Αρχείο για Απρίλιος 2020

28
Απρ.
20

Mathias Enard – Πυξίδα

Τι σημαίνει σήμερα Ανατολή και τι σήμαινε για τον ανήσυχο άνθρωπο παλαιότερων αιώνων; Πόσο διαφέρει ένα σημερινό ταξίδι από την αρχή ως τα βάθη της (και ποια είναι αυτά) και τι θα δει ο σύγχρονος ταξιδιώτης από το παρόν και το παρελθόν της; Με ποιο τρόπο μπορεί κανείς να προσεγγίσει αυτό που η Ανατολή υπήρξε για αιώνες πριν τα μέσα του 20ού αιώνα;  Σε αυτό το μυθιστόρημα ένας έμπρακτα αφοσιωμένος λάτρης της ταξιδεύει για άλλη μια φορά αλλά τώρα μέσα από το δωμάτιό του, μέσα σε μια νύχτα αϋπνίας και εκφυλιστικής ασθένειας (σύμφωνα με μια ασαφή διάγνωση), με λόγο ανάλογο του πυρετού και του παραληρήματος που αυτή του προκαλεί. Και βέβαια αυτός ο λόγος δεν μπορεί παρά να είναι ένας λαχανιασμένος μονόλογος.

Για τον Φραντς Ρίττερ, έναν Θερμό Ανατολιστή, δεν μένει λοιπόν παρά ένα ανάστροφο ταξίδι. Εφόσον πια αδυνατεί να ταξιδέψει στην αχανή της επικράτεια προσκαλεί εκείνη να έρθει στον χώρο του, καταργώντας χρόνους κι εποχές. Τώρα που δεν υπάρχει η ζωντανή εμπειρία παρά το αποτύπωμά της, αυτό που έμεινε οριστικά και αμετάκλητα στην προσωπικότητα του, θα την διατρέξει για άλλη μια φορά συντροφιά με τους μεσάζοντες της ανατολικής εμπειρίας, εξαντλώντας όλα τα τυπικά ευρήματα ανάλογων περιπτώσεων: τους ερευνητές που διατρίβουν, τους αρχαιολόγους που ανασκάπτουν συνήθως με δυτικά όργανα και μάτια, τους ειδικούς γνώστες τους παλαιούς οριενταλιστές και, βέβαια, το πλήθος των συγγραφέων και μουσικών που συνειδητά ή ασυνείδητα επηρεάστηκαν και δημιούργησαν υπό το φως και τις σκιές της.

Φυσικά δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ακόμα κι ένα τέτοιο μυθιστόρημα ταξιδευτικών ιδεών χωρίς τον έρωτα. Η Σάρα αποτελεί το μεγάλο πάθος του Ρίττερ χωρίς να περιορίζεται στα στεγανά ενός ανεπίδοτου έρωτα. Η νεαρότερη γυναίκα εκπροσωπεί ένα νέο είδος νεότητας που αφοσιώνεται ψυχή και σώμα στην έρευνά της, που ζει και μιλάει μέσα από αυτήν. Εμφανώς τέκνο της σύγχρονης εξειδικευμένης ακαδημαϊκής αφοσίωσης, η Σάρα παρ’ όλα αυτά δεν περιορίζεται στις βιβλιοθήκες αλλά «εξαφανίζεται» στα βάθη της Ανατολής αναζητώντας τις δικές της απαντήσεις για την εργασία της, διατηρώντας εκτός των άλλων και παραδοσιακή αλληλογραφία με τον Φραντς. Εκείνος με την σειρά του δεν παύει να την επιθυμεί, εγγράφοντάς την όχι μόνο στον ανατολικό βίο της ζωής του αλλά και σε μια άλλη, δυνητική ζωή: Αν είχα τολμήσει να φιλήσω την Σάρα εκείνο το πρωινό στην Παλμύρα αντί να δειλιάσω και να γυρίσω πλευρό ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά· καμιά φορά ένα φιλί αλλάζει ολόκληρη τη ζωή, η μοίρα ξεστρατίζει, λυγίζει, κάνει στροφή [σ. 188]

Αυστριακός μουσικολόγος που ειδικεύεται και εμμένει στην ολοκληρωτική επίδραση επιρροή της Ανατολής στην δυτική μουσική τον 19ο και τον 20ό αιώνα και σε δεκάδες συνθέτες κλασικής μουσικής, ο Ρίττερ ξεδιπλώνει την ίδια στιγμή όσες γνώσεις και μνήμες μπορεί να αντέξει το θυμικό ενός εαυτού που αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, από την Κωνσταντινούπολη μέχρι την Δαμασκό και την Τεχεράνη. Κολυμπώντας μέσα σε μια πλημμύρα αναφορών και πληροφοριών, πηγαίνοντας από βιβλίο σε βιβλίο κι από μουσική σε μουσική, σε αυτή την αποθέωση ενός μεταμοντέρνου λογοτεχνικού ρομαντισμού (με πολλά εισαγωγικά), οι πιστοί της πλοκής θα απογοητευτούν, εκτός αν αποφασίσουν να αφεθούν στην συνεχή συνειρμικότητα ενός λόγου που επιχειρεί να συμπεριλάβει σχεδόν τα πάντα:

Ιστορίες άγνωστες ή παραγνωρισμένες, όπως για τους Σταυροφόρους (τους πρώτους οριενταλιστές) που επέστρεψαν στα σκοτεινά χωριά της Δύσης φορτωμένοι χρυσάφι, βάκιλους και θλίψη, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι είχαν καταστρέψει, στο όνομα του Χριστού, τα μεγαλύτερα θαύματα που είχαν δει ποτέ, για τους γυρολόγους που διατρέχουν την έρημο χωρίς αυτοκίνητο, εξαρτώμενοι από τα κέφια των φορτηγών και των τρακτέρ των νομάδων, πουλώντας από σκηνή σε σκηνή την πραμάτειά τους ή για ιδιαίτερα πρόσωπα που σημάδεψαν με τον τρόπο τους την πρόσληψη εκείνων των τόπων, όπως η περιπλανώμενη Ελβετίδα Αννεμαρίε Σβάρτσενμπαχ που ταξίδευε μανιωδώς για να ξεφύγει από την πολεμοχαρή Ευρώπη, η πολυαγαπημένη μου Ιζαμπέλ Έμπερχαρντ που ντυνόταν σαν Άραβας ιππέας προτού χάσει τη ζωή της από μια ξαφνική πλημμύρα στο νότιο Οράν που λάτρευε ή ο Λέοπολντ Βάις, εξέχων ανταποκριτής των περισσότερων μεγάλων εφημερίδων της Βαϊμάρης, που πέρασε μήνες ολόκληρους πάνω σε καμήλα, υπεύθυνος για την αναχώρησή του αφηγητή για την Δαμασκό.

Τι θάρρος, τι  πίστη ή τι τρέλα εμψύχωνε τον μικρόσωμο ιερωμένο από τη Βοημία να χωθεί έτσι στο κενό, με το όπλο στον ώμο, ανάμεσα σε φυλές νομάδων που όλες τους διέκειντο εχθρικά προς την οθωμανική εξουσία και οι οποίες συχνά έκανα πλιάτσικο ή ξεσηκώνονταν; Να είχε νιώσει κι εκείνος τη φρίκη της ερήμου, εκείνη τη μοναχική αγωνία που σφίγγει το στήθος μες στην απεραντοσύνη, τη μεγάλη βία της αχανούς έκτασης όπου φανταζόμαστε ότι μπορούμε να κρύψουμε καλά ως κλοπιμαία το ρίσκο και τους πόνους – οδύνες και κινδύνους της ψυχής και του σώματος…[σ. 208]

Τώρα που αισθάνεται να του λείπει η θέληση του ασκητή ή η δημιουργική φαντασία του μυστικιστή, πώς να προσεγγίσει την δική του Ανατολή; Ίσως τελικά η μουσική, το μόνο του μεγάλο πάθος, να είναι και ο μοναδικός βέβαιος δρόμος. Ποιος θα φανταζόταν την ύπαρξή της ακόμα και στους μεγάλους κλασικούς συνθέτες, από τον Μότσαρτ και τον Μπετόβν μέχρι τον Σούμπερτ, τον Λιστ, τον Μπερλιόζ, τον τον Ντεμπυσσύ και τον … Σένμπεργκ, τότε που σε ολόκληρη την Ευρώπη φυσάει ο άνεμος της ετερότητας, όλοι αυτοί οι σπουδαίοι άντρες χρησιμοποιούν ό,τι τους έρχεται από το Άλλο για να τροποποιήσουν το Εγώ, για να το εκφυλίσουν, γιατί η διάνοια χρειάζεται την νοθεία… [σ. 146]

Πώς πέρασε τα σύνορα της ερήμου ο αφηγητής; Πρώτα τον τράβηξε «η ταπεινότητα της νομαδικής ζωής, η μεγάλη παραίτηση, η απογύμνωση από τα κοσμικά κουρέλια μέσα στη γύμνια της ερήμου». Υστερα τον τρόμαξε η δυτική του ματιά – είδε την έρημο ως έναν σωρό από πέτρες, τα τζαμιά τόσο άδεια όσο και τις εκκλησίες, την παραφροσύνη ή τις ασθένειες να αφανίζουν τους μανιακούς πιστούς της. Σε κείμενα του Ερνστ Μπλοχ του φάνηκε πως είδε τον ουτοπικό υλιστή να δίνει το χέρι του στον μουσουλμάνο μυστικιστή και να συμφιλιώνει τον Χέγκελ με τον Ιμπν Αραμπί. Για κάποιους η έρημος υπήρξε «τόπος φώτισης σαν την εγκατάλειψη, όπου ο Θεός αποκαλυπτόταν μέσω της απουσίας, για καποιους άλλους το ακριβώς αντίθετο. Στο τέλος αναρωτιέται για τον ίδιο και την Σάρα, τελικά ποια ομορφιά είδε ο καθένας τους και ποιον πόνο.

Εφ’ όρου ζωής μαγεμένος λοιπόν ο Ρίττερ από την Ανατολή, όπως και αναρίθμητοι άλλοι πριν από αυτόν αλλά με μια μεγάλη διαφορά: δεν εξωραΐζει ούτε μυθοποιεί. Γνωρίζει πως ακόμα και πιο οι φημισμένοι διάσημοι αρχαιολόγοι έπαιξαν πολιτικό, δημόσιο ή μυστικό ρόλο στις υποθέσεις της Μέσης Ανατολής, πως οι ίδιες οι αφηγήσεις των εξερευνήσεών τους χρησιμοποιήθηκαν από τους στρατιωτικούς (κι ας είναι σα να κατηγορείς την χημεία για την βαλλιστική, του θύμιζε η Σάρα). Αν η αρχαιολογία είναι μια μορφή κατασκοπείας, τότε και οι εθνομουσικολόγοι μοιάζουν με κατάσκοποι της μουσικής. Σίγουρα πάντως «κάτι από την έρημο ανάσαινε λαθραία στο Λονδίνο, στο Παρίσι ή στη Βιέννη». Και δίπλα στη μουσική, πάντα η λογοτεχνία: παρά το γεγονός ότι τώρα τα βιβλία του τον κοιτάζουν «ως τοίχοι μιας φυλακής» ο Ρίττερ επιμένει να ξεφυλλίζει έστω και μνημονικά αμέτρητα βιβλία από το πρώτο ταξιδιωτικό λογοτέχνημα του Σατωμπριάν μέχρι τις πηγές, σαν τους μυστικούς ποιητές της ανατολής, που με νοσταλγία θυμάμαι να πρωτοδιάβασα στους έξοχους Μυστικούς της Ανατολής του Γιάννη Υφαντή (από εκδόσεις Ερατώ, 1989).

Σήμερα η Ανατολή δημιουργεί άλλους συνειρμούς: εσωτερικοί και εξωτερικοί πόλεμοι, ανελεύθερα καθεστώτα, θρησκευτικοί φανατισμοί. Ο συγγραφέας δεν είναι πια για τίποτα βέβαιος, μόνο αναρωτιέται τι θα σκεφτόταν ο γενναίος μεσαιωνικός συγγραφέας και ιππότης Ουσάμα Ιμπν Μουνκίντ για τις γελοίες εικόνες των σημερινών μαχητών της τζιχάντ, που φωτογραφίζονται την ώρα που καίνε μουσικά όργανα, ως μη ισλαμικά: όργανα που προέρχονται σίγουρα από αρχαίες στρατιωτικές μπάντες της Λιβύης, τύμπανα και τρομπέτες ποτισμένα με βενζίνη… τα ίδια τύμπανα και τρομπέτες, με μικρές διαφορές, που είχαν αντιγράψει οι Φράγκοι από τη στρατιωτική μουσική των Οθωμανών αιώνες νωρίτερα….καμιά εικόνα δεν αναπαριστά καλύτερα την τρομακτική μάχη που δίνουν οι τζιχαντιστές εναντίον της ιστορίας του Ισλάμ από αυτούς τους άθλιους τύπους με την στολή αγγαρείας στην μικρή τους έρημο … [σ. 201-202]

Τέλος δεν υπάρχει – το παραλήρημα θα μπορούσε να συνεχίζεται επ’ άπειρον. Ο έρωτας θα είναι πάντα άπιαστος κι η Σάρα, πιθανώς, μια φεύγουσα κόρη που εκπροσωπεί τον ίδιο τον τόπο, που όσο τον πλησιάζεις, τόσο σου απομακρύνεται. Αν κάτι μένει βέβαιο είναι το γεγονός ότι οι Δυτικοί φέρουμε εντός μας την Ανατολή (και αντίστροφα), όχι μόνο μέσα από αμέτρητες επιρροές που χωνέψαμε και δεν αναγνωρίζουμε, αλλά ως την τόσο απαραίτητη άλλη πλευρά, που μόνο εκείνη συμπληρώνει και μας δείχνει την ολοκληρωμένη μας μορφή. Χωρίς τους Άλλους, δεν υπάρχουμε ούτε εμείς οι μη Άλλοι.

Δεν χρειάζεται να διαβάσουμε πως ο Ματιάς Ενάρ γνωρίζει καλά την [δική του] Ανατολή, την έζησε για πολύ καιρό, την μιλάει μέσα από τις γλώσσες του και την διδάσκει επίσης μέσα απ’ αυτές. Είναι εμφανές πόσο βαθιά βρίσκεται μέσα στο υλικό του και όσο κι αν ο αφηγητής επαναλαμβάνεται συχνά, όσο κι αν ενίοτε ξεφεύγει σε μερικές απολύτως παραληρηματικές σελίδες, το βιβλίο του μοιάζει με μια προσωπική βίβλο μιας επικράτειας όχι μόνο τοπογραφικής ή πολιτισμικής αλλά και ψυχικής. Τυχεροί λοιπόν αφηγητής και συγγραφέας που βρήκαν έναν τέτοιο τόπο. Κι αν ονόμασαν Πυξίδα την ατελείωτη εμπλοκή τους, είναι επειδή η πυξίδα που ονειρεύεται ο Ρίττερ δεν έχει μόνο την μορφή ενός πιο γαλήνιου ξυπνητηριού αλλά και τον προσανατολιστικό δείκτη του τόπου όπου επιθυμεί η καρδιά του καθενός.

Εκδ. Στερέωμα, 2016, μτφ. Σοφία Διονυσοπούλου, 463 σελ. [Bussole, 2015]

Στις εικόνες: έργα των John Frederick Lewis, Alexander Kinias, Annemarie Schwarzenbach επί δύο, Isabelle Eberhardt, Alison Dubois [Rumi], φωτογραφία της Lana Slezic [Afghanistan]. Η φωτογραφία του συγγραφέα:. Hannah Assouline / Opale / Leemage.

 

22
Απρ.
20

John Williams – Αύγουστος

Ήταν περισσότερο ένστικτο παρά γνώση αυτό που με βοήθησε να καταλάβω πως, αν είναι η μοίρα κάποιου ν’ αλλάξει τον κόσμο, υποχρέωσή του είναι πρώτα ν’ αλλάξει τον εαυτό του. Αν θέλει να υπακούσει στη μοίρα του, πρέπει πρώτα να βρει ή να επινοήσει μέσα του ένα σκληρό και κρυφό κομμάτι, που θ’ αδιαφορεί για τον ίδιο, για τους άλλους, ακόμα και για τον κόσμο που προορίζεται να αλλάξει – όχι σύμφωνα με τις δικές του επιθυμίες, αλλά με τρόπο και μορφή που θα ανακαλύψει στην πορεία. [σ. 469]

Καθώς ο Αύγουστος φτάνει στο τέλος της ζωής του και της αυτοκρατορικής του εξουσίας γράφει μια βαθύτατα υπαρξιακή εξομολόγηση, εκφράζοντας το απόσταγμα μιας ταραγμένης ζωής όπου η υπέρτατη εξουσία έπρεπε να συνυπάρξει με τις εσωτερικές επιταγές μιας ιδιαίτερης προσωπικότητας. Πώς μπορεί κανείς να μείνει ακέραιος και πιστός στην προσωπική του ηθική κυβερνώντας την ίδια στιγμή μια αχανή αυτοκρατορία; Και πώς μπορούμε εμείς οι σύγχρονοι αναγνώστες να κατανοήσουμε ένα τέτοιο πρόσωπο;

Ο Τζον Γουίλλιαμς θα μπορούσε να γράψει ένα τυπικό ιστορικό μυθιστόρημα με τριτοπρόσωπη γραφή, βασισμένο σε ενδελεχή έρευνα των αρχείων και να αποδώσει κάλλιστα την ούτως ή άλλως συναρπαστική μορφή του Αυγούστου σε μια λογοτεχνική βιογραφία. Όμως προτίμησε την στενή πύλη της πολυπρόσωπης αφήγησης και μάλιστα μέσω επιστολών, παράλληλα με άλλες μονολογικές εκφράσεις, όπως είναι τα ημερολόγια, τα απομνημονεύματα και τα πρακτικά. Πόσο δύσκολο στοίχημα! Κι όμως, αυτή ακριβώς η σύλληψη είναι που απογειώνει το μυθιστόρημα σε μια πλούσια πανοραμική πρόζα που ευφραίνει. Γιατί δίνοντας φωνή σε δεκάδες πρόσωπα μπορεί να αφηγηθεί μέσα από διαφορετικούς χαρακτήρες, που εκφράζουν τις δικές τους εσώτερες σκέψεις με τον δικό τους ιδιαίτερο λόγο. Είναι, άλλωστε, η ίδια η επιστολική έκφραση που, όπως έχει δηλώσει ο ίδιος ο συγγραφέας, επιτρέπει στους συντάκτες να μιλούν οι ίδιοι για τον εαυτό τους.

Στο πρώτο μέρος τον γραπτό λόγο παίρνουν τα πρόσωπα του στενότερου και ευρύτερου περιβάλλοντος του Αυγούστου, συνδεδεμένα όλα στον ιστό της δημόσιας ζωής: οι νεαροί φίλοι με τους οποίους ξεκινάει μια αδιανόητη πορεία προς την νόμιμη «κατάκτηση» της αγαπημένης τους Ρώμης, συνεργάτες, αντίπαλοι και πολλές ακόμα μορφές που κινούνται γύρω τους, δίπλα τους ή εναντίον τους. Όταν ο Ιούλιος Καίσαρας γράφει στον Γάιο Οκτάβιο πως «κατέκτησε τον κόσμο, αλλά ο κόσμος δεν είναι ασφαλής και πως έδωσε ελευθερίες στο λαό και ο λαός έφυγε σαν κυνηγημένος μακριά τους σα να ήταν αρρώστιες» [σ. 50] στην ουσία προοιωνίζει την ανάλογη διαπίστωση του Αύγουστου πολλά χρόνια μετά. Είναι ενδιαφέρον πως ακόμα και τα ίδια τα πρόσωπα αντιλαμβάνονται πως βλέπουν για τα γεγονότα και τον κόσμο κυρίως μέσα στις προσωπικές τους αισθήσεις και εμπειρίες. Για παράδειγμα, ο Γάιος Κίλνιος Μαικήνας γράφει προς τον ιστορικό Τίτο Λίβιο πως αυτός (ο Μαικήνας) δεν έχει την έχει την ελευθερία του ιστορικού, σε αντίθεση μ’ εκείνον, που μπορεί να περιγράψει τις εξελίξεις πολιτικών διαπλοκών, να ισορροπήσει νίκες και ήττες και να είναι ακόμα ελεύθερος «μέσα στην σοφή απλότητα της δουλειάς του, ελεύθερος από το φριχτό βάρος ενός είδους γνώσης που δεν μπορεί να ονομάσει». [σ. 37 – 38].

Στο δεύτερο μέρος την σκυτάλη με μορφή πένας παίρνουν πρόσωπα οικειότερα, καθώς και εκείνα του ευρύτερου προσωπικού κύκλου του Αυγούστου. Εδώ το βάρος δίνεται στην ιδιωτική ζωή αλλά και στον τρόπο που αυτή αναπόφευκτα συμπλέκεται με τα δημόσια πράγματα. Κύριο επίκεντρο των λόγων είναι η συμπεριφορά της αγαπημένης του κόρης Ιουλίας και η εξωσυζυγική της σχέση. Τα συναρπαστικότερα λόγια εδώ προέρχονται από τα επινοημένα ημερολόγια της ίδιας της Ιουλίας, που ο Αύγουστος «για το καλό της πολιτείας» τιμώρησε με εξορία λόγω παράβασης των περί μοιχείας νόμων που είχε ο ίδιος ψηφίσει. Από την δική του πλευρά εκείνος θεωρεί ότι την έσωσε, εφόσον επρόκειτο πράγματι να κατηγορηθεί για εσχάτη προδοσία, καθώς γνώριζε ότι ο εραστής της και άλλοι ετοιμάζονταν να τον δολοφονήσουν.

Ασυνόδευτη κι αφρούρητη μ’ αφήνουν να περπατήσω τα εκατό μέτρα ως το γιαλό, όσο είναι  στενή μαύρη αμμουδιά του· κι εκατό μέτρα γύρω απ’ την πέτρινη καλύβα, που εδώ και πέντε χρόνια είναι το σπίτι μου… Έτσι ξεκινάει το ημερολόγιό της η σαραντατριάχρονη Ιουλία από το νησί Παντατερία, ένα ημερολόγιο που γράφει μόνο για εκείνη, «για να έχει κάτι να διαβάζει», χωρίς να ενδιαφέρεται να εξηγήσει τον εαυτό της στον κόσμο· έχει μόνο τον εαυτό της να πείσει ή να μην πείσει. Η γυναίκα που αν δεν ήταν γυναίκα και κόρη του αυτοκράτορα θα ήθελε να σπουδάσει φιλοσοφία, έμαθε τους πλάγιους τρόπους με τους οποίους μια γυναίκα ανακαλύπτει, ασκεί και απολαμβάνει την εξουσία· τα προσωπεία που πρέπει να διαθέτει για να ξεγελάει τους άλλους: της αθώας κοπέλας, της κόρης, της ενάρετης συζύγου, της αργόσχολης φιλοσόφου, της γυναίκας.

Χήρα για πρώτη φορά χήρα στα δεκαεφτά της, έπρεπε να περάσει δυο γάμους και τρεις γέννες για να μάθει ότι «το κορμί της είχε κι αυτό δικαιώματα και δεν όφειλε να υπηρετεί επιθυμίες άλλων και όχι δικές του». Και ήταν ο Ίουλος Αντώνιος εκείνος που της χάρισε τις ηδονές που έμαθε έστω και καθυστερημένα στην ζωή της, εκείνος που «της χάρισε για ένα χρόνο τη αληθινή ζωή εντός του κόσμου» κι ο ίδιος που «την έριξε σε τούτον τον αργό θάνατο στην Παντατερία όπου μπορεί να παρακολουθεί μέρα με τη μέρα το τέλος και το σβήσιμο της ζωής της».

Κατήγορος ήταν ο ίδιος ο πατέρας μου. Αναφέρθηκε με πολλές λεπτομέρειες στις παρανομίες μου κατανόμασε τους εραστές μου, τα μέρη των συναντήσεών μας, τις ημερομηνίες… Και ζήτησε, σύμφωνα με τον Ιούλιο νόμο του, να εξοριστώ δια παντός από την πύλη της Ρώμης, υποδεικνύοντας τη Σύγκλητο να διατάξει τον περιορισμό μου σ’ αυτό το νησί της Παντατερίας, για να ζήσω εδώ το υπόλοιπο της ζωής μου μετανοώντας για τις διαστροφές μου. Αν η ιστορία δε με σβήσει τελείως από τα κατάστιχά της, έτσι θα με θυμάται. Αλλά η ιστορία δεν θα μάθει την αλήθεια, αν υποθέσουμε ότι η ιστορία μαθαίνει ποτέ την αλήθεια. [σ. 444-445]

Μέχρι εδώ είναι εμφανές ότι καθώς ξεδιπλώνονται σταδιακά τα γεγονότα και μένει ο πυρήνας της ουσίας τους, εκείνο που έχει σημασία είναι η προσωπική αλήθεια των πρωταγωνιστών και των δευτεραγωνιστών τους. Αλλά την ίδια στιγμή οι αφηγήσεις αυτών των δυο κύκλων περικυκλώνουν τον Αύγουστο, φωτίζοντας από όλες τις θέσεις όσα φαίνονται από την προσωπικότητά του. Και είναι τελικά το τρίτο και τελευταίο μέρος του βιβλίου όπου ο Αύγουστος αποκτά την δική του φωνή και καθώς γράφει στον φίλο του Νικόλαο Δαμασκηνό. Αυτή είναι η ώρα που ο αυτοκράτορας εκφράζει την δική του αλήθεια· τώρα ύστερα από τα αλλεπάλληλα φύλλα των λόγων τόσων άλλων προσώπων, φτάνει η στιγμή της δικής του γαλήνιας κάθαρσης.

Κατέληξα να πιστεύω πως στη ζωή του καθενός, αργά ή γρήγορα, έρχεται μια στιγμή που αντιλαμβάνεται (πέρα και πάνω απ’ οτιδήποτε άλλο έχει αντιληφθεί ή ίσως αντιληφθεί στο μέλλον, και είτε μπορεί είτε όχι να εκφράσει αυτή την αντίληψη) το τρομακτικό γεγονός ότι είναι μόνος, ολομόναχος, και ότι δεν μπορεί ποτέ να είναι κάτι άλλο από το δύσμοιρο πράγμα που είναι ο εαυτός του. [σ. 503]

Ο Αύγουστος παραδέχεται πως ένοιωσε σεβασμό, ακόμα και συμπάθεια για τους παράξενους λαούς, τους τόσο διαφορετικούς από τους Ρωμαίους, με τους οποίους αναγκάστηκε να έρθει σε συνδιαλλαγές και συμφωνίες, το γεγονός ότι η γνωριμία τους τον βοήθησε να καταλάβει καλύτερα τους συμπατριώτες του· ομολογεί πως ποτέ δεν πίστεψε ότι είχε περισσότερη σοφία και δύναμη απ’ όση είχαν οι άλλοι και ότι περισσότερο κυβερνήθηκε παρά κυβέρνησε· υποψιάζεται ότι η ιδανική κατάσταση για τον άνθρωπο, εκείνη που αναδεικνύει ό,τι αξιοθαύμαστο έχει μέσα του, μπορεί να μην είναι η ευμάρεια, η ειρήνη και η αρμονία για τις οποίες τόσο κόπιασε να εξασφαλίσει στην αγαπημένη του Ρώμη· εκπλήσσεται για το γεγονός ότι του προσφέρθηκε δυο φορές από τον ρωμαϊκό λαό και την Σύγκλητο η δικτατορική εξουσία, την οποία απέρριψε· είναι βέβαιος ότι μπορεί τα τείχη των πόλεων να τις προστατεύουν αλλά δεν υπάρχει τείχος ικανό να προστατεύει την ανθρώπινη καρδιά από τις ίδιες τις αδυναμίες της· καταλήγει στο συμπέρασμα πως οι θεοί, ακόμα κι αν υπάρχουν, δεν έχουν καμία σημασία, δεν μετράνε. Αν, λοιπόν παρότρυνα τον λαό να ακολουθήσει τις επιταγές αυτών των αρχαίων ρωμαϊκών θεών, το έκανα από ανάγκη μάλλον, παρά από κάποια βαθύτερη θρησκευτική πίστη ότι αυτές οι δυνάμεις βρίσκονται πράγματι μέσα στα υποτιθέμενα πρόσωπά τους. [σ. 502]

Και ο έρωτας που καθόρισε δραματικά την ζωή της κόρης του και την μεταξύ τους ιδιαίτερη σχέση; … αντίθετα με όσα ίσως πιστεύουμε  είναι ίσως η πιο ανιδιοτελής απ’ όλες τις ποικιλίες της αγάπης· θέλει να γίνει ένα με τον άλλον, να δραπετεύσει δηλαδή από τα όρια του εαυτού του. Αυτό το είδος της αγάπη είναι, βέβαια, το πρώτο που πεθαίνει […] Το γεγονός όμως ότι θα πεθάνει (και ότι το ξέρουμε πως θα πεθάνει) τον κάνει πιο πολύτιμο· και μόλις τον γευτούμε και τον γνωρίσουμε, δεν είμαστε πια ανεπανόρθωτα παγιδευμένοι και εξόριστοι μέσα στον εαυτό μας. [σ. 504]

Αν υπάρχουν αλήθειες σ’ ετούτο το έργο, έγραψε ο συγγραφέας, είναι μάλλον οι αλήθειες της λογοτεχνίας παρά της ιστορίας, ευχόμενος οι αναγνώστες να το διαβάσουν ως έργο φαντασίας. Αυτή η λογοτεχνική αλήθεια, σκέφτομαι, έτσι όπως διαπλέκεται με τις όποιες πηγές της ιστορίας, μας χαρίζει ένα άλλο είδος γνώσης· κι αν, σύμφωνα με τα λόγια του Γουίλλιαμς, ένα μυθιστόρημα δημιουργείται όχι τόσο για να κατανοηθεί ή αναλυθεί όσο για να βιωθεί ως εμπειρία, τότε η παραπάνω γνώση μετατρέπεται σε συναρπαστική εμπειρία.

Ο ποιητής ατενίζει το χάος της εμπειρίας, την σύγχυση των συμβάντων και τα ακατανόητα βασίλεια των δυνατοτήτων – τον κόσμο δηλαδή μέσα στον οποίο ζούμε όλοι, αλλά ελάχιστοι μπαίνουν στον κόπο να ερευνήσουν. Οι καρποί που αποκομίζει αυτή η εξερευνητική ματιά είναι η ανακάλυψη (ή η εφεύρεση) κάποιων μικτών αρχών αρμονίας και τάξης, που μπορούν ν’ απομονωθούν από την αταξία γύρω τους και η υποταγή αυτής της ανακάλυψης στους ποιητικούς νόμους που τελικά την καθιστούν δυνατή […] Δεν υπάρχει αυτοκράτορας που να οργανώνει πιο προσεκτικά τις διάφορες επαρχίες του κόσμου ώστε να αποτελούν την μία και ενωμένη αυτοκρατορία του από τον ποιητή που συνδυάζει τις λεπτομέρειες του ποιήματός του έτσι ώστε να δημιουργήσει μέσα στο σύμπαν του ανθρώπινου νου έναν κόσμο άλλον, ίσως πιο αληθινό από αυτόν που προσωρινά κατοικούμε. [σ. 488-489]

Εκδ. Gutenberg [Aldina, αρ. 10], 2017, σελ. 525, μτφ. Μαρία Αγγελίδου. Περιλαμβάνεται εισαγωγή του John McGahern (μτφ. Τόνια Κοβαλένκο), σημείωση του συγγραφέα και βιογραφικό σημείωμα [Augustus, 1972].

Τα σύγχρονα ζωγραφικά έργα τέχνης είναι των Cabepfir, Tancredi Scarpelli και Jean Claude Golvin.

19
Απρ.
20

Colm Toibin – Η διαθήκη της Μαρίας

H διήγηση ξεκινάει από ένα μεταγενέστερο των γεγονότων παρόν. Δυο άνθρωποι επισκέπτονται την Μαρία όλο και πιο συχνά τελευταία, τώρα που δεν την κυνηγάει κανείς· ένας μαθητής του κι ένας μεταγενέστερος πιστός, πιθανώς ο Ιωάννης και ο Παύλος, προστάτες και δεσμοφύλακές της. Μοιάζουν ακόμα εγκλωβισμένοι στα κατάλοιπα του τρόπου που τότε όλοι τους νιώσανε· αλλά αυτό ακριβώς τους συνδέει, η ιστορία που όλοι τους ζήσανε. Ο ένας γράφει λέξεις που εκείνη δεν μπορεί να τις διαβάσει, αλλά είναι βέβαιη ότι γράφει πράγματα που ούτε εκείνος είδε ούτε εκείνη. Αλλά συνεχίζει να γράφει, φροντίζοντας να έχουν βάρος οι λέξεις, να καθηλώνουν όσους τις ακούνε. Και ο δεύτερος γράφει και είναι υποχρεωμένος να την ακούει, γι’ αυτό βρίσκεται εδώ. Εκείνη ζώντας πια στην Έφεσο νοιώθει μεγάλη και δεν της κολλάει ύπνος. Μπορεί να μην έχω πια την ανάγκη να ονειρευτώ ή να ξεκουραστώ.

Η Μαρία αδυνατεί να ξεστομίσει το όνομα του, νοιώθει πως θα σπάσει κάτι αν το προφέρει. Τον αποκαλεί «εκείνος», «αυτός που ήταν εδώ», «ο γιος μου». Θυμάται όταν τον παρατηρούσε που μπορούσε άνετα να περνάει ώρες μόνος του ή να κοιτάζει μια γυναίκα σαν να ήταν ισότιμή του. Μετανιώνει γιατί θα έπρεπε να έχει δώσει μεγαλύτερη προσοχή το διάστημα προτού φύγει από το σπίτι, στο ποιος έμπαινε στο σπίτι και τι συζητιόταν στο τραπέζι της. Αλλά συχνά βαριόταν εκείνες τις κουβέντες και αποτραβιόταν στην κουζίνα. Τώρα στο δωμάτιο υπάρχει μια καρέκλα όπου δεν έχει καθίσει ποτέ κανείς. Ανήκει στη μνήμη, σ’ έναν άνθρωπο που δεν θα γυρίσει, που το σώμα του είναι πια χώμα αλλά που κάποτε διαφέντευε το σύμπαν.

Μέχρι τότε δεν είχα ακούσει κανέναν  να μιλάει για το μέλλον, εκτός κι αν μιλούσαν για την επαύριον ή για κάποιο γλέντι όπου πήγαιναν κάθε χρόνο. Πάντως όχι για κάποια εποχή που θα έρθει, όπου όλα θα είναι διαφορετικά και καλύτερα. Αυτή η ιδέα σάρωνε εκείνα τα χρόνια τα χωριά σαν το λίβα κι έπαιρνε μαζί του όποιον είχε κάποια αξία, πήρε και τον γιό μου… [σ. 21] / Εκείνες τις ημέρες του Σαββάτου, όταν πια οι προσευχές είχαν αναπεμφθεί αργά και μονότονα, περίσσευε πάντα χρόνος για να αναρωτηθεί κανείς τι υπάρχει πέρα και πάνω από εμάς στον ουρανό ή τι κόσμος βρίσκεται θαμμένος στις τρύπες της γης. [σ. 29]

Στον γάμο της Κανά πήγε για να δει αν θα μπορέσει να τον φέρει πίσω στο σπίτι. Είχε ετοιμάσει προειδοποιήσεις και απειλές σε περίπτωση που δεν έφταναν οι υποσχέσεις. είχε ξεγελάσει τον αυτό της ότι θα γύριζε κοντά της, ότι περιπλανήθηκε όσο ήταν να πρειπλανηθεί. Όταν έφτασε στην Κανά, οι μόνες κουβέντες που άκουγε ήταν γι’ αυτόν, και το γεγονός ότι αυτή ήταν η μητέρα του σήμαινε ότι και την πρόσεξαν και θέλησαν να την πλησιάσουν. Οι δρόμοι ήταν ανεξήγητα άδειοι, με μια σιγαλιά παντού, σαν να κρατούσαν όλοι την αναπνοή τους. Άλλη κουβέντα δεν άκουγες εξόν για τη δύναμη και τα θαύματα. Κανείς όμως δεν πίστευε ότι γίνεται να αναστηθεί νεκρός. Οι περισσότεροι πίστευαν ότι εν έπρεπε καν να επιχειρηθεί κάτι τέτοιο,  ότι ήταν σαν να κορόιδευες τους ουρανούς. Ο θάνατος χρειάζεται χρόνο και σιωπή. Οι νεκροί πρέπει να μένουν μόνοι με το καινούργιο δώρο τους, με την καινούργια απαλλαγή από τη στέρηση.

Όταν κατέφθανε «το τσούρμο, κάτι σαν καρνάβαλος με τον κάθε πικραμένο και μισότρελο προφήτη στην σειρά» η Μάρθα πήρε τους δρόμους να τον βρει και να του πει ότι ο αδελφός της Λάζαρος πέθανε. Η ίδια του τόνισε ό,τι του έλεγαν και οι άλλοι, ότι δεν είναι θνητός αλλά ο γιος του Θεού. Μόλις φάνηκε ο νεκρός σώπασαν τα πουλιά και αποτραβήχτηκαν. Η Μάρθα μάλιστα πίστεψε ότι ακόμα και ο χρόνος έμεινε μετέωρος, ότι μέσα σ’ αυτές τις δυο ώρες τίποτα δεν μεγάλωσε, τίποτα δεν γεννήθηκε. Ήτανε λες κι η γη έσπρωχνε προς τα επάνω τον Λάζαρο, κι εκείνος, φασκιωμένος με τα σάβανα, έκανε μια στροφή σαν το παιδί στην υγρή μήτρα, ξέροντας ότι ο χρόνος του εκεί τελείωσε και πρέπει να παλέψει να βρει τον δρόμο του για τον κόσμο. Μαζί με την οικογένειά του χάθηκαν στο εσωτερικό του σπιτιού κι  έκλεισαν τα παντζούρια να μην μπαίνει ο καυτός ήλιος. Τώρα κανείς πια δεν περνούσε ούτε απέξω από το σπίτι του.

Η Μαρία σκέφτεται πως ο Λάζαρος ζει με ένα μυστικό που κανείς τους δεν γνωρίζει. Το πνεύμα του πρόφτασε να ρίξει ρίζες στον άλλο κόσμο κι οι άνθρωποι φοβούνται ν’ ακούσουν αυτά που μπορεί να βγουν απ’ το στόμα του. Βλέπει ότι την έχουν πια συνδέσει με αυτό που συνέβη και επιθυμούν να την αγκαλιάσουν και να την ευχαριστήσουν, σαν να έχει παίξει κι εκείνη κάποιο ρόλο στο γεγονός ότι ο αδελφός τους ήταν ζωντανός. Όταν τον συναντάει θέλει να τον ρωτήσει γι’ αυτό το σπήλαιο με τις ψυχές απ’ όπου είχε περάσει. Ήταν βυθισμένο στο σκοτάδι που τα καταπίνει όλα, ή μήπως υπήρχε φως; Άκουγε φωνές ή υπήρχε απόλυτη σιγή ή ίσως κάποιος άλλος ήχος, όπως νερό που στάζει, αναστεναγμοί ή αντίλαλοι; Συνάντησε την μητέρα του, θυμόταν όσους άφησε, υπήρχε πόνος, υπήρχε φόβος; Αλλά η ευκαιρία γλιστράει από τα χέρια της, για να μην ξανάρθει ίσως ποτέ. Έβλεπε πως ο Λάζαρος πέθαινε κι αν ξαναγύρισε στη ζωή, το έκανε μόνο και μόνο να τους πει ένα τελευταίο αντίο. Κατείχε πια μια γνώση που φαινόταν ότι τον είχε πτοήσει, κάτι που του προκαλούσε άκρατη οδύνη. Ήταν μια γνώση που δεν μπορούσε να τη μοιραστεί με κανέναν, ίσως γιατί δεν υπήρχαν λέξεις γι’ αυτήν.

Θυμάται πως την ορδή πλέον ακολουθούσε ένα ακόμα μεγαλύτερο καραβάνι από πραματευτάδες, νερουλάδες, έμπορους τροφίμων, μέχρι και πυροφάγους. Πολλοί έσπευδαν για να είναι οι πρώτοι που θα διαδώσουν το μαντάτο ενός καινούργιου θαύματος, μιας νέα παραβίασης της ρωμαϊκής τάξης. Εκείνη ήταν έτοιμη να κλείσει τον γιο της σε μια πίσω κάμαρα, ώσπου να καταλαγιάσουν τα πράγματα, να βρούνε όλοι κάτι καινούργιο ν’ ασχοληθούνε. Η Μαριάμ έλεγε ότι μπορεί να γίνει μια επανάσταση ενάντια σε όλα όσα ξέρουμε από παλιά, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του θανάτου, γι’ αυτό είχε μαζευτεί τόσος κόσμος εκεί και τους άκουγαν να φωνάζουν μες στη νύχτα.

Όταν κατέφτασε το πλήθος ο γιος της φορούσε βαρύτιμα ρούχα, έναν μπλε χιτώνα που δεν είχε ξαναδεί· σηκώθηκε να τον σφίξει στην αγκαλιά της αλλά ήταν σαν ξένος, επιβλητικός, με μια τυπικότητα ασυνήθιστη. Τον προειδοποίησε πως διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο, πως τον παρακολουθούσαν αλλά αυτός την αποπήρε κι έπιασε με άλλους κουβέντες βαρύγδουπες και γριφώδεις. Και μετά ο χρόνος έπλασε τον άντρα που δεν με πήρε στα σοβαρά, που δεν άκουγε κουβέντα από κανέναν, τον άντρα που ήταν γεμάτος δύναμη, μια δύναμη χωρίς μνήμη, που δεν θυμόταν  τα χρόνια που είχαν περάσει, τότε που είχε ανάγκη το γάλα από το στήθος μου, το χέρι μου για στήριγμα τότε που μάθαινε να περπατάει… [σ. 58]

Πίσω στο σπίτι της η Μαρία προτιμούσε τις σκιερές γωνιές του σπιτιού. Πλέον γνώριζαν πού μένει και την παρακολουθούν ακόμα και την ώρα που φρόντιζε τα ζώα. Εκείνες οι μέρες ήταν ημέρες τέλους και αρχής. Ήταν σα να ζούσαν μια καινούργια εποχή, μια διαρκή φρενίτιδα υπήρχε στον αέρα, στον ίδιο αέρα όπου οι νεκροί ζωντάνευαν και το νερό γινόταν κρασί. Η μεγάλη αναταραχή τρύπωνε σαν την υγρασία στα δωμάτια όπου ζούσε. Ο κόσμος ήθελε σαν τρελός να τους ακολουθήσει ή έστω να μάθει πού βρίσκονταν. Υπήρχε η αίσθηση πως όλα τα αστέρια θα σταματήσουν να λάμπουν, ότι στον κόσμο θα γίνει τεράστια αλλαγή αλλά σύντομα συνειδητοποίησε ότι μπορεί η αλλαγή να γινόταν μόνο σ’ εκείνη.

Δεν τον έβλεπε πια σαν παιδί αλλά σαν μια δύναμη παγιωμένη, γνήσια, κάτι που έδειχνε να μην έχει πίσω του ιστορία, να μην προέρχεται από κάπου. Όσο εκείνος μιλούσε, τόσο εκείνη ονειρευόταν ότι δραπέτευαν μαζί για κάπου, οπουδήποτε. Οι Ρωμαίοι και οι Πρεσβύτες τον ήθελαν νεκρό αλλά και οι μεν και οι δε φοβούνταν να το δηλώσουν ανοιχτά.  Μετά την σύλληψή του, στις ώρες που πέρασε με τους μαθητές του σχημάτισε την εντύπωση πως οι πάντες πίστευαν ότι αυτό ήταν μέρος ενός σχεδίου, της μεγάλης απελευθέρωσης που θα βίωνε η ανθρωπότητα. Αλλά μιλούσαν και πάλι με έναν κυκεώνα γρίφων. Είχα γυρίσει ξανά στον κόσμο των ζαβών, των σπαστικών, των στενόκαρδων και των τραυλών, που όλοι τους τώρα σε κατάσταση υστερίας κοντοανάσαιναν από την έξαψη προτού καν ανοίξουν το στόμα τους [σ. 70-71]

Ένας μαθητής του την οδήγησε μέσα από στενά δρομάκια σε έναν τεράστιο υπαίθριο χώρο γεμάτο κόσμο. Όταν τον είδε να κοιτάζει τον κόσμο με φόβο και απορία, κατάλαβε πως ήταν η μόνη που συντηρούσε την ελπίδα να αφεθεί ελεύθερος. Όλοι οι υπόλοιποι γνώριζαν ότι αυτό που παιζόταν θα παιζόταν μέχρι τέλους εν ονόματι του μέλλοντος. Αργότερα καθώς το ίδιο πλήθος άνοιγε δρόμο για την ζοφερή πομπή, πάσχιζε να μην χαθεί από τους μαθητές του, αγωνιώντας μην τους ξεφύγει κάποια λέξη, μην γίνουν κι αυτοί θύμα τους. Όταν αντίκρισε τον σταυρό στον δρόμο για τον Γολγοθά της κόπηκε η ανάσα. Εκείνος σήκωσε προς στιγμήν το κεφάλι του τα μάτια του έσμιξαν με τα δικά της. Ήταν το παιδί που είχε βγει από τα σπλάχνα μου και τώρα ήταν πιο ανυπεράσπιστος από ποτέ. Ήθελε να ουρλιάξει αλλά της ψιθύρισαν πως έπρεπε να συγκρατηθεί, αλλιώς θα την αναγνώριζαν. Διατηρούσε την κρυφή ελπίδα ότι είχαν καταστρώσει ένα σχέδιο σωτηρίας και διαφυγής. Τον προσπέρασαν και περίμεναν στην κορυφή παραπάνω από μια ώρα.

Το σταύρωμα, το πρόσωπό του παραμορφωμένο, ματωμένο, αγνώριστο. Τριγύρω το πλήθος χασκογελούσε, φρόντιζε τα άλογά του, έπινε. Ήταν σαν κανονικό παζάρι. Άναβαν φωτιές για να μαγειρέψουν κι ο καπνός μπούκωνε τον λόφο κι έκανε τα μάτια να τσούζουν. Δεν γύρισε να κοιτάξει την μορφή του σταυρωμένου και ξεγλίστρησε από την πίσω μεριά του λόφου για να σωθεί, κάνοντας ότι ψάχνει κάποιον. Όταν αργότερα την φυγάδευσαν πανικόβλητοι στις ερημιές διαπίστωσε πως δεν υπήρχε κανένα σχέδιο διαφυγής, πως όλα ήταν τυχαία και αβέβαια.

Αυτή είναι η φωνή της άφωνης ως σήμερα Μαρίας, ένας μονόλογος μιας θεϊκής μορφής που γίνεται ανθρώπινη γιατί ποτέ δεν ένοιωσε θεϊκή. Όπως κάθε γυναίκα και κάθε μητέρα που θα είχε ζήσει αυτά που έζησε, είναι γεμάτη οργή, αδυνατεί να ξεχάσει τον φόβο, παραμένει καχύποπτη και απείρως τεθλιμμένη. Μπορεί ακόμα και να φτάσει μέχρι τον σαρκασμό και την μνησικακία. Ύστερα πάλι, να πετρώνει από τα βαριά συναισθήματα, να ανακτά την ψυχραιμία της και να αποστασιοποιείται. Και δεν παύει να δυσπιστεί όταν της λένε πως όσα καταγραφούν θα αλλάξουν τον κόσμο. όταν την διαβεβαιώνουν πως ήταν ο γιος του Θεού.

Μεγάλος μέρος όσων διηγείται είναι από άλλων διηγήσεις· είναι ακριβώς η μυθιστορία μιας εποχής αλλεπάλληλων και αντιφατικών αφηγήσεων· μιας ταραγμένης εποχής που η λιτή και ποιητική πρόζα του συγγραφέα (μεταπλασμένη και σε θεατρικές διασκευές και παραστάσεις) αποδίδει με τρόπο έξοχο, χαραγμένο με σιωπές, όσες και της Μαρίας μπροστά στον λεκτικό καταιγισμό του περιβάλλοντός της. Μεγαλωμένος σε σπίτι γεμάτος σιωπή, λόγω της εμπλοκής μελών της οικογένειάς του στον IRA, ο συγγραφέας γνωρίζει καλά ότι αυτός ο λόγος ταιριάζει σε οποιαδήποτε μητέρα χάνει τον μαχητή γιο της για έναν ευρύτερο σκοπό, όπως επίσης γνωρίζει πως ακριβώς αυτή τη σιωπή οφείλει να σπάει η λογοτεχνία και να δραματοποιεί το διάστημα ανάμεσα σε κάτι που έχει ειπωθεί κατ’ επανάληψη και σε κάτι που δεν έχει αρθρωθεί ποτέ, όπως έχει δηλώσει.

Υπάρχουν τόσες συγκλονιστικές στιγμές σε αυτό το υπέροχο κατά Μαρίαν Ευαγγέλιο. Όταν η Μαρία σταδιακά διαπιστώνει την αδυναμία της να τον προστατεύσει· όταν από την αίσθηση ότι μπορεί να κάνει κάτι περνάει στην συνειδητοποίηση ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Ήταν παράξενο που μπορέσαμε να μείνουμε ως απλοί παρατηρητές. […] Πώς μπόρεσα να παρακολουθώ βουβή και ασάλευτη. Όταν την ώρα «της δημόσιας έκθεσης της ήττας του» ενώ ως τότε λαχταρούσε απελπισμένα να έρθει γρήγορα το τέλος, τώρα δεν θέλει να τελειώσει, να χαθεί. Μετά, η ντροπή και η ενοχή της όταν άφησε να θάψουν άλλοι τον γιό της, χωρίς μάλιστα να γνωρίζει αν τελικά τον έθαψαν. Κι ύστερα η σφοδρή επιθυμία της αυτά που συνέβησαν να μην είχαν συμβεί, να είχαν πάρει άλλη πορεία· εκείνος να τους κοιτούσε και να αποφάσιζε όχι τώρα, όχι σ’ αυτούς. Ήταν εύκολο να τον βοηθήσει, έπρεπε να είχε προσπαθήσει περισσότερο. Η απόλυτη πεποίθησή της πως δεν άξιζε τον κόπο.

Θέλω να ζήσω πάλι στα χρόνια πριν από το θάνατο του γιου μου ή πριν φύγει από το σπίτι […] Θέλω μία από εκείνες τις χρυσές ημέρες του Σαββάτου, τις ημέρες χωρίς ανέμους, τότε που […] πήγαινα και έψαλλα τα λόγια της ικεσίας προς το Θεό για να απονείμει δικαιοσύνη στον αδύνατο, να υπερασπιστεί τον ταπεινό […]. Τότε που έλεγα αυτά τα λόγια στο Θεό, είχε σημασία ότι ο άντρας μου και ο γιος μου βρίσκονταν κάπου εκεί κοντά και ότι σε λίγο, θα άκουγα τα βήματά τους να πλησιάζουν […] ύστερα από μια ημέρα στην διάρκεια της οποίας είχαμε ανανεωθεί ως άνθρωποι και η αγάπη του ενός για τον άλλον, για τον Θεό και για τον κόσμο είχε γίνει ακόμα πιο μεγάλη, ακόμα πιο βαθιά. [σ.100-101]

Εκδ. Ίκαρος, 2014, μτφ. Αθηνά Δημητριάδου, σελ. 115. Περιλαμβάνεται επτασέλιδο επίμετρο της μεταφράστριας [The testament of Mary, 2014]

Στις εικόνες έργα των: 1. Henry Ossawa Tanner [The Annunciation], 2. Αγνώστου, Ο γάμος στην Κανά, 4. Pedro de Mena [Dolorosa Mater], 5. Παιδική ζωγραφιά [Stewart School.org], 6. Patricia Boyer σε μια από τις θεατρικές παραστάσεις του έργου, 7. Theodore Gericault [Mater dolorosa], 8. Μιχάλης Βασιλάκης [Σταύρωση], 9. John Scott [Annunciation], 10. Moise Madon [Mater Dolorosa]

14
Απρ.
20

Θανάσης Λάμπρου – Κάτω απ’ τον ανοιχτό ουρανό. Εισαγωγή στον Γκαίτε. Η τραγωδία του Φάουστ. Η αγαλλιαστική περιπλάνηση του Βίλχελμ Μάιστερ

Μπορούμε να φτάσουμε στην αληθινή και ουσιαστική γνώση; Ή μήπως αυτό που θεωρούμε γνώση δεν είναι παρά μια αυταπάτη που μας κάνει να πλανιόμαστε στην επιφάνεια των πραγμάτων; αναρωτιέται ο Φάουστ που δεν πιστεύει ούτε στην χριστιανική θρησκεία ούτε στην Ανάσταση του Χριστού αλλά σε μια ακαριαία μέθεξη στην θεϊκή μακαριότητα με το βίαιο μέσον της αυτοκτονίας. Χάρη σ’ ένα όραμα πριν την αυτοκτονία του διαπιστώνει πως η αγάπη αποτελεί την μεγαλύτερη δοκιμασία που αν την περάσει κανείς θα οδηγηθεί στην ίδια την ανάσταση. Η αγάπη είναι η δύναμη που όλα τα δημιουργεί, όλα τα συνέχει και τα συγκρατεί. Αυτό το χαρμόσυνο άγγελμα τον έκανε να νιώσει ότι γύρισε πίσω στα χρόνια που ήταν παιδί, τότε που ακόμη ψηλαφούσε και μάντευε τον κόσμο. Αυτό που του έσωσε την ζωή δεν ήταν η πίστη αλλά η ανάμνηση. Η καταφυγή στα παιδικά χρόνια, στην παιδική ηλικία: η κρυφή και ανεξάντλητη πηγή από την οποία τρέφεται ολοένα και πιο πολύ η τέχνη του ποιητή όσο περνούν τα χρόνια.

Όμως πριν από την εμφάνιση του Φάουστ στο μυθιστόρημα προηγείται ένας Πρόλογος στον ουρανό, όπου ο Μεφιστοφελής συναντά τον ίδιο τον Κύριο. Ο χώρος του Μεφίστο είναι ο κόσμος των ανθρώπων· οι άνθρωποι και τα βάσανά τους είναι το ιδιαίτερο έργο του (εδώ ο Γκαίτε ακολουθεί στην χριστιανική θρησκεία σύμφωνα με την οποία ο Διάβολος είναι ο άρχων του κόσμου τούτου). Μολονότι ο άνθρωπος είναι κάτοχος του ουράνιου φωτός, έχει καταφέρει από την αρχή της εμφάνισής του επάνω στη γη μέχρι σήμερα, να είναι χειρότερος, αγριότερος και από το πιο άγριο ζώο. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει ο Μεφίστο ύστερα από μακρόχρονη σπουδή του ανθρώπινου είδους. Ο Λόγος είναι η σωτηρία του ανθρώπου αλλά, επειδή ακριβώς δεν τον χρησιμοποιεί  οδηγείται αργά ή γρήγορα στην καταστροφή και στην αυτοκαταστροφή. Στον διάλογο που διαμείβεται στον ουρανό ανάμεσα στον Κύριο και στον Μεφιστοφελή, εν αγνοία του Φάουστ, ο Μεφιστοφελής επιθυμεί να στοιχηματίσει με τον ίδιο τον Κύριο πάνω στον ίδιο τον Φάουστ. Ο Μεφίστο θεωρεί πως ο Κύριος θα απωλέσει τον Φάουστ, φτάνει ο Κύριος να επιτρέψει στον Μεφίστο να οδηγήσει τον Φάουστ στον δικό το δρόμο. Θρασύς και πανούργος προτείνει ένα στοίχημα στον ίδιο τον Κύριο, ο οποίος τελικά του δίνει την άδεια υπό τον όρο όλα αυτά να συμβούν μόνο για όσο καιρό ζει ο Φάουστ στη γη.

Ο Μεφιστοφελής με την όψη ενός περιπλανώμενου φοιτητή εμφανίζεται στον Σπουδαστήριο όπου μελετά ο Φάουστ, στον τόπο που τον απομονώνει από τον έξω κόσμο αλλά την ίδια στιγμή είναι σαν να τον εγκαθιστά στο κέντρο του κόσμου. Η άρνηση είναι το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα του Μεφίστο – Είμαι το πνεύμα που διαρκώς αρνείται! Η συμφωνία τους είναι θέμα χρόνου· αυτός θα τον κάνει να καταλάβει τι είναι η ζωή, να του επιστραφεί η χαμένη νεότητα, τα τριάντα ολόκληρα χρόνια που έχασε μελετώντας, να ελευθερωθεί απ’ όλα και προπαντός από την μέχρι τώρα έγκλειστη ζωή του, να του δώσει όλα όσα δεν είδε κανένας άνθρωπος μέχρι τώρα. Στον πρώτο του έρωτα με την δεκατετράχρονη παιδίσκη Μαργαρίτα (Γκρέτχεν) ο Φάουστ παρακαλεί και ικετεύει να μπορέσει να βρει καταφυγή στην αγκαλιά της, αυτός που έζησε μέχρι τώρα σαν άστεγος πάνω στη γη, ένας μη άνθρωπος. Φυσικά το τραγικό τέλος αυτού του έρωτα είναι δεδομένο.

Όμως ο απόλυτος έρωτας έρχεται στην Τρίτη Πράξη του Δεύτερου Μέρους η οποία συμπυκνώνει τον ιστορικό χρόνο τριών χιλιάδων χρόνων και αποτελεί έναν οριστικό αποχαιρετισμό στον παλαιό κόσμο. Αν για τον Φάουστ όσο πιο αδύνατο είναι κάτι, τόσο περισσότερο ζητά να το φτάσει, τότε η επιθυμία του να κερδίσει την ίδια την Ωραία Ελένη, το αρχέτυπο σύμβολο της γυναικείας ομορφιάς, είναι απόλυτη και επιτακτική. Ο Γκαίτε διάλεξε την Ελένη όχι μόνο επειδή ήθελε να διατηρήσει ένα από τα σταθερά στοιχεία του θρύλου, ούτε γιατί απέβλεπε στο «πάντρεμα» του αρχαίου και του μεσαιωνικού κόσμου. Οι λόγοι ήταν πολύ βαθύτεροι, όπως βαθύτερος είναι ο συμβολισμός που φέρνει στο φως η μορφή της Ωραίας Ελένης, όπου σμίγει όλη η λαχτάρα και η νοσταλγία του αρχαίου κόσμου. Ο δρόμος προς την Ελένη είναι ο δρόμος που διανύει ο κάθε δημιουργός αναζητώντας την ομορφιά. Η ομορφιά του έρωτα και ο έρωτας της ομορφιάς μεταμορφώνουν τον άνθρωπο εσωτερικά. Όλα είναι παρόν, δεν υπάρχει ούτε το παρελθόν ούτε το μέλλον. Η Ελένη είναι η ενσάρκωση της ωραιότητας, το άχρονο, αιώνιο σύμβολο τόσο του ωραίου όσο και του έρωτα. Όταν στο τέλος της Πράξης ο Φάουστ μένει να κρατά στα χέρια του μόνο το πέπλο της, η ίδια η ομορφιά έχει χαθεί για πάντα. Το έργο τέχνης ως φορέας της ομορφιάς, γίνεται πλέον ένα άσαρκο σχήμα, ένα άδειο ρούχο για το οποίο θα ερίζουν εσαεί οι «καλλιτέχνες».

Ακολουθεί η βαθιά λαχτάρα για εξουσία, ιδιοκτησία και πλούτο η οποία δεν αποτελεί μια αόριστη επιθυμία που ποθεί ο Φάουστ αλλά ένα συγκεκριμένο σχέδιο για την πραγματοποίηση του οποίου δεν ορρωδεί προ ουδενός. Αναρωτιέμαι πώς μπορεί κανείς να μείνει ασυγκίνητος στην Πέμπτη Πράξη με τον νέο που οδηγείται στην  ταπεινή καλύβα όπου ένα γεροντικό ζευγάρι, ο Φιλήμων και η Βαυκίς, έχει περάσει όλη του τη ζωή με βαθιά απλότητα, μη ζητώντας παρά τα λίγα που χρειάζεται ο άνθρωπος για να ζήσει πάνω σ’ ένα ελάχιστο κομμάτι γης; Η καλύβα, ένα μικρό ξωκλήσι και μια παραλία βρίσκονται σε κίνδυνο καθώς εκεί κοντά έχει εγκατασταθεί ο Φάουστ με το παλάτι του, τα αποξηραντικά έργα κι ένα τεράστιο τεχνητό λιμάνι που έχουν αλλάξει ολότελα την φυσιογνωμία του τόπου. Ό,τι χαρίζει δύναμη και ανάπαυση στο γεροντικό ζευγάρι τον εξοργίζει· οι γέροι, λέει κοφτά, πρέπει να βγουν από την μέση· τα μέρη τους του χαλάνε την παγκόσμια επικράτηση.

Σε αυτά τα λίγα λόγια (και δεν είναι τυχαίο που τα εξομολογείται στον Μεφιστοφελή) εντοπίζεται το αθέατο κέντρο όλου του έργου. Εδώ εκφράζεται η βαθύτερη λαχτάρα του Φάουστ που μέχρι τώρα διάλεγε μόνο πλάγιους δρόμους. Μπορεί η επικράτειά του να είναι απέραντη αλλά τώρα θέλει να μπορεί, λέει, να κοιτάζει από εκεί ψηλά όλα όσα έφτιαξε μέχρι τώρα. Όποιος προβάλλει αντίσταση στην ισχυρότατη θέλησή του, θέληση η οποία αποβλέπει στο καλό όλων, καθώς τα μεγαλεπήβολα έργα του είναι κέρδος για όλους, τον εξοργίζει και θεωρείται εχθρός του. Το ζευγάρι βγαίνει από την μέση με τρόπο βίαιο, απάνθρωπο και ανίερο.

Αλλά στο απέραντο παλάτι του, κυρίαρχος πια όλου του κόσμου, κι ενώ δε νιώθει να του λείπει τίποτα, ο Φάουστ έχει μια βαριά έγνοια: δεν έφτασε σ’ εκείνον τον ελεύθερο, ανοιχτό χώρο, στην εσωτερική ελευθερία που απελευθερώνει τα πράγματα και φέρνει στο φως την αλήθεια τους. Όλες οι κινήσεις του τείνουν προς έναν και μοναδικό σκοπό: την παγκόσμια κυριαρχία, μια επιδίωξη που θεμελιώνεται στην πεποίθησή του πως με τον τρόπο αυτόν η ανθρωπότητα οδηγείται σε νέους κόσμους και διανοίγονται ορίζοντες που πριν κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί. Αλλά ο Φάουστ δεν θέτει ποτέ στον εαυτό του το ερώτημα εάν η ανθρωπότητα, για την οποία τόσο πασχίζει και κόπτεται, επιθυμεί να ζήσει σε αυτό τον νέο κόσμο.

Φτάσαμε σε μια διατομή των καιρών, γράφει ο συγγραφέας, όπου ο άνθρωπος φυλακίστηκε εκούσια σε έναν ανθρώπινο, πάρα πολύ ανθρώπινο κόσμο με απάνθρωπα χαρακτηριστικά που αναιρούν την ανθρώπινη ουσία του. Η πανταχού παρουσία του θεϊκού, ανήκει πια στο παρελθόν. Πανταχού παρόν είναι πλέον το ανθρώπινο είδος που επεμβαίνει με βιαιότητα παντού. Ο Φάουστ κατέληξε να γίνει εν ζωή ένας μη άνθρωπος, χωρίς σκοπό και ησυχία. Είναι ακριβώς όπως ο σημερινός άνθρωπος, που δεν βρίσκει ησυχία πουθενά, που όλες οι επιθυμίες του γεννούν άλλες με τις επιθυμίες και αυτές με την σειρά τους άλλες επιθυμίες. ο άνθρωπος που είναι ακόρεστος, εγωπαθής και αχαλίνωτος, όλο πλεονεξία και απληστία, διψώντας, επιθυμώντας με μανία την άβυσσο και, τέλος χιμώντας ίσια κατά την άβυσσο. Η τραγωδία του Φάουστ είναι ακριβώς η τραγωδία του σύγχρονου πολιτισμού μας.

Το τελευταίο μέρος του βιβλίου αφορά το τέταρτο μυθιστόρημα του Γκαίτε Τα χρόνια περιπλάνησης του Βίλχελμ Μάιστερ, που, σε αντίθεση με το πρώτο του, Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου, που τον έκανε γνωστό σε μια νύχτα σε ολόκληρο τον γερμανόφωνο κόσμο, πέρασε σχεδόν απαρατήρητο. Είναι το μυθιστόρημα που θα μπορούσε να ιδωθεί ως η άλλη όψη της τραγωδίας του Φάουστ, ως η άλλη, διαφορετική δυνατότητα στην αδιέξοδη μεγαλομανία του Φάουστ, μια προσπάθεια να φανεί ένας άλλος δρόμος. Σε αυτό το αντι-μυθιστόρημα δεν κυριαρχούν η πλοκή ή τα πρόσωπα αλλά τρεις έννοιες: η περιπλάνηση, η αποταγή και απάρνηση του εαυτού και ο σεβασμός.

Ο Βίλχελμ Μάιστερ ανήκει στην κοινότητα των περιπλανώμενων, των οδοιπορούντων, που ακολουθούν μια θεμελιώδη αρχή: Να μη μένουν στον ίδιο τόπο πάνω από τρεις μέρες και ο επόμενος να βρίσκεται μίλια μακριά από τον προηγούμενο. Ο άνθρωπος είναι κατά βάθος ένας περιπλανώμενος αυτού του κόσμου, και ολόκληρη η ζωή δεν είναι παρά μια οδοιπορία, όπου τίποτα δεν γίνεται δυο φορές· όλα συμβαίνουν μια και μοναδική φορά. Η περιπλάνηση αποτελεί για όλους τους περιπλανώμενους το μέσον εποπτείας του εαυτού τους και μια αγχιβασίη, μια προσέγγιση της κίνησης του κόσμου. Όσον αφορά την αποταγή, εδώ δεν σημαίνει τη απάρνηση των εγκοσμίων, αλλά, αντίθετα, την πλήρη και ενθουσιαστική τους κατάφαση. Η αποταγή σημαίνει περιορισμό και αυτοπεριορισμό, χάραξη ορίων, τιθάσευση και χαλιναγώγηση της σφοδρότητας του Εγώ, που οδηγούν στην αυτογνωσία. Αρνούμενος τον εαυτό του ο Βίλχελμ Μάιστερ πηγαίνει πέρα από τον εαυτό του και βλέπει καθαρά τον κόσμο.

Πρόκειται για ένα συναρπαστικό βιβλίο που δεν αναλύει ούτε σχολιάζει φιλολογικά τα δυο έργα του Γκαίτε αλλά εμβαθύνει στην πολύπλευρη θεματολογία τους, προβληματίζεται πάνω στην φιλοσοφία τους και στοχάζεται πάνω στις αλήθειες τους· μια πραγματεία που μας χαρίζει μια διπλή απόλαυση: αφενός μας παραμερίζει το βαρύ παραπέτασμα που μας κρατά αμήχανους και φοβισμένους μπροστά στα κλασικά έργα του μακρινού (;) παρελθόντος και μας προσκαλεί να εξοικειωθούμε και να οικειωθούμε με τα δυο μείζονα λογοτεχνικά έργα του Γκαίτε, και αφετέρου, μας προσφέρει ένα σπάνιο κείμενο, αυτό καθεαυτό, γραμμένο με υπέροχη γλώσσα και μια έξοχη δοκιμιακή πλοκή. Μια κατάβαση και ανάβαση μαζί, σ’ ένα συναρπαστικό λογοτεχνικό και εξωλογοτεχνικό σύμπαν.

Εκδ. Περισπωμένη, 2014, σελ. 428. Περιλαμβάνεται εξασέλιδη βιβλιογραφία.

Στις εικόνες: έργα των Georg Melchior Kraus, Harry Clarke [Εικονογράφηση για το Faust], Ary Scheffe [Faust and Marguerite in the Garden], Johann Heinrich Wilhelm Tischbein, 2 έργα αγνώστου, Harry Clarke [Εικονογράφηση για το Faust], Karl Bauer.

03
Απρ.
20

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 5: Οι ευφάνταστες

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 16 (Απρίλιος 2020), εδώ

ΧV.  Οι ξυπόλητες των ταινιών, 4: Οι ευφάνταστες

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Προσωπική επιστολή του Πανδοχέα των Γυμνών Ποδιών προς την Αμελί ή/και την Ωντρέ Τοτού

Αγαπητή μου Αμελί. Το ξέρω ότι υπάρχετε. Δεν είστε μόνο η «ηρωίδα» που υποκρίθηκε η γλυκοπρόσωπη Ωντρέυ Τωτού, με το επίθετο σαν όνομα παιδικού παιχνιδιού· μπορεί να μην της μοιάζετε καν. Δεν με παραπλανούν εμένα οι επαγγελματικές σκηνοθεσίες. Αυτή απλώς πήρε το μέρος σας, ως ικανή δραματοποιήτρια, μια πρέσβειρα αληθών χαρακτήρων που δεν είχαμε την τύχη να γνωρίσουμε από κοντά. Είμαι βέβαιος πως υπάρχετε στην πόλη που ζω και στις άλλες που δεν θα ζήσω, ως μια από τις εκατοντάδες διασκορπισμένες Αμελί. Ντύνετε κι εσείς το παραμυθένιο σας δωμάτιο σε πορφυρές παραλλαγές και συγκατοικείτε με κούκλες και παιχνίδια, επικοινωνούντα δοχεία ενός μικρόκοσμου που φτιάξατε ως περιβάλλον μιας μοναχικής μα πλουμιστής και περιπετειώδους ζωής.

Σας παρακολουθούσα μαγεμένος, όπως ακριβώς δείχνατε κι εσείς κάθε φορά που σηκώνατε τα μάτια σας προς την οθόνη των σινεμά. Μετά πηγαίνατε σπίτι σας για να αφιερωθείτε στην χαρτοκοπτική ωραίων φωτογραφιών για τα άλμπουμ σας. Άρχισα τότε να μετρώ τα κοινά μας στοιχεία, δυο μέχρι στιγμής. Η αγαπημένη σας συνήθεια ήταν να στοιχηματίζετε με τον εαυτό σας για οτιδήποτε: αν θα σταματήσει κάποιος στον δρόμο, αν θα αλλάξει πεζοδρόμιο, σε ποιο σπίτι ή κατάστημα θα μπει, ποιον θα συναντήσει. Στοιχημάτισα λοιπόν κι εγώ πως θα εμφανιστείτε ξυπόλητη·δεσμεύτηκα μάλιστα να λάβω πολύ σοβαρά υπόψη μου όσα θα συμβούν εκείνη την στιγμή – ακόμα και να μεταφράσω την πιθανή αλληγορία τους. Αν μάλιστα έβλεπα και τα πέλματά σας, θα σας το ανταπέδιδα πλησιάζοντας την πρώτη Αμελί που θα μάντευα στον δρόμο μου.

Σε κάποια σκηνή λοιπόν με προσκαλέσατε στην μεγαλόπρεπη κρεβατοκάμαρά σας, εκεί που διαβάζατε τα εικονογραφημένα σας βιβλία καταμεσής ενός θεόρατου διπλού κρεβατιού και κάνατε τις χειροτεχνίες σας πάνω (υποθέτω και κάτω) απ’ τις κουβέρτες. Και όταν κάποια στιγμή γυρίσατε μπρούμυτα, σε μια ύπτια ξυπνητή ονειροπόληση, το πλάνο γέμισε με τα περίκομψα πέλματά σας, έτσι όπως τα σταυρώνατε, σαν δυο πτερύγια που μαθαίνουν έναν τρόπο να πετάνε. Ήσασταν μοναχούλα, αλλά γνωρίζατε καλά την τέχνη της αναμονής, που, ξέχειλη από μικρές τελετουργίες, αξίζει όλο τον κόπο.

Και πράγματι, γλυκιά Αμελί, αμέλωτη όπως ήσασταν ακόμα απ’ τον έρωτα, δεν θα μπορούσατε να μην περπατάτε ξυπόλητη. Το σώμα αναζητά αλλού τα χάδια που δεν γνώρισε, ακόμα κι αν δίνονται από άψυχo δάπεδo. Σας ακολούθησα μέχρι την πολύχρωμη τουαλέτα σας, με την τετράποδη μπανιέρα και τα δεκάδες μικρά μπουκαλάκια (ακόμα κι αυτή την είχατε φτιάξει σαν κουκλόσπιτο). Πόσο εναρμονίζονταν τα δάχτυλα των ποδιών σας στα δίχρωμα πλακάκια! Κι ήταν τα ίδια δάχτυλα που αντιλήφθηκαν ένα πλακάκι που τρεμόπαιζε μαρτυρώντας ένα κούφιο σημείο από κάτω του. Εκεί ανακαλύψατε ένα φθαρμένο τσίγκινο κουτί που αγγίξατε ευλαβικά, γνωρίζοντας την αξία των παλαιών αντικειμένων. Τα μάτια σας έλαμψαν και αλμύρισαν μπροστά στην μικροσκοπική παιδική συλλογή που βρισκόταν μέσα. Πότε, ποιο και τι παιδί την έκρυψε εκεί; Δεν προφέρατε καμία τέτοια ερώτηση αλλά ασκήσατε μια εκ των άλλων τεχνών σας: την αναζήτηση ενός χαμένου προσώπου, την απόδοση του θησαυρού σε δικαιούχους μικρών μνημείων.

Πώς σιωπήσαμε και οι τρεις όταν ο μεγάλος πια εκείνος άντρας που καταφέρατε να βρείτε άνοιγε το κουτάκι του… Να βλέπεις ύστερα από χρόνια τα θησαυρίσματα που κάποτε κατέκρυψες για να τα βρίσκεις μόνος σου, στο ασφαλές υδραυλικό καταφύγιο του σπιτιού! Αυτός έφυγε με την μικρή οστεοθήκη της παιδικής του ηλικίας, δακρυσμένος και ευγνώμων, εγώ έμεινα να συγκρατώ το δικό μου δάκρυσμα, γιατί δεν υπήρχε καμία Αμελί να εντοπίσει την δική μου. Την είχα ξεχάσει στο σπίτι που παραθερίζαμε στην Αιδηψό, σ’ ένα από τα ακατοίκητα δωμάτια της εσωτερικής αυλής· ένα μεγάλο κυκλικό κουτί μπισκότων βουτύρου, γεμάτο με τις πρώτες φωτογραφίες της συλλογής μου, κάτι παλιές σταρέσσες, να μου χαμογελούν ξυπόλητες, βεβαιώνοντάς με πως θα έρθει και η δική μου ώρα στον έρωτα.

Δεν σας κρύβω πως υπήρχαν στιγμές που ένοιωσα μεγάλη ζήλεια για τον κατασυγκινημένο κύριο. Μια ολόδροση κοπέλα τού παρέδωσε την λιλιπούτεια κιβωτό που μπορεί να ήταν η απαραίτητη πλίνθος να διατηρείται όρθιος. Μήπως θα μπορούσατε να με καθοδηγήσετε να βρω την δική μου; Σας ακολούθησα σε βήτα προβολές συνοικιακών σινεμά, σε λέσχες κινηματογραφόφιλων, οπουδήποτε παίζατε. Σας νοίκιασα από βιντεοκλάμπ, σας δανείστηκα από συλλογές φίλων (κατάλαβα για άλλη μια φορά ότι δεν είστε αποκλειστική ιδιοκτησία κανενός), μήπως και βρω μια ένδειξη, ένα φωτάκι. Παρακολούθησα το έργο σας δεκάδες φορές, τις περισσότερες χωρίς να σας χάσω από τα μάτια μου. Αλλά τίποτα.

Και μια φορά, ακριβώς την στιγμή που γονατίζατε ξυπόλητη στο παραμυθένιο σας λουτρό, κατάλαβα. Το δικό μου παιδικό κουτί ήταν το ίδιο το δωμάτιο του μπάνιου στο σπίτι που μεγάλωσα. Με ηρεμούσαν τα πετρόλ πλακάκια του, οι λευκές πορσελάνες και, πίσω από την πόρτα, το ντουλαπάκι με την ετικέτα «φαρμακείο». Κάθε φορά που άνοιγα το μεταλλικό πορτάκι εισέπνεα πρώτα τις μυρωδιές των φαρμάκων· ακολουθούσε η δοκιμή της γαλαζοπράσινης αλοιφής Βιξ, η εισπνοή ενός μικρού κυλίνδρου που άνοιγε τα φραγμένα ρουθούνια, το σκόρπισμα της λευκής σκόνης του ταλκ, το άλειμμα λίγης κρέμας Νιβέα από το κυκλικό μπλε κουτί, το άπλωμα της πλαστικής υφής του λευκοπλάστ. Παραμέσα η καθησυχαστική πράσινη καρτέλα με τις ασπιρίνες και τόσες πολλές ταμπλέτες. Δεν μπορεί, όλο εκείνο το λεξιλόγιο των ξένων ονομάτων με τις τυποποιημένες καταλήξεις και τις χρωματικές παραλλαγές στις συσκευασίες –το σύνηθες μονόχρωμο κουτί, αυλακωμένο με ρίγες σε ένα, δυο ή και τρία διαφορετικά χρώματα– με καθησύχαζε πως για κάθε συναισθηματικό μου πόνο θα υπήρχε το κατάλληλο σκεύασμα ή έστω η επιβεβαίωση πως τα πάντα μπορούσαν να γιάνουν.

Σ’ εκείνη την τουαλέτα πρωτογνώρισα και ασκούσα τις ηδονές του αυτοκίνητου έρωτα, χαϊδεύοντας τις φωτογραφίες των γυμνόποδων γυναικών ή ακούγοντας την κυρία του τρίτου να παίρνει το μπάνιο της (την «πρόδιδε» η σιγανή συνοδεία της στα τραγούδια ενός μικρού ραδιοφώνου που έπαιρνε παντού μαζί της μέσα στο σπίτι). Εκεί ανακάλυπτα το σώμα μου ξανά και ξανά, με την βεβαιότητα πως δίπλα μου, στην μπανιέρα, βρίσκονταν όλες εκείνες οι γυναίκες που είχαν ήδη προσφέρει μια τέτοια σκηνή (μια από τις ελάχιστες καθιερωμένες αποκαλύψεις των κάτω άκρων στο σινεμά), βυθισμένες στις σαπουνάδες, βγάζοντας με νόημα ή χωρίς νόημα τα πόδια τους για λίγο έξω, σα να μου έλεγαν πως πλένονται ολόκληρες από την κορυφή ως τα νυχάκια ακριβώς για να ορίσουν την επικράτεια της επιθυμητής λατρείας. Γυρνούσα και σχεδόν έβλεπα την Susan Hayward (The Hairy Ape, 1944), την Edith Georges (Tant qu’il y aura des femmes, 1955), την Brigitte Bardot (Une parisienne, 1957), την Mireille Darc (Les Barbouzes, 1964) και τόσες άλλες.

Αμελί, ακριβώς την στιγμή που γινόμουν πια ένας άντρας που τα παλιά λεξιλόγια θα ονόμαζαν μεσόκοπο, ήρθατε να μου θυμίσετε ότι χωρίς τον πλούτο των μικρών μας χρόνων δεν μπορούμε να πάμε πουθενά. Ίσως πάλι να μου δείξατε ότι για κάθε αδυναμία και πόνο (ή απλώς για να αντέχεται η αγνώστου μήκους ταινία που λέγεται ζωή) υπάρχει το κατάλληλο φάρμακο, που δεν κατασκευάζει καμία φαρμακοβιομηχανία αλλά ο καθένας μόνος του, για να κάνει την ζωή του όπως κι εσείς: ένα καλειδοσκόπιο αισθημάτων, ένα παιχνίδι συνεχών επινοήσεων, μια ιδιωτική, μαγική πραγματικότητα. Ίσως η δική μου ισόβια συνταγή να ήταν η συλλογή των γυμνόποδων γυναικών των τεχνών και της ζωής μου, όπου τώρα ανήκετε κι εσείς. Γυναίκες σαν κι εσάς είναι το φάρμακό μου, και μόνο που υπάρχετε, κι ας μην σας γεύομαι.

Κάθε φορά που τελείωνε το έργο σας αναζητούσα την μοναχική κοπέλα που θα έβγαινε φωτεινή μέσα από τη σκοτεινή αίθουσα. Σας άρεσε η ταινία; Θέλετε να καθίσουμε κάπου να την συζητήσουμε; Έχετε παίξει μόνη σας κανένα από τα παιχνίδια της Αμελί; Κάνετε καμία συλλογή; Ψάχνετε τον δικό σας δικυκλιστή; Συμφωνείτε να δούμε κι άλλες ταινίες μαζί και να διαλεχθούμε πάνω τους; Την πλησίαζα χαμογελαστός, με τις ερωτήσεις έτοιμες να ξεχυθούν μπροστά της. Με κοιτούσε μάλλον αιφνιδιασμένη κι επιτάχυνε το βήμα της. Έμενα πίσω, σιωπηλός, ελπίζοντας σε ένα μέλλον όπου οι μοναχικοί θεατές θα παραμένουν έξω από το σινεμά για να μοιράζονται τις σκέψεις τους για την ταινία που είδαν κι ίσως κάποιον περίπατο. Δεν μπορείτε όμως να πείτε, προσπάθησα. Δικός σας, ΠΓΠ.

 

Αγαπητέ Πανδοχέα

Εξαιρετικά ενδιαφέροντα όσα μου γράφετε, αν και βρήκα κάπως ακραία τα περί άκρων. Δεν ξέρω πού βρήκατε αυτή την διεύθυνση και πώς την συνδέσατε μ’ εμένα. Ακόμα κι έτσι όμως οφείλω να σας διαβεβαιώσω πως δεν υπάρχω (με την έννοια που εννοείτε). Αυτό το σπίτι πράγματι ήταν το διαμέρισμα της ηρωίδας που αναζητάτε. Αλλά η Αμελί δεν μένει πια εδώ. Αντίθετα, εδώ μένουν κανονικοί άνθρωποι, που απλώς παραχώρησαν τον χώρο τους για κάποιο καιρό σε ένα συνεργείο, με το αζημίωτο, αν εξαιρέσουμε μια κούπα που έσπασε η ίδια, κάποια ημέρα έντονης απογοήτευσης σε μια εκ των δυο ζωών της. Πώς σκεφτήκατε ότι οι ρολίστριες αποδρούν από την ταινία και περιφέρονται στους δρόμους για να τις βρείτε εσείς; Πρέπει να τις δείτε όπως τα μικρά πλάσματα του ζωικού βασιλείου που ζουν λίγες ώρες της ημέρας. Έτσι και η Αμελί σας, ζει ένα δίωρο κάθε φορά που παίζεται. Είναι όμως μαγνητοσκοπημένη, μνημειωμένη, όπως τα πρόσωπα στις φωτογραφίες που ξεφυλλίζουμε στα άλμπουμ. Μια φορά τραβήχτηκαν και αμέτρητες φορές ξαναζούν, όσες τις κοιτάζουμε, ζωντανεύοντας μόνο για μας. 

Θα σας συνιστούσα να στραφείτε αποκλειστικά σε γήινα κορίτσια. Σας θάμπωσε το λαμπύρισμα των ματιών της και αγνοήσατε εκείνο των συνθεατριών σας. Αμελήσατε τις Αμελί των καθημερινών σας διαδρομών. Απογοητευτήκατε από τα πλησιάσματά σας, ενώ γνωρίζετε καλά πως πρέπει να συνεχίσετε, όπως σ’ εκείνο το παιχνίδι της με τους αριθμούς. Μπορεί η 23η ή 44η κοπέλα που θα μιλήσετε να είναι όντως η δική σας Αμελί. Χάρη σ’ εκείνο το κουτί και σε άλλα περιστατικά που θα θυμάστε καλά, η ίδια συνειδητοποίησε ότι έχει τη δύναμη να αλλάζει τις ζωές των ανθρώπων που βρίσκονται γύρω της. Της το οφείλετε, να αλλάξετε την δική σας – κερδίσατε και το στοίχημα με τα πόδια της. Στρωθείτε λοιπόν. Αν πάλι επιμένετε, σας καλώ να μού αποδείξετε ότι οι ηρωίδες των ταινιών και των βιβλίων συνεχίζουν να ζουν κι έξω από αυτά. Γράψτε λοιπόν εκείνο το βιβλίο και βλέπουμε. Τότε θα πειστώ, εφόσον, άλλωστε, πιστεύω, περισσότερο στην λογοτεχνία παρά στη «ζωή». Δική σας, Α., κάτοικος του σπιτιού της κινηματογραφημένης Αμελί. 

H ταινία: Amélie (Jean-Pierre Jeunet, 2001)

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.




Απρίλιος 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930  

Blog Stats

  • 1.027.939 hits

Αρχείο