Γιάννης Ψυχοπαίδης – Ημερολόγια της φωτιάς

Ο τραγικός συμβολισμός της καταστροφής του πολιτισμού αποκάλυψε τη βαθύτατη κρίση της ελληνικής κοινωνίας και σημάδεψε προφητικά αυτό που θα ακολουθούσε, τη μνημονιακή ανθρωπιστική τραγωδία… Η σημερινή κρίση σηματοδοτήθηκε συμβολικά και κυριολεκτικά απ’ αυτό το περιβαλλοντικό και πολιτιστικό έγκλημα, που άγγιξε τα ακραία όρια της αρχαιοελληνικής ύβρεως. Ο τόπος που είχε επιλεγεί για να ενώσει τους απανταχού Έλληνες, το πνευματικό κέντρο καθολικής εμβέλειας του γνωστού τότε κόσμο, ως αντίβαρο του πολέμου, ως τόπος ιερής εκεχειρίας και εθνικής ομοψυχίας, εγκαταλείφθηκε στα χέρια των σύγχρονων πολιτικών διαχειριστών του πνευματικού και φυσικού  πλούτου της χώρας και παραδόθηκε στη φωτιά… 

γράφει ο συγγραφέας στο κείμενο που δίνει τον τίτλο στο βιβλίο, με αφορμή την φλεγόμενη Ολυμπία στην τραγική πυρκαγιά του 2007 και οι συνδέσεις με την τρέχουσα πραγματικότητα αλλά και τον ίδιο τον συμβολικό τόπο της Ανατολικής Αττικής είναι αναπόφευκτες. Η σύγχρονη ύβρις στην οποία αναφέρεται ο Ψυχοπαίδης υπήρξε αποτέλεσμα χρόνιων και συστηματικών προσπαθειών από τα κόμματα εξουσίας να αποδυναμώσουν τον συνεκτικό ιστό της κοινωνίας και να ευτελίσουν την σχέση ευθύνης μεταξύ πολίτη και κράτους. Στο όνομα ατομικών ή μικροκομματικών συμφερόντων, καλλιεργήθηκε στην πρόσφατη νεοελληνική ιστορία ο ιδιοτελής ανορθολογισμός και ο επιθετικός αλαζονικός ατομικισμός, βασικά χαρακτηριστικά μιας ολόκληρης αρνητικής φιλοσοφίας ζωής που διαπότισε τις ανθρώπινες πράξεις και τις κοινωνικές δραστηριότητες. Ολόκληρη η ελληνική κοινωνία, χωρίς αξιακά και πνευματικά αναχώματα αντιλαμβάνεται και δημόσιο χώρο όχι σαν πλαίσιο συνευθύνης αλλά ως πεδίο λεηλασίας προς ίδιον όφελος.

Η καμένη Ολυμπία εμπνέει ένα ακόμα κείμενο της συλλογής. Στην «Εικαστική αντιπυρική προστασία», το ζητούμενο αναζητείται στην ίδια την τέχνη και σ’ ένα εργαστήριο εικαστικών τεχνών. Όταν οι θεοί φεύγουν κυνηγημένοι απ’ την φωτιά, οι πολίτες έχουν χάσει και τα τελευταία αυτόματα αντανακλαστικά του ορθού λόγου και οι υπόλοιποι μιλούν υποκριτικά για συλλογικές ευθύνες μιας κοινωνίας χωρίς πρόσωπο, τι μπορεί άραγε να κάνει ο πολιτισμός; Έχει ξεμείνει κι αυτός από κτηματολόγια ή γεννά νέους στοχασμούς και μια νέα συλλογική συνείδηση;

Αφού διασχίσουμε την «Επικράτεια του Θανάτου», που εδώ εκκινεί από το έργο Οι Πρεσβευτές, του Χανς Χόλμπαϊν (1533), βρισκόμαστε στις «Δυο πλευρές της ίδιας θάλασσας» όπου βρίσκονται ο Βάλιας Σεμερτζίδης και ο Ρενάτο Γκουτούζο, ο Έλληνας και ο Ιταλός ζωγράφος που με το έργο τους άφησαν βαθιά σημάδια στην πορεία του μαχόμενου μεταπολεμικού ρεαλισμού. Αμφότεροι σηκώνουν το βάρος μιας τέχνης της συμμετοχής και της πάλης, σημαδεμένοι από τις οδύνες μιας βάρβαρης αλλά μεγαλειώδους εποχής.

Ο Σεμερτζίδης υπήρξε ένας μαχόμενος δημιουργός, ένας αυθεντικός μαχητής, ένας αντιστασιακός στα βουνά της ελεύθερης Ελλάδας. Το Λαϊκό δικαστήριο, έργο του 1946, αποδίδει την συγκέντρωση μιας μικρο-κοινωνίας ανθρώπων που πραγματοποιούν την αρχέγονη πράξη της απόδοσης δικαιοσύνης στην απελευθερωμένη Ευρυτανία. Το πανάρχαιο δράμα συντελείται μέσα σ’ ένα κλίμα σκοτεινής ιεροτελεστίας, σ’ ένα κλειστό κύκλο σκοτεινού θεάτρου. Η φιγούρα του κατηγορουμένου με το λευκό ρούχο στο κέντρο της σύνθεσης, αντί να σηματοδοτεί μονόπλευρα και απλουστευτικά την ενοχή του προσώπου, αποκτά μια διάφανη ιερότητα. Ο ένοχος θύτης είναι μαζί και θύμα και η εικόνα εδώ αντί να καταγγείλει διδακτικά, αναδεικνύει το αμφιλεγόμενο της κρίσης δικαίου, το αβάσταχτο βάρος των μεγάλων ηθικών διλημμάτων και αποφάσεων.

Δεκατρία χρόνια αργότερα ο Ρενάτο Γκουτούζο ζωγραφίζει την Συνομιλία. Από τις υποβλητικές βουνοκορφές της Ευρυτανίας περνάμε στους κλειστούς, ατμοσφαιρικούς χώρους της ιδεολογικής αντιπαράθεσης στην Ρώμη. Το σχήμα είναι τετράγωνο, το ουδέτερο σχήμα του απόλυτου ορθού λόγου και ο χώρος είναι η πόλη των μεγάλων προλεταριακών αγώνων και ιδεολογικών συγκρούσεων. Δυο ομάδες ανθρώπων στοχάζονται μαζί και χρόνια, το κάθε πρόσωπο εστιάζοντας σε άλλη κατεύθυνση. Εδώ είναι σα να συνυπάρχουν η κριτική, η αυτοκριτική, η περισυλλογή, η συλλογικότητα και τα αδιέξοδά της. Και τα δυο έργα ορίζουν με διαφορετικό τρόπο ένα κοινό πεδίο αισθητικής μετάπλασης μιας νέας αγωνιστικής υποκειμενικότητας, μιας μαχόμενης αξιοπρέπειας. Είναι μια τέχνη που συλλογίζεται πάνω στην συλλογικότητα, την αλληλεγγύη και τα μείζονα ηθικά προτάγματα.

Ανάμεσα στα 18 μικρά κείμενα, τα περισσότερα από τα οποία δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες, περιοδικά και καταλόγους εκθέσεων, ο συγγραφέας αναζητά στην γειτονιά του Βύρωνα έναν λόρδο στην Κεφαλλονιά, την τέχνη της Χαρακτικής κατά την δεκαετία του ’60 και την σχέση της ποίησης με τις εικαστικές τέχνες· κρατά σημειώσεις πάνω σε βιβλία, γράφει σκέψεις για τον Καβάφη, για την έκθεση «Εξορίες», για τρεις νέους δημιουργούς, κ.ά. Μια φωτογραφία με μια βάρκα φορτωμένη μετανάστες ενεργοποιεί «Το ταξίδι στον Αχέροντα» και μια διευρυμένη συνομιλία του  στην Καθημερινή με αφορμή μια έκθεση στο Βερολίνο περιστρέφεται γύρω από τον άξονα «Πατριδογνωσία/Πατριδο-πληγή».

H συλλογή κλείνει μ’ ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο που τιτλοφορείται «Ημερολόγια επιζωγραφισμένης μνήμης. Polaroids, 1977 – 2010». Από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, όπου η φωτογραφία αποτελεί το ντοκουμέντο της καθημερινής του ζωής και δίνει τα ερεθίσματα να γεννηθούν στο έργο του ζωγραφικές εικόνες που σχολίαζαν αλλά και ενσωμάτωναν στην ζωγραφική φόρμα την φωτογραφική αισθητική, ο καλλιτέχνης προβληματίζεται πάνω στην διαλεκτική σχέση φωτογραφίας και ζωγραφικής. Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι στα μέσα της δεκαετίας του ’70 το ενδιαφέρον του μετατοπίζεται προς τα μέσα, από τις εικόνες του δημόσιου / κοινωνικού χώρου προς τον ιδιωτικό· ο σημαντικός ρόλος της φωτογραφικής αντίληψης της στιγμιαίας Πολαρόιντ φωτογραφίας είναι δεδομένος. Και οι Πολαρόνιτ του Ψυχοπαίδη δεν είναι παρά ένα όχημα για ένα νέο επίπεδο πλαστικής και νοητικής αυτογνωσίας, και μικρές ψηφίδες μιας επιζωγραφισμένης μνήμης και αναστοχασμού πάνω στον χρόνο και στους ανθρώπους.

Εκδ. Κέδρος, 2015, σελ. 172, με μαυρόασπρες φωτογραφίες και σχέδια.

Στις εικόνες, ανάμεσα στις συνθέσεις του Γιάννη Ψυχοπαίδη, τα αναφερόμενα έργα των Βάλια Σεμερτζίδη- Λαϊκό δικαστήριο και Renato Guttuso – La discussione.

«Με φιλίαν παντοτινήν και άδολη». Γράμματα του Ιωάννη Συκουτρή στις μαθήτριες του (1933 – 1937)

Η παιδαγωγία ως αμοιβαία επίδραση μεταξύ δασκάλου και μαθητή

Μου χρεωστείς, λες, ευγνωμοσύνη· μα γιατί; Μήπως η σχέσις δασκάλου προς μαθητήν, αν είναι γνησία και εσώψυχος, είναι σχέσις απλής μεταγγίσεως παραστάσεων και συναισθηματικών καταστάσεων ή σχέσις παθητικής του ενός καθοδηγήσεως υπό του άλλου. Θα ήταν ασέβεια να το κατεβάση κανείς ως εκεί. Θα ήταν μάλιστα και παράλογο, γιατί θα παρεγνώριζε, ότι κάθε γνησία παιδαγωγία είναι ενέργεια αμοιβαίας επιδράσεως, είναι μια συνένωσις των ηθικών και πνευματικών δυνάμεων, μέσ’ από την οποίαν δεν μπορείς να ξεχωρίσης, ποιος δίνει και ποιος παίρνει πού και πότε προσφέρεις και πού λαμβάνεις, τι χαρίζεις και τι σου χαρίζουν… [σ. 46 – 47]

Ο Ιωάννης Συκουτρής (1901-1937) υπήρξε όχι μόνο ιδανικός μελετητής της κλασικής, μεταγενέστερης και βυζαντινής επιστολογραφίας, αλλά και ο ίδιος δεινός επιστολογράφος. Από την πλούσια όμως αλληλογραφία του πολύ λίγα ίχνη έχουν περισωθεί, διασκορπισμένα σήμερα σε βιβλιοθήκες και αρχεία. Οι σαράντα αυτές επιστολές του από τις Ράχες της Ικαρίας, το Ξυλόκαστρο και την Μήθυμνα της Λέσβου προς τις μαθήτριές του αποτελούν μια πολύτιμη κατάθεση στην επιστολογραφία του όχι μόνο επειδή καθρεφτίζουν τις ιδέες του για την πολύτιμη σχέση δασκάλου και μαθητή αλλά και επειδή αναδεικνύουν τις βαθύτερες σκέψεις αλλά και ανησυχίες ενός σπάνιου πνευματικού ανθρώπου.

«Έγραφε όπως και μιλούσε, με αληθινή μέθη. Έζησεν αδιάκοπα με υψωμένο το θερμόμετρο. Στο υψηλότερο σημείο, η στήλη έσπασεν απότομα», έγραψε ο Τέλλος Άγρας σε σημείωμα που δημοσιεύτηκε λίγο μετά την αυτοκτονία του. Και πράγματι, η γραφή του εδώ έχει όλα τα στοιχεία μιας μέθης, από τον ενθουσιασμό μέχρι και την παραφορά αλλά και μια σπάνια νηφαλιότητα· είναι μάλιστα αξιοσημείωτο το γεγονός ότι είναι τόσο νευρώδης ο τρόπος με τον οποίο χαράζει τις πυρετώδεις σκέψεις του στο χαρτί, που συχνά παρατηρούνται ορθογραφικές αβλεψίες, συντετμημένες λέξεις (αμφότερες οι περιπτώσεις αποκαταστάθηκαν σιωπηρά), διαγραφές και δυσανάγνωστοι χαρακτήρες. Συνεπής προς τις αρχές του ο Συκουτρής δεν ακολουθεί καμία γλωσσική ορθοδοξία της δημοτικής ή της καθαρεύουσας.

Ο Συκουτρής απευθύνεται σε τέσσερις μαθήτριές του, την Αγλαΐα Φακάλου, την Μαρία Κακισοπούλου, την Μαρίκα Στρομπούλη και την Ηρώ Κορμπέτη.  Οι δυο πρώτες είναι 15 χρόνων όταν αρχίζει η αλληλογραφία τους το καλοκαίρι του 1933 και τον γνώρισαν τέσσερα χρόνια πριν στην Β΄ Γυμνασίου του Αρσακείου Παρθεναγωγείου. Η απόφασή τους να σπουδάσουν φιλολογία, ήδη από εκείνη την ηλικία, προκάλεσε το αδιάπτωτο ενδιαφέρον του Συκουτρή για την πρόοδό τους. Έκτοτε τις αγαπούσε και τις αποκαλούσε παιδιά του. Ο καθηγητής μέσα από τις επιστολές αποκαλύπτει όχι τους προβληματισμούς του πάνω στα θεμελιώδη ζητήματα της ζωής και της δημιουργίας του αλλά και στοιχεία από την καθημερινή του ζωή, την πορεία της εργασίας του και τα διλήμματα της σχετικής περιόδου. Στην αλληλογραφία με την Ηρώ Κορμέτη το ενδιαφέρον του είναι αυστηρά προσανατολισμένο στην υπεύθυνη, επιστημονική καθοδήγηση της φοιτήτριάς του προς την έκδοση ενός βυζαντινού κειμένου. Εδώ αναδεικνύονται οι αντιλήψεις του για το παιδευτικό έργο, όπως και στα τρία γράμματα προς την Μαρίκα Στρομπούλη. Όλες πλέον είναι φοιτήτριες στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών.

Ήδη από το πρώτο του γράμμα, απαντώντας προφανώς στα καλά λόγια της μαθήτριάς του, γράφει πως είναι «πολύ λίγο “εξαιρετικός άνθρωπος”, πως αγωνίζεται πολύ για να κρατήσει την ισορροπία του ανάμεσα στο χάος των εξωτερικών συνθηκών της ζωής του και την άβυσσο των εσωτερικών κινημάτων της ψυχής του» και λίγο αργότερα της μεταδίδει μια σπάνια σκέψη: «στην πίστη μας σ’ έναν άνθρωπο τοποθετούμε πολύ περισσότερο από τον κόσμο μέσα μας παρ’ όσον από ό,τι η εμπειρία μας προσφέρει. Και αν εσύ τώρα βρίσκεις τόσα καλά σ’ εμένα, αυτό σημαίνει πως έχεις μέσα σου έναν εξαιρετικό ηθικό πλούτο, και αυτόν εζήτησες ν’ αντικειμενοποιήσεις, να τον προβάλης προς τα έξω συνδέουσα με τόνομά μου». Της γράφει ακόμα ότι το δικό της παράδειγμα, ως το τελευταίο από την πείρα των ανθρώπων, που μαζεύει καθημερινά, τού ενισχύει ακόμα περισσότερο την πεποίθησή του ότι το πρόβλημα της ζωής δεν είναι στο ν’ αλλάξει κανείς την μοίρα του αλλά στο να κάνει μοίρα του την ίδια του την φύση.

Δεν είναι βέβαια εύκολο, γράφει ο Συκουτρής, να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας κάτω από τα επιστρώματα επιδράσεων του σχολείου και της κοινωνίας ξένων προς τον γνήσιο πυρήνα της οντότητάς μας· ακόμα πιο δύσκολο είναι να μείνει κανείς πιστός σ’ ότι μια φορά ανακάλυψε ως γνήσιο στοιχείο του εγώ του. Ο ανθρώπινος πόνος, που οδηγεί στην αληθινή κακοδαιμονία (με την ετυμολογική σημασία της λέξεως), έχει την πηγή του όχι τόσο στους περιορισμούς της ατομικής μας ελευθερίας, όσο στην κακή εκ μέρους μας χρησιμοποίησή της στην απάρνηση του ίδιου μας του εαυτού. Μακάρι να μπορούσαμε πάντα να θέλουμε ό,τι θέλουμε! Ο Πλάτων αισθάνθηκε αυτή την προβληματικότητα και μας την παρουσιάζει στον Γοργία του. Στο βάθος όμως μιας τέτοιας φιλοσοφίας κρύβεται η απόλυτη αισιοδοξία, η πίστη πως ο άνθρωπος στο βάθος του είναι καλύτερος από ό,τι εκδηλώνεται, η φύση του είναι ανώτερη της μοίρας του, ένας άνθρωπος ακολουθώντας πιστά τον εαυτό του ποτέ δεν μπορεί να είναι απόλυτα κακός.

Ευνόητα ο Πλάτων αναφέρεται σε πολλά γράμματα και με πλείστες αφορμές. Ακόμα κι όταν γράφει πόσο ανάγκη έχει την μοναξιά και την συγκέντρωση στον εαυτό του, περιγράφοντας την ζωή «εκεί πάνω» μόνο με τον Πλάτωνα, ο Συκουτρής ομολογεί πως του ζέστανε ό,τι είχε ψυχράνει και παγώσει μέσα του η μοίρα. Κατά την διάρκεια αυτής της τετραετίας εκδόθηκε η περίφημη εργασία του, το Συμπόσιο, και λίγο αργότερα άρχισαν να εμφανίζονται κακόβουλα δημοσιεύματα εναντίον της Εισαγωγής του, που χαρακτηριζόταν υβριστική για τους προγόνους και υποθάλπουσα την αθεΐα. Η συνέχεια είναι γνωστή: αυτή η πολεμική πήρε απροσδόκητες διαστάσεις και υπήρξε τραυματική για τον Συκουτρή.

Στα γράμματα δεν υπάρχει κάποια σχετική αναφορά. Αντίθετα, και παρά τις συχνές αναφορές στην συνεχή εναλλαγή σκότους και φωτός στον ίδιο του τον ψυχισμό, τα γράμματα ξεχειλίζουν από ολόφωτες σκέψεις και στοχασμούς πάνω στην σχέση καθηγητή και μαθητή. Παρά τους ξεκάθαρους ρόλους, ο καθηγητής κατέφασκε και μια ιδιαίτερα φιλική σχέση, ενώ συχνά διαφαίνεται μια μορφή εξάρτησης ή βαθιάς ανάγκης της παρουσίας των δυο πρώτων κοριτσιών, η οποία όμως ποτέ δεν διατυπώνεται επιτακτικά ή πιεστικά. Εσείς είσαστε πιο απαραίτητοι σ’ εμένα απ’ ό,τι είμαι εγώ για σας, παραδέχεται ο καθηγητής, στη συνέχεια του αρχικού αποσπάσματος, γιατί η μεγάλη ευεργεσία που μπορεί ένας άνθρωπος να κάνει στον όμοιό του δεν είναι να του προσφέρει κάτι αλλά να του ξυπνήσει και να του θέσει σε ενέργεια ό,τι εκείνος έχει μέσα του.

Η χαρά της επικοινωνίας σκίαζε την υφέρπουσα μελαγχολική διάθεση και, χωρίς να το συνειδητοποιούν, εκείνα τα κορίτσια του συμπαραστέκονταν στην αναμέτρησή του με την μοναξιά. Αλλά ενώ προσπαθούσε να κρατηθεί από την αγάπη των άλλων, δεν μπορούσε πλέον να παλέψει ενάντια στην πορεία προς τον θάνατο, καθώς την είχε ωραιοποιήσει και αναγάγει σε ηθική και υπαρξιακή επιλογή. Μπροστά στην αδυναμία της ζωής του κοινού ανθρώπου, προτίμησε την τραγική δύναμη του ήρωα που αποφασίζει ο ίδιος το όριο της ζωής του, για να μην τη δει να ευτελίζεται. Κι οι παραπάνω στοχασμοί, δεν προστίθενται απλά στο πλούσιο έργο του αλλά μένουν και για εμάς τους εκπαιδευτικούς φάροι διαρκώς αναμμένοι, να χαιρόμαστε όταν τους ακολουθούμε και να μας οδηγούν όταν τους ξεχνούμε. 

Αλήθεια! Σκέπτομαι καμμιά φορά: Γιατί να πιστεύωμε πως η «πραγματικότης» έχει περισσότερην ύπαρξιν από το «όνειρο»; Δεν θα μπορούσε μήπως να συμβαίνη και τ’ αντίθετο; Ίσως γιατί είναι πιο δυσάρεστο το «όνειρο»; Και ποιος μας έδωσε το δικαίωμα τόσο πεσσιμιστικά να κρίνωμε την ζωή; Ίσως γιατί επαναλαμβάνεται η ίδια συχνά ενώ το «όνειρο» είναι μοναδικό, ποτέ δεν επανέρχεται το ίδιο εις το ίδιον πρόσωπον, ποτέ δεν εμφανίζεται σ’ όλους τους ανθρώπους. Κι όμως μου φαίνεται, πως τίποτε δεν είναι τόσο πραγματικό, τόσο αληθινό, παρά εκείνο που μονάχα σου αισθάνεσαι πως έζησες, που μονάχα σ’ εσένα απεκαλύφθη, που είναι γι’ αυτό κτήμα δικό σου, ακριβώς γιατί δεν ανήκει και σ’ άλλους – δεν ανήκει και με την έννοιαν, πως ούτε να το ανακοινώσης καν δεν μπορείς· τόσον ανείπωτο και ανερμήνευτο είναι! τόσον βαθιά ριζωμένη είναι η πίστις σου, πως αυτό που τώρα δα ζης, δεν μπορεί ποτέ το ίδιο κανείς εκτός από σένα να ζήση, ούτε συν καν σε άλλη στιγμή το ίδιο. Έτσι ξαναγυρίζει κανείς στη φιλοσοφία του παρόντος – το παρόν και μόνο είναι η μόνη πραγματικότης, όλα τ’ άλλα, παρελθόν και μέλλον, υπάρχουν εν σχέσει προς το παρόν, από το παρόν αντλούν και την ύπαρξιν  και την αξίαν των… [σ. 78-79]

Εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, 2014, σελ. 321. Εισαγωγή: Γιώργος Α. Χριστοδούλου, φιλολογική επιμέλεια και επίμετρο: Ελένη Ράμφου. Τα σαράντα γράμματα συμπληρώνονται από δελτάρια προς την Αγλαΐα Φάκαλου κι ένα παράρτημα πέντε ακόμα εγγράφων. Συμπεριλαμβάνονται εικοσασέλιδο κριτικό υπόμνημα γραφών και ευρετήριο (σύνταξη από την Κατερίνα Ευσταθίου).

Στις εικόνες: έργα των Franz Caucig [Socrates with Diotima and a Disciple], Joseph Wright of Derby και Albert Reuss. Ενδιάμεσα, απεικόνιση αρχαίου συμποσίου στον «τάφο του δύτη», Paestum, Κάτω Ιταλία, (5ος αι. π. Χ.).