Αρχείο για Μαΐου 2020

31
Μάι.
20

Σάββας Κονταράτος – Ουτοπία και πολεοδομία. Πρώτος τόμος (μέρος Β΄)

Η παρούσα ανάρτηση αποτελεί το δεύτερο μέρος της παρουσίασης του Α΄ τόμου. Το πρώτο μέρος δημοσιεύτηκε εδώ. Ακολουθεί μια ακόμη ανάρτηση για τον Β΄ τόμο.

Το δεύτερο μέρος του πρώτου τόμου τιτλοφορείται «Κοινωνικός ουτοπισμός και Δομημένο Περιβάλλον» και εστιάζει στην αναγνώριση και κατανόηση των ιδιοτήτων που χαρακτηρίζουν την πολεοδομία των κοινωνικών ουτοπιών. Το έβδομο κεφάλαιο (Ουτοπική νοοτροπία και πόλη) επισκοπεί την στάση των δυο μεγάλων παραδόσεων, της ιουδαιοχριστιανικής και της ελληνικής, απέναντι στην πόλη, από το κατά κυνικών δικαίωμα να είναι κανείς «άοικος» και «άπολις» ή «κοσμοπολίτης» και το σχέδιο του Πλωτίνου για μια «Πλωτινούπολη» μέχρι την νέα Ιερουσαλήμ του Ευαγγελιστή Ιωάννη, που δεν θυμίζει πια σε τίποτα τον κήπο της Εδέμ. Η αρχαιοελληνική σκέψη διακατέχεται από σαφώς αστυφιλικό πνεύμα, ανάγοντας το αίτημα της ιδανικής πολιτείας και πόλης σε ζητήματα πολιτικής θεωρίας και πράξης, ενώ η ιουδαιοχριστιανική θεωρεί τις πόλεις δημιουργήματα του έκπτωτου ανθρώπου και θεωρεί πως η τέλεια ανθρώπινη κοινότητα είναι συνυφασμένη με την θεία επαγγελία.

Η ουτοπική νοοτροπία των μεσαιωνικών και των νεότερων χρόνων άντλησε τα κύρια μοτίβα της και από τις δυο παραδόσεις. Στον αιώνα των Φώτων η αντίθεση πόλης – υπαίθρου εμφανίζεται λίγο πολύ συναρτημένη με την αντίθεση πολιτισμού – πρωτογονισμού. Σύμφωνα με τον Φουριέ ο πολιτισμούς ασκούσε καταπίεση στις φυσικές κλίσεις και τα πάθη των ανθρώπων· έτσι, η διέξοδος από την κρίση βρισκόταν στην μετάβαση σε μια κατάσταση αρμονίας, με την κατάργηση όλων των αυθαίρετων κανόνων συμπεριφοράς που είχαν επιβάλει η πολιτική επιστήμη και η ηθική. Αποτίοντας φόρο τιμής στον Σαντ και προεξαγγέλοντας ως έναν βαθμό τον ύστερο Φρόυντ, ο Φουριέ πρότεινε ως ιδανική μονάδα κοινωνικής συμβίωσης το φαλανιστήριο των 1700 ατόμων, αριθμός επαρκής για την δημιουργία μιας πληθώρας σχέσεων έρωτα και εργασίας που να ικανοποιούν τις έμφυτες κλίσεις όλων των ανθρώπινων χαρακτηριστικών.

Η ουτοπία του Όουεν, αν και γεννήθηκε στα βαμβακοκλωστήρια του Νιού Λάναρκ και πρότεινε townships που ήταν μικρές αυτοδιοικούμενες και συνεργατικές κοινότητες για την από κοινού καλλιέργεια του εδάφους. Αργότερα ο Κροπότκιν περιέγραψε ως ιδανική μονάδα που θα επιτρέπει την αυτοπραγμάτωση του ανθρώπου μέσα στην συλλογικότητα, μια μικρή αγροτική και βιομηχανική κοινότητα, ενώ ο Γκούσταφ Λατνάουερ ένα σοσιαλιστικό χωριό με αγροτικά εργαστήρια και εργοστάσια και λιβάδια. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι περί πόλης απόψεις των Γκέοργκ Ζίμμελ, Σαρλ Μπωντλαίρ αλλά και των ποιητών και πεζογράφων της εποχής εν γένει – ειδικά στους τελευταίους η πόλη επιβλήθηκε ως κυρίαρχη εκδοχή αφηγηματικού χώρου.

Καθώς Η εικόνα της ουτοπικής πόλης (όγδοο κεφάλαιο) αρχίζει να σχηματίζεται τα γνωρίσματα που συνιστούν την χωρική έκφραση του ουτοπικού λόγου (ο συγγραφέας αφιερώνει σελίδες στο καθένα, με αντίστοιχες αναφορές των σχεδίων του κάθε ουτοπιστή) είναι τα εξής: α) το ελεγχόμενο πληθυσμιακό μέγεθος και η σαφώς καθορισμένη έκταση, β) η αστικότητα και η προσοικείωση στοιχείων της υπαίθρου, γ) η ιεραρχική οργάνωση του χώρου, δ) η σαφής διάκριση των λειτουργιών και των χρήσεων γης, ε) η γεωμετρική τάξη και η ομοιομορφία· ως προς το τελευταίο, εμφανώς η όποια αρμονική γεωμετρία του αρχιτεκτονήματος και της πόλης ήταν μια οφειλόμενη μίμηση της θείας δημιουργίας ή της αρμονίας του σύμπαντος, ενώ πίσω από την ομοιομορφία υπάρχει η ιδέα της ισότητας των πολιτών.

Σε σχέση με την αστικότητα και την προσοικείωση στοιχείων της υπαίθρου αξίζει να αναφερθεί η περίπτωση της ουτοπίας του Χένρυ Όλερικ (Ένας κόσμος χωρίς πόλεις και χωρίς ύπαιθρο, 1893) που προτείνει την λύση μεγάλων σπιτιών με μονόχωρα διαμερίσματα εφόσον η οικογένεια έχει καταργηθεί, οι ενώσεις μεταξύ των δυο φύλων είναι ελεύθερες και τα παιδιά ανατρέφονται από κοινού, σε ένα περιβάλλον ευρύτερου πρακτικού συνεργατικού ατομικισμού, ενώ εντελώς διαφορετικό είναι το περιβαλλοντικό όραμα του Ουίλλιαμ Μόρρις στο βιβλίο του Νέα από το πουθενά, το οποίο, πιο κοντά στην αναρχική παράδοση, παρουσιάζει την ανθρώπινη οίκηση να βρίσκεται ξανά σε αρμονική σχέση με την φύση μέσα από μια επιθυμητική εικόνα ενός επίγειου φυσικού παραδείσου.

Ο κοινωνικός ουτοπισμός δεν περιορίστηκε μόνο στην επινόηση ιδανικών μορφών κοινωνικής οργάνωσης· ενίοτε τόλμησε να δοκιμάσει την εφαρμογή τους στην πράξη. Αυτό είναι το αντικείμενο του ένατο κεφαλαίου με τίτλο Οι ουτοπικογενείς κοινότητες και οι οικισμοί τους. Οι σχετικές απόπειρες γίνονται κυρίως στον 19ο αιώνα όταν οι ιδρυτές των ουτοπικοσοσιαλιστικών συστημάτων και οι ακόλουθοί τους επιχείρησαν να αποδείξουν την αποτελεσματικότητα των ιδεών τους ιδρύοντας πρότυπες κοινότητες, κατά κανόνα στον Νέο Κόσμο, που πρόσφερε ευνοϊκότερες συνθήκες για τέτοιους πειραματισμούς. Έτσι πολλαπλασιάζονταν και οι κοινότητες που συγκροτούσαν οι διάφορες πιετιστικής ή χιλιαστικής αγωγής παραφυάδες του προτεσταντισμού.

Αναφέρονται εδώ οι μπεγάρδοι και οι μπεγκίνες με τα περίφημα μπεγκινάρια, η προαναφερθείσα περίπτωση των Γκουαράνι (στους οποίους η ηγεμονία της θρησκείας και η σοσιαλιστική οργάνωση ήταν τόσο στενά συνυφασμένες ώστε δικαιολογημένα το καθεστώς έχει αποκληθεί χριστιανική κομμουνιστική δημοκρατία και σοσιαλιστική θεοκρατία), διάφορες προτεσταντικές σέκτες στην Βόρεια Αμερική, η Εφράτα των βαπτιστών της έβδομης ημέρας, η θρησκευτική σέκτα των σέικερ, που αποκαλούσαν την κοινωνία τους «ζωντανό οικοδόμημα», η κοινότητα των περφεξιονιστών (Perfectionists) που ασκούσε την κοινοκτημοσύνη αλλά και είχε θεσπίσει τον «σύνθετο γάμο», σύμφωνα με τον οποίο κάθε γυναίκα της ομάδας ήταν σύζυγος όλων των αντρών και κάθε άνδρας σύζυγος όλων των γυναικών, ενώ για τον έλεγχο των γεννήσεων εφαρμοζόταν μια τεχνική διακεκομμένης συνουσίας, αλλά με την υποχρέωση του άνδρα να φέρει την γυναίκα σε οργασμό.

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο ιδρυτής της κοινότητας είχε καταλήξει στο συμπέρασμα πως ο σοσιαλισμός χωρίς την θρησκεία είναι ανέφικτος και πως μόνο ένα πνεύμα αγάπης μπορεί να οδηγήσει αβίαστα στην κοινότητα των αγαθών. Και είναι πράγματι ενδιαφέρον το γεγονός ότι γενικότερα η εφαρμογή της κοινοκτημοσύνης για μεγάλο χρονικό διάστημα και η γενικότερη ευδοκίμηση τέτοιων κοινοτήτων σπανιότερα επιτεύχθηκε σε αμιγώς σοσιαλιστικές περιπτώσεις, καθώς τα ουμανιστικής αγωγής κοινωνικά ιδεώδη αποδείχθηκαν στην πράξη λιγότερο επαρκή από τον θρησκευτικό ζήλο για την υπακοή των οπαδών στις απαιτήσεις συλλογικής διαβίωσης και δράσης. Ας σημειωθεί ακόμα ότι αναφέρονται πολλές περιπτώσεις όπου η χιλιαστικής αγωγής σωτηριολογία αποδεικνυόταν πολύ πιο ικανή να διατηρεί την κοινοτική συνοχή απ’ όσο η σοσιαλιστική ή και η χριστιανοσοσιαλιστική ιδεολογία.

Ο αναρχισμός, πλέον βασική και μαχητική έκφανση του αμερικανικού εργατικού κινήματος, δεν έπαψε να εμπνέει και την ίδρυση αυτόνομων ελευθεριακών κοινοτήτων. Αναρχικό χαρακτήρα είχε η μακρόβια κοινότητα Φερρέρ Κόλονυ στο Σέλτον της Νέας Υερσέης, το σχολείο μάλιστα του οποίου έχει καταγραφεί σαν ένα τολμηρό και αρκετά επιτυχημένο πείραμα «αντιπαιδαγωγικής». Σε κάθε περίπτωση σε όλα αυτά τα κοινωνικά εργαστήρια της ουτοπίας, αυτό που προείχε ήταν η πειραματική αναζήτηση δυνατοτήτων κοινωνικής απελευθέρωσης και νέου τύπου διαπροσωπικών σχέσεων.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 υπήρξε μια μεγάλη έξαρση ελευθεριακών κοινοτήτων στις ΗΠΑ, η ιδεολογία των οποίων, καθόλου ενιαία, εντασσόταν στο γενικότερο κλίμα αμφισβήτησης και διαμαρτυρίας που διαμόρφωναν τότε από την μία οι αιρετικές απόψεις ορισμένων στοχαστών (Φρομ, Ράιχ, Μαρκούσε, Μπράουν κ.ά) και από την άλλη οι εντάσεις στην αμερικανική πολιτική ζωή. Αυτές οι μικροκοινότητες πάντως γεννήθηκαν μάλλον στις παρυφές της κοινωνικής κριτικής και του ακτιβισμού της «νέας αριστεράς». Τα μέλη τους ήταν ειρηνιστές που με την έξοδό τους στην ύπαιθρο σε εγκαταλειμμένα αγροκτήματα ή σε επί τούτου στημένους καταυλισμούς προσπαθούσαν, όπως αιώνες πριν οι αδαμίτες, να ξαναβρούν την αθωότητα της κατά φύσιν  ζωής, υιοθετώντας τις πρακτικές της συντροφικής αλληλοβοήθειας, του ελεύθερου έρωτα, του γυμνισμού, της χορτοφαγίας, δοκιμάζοντας να διευρύνουν τις εσωτερικές εμπειρίες τους με τεχνικές του ανατολικού μυστικισμού αλλά και την χρήση παραισθησιογόνων.

Οι ελευθεριακές αυτές κοινότητες των δεκαετιών του 1960 και 1970 αρνήθηκαν την παγίωση στο  χώρο, που θα ερχόταν άλλωστε σε αντίθεση με την κατά κάποιο τρόπο νομαδική ζωή τους και δεν προσπάθησαν να καταξιωθούν ως πρότυπες εφαρμογές αλλά να βιωθούν ως δυνατότητα μιας προσωπικής, έστω και σύντομης, περιπέτειας, κι έτσι σπάνια διατηρούνταν πάνω από δυο χρόνια. Ο μελετητής Ρόναλντ Κρεκ επισημαίνει ότι η εξίσωση “σύντομη διάρκεια = αποτυχία” αποτελεί κυρίαρχη δυτική ιδεολογία, και αναρωτιέται: Στο όνομα τίνος πράγματος αποφασίζεται εκ των προτέρων ότι το εφήμερο είναι λιγότερο ουσιαστικό από το χρόνιο;

Στον επίλογο του βιβλίου του Μονοπάτια στην Ουτοπία ο Μάρτιν Μπούμπερ τονίζει ότι όλες οι κοινοκτημονικού ή στενά συνεργατικού τύπου κοινότητες υπήρξαν βραχύβιες ή απέτυχαν ή αφομοιώθηκαν από το καπιταλιστικό σύστημα ή διατηρήθηκαν σε απομόνωση, χωρίς δεσμούς με τις ομόλογες ή με την υπόλοιπη κοινωνία. Σε αυτές αντιπαραθέτει τις συνεργατικές αγροτικές κοινότητες των Εβραίων στην Παλαιστίνη, με γνωστότερες εκείνες των «κιμπούτς», που, σε αντίθεση με τις χριστιανικές σέκτες, απέρριπταν κάθε θρησκευτική εκδήλωση, υποστήριζαν την συλλογική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, την δωρεάν παροχή υπηρεσιών και αγαθών, την πλήρη εξίσωση των φύλων, την ισότιμη συμμετοχή στην λήψη των αποφάσεων και τα κοινά γεύματα.

Τέλος στο τρίτο μέρος με τίτλο «Τροπές του ουτοπικού ήθους στον σχεδιασμό της προβιομηχανικής πόλης άλλα πέντε μεγάλα κεφάλαια εξαντλούν πλήρως το θέμα σε ολόκληρη την ιστορική του διάσταση· οι τίτλοι είναι ενδεικτικοί: Αυτογενείς και σχεδιασμένοι οικισμοί στην αρχαιότητα, Οι μετασχηματισμοί της πόλης στον Μεσαίωνα, Η πόλη και ο σχεδιασμός της στους «εξωτικούς» πολιτισμούς, Ιδεώδη και πραγματικότητες στην πολεοδομία της Αναγέννησης, Οι πολύτροπες εκφάνσεις της θεληματικής πολεοδομίας την περίοδο του μπαρόκ, Πολεοδομικά οράματα την περίοδο του νεοκλασικισμού.

Εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας, 2014, σελ. 570, μεγάλου μεγέθους (27Χ21), από τις οποίες οι 90 είναι υποσημειώσεις.

Στις εικόνες: Sunburst Community, Robert Owen – New Harmony, Piotr Kropotkin, Henry Olerich [Big House Diagram],  Shakers (2), Perfectionists – Oneida Community (2), Drop City Commune, 1968 (3), Kibbutz [Sde Nachum, 1944], Farm Community (η αρχαιότερη μέχρι σήμερα στην Αμερική).

Συνεχίζεται

30
Μάι.
20

Σάββας Κονταράτος – Ουτοπία και πολεοδομία. Πρώτος τόμος

Η παρούσα ανάρτηση αποτελεί το πρώτο μέρος της παρουσίασης του Α΄ τόμου. Ακολουθεί το δεύτερο μέρος για τον ίδιο τόμο και μια ακόμη ανάρτηση για τον Β΄ τόμο.

Τι θα ήταν η ευτυχία που δεν θα αναμετρούνταν με την άμετρη θλίψη γι’ αυτό που ήδη υπάρχει; Τ.Β. Αντόρνο, Minima moralia

Τι να πρωτογράψει κανείς για ένα τέτοιο έργο, που βγάζει εις πέρας ένα θέμα τόσο ευρύ ανεξάντλητο, με μια αφήγηση αφάνταστα γοητευτική, με αναρίθμητες αναφορές σε κάθε σχετικό λογοτεχνικό και μυθοπλαστικό κείμενο και σε κάθε σχετική κάθε πολιτική και φιλοσοφική θέση, με πλήθος βιβλιογραφικών παραπομπών αλλά και φωτογραφιών προσώπων, διαγραμματικών σχεδίων, προοπτικών σκαριφημάτων και κάθε είδους απεικόνισης των αναφερόμενων πολεοδομημένων ουτοπιών, με γλώσσα τόσο πλούσια και προσιτή μαζί. Ένα σπάνιο έργο, ένα πολύτιμο απόκτημα για κάθε ανήσυχο νου.  Προφανώς πρόκειται για έναν καρπό πολύχρονου μόχθου, αλλά αδυνατώ να φανταστώ πόση πνευματική προσπάθεια και πόση μεθοδική και συστηματική εργασία απαιτήθηκε για να γραφτούν αυτοί οι δυο μνημειώδεις τόμοι για ένα θέμα τόσο σαγηνευτικό, αυστηρό και ονειρικό.

Η ακόρεστη επιθυμία του ανθρώπου για κάτι καλύτερο, έστω κι αυτό μοιάζει συχνά απροσπέλαστο, υπάρχει σε κάθε ρίζα προόδου, γράφει στην εισαγωγή του (Ουτοπία και πολεοδομία: σε αναζήτηση μιας βαθύτερης συγγένειας) ο συγγραφέας. Όπως έγραψε ο Ε.Μ. Τσιοράν η σωφροσύνη προτείνει τη δοσμένη, υπαρκτή ευτυχία· ο άνθρωπος την αρνείται και η άρνηση τούτη από μόνη της τον κάνει ζώο ιστορικό, …εραστή μιας φανταστικής ευτυχίας. Γι’ αυτό και συχνά ο homo sapiens είναι ένας διχασμένος άνθρωπος, ένας πολίτης δυο κόσμων που ζει ταυτόχρονα «στο εδώ και τώρα και σ’ έναν άλλο κόσμο δικής του επινόησης». Αποσκοπώντας τον πολυσήμαντο ρόλο των ουτοπικών συλλήψεων ο Ερνστ Κασσίρερ έγραψε πως η μεγάλη αποστολή της ουτοπίας είναι να δημιουργεί χώρο για το δυνατόν γενέσθαι σαν αντίθεση προς μια παθητική υποταγή στην παρούσα κατάσταση πραγμάτων. Είναι σκέψη συμβολική που ξεπερνά την φυσική αδράνεια του ανθρώπου και τον προικίζει με μια νέα ικανότητα, την ικανότητα να ανασχηματίζει συνεχώς το ανθρώπινο σύμπαν του.

Ο Τόμας Μορ πρώτος χρησιμοποίησε τον όρο Ουτοπία για να ονομάσει μιας φανταστική νησιωτική χώρα του Νέου Κόσμου το 1516, ένα έργο που σήμερα σπάνια διαβάζεται αλλά στάθηκε το λογοτεχνικό πρότυπο για παρόμοια έργα όπως η Πολιτεία του Ήλιου του Τομμάζο Καμπανέλλα (1623), η Νέα Ατλαντίδα του Φράνσις Μπέικον (1627), το Ταξίδι στην Ικαρία του Ετιέν Καμπέ (1840), το Νέα από το πουθενά του Ουίλλιαμ Μόρρις (1890). Ο πολεοδομικός σχεδιασμός μπορεί θαυμάσια να χαρακτηριστεί «ουτοπικός», εφόσον ο πολεοδόμος αποβλέπει πράγματι σ’ έναν τόπο που όχι μόνο δεν υπάρχει ακόμη, αλλά και που δεν πρόκειται να υπάρξει, καθώς το αρχικό σχέδιο σπάνια εφαρμόζεται πιστά και το αποτέλεσμα είναι πάντα κάτι διαφορετικό από εκείνο που ο ίδιος οραματίστηκε. Σε κάθε περίπτωση θα ήταν παράδοξο αν η πολεοδομία δεν γεννούσε τις δικές της προτάσεις για μια ιδανική οργάνωση της ανθρώπινης κοινότητας.

Ο πρώτος τόμος χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο μέρος (Φαινομενολογία του κοινωνικού ουτοπισμού) αφιερώνεται στις καθαυτό κοινωνικές ουτοπίες, στις προτυπώσεις δηλαδή μιας ιδανικής κοινωνίας που μας έχουν παραδοθεί γραπτά, άλλοτε με τη μορφή μιας αφηγηματικής περιγραφής του τρόπου ζωής σε μια φανταστική χώρα, και άλλοτε με την μορφή μιας διαλεκτικής ανάπτυξης των αρχών ενός ριζοσπαστικού κοινωνικοπολιτικού προγράμματος. Σύμφωνα με το πρώτο κεφάλαιο (Χαρακτήρας και δομή της ουτοπικής πολιτείας), μια από τις κύριες εκφάνσεις του κοινωνικού ουτοπισμού είναι η «ουτοπία» με την στενότερη σημασία του όρου, η περιγραφή δηλαδή μιας φανταστικής πολιτείας που λειτουργεί ταυτόχρονα και ως προδιαγραφή της ιδανικής κοινωνίας. Ο ουτοπιστής διοχετεύει την διαμαρτυρία του στη νοητική κατασκευή μιας υποθετικής κοινωνίας από την οποία λείπουν ακριβώς οι προβληματικές καταστάσεις του παρόντος του. Η Ουτοπία του Τόμας Μορ είχε μια κοινωνία θεμελιωμένη στην κοινότητα ζωής και αγαθών, που λειτουργούσε χωρίς χρηματικές συναλλαγές και έθετε το ζήτημα της κοινοκτημοσύνης. Κάθε ουτοπία αποτελεί ένα σχέδιο λογικά επεξεργασμένο, έναν κόσμο ορθολογικά δομημένο, που παραμένει ένας mundus possibilis.

Εδώ ο συγγραφέας τυπολογεί τα χαρακτηριστικά των κοινωνικών ουτοπιών αντλώντας παραδείγματα από πλήθος άλλων, από την Πολιτεία του Πλάτωνα ως την Μοντέρνα Ουτοπία του Χ. Τζ. Γουέλς (1905) καθώς και ορισμένα σύγχρονα μυθιστορήματα. Αυτά τα στοιχεία είναι α) η ακριβής ρύθμιση της ζωής από άκαμπτους θεσμούς (τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη, για όλα μεριμνά η πολιτεία), β) ο δίκαιος καταμερισμός της εργασίας, γ) ο συλλογικός ευδαιμονισμός και η εξάλειψη των ατομικών διαφορών (ο ευδαιμονισμός βρίσκει την συμβολική του έκφραση στο «κοινό γεύμα» ενώ ακόμα και στην προεπαναστατική ουτοπία που συστήνουν οι  Παράδοξες ιδέες του Ρετίφ ντε λα Μπρετόν η μονοτονία της ασκητικής ζωής διακόπτεται από εύτακτες αγροτικές γιορτές), δ) η κυριαρχία του μέτρου και η αγνότητα των ηθών (οι σχέσεις των δυο φύλων δεν έχουν τίποτε το άσεμνο η κοινοκτημοσύνη των γυναικών εξυπηρετεί…κοινωνικούς σκοπούς· ο ντε λα Μπρετόν στο έργο του Η ανακάλυψη της Μεσημβρίας από έναν ιπτάμενο άνθρωπο (1781) προβλέπει την αλλαγή συζύγων κάθε χρόνο ώστε να περιορίζονται οι πειρασμοί που οδηγούν στην μοιχεία· εδώ παρατηρείται πως, σε κάθε περίπτωση, πίσω από την λογική κάθε σχετικής νομιμότητας ή την φοβία για κάθε άλογο πάθος δεν παύει να κρύβεται και μια απαίτηση αγνότητας….

… ε) Η ηγεμονία του Λόγου και η θρησκευτική αδιαφορία (οι θεσμοί και οι νόμοι εξασφαλίζουν σε τέτοιο βαθμό την αρμονία ώστε η εκτελεστική εξουσία έχει περισσότερο συμβολικό χαρακτήρα) στ) ο φετιχισμός της εκπαίδευσης και η αστυνόμευση της πνευματικής ζωής (στο βασίλειο της Μακαρίας του Γκάμπριελ Πλατς (1641) αν ένας φιλόσοφος εκφέρει μια νέα ιδέα θεωρείται εχθρός της δημόσιας ειρήνης και αποκεφαλίζεται) και ζ) η γεωγραφική απομόνωση και η οικονομική αυτάρκεια, καθώς οι ουτοπιστές γνωρίζουν πολύ καλά πως το πείραμά τους δεν θα μπορούσε να πετύχει παρά σε ελεγχόμενες συνθήκες και σε μια κοινότητα λίγο πολύ στεγανή. Όλα τα παραπάνω στοιχεία σαφώς υποδεικνύουν ένα βαθύτερο δομικό γνώρισμα του ουτοπικού σχεδίου: την τάξη και την αρμονία ενός κλειστού και εξαρχής καλά ρυθμισμένου συστήματος αλλά και το γεγονός ότι δεν έχει ιστορία, καθώς η ζωή κυλά σ’ ένα αιώνιο παρόν, χωρίς μεταβολές.

Στο δεύτερο κεφάλαιο (Ουτοπίες και επαναστατικός χιλιασμός) ο Κονταράτος γράφει πως η ουτοπία πρέπει να διακριθεί από μια άλλη έκφανση της ουτοπικής νοοτροπίας, την πίστη των αδικημένων του κόσμου στην έλευση μιας νέας τάξης πραγμάτων όπου θα βασιλεύουν η δικαιοσύνη και η ευδαιμονία, πίστη στην οποία δόθηκε η ονομασία του «χιλιασμού». Αυτό το δόγμα που κατάγεται από τον ιουδαϊκό μυστικισμό και ήταν πλατιά διαδεδομένο στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες επανεμφανίζεται στους ύστερους μεσαιωνικούς χρόνους με διάφορα λαϊκοθρησκευτικά επαναστατικά κινήματα της Δύσης: αυτόκλητοι μεσσίες, paupers, ουσίτες, θαβωρίτες που επιχειρούν να οικοδομήσουν μια κομμουνιστική κοινωνία «δικαίων» με κοινοτικά ταμιευτήρια καιι οι οποίοι μπροστά στην επερχόμενη τελευταία Κρίση περιφέρονται γυμνοί και ζευγαρώνουν ελεύθερα, αναβαπτιστές και δεκάδες άλλα αιρετικά κινήματα που ακόμα κι όταν το επαναστατικό τους πρόγραμμα εκφυλίζεται σε χιλιαστικό αναρχισμό δεν παύει να αποτελεί μια ριζοσπαστική αμφισβήτηση της κυρίαρχης ιδεολογίας στο ίδιο το πεδίο που εκείνη αντλούσε την δύναμή της, το θρησκευτικό. Βασισμένα στην ιδέα του απόλυτου φυσικού δικαίου ως τις ακραίες αναρχικές και κομμουνιστικές της συνέπειες, η παλαιά χιλιαστική επαγγελία γίνεται μοτίβο της κοινωνικής εξέγερσης και ακούστηκε ως τα επαναστατικά κηρύγματα του νεότερου σοσιαλισμού, από το Μανιφέστο των ίσων ως τα συνθήματα του Μάη του ’68

Οι κοινωνικές ουτοπίες της Αναγέννησης αναπαράγουν την βασική δομή της πλατωνικής πολιτείας: παρουσιάζονται ως έλλογες κοινότητες δίκαιων νόμων, ως ολοκληρωμένες και κλειστές κοινωνίες. Ο Μάρτιν Μπούμπερ χαρακτηρίζει την ουτοπία ως «εικόνα μιας κοινωνίας που είναι σχεδιασμένη ωσάν να μην ενεργούσαν άλλοι παράγοντες εκτός από την ενσυνείδητη ανθρώπινη βούληση». Αν πολλά εγχειρήματα του 19ου αιώνα στάθηκαν βραχύβια, υπήρξε παράδειγμα ουτοπικής κοινωνίας που κατόρθωσε να επιζήσει 150 ολόκληρα χρόνια. Πρόκειται για την περίφημη Πολιτεία των Γκουαράνι που ίδρυσαν οι Ιησουίτες στην Παραγουάη στις αρχές του 17ου αιώνα, η οποία δεν ξεκίνησε από κάποιο ουτοπικό σχέδιο αλλά διέθετε όλα τα σχετικά χαρακτηριστικά: κοινοκτημοσύνη μέσων παραγωγής και αγαθών, απουσία χρηματικών συναλλαγών, πληθώρα ομαδικών εκδηλώσεων κ.λπ. Πάντως οι συγγραφείς ουτοπιών αντλούσαν και από τα δυο μεγάλα πρότυπα, της αρχαίας Σπάρτης και του μεσαιωνικού μοναστηριού, ενώ ο Ζιλ Λαπούζ διέγνωσε ουτοπικό χαρακτήρα και σε άλλους μεσαιωνικούς θεσμούς: τον οίκο ανοχής, τα τάγματα των ιπποτών, τους γενίτσαρους των Οθωμανών. Αργότερα ο χιλιασμός έχασε τον επαναστατικό του χαρακτήρα και επιβίωσε είτε μ την μορφή καθαρά θρησκευτικών κινήσεων είτε σε προφητικές εξάρσεις μυστικοπαθών ατόμων.

Στο τρίτο κεφάλαιο, που αφορά τις Μεταμορφώσεις της ουτοπικής νοοτροπίας, γίνεται πλέον σαφές πως παρά τον αντιθετικό τους χαρακτήρα, επαναστατικός χιλιασμός και ουτοπία συμπλέκονται πολλές φορές μέσα στην ιστορία. Ο Καμπανέλλα της Πολιτείας του Ήλιου, ο Γιόχαν Βάλεντιν Αντρέαι της Χριστιανόπολης, ο Σαιν-Σιμόν και ο Φουριέ αναζήτησαν τις πηγές της ουτοπίας στην θρησκευτική προσδοκία του μεσσιανισμού. Για τον Μάρτιν Μπούμπερ η ουτοπική φαντασία δεν πλανιέται στην τύχη, αλλά θεμελιώνεται γερά σε μια επιθυμία που ξεπερνά την ατομική κατηγορία και αποτελεί μια ενστικτώδη αναφορά σε ιερές πηγές. Η κυρίαρχη αντίθεση των δυο αντανακλά τον πόλεμο μεταξύ Πάθους και Λόγου. Εδώ ο συγγραφέας παρουσιάζει τις βασικές θέσεις των Ζωρζ Σορέλ, Καρλ Μάνχαϊμ, Ροζέ Μικκιελλί και Παναγιώτη Κονδύλη.

Στο τέταρτο κεφάλαιο (Ουτοπισμός, αντιουτοπισμός και κλασική πολιτική φιλοσοφία) τονίζεται καταρχήν πως, παρά το γεγονός ότι συνιστούν οπωσδήποτε ένα είδος συγγραφικής παραγωγής, οι ουτοπίες ανήκουν μάλλον στην ιστορία των κοινωνικοπολιτικών ιδεών παρά στην ιστορία της λογοτεχνίας. Ουσιαστικά, η ουτοπική σκέψη είναι αδύνατο να αποσπαστεί από αυτό που αποκαλούμε πολιτική φιλοσοφία. Στην διδασκαλία του Ιησού δεν υπάρχει βέβαια κανένα στοιχείο κοινωνικού ουτοπισμού, ωστόσο, φαίνεται πως η πρώτη χριστιανική κοινότητα ακολούθησε μια κομμουνιστική πρακτική, γνωστή άλλωστε στον ιουδαϊκό κόσμο και από τους εσσαίους, ενώ ο Βασίλειος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος στην Ανατολή ή ο Αμβρόσιος στην Δύση, διακήρυσσαν την πίστη τους στο ιδανικό του αποστολικού κομμουνισμού. Το ιδανικό αυτό παρέμενε ενεργό σε διάφορες αιρέσεις αλλά μετά την κωνσταντινική μεταστροφή, η Εκκλησία έσπευσε να ανακηρύξει την επίγεια μοναρχία ως «μίμημα» της ουράνιας βασιλείας.

Ο συγγραφέας εδώ παρουσιάζει κάθε θέση που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σχετίζεται με την ιδέα της κατάλληλης ή ιδανικής πολιτείας ή την αντίκρουση αυτής, διασχίζοντας αιώνες σκέψης, από τον Λακτάντιο και τον Αυγουστίνο ως τον Μακιαβέλι και τον Μορ, που εγκαινιάζουν δυο διαφορετικές τάσεις του πολιτικού στοχασμού στους νεότερους χρόνους, κι ύστερα από τον Καλβίνο, τον Τόμας Χομπς (Λεβιάθαν), τον Σπινόζα, τον Χιούμ (Ιδέα μιας τέλειας πολιτείας) στον Καντ και τον Ρουσσώ, τον Σαιν-Ζυστ, τον μαρκήσιο ντε Σαντ και τον Χέγκελ. Στην λογοτεχνία αξιοσημείωτο είναι το περίφημο αβαείο του Θελήματος στον Γαργαντούα του Φρανσουά Ραμπελέ, το οποίο μοιάζει με μια ευφάνταστη αντιουτοπία, έναν κόσμο χλιδής, χαράς και ελευθερίας, αλλά και η πικρή και προφητική καρικατούρα του παραδείσου των τεχνοκρατών στα Ταξίδια του Γκάλλιβερ του Τζόναθαν Σουίφτ.

Στο πέμπτο κεφάλαιο (Κοινωνικός ουτοπισμός, αναρχισμός και  μαρξισμός) διαβάζουμε πως η Γαλλική Επανάσταση και η απογοήτευση που γέννησε έδωσε νέα ώθηση αλλά και διαφορετική τροπή στην ουτοπιστική γραμματεία. Στην θέση των απομονωμένων και στατικών ουτοπιών μιας ήρεμης μακαριότητας, εμφανίζονται τώρα πια προτάσεις με οικουμενικότερο και δυναμικότερο χαρακτήρα. Συχνά ο τύπος του έργου φαντασίας εγκαταλείπεται για να υιοθετηθεί η σοβαρότερη μορφή της θεωρητικής πραγματείας ή του μεταρρυθμιστικού προγράμματος. Το κομμουνιστικό σύστημα του Ετιέν Καμπέ (Ικαρία) παρέμεινε πιστό στην παραδοσιακή ουτοπική μορφή (όλοι εργάζονται για την κοινότητα που σε αντάλλαγμα τους παρέχει δωρεάν τα μέσα για την ικανοποίηση των αναγκών τους ενώ όλα τα αγαθά είναι κοινά), ενώ ο ίδιος ο συγγραφέας επεχείρησε την έμπρακτη εφαρμογή των ιδεών του που δεν άργησε να διαλυθεί μετά τον θάνατό του. Η αμφισβήτηση των ουτοπικών σχεδίων προέρχεται τώρα από το ίδιο το σοσιαλιστικό στρατόπεδο (Κροπότκιν), ενώ παρουσιάζονται οι ιδέες των Προυντόν, Μπακούνιν, Μαρξ, Ένγκελς, Τρότσκι και Λούξεμπουργκ.

Εκείνος που αναγνώρισε στον προφητικό μεσσιανισμό μια ύψιστη αρετή της μαρξιστικής φιλοσοφίας είναι ο Ερνστ Μπλοχ, για τον οποίο ο αυθεντικός μαρξισμός είναι μια συγκεκριμένη ουτοπία που απαιτεί συνειδητή συμμετοχή στην διαδικασία του επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, επειδή ακριβώς έχει κατανοήσει το όνειρο που είναι ριζωμένο στην ίδια την ιστορική τάση. Μαρξ και Ένγκελς γνώριζαν καλά πως η ιστορία του πρώιμου χριστιανισμού έχει πολλά χαρακτηριστικά σημεία επαφής με το κίνημα της εργατικής τάξης και επεδίωξαν να υποκαταστήσουν το όνειρο μιας επικείμενης συντέλειας του κόσμου. Αν, όπως είπε ο Νικολάι Μπερντιάεφ, η επανάσταση έχει μια αντανάκλαση αποκάλυψης, τότε μπορούμε να αντιληφθούμε ότι τα αποκαλυπτικά οράματα και οι χιλιαστικές προσδοκίες δεν είναι παρά θρησκευτικές μεταμορφώσεις της επαναστατικής βούλησης, ενώ στην ουτοπική σκέψη έχουν κατά κανόνα καθαρθεί και υποταχθεί στις απαιτήσεις μιας λογικής αφαίρεσης.

Μετά την αποτυχία της Παρισινής Κομμούνας (1871), την διάλυση της Πρώτης Διεθνούς (1873-1876) και την οπισθοχώρηση των επαναστατικών δυνάμεων, η ελπίδα αναζητά και πάλι καταφύγιο στην φαντασία, όπως βλέπουμε στο έκτο κεφάλαιο με τίτλο Οι δυστοπίες του 20ού αιώνα και η αναβίωση του αιρετικού πνεύματος. Στην Βοστόνη του 2000 του Έντουαρντ Μπέλλαμυ (Looking backward) η προωθημένη τεχνολογία αφήνει αρκετά περιθώρια στην ατομική πρωτοβουλία ενώ στο αναγεννημένο έπειτα από μια νικηφόρα προλεταριακή επανάσταση Λονδίνο του Γουίλλιαμ Μόρρις (News from nowhere) κυριαρχεί η σχεδόν αναρχική συγκρότηση μιας κοινωνίας αγροτών και τεχνιτών, οπισθοδρομώντας μάλλον ρομαντικά σε μια προβιομηχανική κοινωνία. Η επερχόμενη φυλή του Έντουαρντ Μπύλουερ-Λύττον περιγράφει μια κοινωνία σε μακάρια ραστώνη, χωρίς επιθυμία ή φιλοδοξίες, στο Έρεβον του Σάμιουελ Μπάτλερ οι μηχανές έχουν οικειοθελώς καταστραφεί, στην Χρονομηχανή του Χ.Τζ. Γουέλς οι Ηλόι περνούν τον χρόνο τους με παιχνίδια, συμπόσια και ύπνο αλλά στις υπόγειες στοές ζουν αποκτηνωμένοι οι Μόρλοκ, ενώ στην Μοντέρνα του Ουτοπία παρά την ευτυχισμένη κοινωνία τηρείται ένα τεράστιο αρχείο με τα προσωπικά δεδομένα όλων των κατοίκων του παγκόσμιου κράτους.

Στο Player Piano του Κερτ Βόννεγκατ η τεχνολογικά υπερανεπτυγμένη κοινωνία των ΗΠΑ έχει επιβάλλει ένα αυστηρά αξιοκρατικό σύστημα χάρη στην επεξεργασία των στοιχείων υγείας, IQ και επαγγελματικών ικανοτήτων που υπάρχουν καταγραμμένα στην κάρτα κάθε πολίτη. Σε ορισμένες λογοτεχνικές δυστοπίες διατηρείται ο κόσμος της κοινωνικής ουτοπίας αλλά δείχνεται κάτω από ένα ιδιαίτερο πρίσμα που αποκαλύπτει την εφιαλτική του όψη. Το Εμείς του Γιεβγκένι Ζαμιάτιν παρουσιάζει την κοινωνία του Μονοκράτους της οποίας τα μέλη δεν έχουν προσωπική ζωή, αντί για ονόματα ταυτίζονται με κωδικούς αριθμούς και ζευγαρώνουν με ροζ κουπόνια που τους χορηγεί το αρμόδιο Σεξουαλικό Γραφείο, είναι δε όλοι τόσο όμοιοι ώστε να μην υπάρχουν πια αιτίες για φθόνο. Ο Θαυμάσιος νέος κόσμος του Ώλντους Χάξλευ εκθέτει μια κοινωνία που παρέχει σε όλους πλήθος ανέσεων και απολαύσεων, ενώ διακαθορισμένα από την γέννησή τους με ευνουχισμένο ψυχισμό τα άτομα δεν μπορούν παρά να αγαπούν αυτό που είναι υποχρεωμένα να κάνουν, ενώ στο Χίλια ενιακόσια ογδόντα τέσσερα του Τζόρτζ Όργουελ η Νέα Γλώσσα θεσπίζεται για να καταστήσει αδύνατη ακόμα και την σύλληψη μιας ετερόδοξης ιδέας.

Τα παραπάνω έργα και πολλές δεκάδες ακόμη που παρουσιάζονται εδώ (από τον Έρνστ Γύνγκερ ως την Μάργκαρετ Άτγουντ) δείχνουν πως η απόσταση ανάμεσα στην ουτοπία και στην δυστοπία ποτέ δεν ήταν μεγάλη. Οι οδυνηρές εμπειρίες των ολοκληρωτισμών είναι εμφανείς. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στα περισσότερα έργα παρά την δεδομένη ελεύθερη βούληση των πολιτών υπάρχει πάντα μια ισχυρή εξουσία έτοιμη να πατάξει κάθε διαφωνία και παρέκκλιση. Στην συνέχεια εξετάζονται οι απόψεις πολλών φιλοσόφων και στοχαστών (Αντόνιο Γκράμσι, Έριχ Φρομ, Χέρμπερτ Μαρκούζε, Τέοντορ Αντόρνο, Βάλτερ Μπένγιαμιν κ.ά.) όσον αφορά τις ελευθεριακές ουτοπίες που προέκυψαν από το αμάλγαμα φροϋδισμού και μαρξισμού αλλά και γενικότερα το ζήτημα της ελεύθερης βούλησης και της κοινωνικής προόδου.

Ο σύγχρονος αριστερισμός, πλέον, από τα κινήματα διαμαρτυρίας και αμφισβήτησης (μπήτνικς, πρόβος, χίπηδες, ζενγκακούρεν) παρά τα θεμελιώδεις μεταξύ τους διαφορές δεν παύουν να εκφράζουν μια απόλυτη άρνηση των υπαρκτών κοινωνιών και να προβάλλουν το όραμα μιας κοινωνίας άλλης, ριζικά διάφορης. Όπως είπε ο Ανρί Λεφέβρ, κάθε σκέψη που δεν αρκείται να αντανακλά, να επικυρώνει τους καταναγκασμούς, να αποδέχεται τις εξουσίες και να νομιμοποιεί τη δύναμη των πραγμάτων, κάθε άλλη σκέψη ενέχει μια ουτοπία. Έτσι η έμφαση δίνεται τώρα στην άρνηση και όχι στην θέση, στην ρήξη με το παρελθόν και όχι στην πρόοδο, στο επιθυμητικό και όχι στο λογικό μέρος της ψυχής. Από το παλαιό αιρετικό πνεύμα και τις ποικίλες μεταμοντέρνες τάσεις (αναφέρονται οι βασικές θέσεις των Μισέλ Φουκώ, Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ, Γύργκεν Χάμπερμας, Φρέντρικ Τζέιμσον, Ντέιβιντ Χάρβυ κ.ά.) παρά τις ουσιώδεις διαφορές θέασης ως προς την ουτοπία ξεπήδησε μια ριζοσπαστική κριτική της πολεοδομικής θεωρίας και πράξης. Και η πολεοδομία θα αποτελέσει ένα από τα πεδία στα οποία κατεξοχήν διατηρείται και αναπαράγεται το ουτοπικό ήθος και πάθος.

Εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας, 2014, σελ. 570 (από τις οποίες οι 90 αποτελούν υποσημειώσεις), μεγάλου μεγέθους (27Χ21).

Χάρτης της Ουτοπίας του Thomas More,  Thomas More [έργο του Hans Holbein the Younger], Francis Bacon – New Atlantis, 2 σχέδια της Christianopolis του Johannes Valentinus Andreae, Martin Buber, Γκουαρανί / Ιησουίτες, Charles Fourier [έργο του Philibert Léon Couturier], Φαλανιστήριο του Φουριέ, Peter Owen – New Lanark, Robert Owen – New Armony, Ernst Bloch, News from Nowhere [William Morris], William Morris, Χίππικη Κοινότητα.

Συνεχίζεται.




Μαΐου 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Blog Stats

  • 1.129.054 hits

Αρχείο