Αρχείο για Απρίλιος 2017

30
Απρ.
17

(δε)κατα, τεύχος 48 (χειμώνας 2016 – 2017)

Αφιέρωμα: Παίξτε μπάλα! 

Πέρασε σχεδόν μια σαιζόν όπου προβλήματα υγείας, νοσοκομεία, μετακομίσεις και άλλες απρόσκλητες πλην αναπόφευκτες εκδηλώσεις της ζωής και με προσπέρασαν τεύχη λογοτεχνικών περιοδικών που με συνέπεια εκδίδονται στην ώρα τους ή εκτός προγράμματος αλλά πάντα με πληθώρα κειμένων παντός είδους και τέχνης του λόγου. Επανέρχομαι λοιπόν πάντα πιστός αναγνώστης τους κι αρχίζω με τα τρία προηγούμενα τεύχη των (δε)κάτων, εφόσον πάντα μπορεί κανείς να τα παραγγείλει στην οικεία διεύθυνση κι ενώ ήδη αυτές τις μέρες βγαίνει στην κυκλοφορία το 49ο τεύχος, με κείμενα γραμμένα από γιατρούς και φαρμακοποιούς, για να δούμε δηλαδή αν και πώς οι θεράποντες ψυχών και σωμάτων μπορούν να μας θεραπεύσουν και με τις λέξεις.

Αλλά το 48ο τεύχος προστάζει Παίξτε μπάλα!, κι αμέσως ανταποκρίνονται δυο ενδεκάδες συγγραφέων που πεζογραφούν το διόλου πεζό άθλημα με ωραίες φάσεις σπουδαίων και άσημων αγώνων αλλά σε κάθε περίπτωση διαχρονικών αναμνήσεων οριστικά φυτεμένων στον σχετικό βαθμολογικό πίνακα. Τιμής ένεκεν, βέβαια, το τεύχος ανοίγει με την μορφή ενός Ουρουγουανού συγγραφέα που γνωρίζει απ’ όλες τις πλευρές τις δυο τέχνες που συνυπάρχουν εδώ. Ο Eduardo Galeano γράφει για το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως, όπως άλλωστε τιτλοφορείται το σχετικό δοκιμιακό του βιβλίο από το οποίο και παρατίθεται ένα εκτενές απόσπασμα.

«Τα ασημένια εικοσάρικα» του Γιώργου Σκαμπαρδώνη μας επιστρέφουν στο 1973, στον αγώνα Φλόγας Αναλήψεως και Α.Ε. Χαριλάου. Σαφώς Ανατολική Θεσσαλονίκη λοιπόν, χωμάτινο γήπεδο, χωρίς κερκίδες, περιφραγμένο με δικτυωτό σύρμα, εστίες με μισοχαλασμένα δίχτυα, τα γνωστά. Ο φακός στρέφεται στον Καλντερίδη, γιό αριστερού και βαριά σταμπαρισμένου Ποντίου, που πληρώνει τα σπασμένα του πατέρα του, κι οι αντίπαλοι οπαδοί τον φωνάζουν εν χορώ μπατίρη. Αλλά εκείνος έχει στη χούφτα του ένα μάτσο ασημένια εικοσάρικα, δανεισμένα από συμπαίκτες και δικούς του οπαδούς, και τους τα ρίχνει στα κεφάλια, ενώ εκείνοι μόλις καταλαβαίνουν τι συμβαίνει, σιωπούν, βουβαίνονται, κοιτάζονται μεταξύ τους αιφνιδιασμένοι, κι ύστερα πέφτουνε στο χώμα κι αρχίζουν να τα μαζεύουνε γονατιστοί, ταπεινωμένοι, και να τα χώνουνε στις τσέπες τους. Κι είναι πλέον η πορεία του πεπρωμένου, στην συνέχεια, η μπάλα από τα πόδια του να ταξιδέψει ωραία μέχρι να φτάσει στην εστία του αντιπάλου.

Η «Νίκη!» του Φίλιππου Δρακονταειδή είναι ένα παράδειγμα πώς η λογοτεχνία γράφει ατόφιο κεφάλαιο Ιστορίας. Εδώ ο αγώνας γίνεται στα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1917), με πρωταγωνιστές το πλήρωμα ενός αγγλικού πλοίου στο γεωργιανό Μπατούμι και τους γηγενείς, σε ένα συναρπαστικό παιχνίδι που θρυμματίζει πρωτόκολλα και στερεότυπα και καταλήγει σε μια οργιαστική γιορτή.  Ή πώς μια μέρα που δεν θα την έγραφε η Ιστορία καταλήγει σε μια μέρα που θα έπρεπε να γράψει η Ιστορία. «… Αεθλοφόρος περί τα τέρματα» για τον Γιώργο Μπλάνα είναι ο ίδιος ο πατέρας του, που χάρη στο αφιέρωμα επιστρέφει για να διηγηθεί ξανά με τρόπο ίδιο αλλά και διαφορετικό τις αναμνήσεις του από την ομάδα του, το Αιγάλεω, στα χρόνια του ’50.

Ο Κώστας Ακρίβος μας γνωρίζει «Αλάνες και αλάνια» της δικής του περιοχής, δανείζοντας ένα απόσπασμα από ανέκδοτο μυθιστόρημα, για να μας περιγράψει έναν αγώνες ζωής και θανάτου ανάμεσα σε νεαρούς Πειραιώτες και Παιδοπολίτες. Ο Βασίλης Τσιαμπούσης διηγηματογραφεί ένα «πέναλντι» στα ξένα, σε συμφραζόμενα κοινωνικά και ερωτικά. Και πόσο «χαμένα» πάνε όσα έκαναν οι παλιοί μάγοι της μπάλας όταν δεν μπορεί σήμερα κανείς να τα δει; Ο «καπετάνιος» του Αλέξανδρου Ασωνίτη («Κοντέ, τον τελικό ή τη ζωή σου») ανακαλύπτει στα διαδικτυακά βίντεο 7 λεπτά και 31 δευτερόλεπτα ενός σπουδαίου αγώνα αλλά ο ίδιος δεν φαίνεται πουθενά! Σαν να μην έπαιξε ποτέ… Αλλά και πέρα από αυτό, ένα μόνο πράγμα ζητάει: να ξαναγίνει 28 χρονών, όπως τότε, στον τελικό, για μια μόνο μέρα. Όχι μέρα, πολύ είναι η μέρα. Για δυο ώρες μόνο, δυο ωρίτσες. Να ξαναγίνει ο τελικός ακριβώς όπως τότε, ακριβώς. Με φανέλες χωρίς διαφημίσεις και παίκτες στα νιάτα τους χωρίς τατουάζ και βαμμένα αλλόκοτα μαλλιά […] Να ξαναπαίξει τον τελικό, να πάρει το αίμα του πίσω….

Ο Μηνάς Βιντιάδης ξεκινά την δική του «Δικαίωση» από την κλασική ανακοίνωση στα μεγάφωνα του γηπέδου, που προκαλούσε πάντα γέλιο: Παρακαλείται ο φίλαθλος κύριος τάδε όπως μεταβεί στο Μαιευτήριον τάδε… Η γυναίκα του γεννάει.  «Το ματσάκι» του Κώστα Καβανόζη έχει δυο αξέχαστες εικόνες: στην μια, η μπάλα φεύγει προς την θάλασσα και ξανοίγεται ως μακριά· στην δεύτερη, οι ελάχιστοι παίκτες ανάβουν τα φώτα δυο αυτοκινήτων και παίζουν μέχρι να φέξει. Ο Δημήτρης Φύσσας στα «Πόδια στις Τρεις Ελιές» αφιερώνει δυο γραμμές στο παιδί που πάντα περισσεύει και μένει απ’ έξω απ’ το παιχνίδι. Ο Ευγένιος Αρανίτσης ιστοριογραφεί την ημερομηνία «31 Μαρτίου 1937» οριστικά και αμετάκλητα σε ποίημα πεζογραφικής ένδυσης, ο Δημήτρης Τζουμάκας βρίσκεται στις κερκίδες μιας «Σφαγής στην Ισπανία», ο Γιώργος Βέης παρακολουθεί «Γκολτζήδες κάτω από τη Σαχάρα» κ.ά.

Μια άλλη ομάδα αθλείται στην ποίηση κι εκεί τα στιγμιότυπα είναι εξίσου θεαματικά. Μεταξύ άλλων, ο John Berryman στιχουργεί για ένα αγόρι που έχασε τη μπάλα, ο Χρίστος Παπαγεωργίου για τις παρενέργειες ενός γκολ, ο Γιάννης Τζανετάκης για τους παλιούς του ήρωες που γερνάνε, αξύριστοι θλιμμένοι αλλά πάντα έτοιμοι να σηκωθούν από τον πάγκο ένα χαμένο να γυρίσουνε παιχνίδι, ο Γιώργος Κεντρωτής αφιερώνει στον Αριστείδη Παπάζογλου που πλην σ’ / απείρων ελιγμών ορμή είχε δείξει / ειρμούς κρυφούς (πριν απ’ τον Κρόιφ) είρων /και δίκαιος και μέγας – ο Αριστείδης, ο Λευτέρης Πούλιος βλέπει κάποιους άλλους να παίζουν μπάλα με το ίδιο το ποδόσφαιρο, ο Δημήτρης Καλοκύρης, πάντα αιφνίδιος, αναμεταδίδει ένα άλλο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, κάπου μακριά από εδώ, όπου θέλουμε δε θέλουμε είμαστε όλοι καλεσμένοι.

Στα δοκιμιακά κείμενα, μεταξύ άλλων, ο Robert Birnbaum μας υπενθυμίζει δέκα βιβλία για το ποδόσφαιρο, χάρη σε δημοσίευμα του Αθηναϊκού  Πρακτορείου Ειδήσεων διαβάζουμε για το ποδόσφαιρο στα χρόνια της αντίστασης, η ομάδα του obrero.gr θυμάται την καλτ ομάδα της Εθνικής Βουλγαρίας 1993 – 1994 και ο Δημήτρης Κωστόπουλος ανθολογεί «Λόγια της μπάλας» και μας θυμίζει πως ο Κωστής Παπαγιώργης, πιστός μελετητής του ποδοσφαίρου, έγραφε στα Σιαμιαία και ετεροθαλή ότι όπως οι θυσίες των Χριστιανών δεν ήταν απόδειξη για την ύπαρξη του Θεού αλλά μονάχα της πίστης τους γι’ αυτόν, έτσι και η θρησκευτική προσκόλληση του οπαδού δεν αναδεικνύει την όποια θετική αξία του ποδοσφαίρου αλλά μόνο την παθιασμένη του ανάγκη να παραδοθεί σε κάτι.

Θεαματικότατο τεύχος!

[σ. 180]

Στις εικόνες: Δεληκάρης και Λοσάντα περιμένουν τον λογοτέχνη τους / Ένα παιδικό μου παιχνίδι, ακριβώς την εποχή που το γνώρισα / Κατάκοποι αλλά εμφανώς ικανοποιημένοι οι παίκτες του Αιγάλεω φωτογραφίζονται αμέσως μετά την λήξη ενός ιστορικού αγώνα κατάταξης, στο γήπεδο της Ριζούπολης. Ο Γιάννης Μπλάνας άνω αριστερά. / Αριστείδης Παπάζογλου, 1964, στον αγώνα Ολυμπιακού – Εθνικού 1-0, με γκολ δικό του. Η φωτογραφία από εδώ.

Advertisements
26
Απρ.
17

Γιώργος Χρονάς – Μια στιγμή Πιέρ Πάολο Παζολίνι

«Καταβροχθίζω την ύπαρξή μου με μια βουλιμία άπληστη…»

Συγγραφέας, ποιητής, κινηματογραφιστής, θεωρητικός, δημοσιογράφος, πολιτικός, με μια διαγραφή από το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και πολίτης με τριάντα τρεις δικαστικές διώξεις, ο Παζολίνι υπήρξε ένας πολλαπλώς αιρετικός δημιουργός και μια ασυμβίβαστη, θυελλώδης προσωπικότητα· ένας τραγικός που, αιώνες μετά τους αρχαίους τραγικούς, ετοιμαζόταν να γυρίσει την Ορέστεια στην Αφρική με χορό τους γηγενείς της. Η έκδοση περιέχει πολλά είδη κειμένων – πεζά και ποιήματα του Γιώργου Χρονά, σύντομα γραπτά άλλων πάνω στον Παζολίνι και σύντομες λογοτεχνικές και δοκιμιακές καταθέσεις του ίδιου του Παζολίνι.

Ο Παζολίνι δημιούργησε μια εντελώς καινούργια κινηματογραφική γλώσσα. Τα παγκόσμια θύματα της βιαστικής αισθητικής δεν μπορούν εδώ να πάρουν την δόση τους, γράφει ο Χρονάς. Οι Θρύλοι του Καντέρμπουρυ, οι Χίλιες και μια Νύχτες, το Δεκαήμερο, η Μήδεια ήταν «όστιες τέχνης» για όλους έτσι ώστε το Σαλό ή Οι 120 μέρες των Σοδόμων να είναι το οριστικό τέλος του ονείρου. Το φθινόπωρο του 1975 τελείωσε το γύρισμα και άρχισαν οι απαγορεύσεις της προβολής, λίγο πριν την άγρια δολοφονία του στο λιμάνι της Όστιας, σ’ ένα τοπίο όπως στις ταινίες του· «ένα βιαστικό σκηνικό του τέλους». Κανείς δεν πίστευε πως πραγματικά δολοφονήθηκε από έναν δεκαεφτάχρονο νεαρό. Οι κυριακάτικες εφημερίδες είχαν ήδη τυπωθεί, κι έτσι η είδηση περίμενε τον τύπο της Δευτέρας. Ο επίσημος δολοφόνος του είπε πως έσωσε την Ρώμη από ένα περίεργο και χυδαίο υποκείμενο· ο χωροφύλακας που σκότωσε τον Λόρκα στα χωράφια της Γρανάδας λέγεται πως είπε σκότωσα τον ομοφυλόφιλο ποιητή· το ίδιο και οι δολοφόνοι του αρχαίου ποιητή Ίβυκου στην Κόρινθο, το ίδιο και το γκαρσόνι που σκότωσε τον αρχαιολόγο Βίνκελμαν.

Ο Χρονάς επιστρέφει στο Ακατόνε – πρώτη του ταινία αλλά και συνοικία όπου έζησε, καθώς η μουσική του Μπαχ σκεπάζει τα πλινθοκεραμένια σπίτια. Βλέπει τριγύρω παντού μικρά παιδιά, ενώ στις αρχαίες τραγωδίες μόνο στον Ευρυπίδη ο μικρός Αστυάναξ στις Τρωάδες και τα παιδιά της Μήδειας εμφανίζονται στην σκηνή. Εδώ κυριαρχούν παντού. Ο Ακατόνε ιερουργεί μέσα στην καταστροφή του χαμόσπιτου. Όταν ο Παζολίνι έφτιαξε την ταινία ήταν ήδη ένας συγγραφέας πολλών ποιητικών συλλογών και ενός πεζού. Κι αν η Μάμα Ρόμα είναι η Μεγάλη Παρασκευή, ο Ακατόνε είναι η Μεγάλη Πέμπτη του.

Και πώς βρέθηκε ο Παζολίνι στην Θεσσαλονίκη; Σε ένα όνειρο του Χρονά, την εποχή του μεγάλου σεισμού, έμειναν μόνοι να ανεβαίνουν στα κάστρα κι εκείνος του είπε καλύτερα να ήμουνα δάσκαλος σε κάποιο άγνωστο χωριό, στα περίχωρα της Πεσκάρας. Μόνος, σ’ ένα γυμνό ενοικιαζόμενο δωμάτιο με Πλάτωνα κι Αριστοτέλη στο κομοδίνο και Δάντη στο πάτωμα. Όταν έφτασαν στον Όσιο Δαυίδ του εξομολογήθηκε ότι πολλοί τον αγάπησαν αλλά κανείς δεν τον κατάλαβε. Του είπε κι άλλα και στο τέλος του ζήτησε έναν «ειδικό» κινηματογράφο· άλλωστε οι πεθαμένοι δεν θέλουν πολυτέλειες.

Σε άλλο κεφάλαιο επανέρχεται στον θάνατό του, μια υψηλής ποιότητας ταινία φρίκης. Από μια άποψη, έπεσε θύμα ενός από τους χαρακτήρες που δραματοποίησε στις ταινίες του, είπε ο Αντονιόνι, για την «τέλεια τραγωδία». Για τον Ίταλο Καλβίνο η δολοφονία ήταν η επιβεβαίωση της νέας και χωρίς οίκτο βίας που ο Παζολίνι έβλεπε στα μάτια της νέας γενιάς.  Λίγο αργότερα ανοίγουμε τις μεγάλες σελίδες της μιας Παέζε Σέρα του 1962. Ο Παζολίνι συνομιλεί με την Άννα Μανιάνι· για τα πλάνα που την δυσκόλεψαν, για την πλάσιμό της στα χέρια του σκηνοθέτη· του εξομολογείται ότι στο Μάμα Ρόμα ένιωσε σαν μια καινούργια ηθοποιός που όμως έχασε την ισορροπία της. Εκείνος επιμένει για μια σκηνή: δεν ήθελα να υπάρχει, πριν εκραγεί η τραγωδία σου, η παραμικρή θλίψη ή μελαγχολία στο γέλιο σου.

«Η ιδεολογική διαθήκη» του Παζολίνι είναι η ομιλία που θα έκανε στο Συνέδριο του ιταλικού Ριζοσπαστικού Κόμματος στην Φλωρεντία, ένα κείμενο που έγραψε στην γραφομηχανή του λίγες ώρες πριν δολοφονηθεί, μια συνοπτική παρουσίαση όλων των θαρραλέων μαχών που έδωσε από πολλές διαφορετικές επάλξεις – και από τις σελίδες των περιοδικών και των εφημερίδων. Περιλαμβάνονται ακόμα άλλα δυο κείμενά του (Ναρκωτικά και κουλτούρα, Μια κραυγή που θα διαταράξει και θα ερεθίσει). Η Sandra Petrignani γράφει για το Petrolio, το τελευταίο μυθιστόρημα του Pier Paolo Pazolini, ένα μεγαλειώδες σχέδιο δύο χιλιάδων σελίδων όπου άφηνε ξέχειλη την οργή του για τις παρεκκλίσεις της εξουσίας και τα καταστρεπτικά λάθη μιας εκφυλισμένης χώρας. Η αποφυγή της μεταθανάτιας έκδοσης κρίθηκε ότι θα συγκέντρωνε όλη την προσοχή κι αφήνει ακόμα ανοιχτό ερώτημα τι θα μπορούσε να ήταν στα χρόνια του ’70 αυτό το βιβλίο. Και ο Σέρτζιο Τσίτι δακτυλογραφεί για την «ευρηματικότητα του Παζολίνι, που κάποτε είπε «καταβροχθίζω την ύπαρξή μου με μια βουλιμία άπληστη…».

Σε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον κείμενο [Π. Π. Παζολίνι: Η Πολιτική (θεωρία) της Αίρεσης] ο Ανδρέας Βελισσαρόπουλος εστιάζει στο επεισόδιο της επίσκεψής του Παζολίνι στο Πανεπιστήμιο Βενσέν (1974), το οποίο ενσάρκωνε τις αξίες του Μάη του 1968. Εκεί ο συγγραφέας αντιμετώπισε την αισχρή συμπεριφορά των μαοϊκών, όταν τόλμησε να υπενθυμίσει ότι ο φασισμός υπάρχουν παντού, υπάρχει ακόμα, υπάρχει σε όλους. Εκείνο που ενοχλούσε γενικότερα ήταν η απόλυτη «αιρετικότητά» του. Στο πρόσωπό του συνυπήρχαν τέσσερις αιρέσεις: η αποκάλυψη των φασισμού και νεοφασισμού του τότε παρόντος, η καταδίκη της εθνικιστικής καταδίκης των τοπικών ιταλικών διαλέκτων προς όφελος μιας «εθνικής» τηλεοπτικής γλώσσας, η θρησκευτική του ελευθερία, ο κομμουνισμός του που διαλογιζόταν μόνο με την σκέψη του Αντόνιο Γκράμσι.

Από άλλη σκοπιά, ο  ψυχαναλυτής Ροζέ Νταντούν ξεχώρισε τρεις χώρους αίρεσης στην ζωή και το έργο του Παζολίνι: την πολιτική (πρώτα την εγγραφή του στο κόμμα, ύστερα την κριτική του στάση και το πλησίασμα του αναρχισμού κ.ά.), την σεξουαλική (η σεξουαλικότητα είναι αφ’ εαυτής αίρεση, πόσο μάλλον η ομοφυλοφιλία) και την καλλιτεχνική αίρεση (η ίδια η τέχνη του, με την εκρηκτική παρουσία του σώματος, τις τοπικές διαλέκτους, την κουλτούρα των ορίων και του ερωτισμού). Σε κάθε περίπτωση φαίνεται πως οτιδήποτε νέο και διαφοροποιό φέρει αναγκαστικά την σφραγίδα της αίρεσης

Ο Παζολίνι δεν έπαυε να ενοχλεί και τότε και μετά τον θάνατό του. Ο συγγραφέας Φιλίπ Σολλέρς θεωρεί ότι η ιταλική κοινωνία ήταν συνυπεύθυνη για το μεταθανάτιο λιντσάρισμα του Παζολίνι: το εξογκωμένο πτώμα του χρησιμοποιήθηκε στα μέσα ενημέρωσης. Όταν μια κοινωνία δίνει στον εαυτό της την αναπαράσταση ενός από τους μεγαλύτερους ποιητές της σαν υπερεκτεθειμένο πτώμα, υποστηρίζει, δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε πάνω στην συμβολική εκδίκηση που αυτό αντιπροσωπεύει….Τριάντα έτη μετά την δολοφονία του ο φάκελος Παζολίνι άνοιξε ξανά. Η περίπτωσή του παρουσιάστηκε επισήμως ως «υπόθεσις ηθών» αλλά δεν αποκλείστηκε και το ενδεχόμενο πολιτικού εγκλήματος: λίγο καιρό πριν δολοφονηθεί είχε δεχτεί απειλές από την άκρα Δεξιά για τον Σαλό, όπου κατήγγειλε με σφοδρότητα τον ιταλικό φασισμό στην τελευταία φάση του (1943 – 45)

Ο Χρονάς είναι από τους ελάχιστους που «δικαιούται» να μιλά και να γράφει για τον Αφρικανό και ανατολίτη Ιταλό, όπως ονομάζει τον Παζολίνι· και το κάνει με τον απόλυτα δικό του αισθαντικό και απροκάλυπτο τρόπο, με την τρυφερότητα ενός φίλου, την γραφή ενός ποιητή και την σκληρότητα ενός φίλου, την άγρια κατανόηση ενός μακρινού συγγενή. Γράφει πεζά σαν ποίηση και αφήγηση σαν ρεπορτάζ. Άλλωστε από τις δικές του εκδόσεις τον πρωτοδιαβάσαμε, δεκαετίες πριν. Τώρα τον αποχαιρετά για άλλη μια φορά με ένα πολύ ιδιαίτερο ποίημα (Ο Παζολίνι στη Ραφήνα), αφού νωρίτερα πεζογράφησε την αγαπημένη του Μαρία Κάλλας στη Ραφήνα και τους Πεταλιούς. Το βιβλίο κλείνει με το κινηματογραφικό και λογοτεχνικό του έργο.

Εκδ. Οδός Πανός, 2016, B΄ έκδ.  με προσθήκες, αλλαγές, διορθώσεις [Α΄ έκδ. Μπιλιέτο, 2004], σ. 143.

Δημοσίευση και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο αρ. 216, εδώ.

Στις εικόνες: με την Άννα Μανιάνι στα γυρίσματα του Mamma Roma το 1962, με την μητέρα του Susanna Colussi το 1963, με την Μαρία Κάλλας το 1970.

20
Απρ.
17

Δελτιοθήκη νέων εκδόσεων: Χρυσοξένη Προκοπάκη – Μια τυχαία Ιφιγένεια

Γράψτε μας για το βιβλίο σας.

Το τρίτο μου βιβλίο, «Μια τυχαία Ιφιγένεια», είναι μάλλον ένα παιχνίδι ανάμεσα σε μένα και στους επινοημένους μου ήρωες. Η Ιφιγένεια, παρόλο που φέρει ένα βαρύ όνομα, είναι ένας καθημερινός άνθρωπος με τα μυστικά του, τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες του, τα λάθη του. Από ένα τυχαίο γεγονός, βρίσκεται αντιμέτωπη με το παρελθόν της, τους ανθρώπους της, την ίδια της τη μοίρα. Έχει την τύχη όμως να συναντήσει τον δημιουργό της, τον συγγραφέα, και να διαπραγματευτεί τη ζωή της, πράγμα το οποίο βέβαια θα τη φέρει και αντιμέτωπη με τις ευθύνες της.

Μοιραστείτε μια ιδέα, έμπνευση και επιθυμία που σας έκαναν να το γράψετε.

Η «Ιφιγένεια» με παίδευε χρόνια, αλλά ήταν ένα δημιουργικό παίδεμα μέσα από το οποίο άλλαζα εγώ η ίδια, ωρίμαζα. Με το βιβλίο αυτό εκπληρώνω προπάντων ένα δικό μου απωθημένο, την ευκαιρία που θα ήθελα να είχαμε ως άνθρωποι, να φτιάχνουμε τη ζωή μας όπως επιθυμούμε, να παίρνουμε μέρος στο κομμάτι της δημιουργίας μας και να μην είμαστε τόσο αφημένοι στα τυχαία γεγονότα. Βέβαια, θεωρώ ότι, παρά τους αστάθμητους παράγοντες που αδυνατούμε να ελέγξουμε οι ίδιοι, μέχρι ένα σημείο μπορούμε να κατευθύνουμε τα ηνία της ζωής μας.

Συστήστε μας έναν χαρακτήρα του.

Θα σας συστήσω τη Νίνα. Είναι η ηρωίδα που παρουσιάζεται στο βιβλίο μέσα από ένα μακροσκελές γράμμα που στέλνει στην Ιφιγένεια. Είναι το πρόσωπο αυτό που αντιπροσωπεύει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της κεντρικής ηρωίδας. Υπήρξαν μαζί από παιδιά, χάθηκαν για λίγο, ξανασυναντήθηκαν σαν να μην έχουν αποχωριστεί ποτέ. Η Νίνα ενσαρκώνει τα μυστικά του παρελθόντος και τα όνειρα για το μέλλον. Παρόλο που έχει κι αυτή τα θέματά της που τη βασανίζουν για χρόνια, είναι διατεθειμένη να παλέψει με τα δικά της φαντάσματα και να ξεπεράσει τον εαυτό της, κι αυτό το πετυχαίνει κυρίως μέσα από τη ζωγραφική. Και όπως χαρακτηριστικά λέει στο γράμμα της: «Μπήκες στο δωμάτιό μου και με βρήκες να ζωγραφίζω στον τοίχο γλάρους. Πού είχαν πάει οι σκύλοι που ζωγράφιζα ως τότε; Ένας τοίχος γεμάτος γλάρους. Επιδρομή πουλιών, όπως στην ταινία του Χίτσκοκ. Οι καμβάδες που άλλοτε έπνιγαν το δωμάτιό μου δεν υπήρχαν πουθενά. Είχα ανάγκη από μεγαλύτερη επιφάνεια για να εκφραστώ ή, τέλος πάντων, για να πετάξω».

Δώστε μας μια φωτογραφία, δική σας ή άλλων, αναλογική, ψηφιακή ή διαδικτυακή, που θα ταίριαζε στο βιβλίο σας και γράψτε μας γιατί. 

Είναι οι «Σταχολογήτρες» του Jean-Francois Millet, στον οποίο αναφέρεται η Ιφιγένεια προς το τέλος του βιβλίου. «Θα μου κάνει δώρο έναν πίνακα του Μιγέ. Αυτόν με τις γυναίκες που μαζεύουν στάχυα. Για πόσο καιρό ακόμα οι γυναίκες στον πίνακα θα αντέχουν έτσι, σκυμμένες, παραδομένες στο ένα και μοναδικό έργο της ζωής τους;» αναρωτιέται, καθώς την προβληματίζει πολύ αυτή η αέναη επανάληψη των στιγμών – απλών και καθημερινών στιγμών- που στο τέλος όμως οδηγούν (ή θέλει να πιστεύει ότι οδηγούν) σε έναν μεγάλο σκοπό στη ζωή.

[Εκδ. Στίξις, 2017]

Η Χρυσοξένη Προκοπάκη στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.

16
Απρ.
17

Λογοτεχνείο, αρ. 148

petsetidisΔημήτρης Πετσετίδης, Θεωρήματα επαρχιακών ερώτων, σε: Επίλογος στα χιόνια, εκδ. Νεφέλη, 1993. σ. 114.

Πού είναι τος ο καιρός που έλεγες ότι έχουμε, πατέρα, πέρασαν τα χρόνια και ούτε καταλάβαμε πώς. Κοινοτοπίες, θα σκεφτείς, αλλά όσο να πεις κύμινο, πάει η ζωή μας, πέταξε. Θυμάμαι τότε που σου διάβασα το στίχο του ποιητή: «Η ζωή μας κάθε μέρα λιγοστεύει» περιμένοντας να σε κάνω να συμφωνήσεις μαζί μου για την αδήριτη φθορά του μάταιου βίου μας και να εκφράσεις κάποια μελαγχολική σκέψη, εσύ, γεμάτος αισιοδοξία, αντέταξες ότι, αντίθετα, η ζωή μας κάθε μέρα μεγαλώνει γιατί αν κοιτάξουμε πίσω, έχουμε περισσότερα να θυμόμαστε.

[Καλοτάξιδος]

14
Απρ.
17

László Krasznahorkai – Πόλεμος και πόλεμος

Ουδέν νεότερο από το γλωσσικό μέτωπο

Η στρατηγική μιας Οδύσσειας

Σ’ έναν πόλεμο που μαίνεται εδώ και απροσμέτρητο καιρό η γλώσσα επιχειρεί να σταθεί στο ύψος των σκέψεων που πασχίζει να εκφράσει και να φανεί αντάξια των γεγονότων που επιχειρεί να αναπαραστήσει. Ο Ούγγρος συγγραφέας μοιάζει να έχει ξεχυθεί στην πρώτη γραμμή αυτής της τιτανομαχίας, με μόνη του σκευή τι άλλο από την πρόζα ενός μυθιστορήματος. Ο ήρωάς του κατάγεται από την πυρηνική σχέση της λογοτεχνίας με την μορφή του αρχειονόμου (όπως στον Μπόρχες ή τον Καλβίνο) ή την τραγική φιγούρα ενός παράφρονα, με πολλά εισαγωγικά (όπως στον Μπέκετ ή τον Μπέρνχαρντ). Η επιλογή του τόπου δεν ήταν δύσκολη: σε μια εποχή όπου οι δυτικές μητροπόλεις και τα αντίστοιχα άκρα ανατολικά τους απαιτούν να είναι τα μοναδικά επίκεντρα της δράσης, εκείνος εκκινεί από την «ενδιάμεση» πατρίδα του, την Ουγγαρία, που παραμένει στα προάστια του ευρωπαϊκού κόσμου, με βεβαρημένο παρελθόν και αβέβαιο παρόν. Το πολύτιμο εύρημα της ιστορίας του είναι, για άλλη μια φορά, η ανακάλυψη ενός χειρογράφου που πρέπει να φτάσει ως το κέντρο του μοντέρνου κόσμου για να διασωθεί ή να διαχυθεί ή να δικαιωθεί, ποιος ξέρει. Κι έτσι ξεκινάει η μανιασμένη σταυροφορία του ενός, η οδύσσεια του Γκιόργκι Κόριμ, με τερματική Ιθάκη την Νέα Υόρκη.

Απόπλους από μια πεζογέφυρα

Η Οδύσσεια είναι ήδη από την αρχή οδύσσεια. Εφτά παιδιά τον περικυκλώνουν στο μέσον μιας πεζογέφυρας, έτοιμα να τον ληστέψουν. Εκείνος ανταπαντά μ’ έναν ανιαρό μονόλογο που τα αφήνει έκπληκτα να ακούνε για το μεγάλο του ταξίδι, με όλο και πιο προσωπικές λεπτομέρειες. Παντού η ναρκωμένη σιωπή του βιομηχανικού τοπίου, διαποτισμένη με την μυρωδιά της πίσσας και τα κατάλοιπα της αιθάλης και του καπνού που αφήνουν πίσω τους χιλιάδες τρένα που περνάνε από κάτω στις λιγδιασμένες τραβέρσες. Κι αυτός να υποδύεται τον χαρούμενο που βρίσκεται εκεί, για να μην αποκαλυφθεί ο φόβος του μπροστά στους επτά επίδοξους ληστές. Κι εκείνοι να κινδυνεύουν να χάσουν το τραίνο που περιμένουν να χτυπήσουν με πέτρες και να αναρωτιούνται πώς να διαφύγουν από τον ακατάσχετο χείμαρρο του.

Η περιπλοκότητα των πραγμάτων

Πως βρέθηκε εδώ πάνω, στην στροφή των σαράντα τεσσάρων χρόνων του ο Κόριμ; Τι τον έκανε να συνειδητοποιήσει έντρομος ότι δεν είχε ιδέα από τίποτε, πως επί τόσα χρόνια πίστευε πως κατανοούσε τον κόσμο ενώ δεν είχε κατανοήσει απολύτως τίποτα; Τι τον ώθησε να αρχίσει να διαδίδει πως θα χάσει το κεφάλι του και να απομονώνεται σταδιακά από τις κοινωνικές του σχέσεις; Ποια έκλαμψη του εμφύσησε την ιδέα της περιπλοκότητας των πραγμάτων κι ενός αδιαίρετου όλου; Πότε έδωσε μια νέα ερμηνεία σ’ αυτό που γνώριζαν οι Αρχαίοι, ότι δηλαδή ο κόσμος ήταν και υφίστατο χάρη στην πίστη για την ύπαρξή του και ότι, αν χανόταν αυτή η πίστη, θα αφανιζόταν κι αυτός;

 Κεφάλαιο πρώτο, αριθμός 20, σταθμοί αναρίθμητοι

Οκτώ κεφάλαια τεμαχίζονται σε αριθμημένα κείμενα, σα να καθρεφτίζουν ένα παράλληλο ιδιαίτερο αρχείο σκέψεων και πράξεων. Ένα ακόμη, ακροτελεύτιο, τιτλοφορείται Η έλευση του Ησαΐα, που όπως βλέπω σε διάφορες εργοβιογραφίες του αναφέρεται ως αυτοτελές διήγημα που εκδόθηκε το 1968, ένα χρόνο πριν από την έκδοση του μυθιστορήματος. Εδώ ο Κόριμ πρέπει να φύγει το συντομότερο· πουλάει το διαμέρισμα και τα υπάρχοντά του, καταστρέφει τα συσσωρευμένα αρχειοθετημένα έγγραφα και τις σημειώσεις του, απαλλάσσεται από κάθε περιττό βάρος και πανικόβλητος αναζητά ένα μέρος να περάσει την νύχτα. Όλα έμπαιναν σε τάξη μπροστά του και όλα κατέρρεαν πίσω του, όπως συνήθως συμβαίνει πιθανώς μ’ αυτού του είδους τα «μεγάλα ταξίδια».

 Αλλά κάθε βήμα πριν την αναχώρηση μοιάζει από μόνο του ένα αγωνιώδες ταξίδι. Στο «ξέθωρο κόκκινο των αναρίθμητων σηματοφόρων» που είναι διάσπαρτοι στις σιδηροτροχιές, στο γραφείο ταξιδιών της MALEV, στο γκισέ της υπαλλήλου που τον εμπνέει με μια αίσθηση συνενοχής, είναι όμως λυπηρό, συναντάμε κάποιον τυχαία, συζητάμε μαζί του, αρχίζουμε να τον γνωρίζουμε λίγο, δεν μας αφήνει αδιάφορους, και μετά τον χάνουμε από τα μάτια μας, και δεν θα τον ξαναδούμε ποτέ πια, παρ’ όλα όσα λέμε, είναι λυπηρό, είπε, γελώντας, και η ίδια με την καρδιά της, πραγματικά λυπηρό.

Μάτια ερμητικά ανοιχτά

Μέσα στον ακατάσχετο καταιγισμό συλλογισμών ο Ερμής παίρνει θέση της αφετηρία του κόσμου. Είναι «ο δωδέκατος από τους δώδεκα», η μυστηριώδης πλευρά, ο διφορούμενος χαρακτήρας, οι πολλαπλές όψεις, εκείνος που καταργούσε τους νόμους. Όταν όλα έμοιαζαν να εξελίσσονται σύμφωνα με το σχέδιο του Δία, εκείνος ψιθύριζε στο αυτί των υπηκόων ότι δεν ήταν ακριβώς έτσι και τους έφερνε αντιμέτωπους με το τυχαίο, το απρόβλεπτο και το αβέβαιο. Όμως σε ποια γλώσσα ψιθύριζε ο Ερμής; Και ποια τύχη έχει σήμερα ο άνθρωπος χωρίς πατρίδα που επιθυμεί να πάει στο κέντρο των απάτριδων χωρίς να γνωρίζει αγγλικά;

 Ιστορία της πολιορκίας της Νέας Υόρκης

Η πρώτη φορά που διάβασα μια γλώσσα τόσο ασθματική, που να πασχίζει με ατέλειωτες περιόδους χωρίς τελεία, χωρίς στίξη και χωρίς τέλος να αποδώσει την καταιγιστική σκέψη ενός χαρακτήρα ήταν η Ιστορία της πολιορκίας της Λισαβόνας του Ζοζέ Σαραμάγκου. Έτσι κι εδώ, κι ενώ προηγήθηκαν και ακολούθησαν δεκάδες άλλοι συγγραφείς, ο Ούγγρος συγγραφέας δεν έχει παρά μια τέτοια γλώσσα για να εκφράσει τον χαώδη, παραληρηματικό κόσμο του ήρωά του: συνεχή και αδιάκοπη, επιληπτική και επαναληπτική. Μπορεί να διαβαστεί αργά αργά, όπως κάθε ατόφια λογοτεχνία ή μπορεί να διαβαστεί με την μέγιστη ταχύτητα, όπως κάθε βιωματική τέχνη. Είναι η ίδια η γλώσσα του μετα-μεταμοντέρνου ανθρώπου που βρίσκεται σε ένα συνεχές τράνζιτ, σπεύδει προς τις μητροπόλεις που τον έχουν ήδη καθορίσει, μιλάει του κόσμου της γλώσσες χωρίς να τον καταλαβαίνει κανένας, τρεκλίζει ανάμεσα σε πολιτισμούς που μοιάζουν αλλά τους χωρίζει άβυσσος. Οι προτάσεις του είναι μεγάλες, οι λέξεις στριμώχνονται ασθματικά η μια με την άλλη, εδώ διαβάζουμε σκέψεις όχι λέξεις.

Ιστορία χωρίς τέλος, ιστορία ενός κόσμου τελειωμένου 

Αν ο κόσμος όπως τον γνωρίζουμε είχε μια από τις αφετηρίες του στην Εγγύς Ανατολή, αν ο ελληνικός πολιτισμός γνώρισε μια από τις ανθήσεις του στην μινωική Κρήτη, αν ο ρωμαϊκός κόσμος αναπνέει ακόμα κάτω από την Δύση, αν η Βενετία άλλαξε τον ρου της Μεσογείου, αν η αρχιτεκτονική αποτέλεσε την μόνη γλώσσα των πόλεων, τότε «το εκπληκτικότερο κείμενο που έχει γραφτεί ποτέ πάνω στη γη» κινδυνεύει να αναταράξει τον ίδιο τον κόσμο κι ο άνθρωπος που το φέρει μαζί του βιάζεται να το πετάξει από πάνω του.

Αν το ταξίδι του Κόριμ καθρεφτίζει ή εξορκίζει την «παγκοσμιοποιημένη» κοινότητα, αν η συνεργασία του συγγραφέα με τον Μπέλα Ταρ σε πέντε ταινίες μάς παραδίδει μερικά κλειδιά, αν η περιπλάνηση αποτελεί την μονόδρομη μοίρα του σύγχρονου ανθρώπου, αν η γλώσσα του δεν μπορεί παρά να έχει εκατομμύρια θραύσματα άλλων γλωσσών εθνών, πολιτισμών, μηχανημάτων ή προγραμματισμών, αν οι διερμηνείς, οι μεταφραστές, οι οδηγοί και οι μεταφορείς είναι απολύτως απαραίτητοι για τα ελάχιστα βήματά του στο νέο κόσμο, που όλο νέος είναι, με αποτέλεσμα ο χθεσινός νέος να είναι πεπαλαιωμένος, όλα βρίσκονται κάτω από τις λέξεις που βρίσκονται πάνω από άλλες λέξεις. Ο πόλεμοι του τίτλου βράζουν σε πολλά μέτωπα, υπαρκτοί ή συμβολικοί, αλλά ο πόλεμος της γλώσσας και της αναπαράστασης είναι άνισος. Μπορεί η γλώσσα να αποδώσει την υπερταχεία των σκέψεων; Έχω την αίσθηση ότι αυτός ο αξέχαστος χαρακτήρας έφυγε χωρίς να κοινωνήσει ούτε το ένα εκατοστό απ’ όσα κόχλαζαν μέσα του. Η γλώσσα έχει να επιδείξει μερικές λαμπρές σελίδες δόξας, που αρκούν για να σκεπάσουν τους ατέλειωτους τόμους ήττας. Μια τέτοια περίπτωση είναι η πρόζα του Λάσλο Κρασναχορκάι.

Εκδ. Πόλις, 2015, μτφ. Ιωάννα Αβραμίδου, σελ. 376, με 74 σημειώσεις της μεταφράστριας [László Krasznahorkai, Háború és háború, 1999]

Δημοσίευση και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 215, υπό τον τίτλο The power of words, από το αξέχαστο Untitled κομμάτι των Mecano [1980], σε ποίηση Μαγιακόφσκι και κάτι λόγια για την τοξίνη των λέξεων. Στο διαδίκτυο υπάρχει μόνο η διασκευή των Complot Bronswick, εδώ.

 




Απρίλιος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μαρ.   Μάι. »
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930

Blog Stats

  • 997.951 hits

Αρχείο

Advertisements