτισμό του· είναι απέξω, αρνείται τον συρμό, η ομορφιά και η ηδονή ορίζουν αποκλειστικά την τέχνη. Φοβάται την ομοιομορφία, επιθυμεί σφοδρά το μοναδικό και το ξεχωριστό. Σύμφωνα με μια από τις περαστικές γυναίκες της νουβέλας, μια Αμερικανίδα, η ίδια η ηδονή είναι τέχνη – θυμόμαστε εδώ τον δανδή λόρδο του Όρκαρ Γουάιλντ: «έναν νέο Ηδονισμό χρειάζεται ο αιώνας μας».

Και γι’ αυτόν, όπως και για μένα, η ζωή είχε σταματήσει – είχε ζήσει κι αυτός την κορυφαία στιγμή που περιέγραψα. Μιλούσαμε αρκετά συχνά γι’ αυτές τις μεγαλειώδεις στιγμές, και τότε εκείνος υποστήριζε την πιθανότητα να κρατήσουμε, να φυλάξουμε τις πιο όμορφες στιγμές της ζωής μας – γεμάτες αγάπη ή θλίψη – και έτσι να μπορούμε να την ξαναδούμε, να τις ξανανιώσουμε. Μου έλεγε ότι αυτό ήταν το κυριότερο ενδιαφέρον του στη ζωή – όλη η τέχνη της ζωής του[σ. 159]

mario

Μια διαφορετική γυναίκα εισχωρεί στη σχέση των δυο αντρών· η Μάρτα συνδέεται με τον Ρικάρντο και πλέον οι σκέψεις και οι εμπειρίες μοιράζονται δια τρία. Όσο όμως η τριμερής συντροφικότητα εισχωρεί στους διάφορους ομόκεντρους κύκλους πνευματικότητας, άλλο τόσο η αληθοφάνεια της διήγησης μοιάζει να κυκλώνεται από πέπλα αμφιβολίας. Η ίδια η αφήγηση του Λούσιο είναι παραληρηματική, καθώς απορεί για την Μάρτα, μια γυναίκα χωρίς παρελθόν, μια ύπαρξη χωρίς αφήγηση. Δεν είναι μόνο η συνεχής χρήση των λέξεων «παράδοξο» και «παράξενο» ή τα πολλαπλά χάσματα της μνήμης. Είναι η ίδια η βύθιση σε μια πραγματικότητα που μοιάζει να αναιρεί τον ίδιο της τον εαυτό. Σκεφτείτε μέχρι ποιο βάθος μπορεί να φτάσει όλη αυτή η πτώση, μέχρι ποιο σημείο είναι δυνατόν η απολογία του Λούσιο να παραλλάσσει ή να πλαστογραφεί ολόκληρη την πραγματικότητα. Και μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φτάσει η ένωση των τριών αυτών προσώπων, σε ψυχή, πνεύμα και σώμα.

Αν έπρεπε χωρίς ειρμό και χωρίς επιχειρήματα να αναφέρω όλα τα αναγνώσματα που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο προσκαλεί η νουβέλα του άγνωστου Πορτογάλου συγγραφέα (που έμεινε ως σήμερα απαρατήρητη), εδώ υπάρχουν οι άβυσσοι του Λωτρεαμόν και τα εγκαύματα του Αρτώ, η παραφορά του Απολλιναίρ και η παράνοια του Ρεμπό, η ποίηση του Κρο, η Κοκαΐνα του Πιτιγκρίλι και Μια Ιστορία με Κοκαΐνη του Μ. Αγκέεφ, οι οπτασίες του Νοβάλις και προφανώς οι μονολογίες του Πεσσόα.

mdsc

Αν φτάσουμε στη μέγιστη οδύνη, με τίποτα πια δεν υποφέρουμε. Αν συγκλονιστούν στο έπακρο οι αισθήσεις μας, τίποτα δεν μπορεί να μας κλονίσει. Απλώς, αυτή τη στιγμή της αποκορύφωσης ελάχιστοι άνθρωποι τη ζουν. [σ. 13]

Εκδ. Νήσος, 2012, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, 167 σελ., με επτασέλιδο επίμετρο του μεταφραστή [A confissão de Lúcio, 1914]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 178. Hallucinations.