Αρχείο για Ιουλίου 2021

13
Ιολ.
21

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 17: Οι πλανημένες

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 31 (Ιούλιος 2021), εδώ

XXVΙΙ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 17: Οι πλανημένες

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Θα σας κάνω μια ερώτηση κι εσείς απαντήστε την στον καθρέφτη του σπιτιού ή της οθόνης σας, σε απόλυτη μόνωση. Θελήσατε ποτέ να γίνετε για λίγες ώρες ένα κάθαρμα του έρωτα και στη συνέχεια να επιστρέψετε χωρίς συνέπειες στην προηγούμενη αγία σας κατάσταση; Για παράδειγμα, να διασπείρετε ζιζάνια σε μια ευτυχισμένη σχέση και μετά να ξαπλώσετε πάνω στα χαλάσματά της ή να παρασύρετε μια γυναίκα στα εδάφη του δικού σας (ψευδούς προφανώς) έρωτα; Να χορτάσετε απ’ το θύμα σας για όσο θελήσετε και μετά να σπεύσετε στο επόμενο; Σφίχτηκε το στομάχι σας, όπως και το δικό μου, έχετε δίκιο, δεν σκεφτήκαμε ποτέ τέτοια πράγματα. Αν όμως, λέμε αν, με υποχρέωναν με τις χείριστες απειλές να επιλέξω έναν τεχνουργημένο παλιάνθρωπο, αυτός θα ήταν ο απόλυτα ανήθικος Βαλμόν του επιστολικού μυθιστορήματος του Πιέρ Σοντερλό ντε Λακλό Επικίνδυνες σχέσεις [1782].

Η εκλογή του πρωτογενούς, βιβλιογραφημένου ήρωα θα μου χάριζε ζηλευτή καταγωγή και περίφημες περγαμηνές, περίτεχνη πλάση από ιδιαίτατο συγγραφέα και ανυπέρβλητες σελίδες προς τιμήν μου. Αμάθητος, όμως, σε περιβάλλοντα άλλων αιώνων, είναι αδύνατο να μην προτιμήσω μια κινηματογραφική του εκδοχή και να ενδυθώ μια ακαταμάχητη αντρική φιγούρα, πόσο μάλλον αν πρόκειται ν’ αγκαλιαστώ διαδοχικά από τρεις γυναίκες επ’ ουδενί απαρνήσιμες. Να είμαι γητευτής περίκομψος σαν τον Ζεράρ Φιλίπ – πόσους άλλους άντρες θα υποκρινόταν αν δεν ασθενούσε τόσο νέος και δεν πέθαινε οχτώ βδομάδες αργότερα! – να χαίρομαι τα καπνισμένα καταγώγια και τα ξέφρενα πάρτι στην Γαλλία του 1959 και να γίνομαι αποπλανητής γυναικών που επιθυμούσαν την αποπλάνηση και μου παραχωρούσαν ακόμα και ασυνείδητα το δικαίωμα να γκρεμίσω τα τείχη τους και να εισβάλλω στους λειμώνες που μοσχοβολούσαν στην μέσα πλευρά.

Δεν θα κατάφερνα τίποτα απ’ όλα αυτά αν δεν είχα δίπλα μου την πιο διεφθαρμένη Ιουλιέττα των τεχνών, την σύζυγό μου Ζυλιέτ με την μορφή της Ζαν Μορώ. Το πρόσωπό της είχε την ωραιότητα της ωριμότητας αλλά έκρυβε δόλους και διαστροφές. Μαζί περιγελάσαμε την δυαδικότητα της αγάπης και τις δήθεν αφοσιωτικές και αποκλειστικές σχέσεις (εκείνη το θα το ξανάκανε στο Ζυλ και Ζιμ) και συμφωνήσαμε κοινή ερωτική ελευθερία υπό τον όρο να μην ερωτευτούμε κάποιο από τα θύματά μας. Παραμερίζαμε ζήλειες και άλλα ταπεινά συναισθήματα και μοιραζόμασταν κάθε λεπτομέρεια των αποπλανήσεών μας.

Ήμασταν ακαταμάχητοι. Περιφερόμασταν στις κοινωνικές συναθροίσεις κι όλοι μιλούσαν για μας κι εμείς με τη σειρά μας απογειώναμε ή προσγειώναμε όσους μας περιτριγύριζαν. Όταν κάποιος ήδη παγιδευμένος στα δίχτυα της τής ζήτησε λίγο περισσότερο χρόνο και την ρώτησε γιατί παραμένει μαζί μου, εκείνη τον παρότρυνε να κοιτάξει την ομήγυρη: όλες οι γυναίκες βαριούνται περισσότερο με τους εραστές τους παρά τους συζύγους τους – με τον Βαλμόν δεν το παθαίνω ποτέ. Σ’ εκείνο το πάρτι την ρώτησα για τους άντρες της και μου είπε πως τους βαρέθηκε και ψάχνει τρόπο να τους χωρίσει. Πάντα υποστήριζε πως το στυλ του χωρισμού είναι όλη η γοητεία της σχέσης. Μου άρεσε να την φιλώ όταν τους μιλούσε στο τηλέφωνο. Βέβαια μετά μπορούσε να αρνείται τον έρωτά μου: δεν απατώ τον περιστασιακό εραστή μου ούτε μ’ εσένα. Η δική μου φιλοσοφία συνοψιζόταν στη φράση: «σε ήθελα, σε κέρδισα, αντίο». Μετά ευχαρίστως θα αποκαθιστούσα τις τεθλιμμένες ερωμένες, όπως ο Καζανόβα, που τους έβρισκε συζύγους.

Το πρώτο μας θύμα ήταν η ξαδέλφη μου, νεαρότατη Σεσίλ. Σκόπευε να παντρευτεί κάποιον Κουρτ αλλά ήταν ερωτευμένη με τον φοιτητή Ντανσενί (έναν νεότατο Ζαν-Λουί Τρεντινιάν) που, ασπούδαστος και αστράτευτος, της ζητούσε να κάνει υπομονή. Η Ζυλιέτ ενθουσιάστηκε· ήταν η τέλεια πρόκληση σαγήνευσης, κάτι σαν διπλή κλοπή. Στις επιφυλάξεις μου για την συγγενική μας σχέση μου απάντησε: Κι εγώ είμαι γυναίκα σου και σου κάνω ένα μέγιστο δώρο. Είναι νεότατη, λίγο αδέξια, αλλά τα μάτια της είναι γεμάτα υποσχέσεις. Ό,τι μαθαίνουμε σ’ αυτή την ηλικία μένει σ’ όλη μας τη ζωή. Θα γελάμε για χρόνια, είπαμε για άλλη, μια φορά και με διαβεβαίωσε να μην ανησυχώ για την ευαίσθητη Σεσίλ. Μια νεαρή γυναίκα διαπλάθεται, όπως εσύ διέπλασες εμένα. Ποιος διέπλασε ποιον… αναρωτήθηκα εντός μου.

Αμέσως συνέλαβε το σχέδιο, να μην πάω στην Ελβετία, όπως σκόπευα, αλλά σ’ ένα χιονοδρομικό κέντρο στην Μεζέβ, μαζί τους· απλώς άλλαξα χιόνι. Όταν την συνάντησα η παμπόνηρη μητέρα της σκέφτηκε πως βρισκόμουν εκεί για να παρασύρω κάποια, μόνο που η τελευταία που θα σκεφτόταν ήταν η κόρη της. Καθώς επέμενε της υποσχέθηκα πως θα της αποκαλύψω το όνομα του θύματος όταν θα έχει ενδώσει. Πόσο με διασκέδαζαν τέτοιες κωμικοτραγικές ειρωνείες! Φρόντισα έγκαιρα να συνδεθώ καλύτερα με την Σεσίλ εξασφαλίζοντας μια μεταξύ μας συνενοχή, καθώς την βοήθησα να κρύψει ένα γράμμα από τον κρυφό μνηστήρα της. Αλλά στις χιονισμένες πλαγιές γνώρισα την Μαριάν, ενδεδυμένη με την αγγελική ξανθότητα της Ανέτ Βαντίμ, και τώρα η σαγήνη ήταν όλη δική μου. Η ομορφιά της εκτυφλωτική, η αγνότητά της άστραφτε σαν το ολόλευκο φως τους. Μέχρι σήμερα είχα εύκολες κατακτήσεις, τώρα μου παρουσιαζόταν μια γυναίκα ιδιαίτερης δυσκολίας. Ήταν παντρεμένη και είχε έρθει με την κόρη της και την θεία της σε ένα μικρό απομακρυσμένο σαλέ. Πάντα πίστευα ότι δεν υπάρχει απόρθητο φρούριο αλλά κακοί πορθητές, όμως τώρα η ποθητή πόλη έμοιαζε απροσπέλαστη.

Κι έτσι αποφάσισα να χρησιμοποιήσω ένα απροσδόκητο όπλο: την αλήθεια! Όταν γνωριστήκαμε άρχισα να της διηγούμαι τα κατορθώματά μου ως ενός ακόρεστου, μανιασμένου Δον Ζουάν. Της μίλησα για την συμφωνία με την γυναίκα μου να τα λέμε όλα, να επιτρέπουμε και να τολμούμε τα πάντα· για τον μοναδικό μας κανόνα να παραμένουμε διαυγείς και να μην πέσουμε στην παγίδα του έρωτα. Δεν έκρυψα την παραμικρή λεπτομέρεια, για να δω τι άντεχε ν’ ακούσει. Με άκουγε προσοχή, όχι χωρίς θλίψη. Και τότε ζήτησα την βοήθειά της. Στον έρωτα, της είπα, δεν αναζητούμε παρά την πλήρη ηδονή – μέχρι που η ηδονή γίνεται θλίψη. Ακολουθεί το παραλήρημα κι ύστερα μένει μια μεγάλη αγωνία, ένας βαθύς φόβος… Ήμουν τόσο καλός ώστε παραλίγο να πιστέψω την εξομολόγησή μου. Ήμουν βέβαιος πως η Μαριάν θα ζητούσε να με ξαναδεί κι αυτό θα της δημιουργούσε τύψεις. Δεν ήθελα να της τις αφαιρέσω, ήθελα να διαθέτει αρετή που θα θυσίαζε για μένα. Έσπευσα να τα γράψω όλα στην γυναίκα μου κι εκείνη κατέφτασε εσπευσμένα.

Εξαντλημένος από την προσπάθεια, αναζήτησα καταφύγιο κάτω από τις ζεστές κουβέρτες της Σεσίλ. Χτύπησα την πόρτα του δωματίου της στο ξενοδοχείο, εισέβαλα στο δωμάτιό της και, εμπνευσμένος από μια ερωτική γκραβούρα στον τοίχο, της σήκωσα τα σκεπάσματα. Τα πάνω πόδια της έγιναν ζεστό προσκεφάλι μου. Μου εμπιστεύτηκε τον ερωτικό της διχασμό, ενώ κατέγραφα τα πάντα μ’ ένα κρυμμένο κασετόφωνο, για να την έχω αιχμάλωτη των λόγων της. Μιλούσαμε τον πληθυντικό της ευγένειας, την διαβεβαίωσα πως την καταλαβαίνω που όλοι της φέρονται σαν μικρό παιδί, της επισήμανα πως ο έρωτας είναι η τέχνη να βοηθάς την φύση. Στο τέλος της είπα δεν σας αφήνω αν δε με αφήσετε να σας φιλήσω και φυσικά η πρώτη ανταπόκριση ήταν όχι και κάποια επόμενη ήταν ναι. Εσείς, τυχεροί για άλλη μια φορά, είδατε τον πρώτο μας εναγκαλισμό σ’ ένα ιδανικό καρέ: ημίφωτο δωμάτιο, η ράχη μιας πολυθρόνας και εξέχοντα αυτής τα έξοχα πόδια της, λες και ύψωναν ένα σύνθημα απελευθέρωσης. Φεύγοντας της έκανα την φιλοφρόνηση πως της πάνε οι μαύροι κύκλοι γύρω από τα ματάκια της. Όντως της πήγαιναν.

Πίσω στο σαλέ άρχιζε η χορευτική βραδιά των θαμώνων. Μόλις κατέφτασε η Μαριάν κι έσπευσε στην τουαλέτα να αλλάξει παπούτσια, την βοήθησα να βγάλει τις χιονισμένες της μπότες. Χορέψαμε, της έδινα να πίνει και στο σβήσιμο των φώτων για την αλλαγή του χρόνου ανταλλάξαμε το τελευταίο φιλί της χρονιάς και το πρώτο της επόμενης. Κατόπιν φρόντισα να την γειώσω: όταν με ρώτησε τι είπα στην γυναίκα μου για εκείνη, της απάντησα πως την Ζυλιέτ δεν την ενδιαφέρουν οι συμβατικές γυναίκες. Όταν αποσύρθηκε από τον χορό, την ακολούθησα στο δωμάτιό της. Της είπα πως την αγαπώ, πως εκείνη με ανάγκασε να το εκστομίσω, γιατί δεν ήθελα να το ξέρει για να μη χαλάσει η φιλία μας, το μοναδικό έντιμο πράγμα στην ζωή μου. Ήθελε να φύγω αλλά συνέχισα: εφόσον με άλλαξε δεν έχει δικαίωμα να με διώχνει, το μόνο που της ζητάω είναι να την βλέπω καμιά φορά. Πόσο μου άρεσε να την βλέπω να αμύνεται και σιγά σιγά να χάνει τον έλεγχο!

Στο δωμάτιο με περίμενε η γυναίκα μου, αδημονώντας να μάθει τι συνέβη. Της είπα ότι δεν ήθελα να πιέσω άλλο το θήραμά μου, προτιμούσα να μου παραδοθεί. Μου τόνισε με την γνώριμη δηκτική της ηρεμία πως έχω ήδη αγαπήσει εκείνη την γυναίκα· πως έχουμε κι εμείς αξιοπρέπεια και δεν πρέπει να υποκύπτουμε στα ψέματα που εκφυλίζουν τα άλλα ζευγάρια. Ήθελε να το παραδεχτώ, να είμαι ειλικρινής και απέναντί στον εαυτό μου. Την διαβεβαίωσα πως αγαπώ μόνο μία, την έμπιστή και συνένοχό μου, αυτήν! Και τότε μου ζήτησε να της αποδείξω την αγάπη μου κι ο τρόπος ήταν ένας: να αποπλανήσω την Μαριάν και μετά να την παρατήσω, όπως έκανα πάντα ως τώρα. Της το υποσχέθηκα.

Η Ζυλιέτ προχώρησε στο βήμα που πάντα απολάμβανε. Πήγε στην Σεσίλ και της είπε ότι γνωρίζει όσα συνέβησαν. Εκείνη απολογήθηκε πως εγώ την υποχρέωσα να μου δοθεί, παρά την ντροπή και το κλάμα της. Η γυναίκα μου την καθησύχασε: Δεν ήταν σα να τον αγαπάς εκείνη τη στιγμή; Η ντροπή του έρωτα είναι σαν τον πόνο του, συμβαίνει μόνο μια φορά. Η Σεσίλ αγκαλιά με τις γάμπες της την άκουγε να την συμβουλεύει, να της προτείνει να αγαπά τον Ντανσενί με την καρδιά της κι εμένα όπως εκείνη τη νύχτα. Αλλά δεν πρέπει να δίνεται σ’ έναν άντρα και μετά να του κλείνει την πόρτα κατάμουτρα γιατί αλλιώς θα πάει να αποκαλύψει τα πάντα! «Ο άντρας κάνει το πρώτο βήμα, η γυναίκα τα επόμενα». Την είχαμε πλέον καλά δεμένη. Κι έτσι την επισκέφτηκα κι ήταν πάνω στη γυμνή της πλάτη που τηλεφωνούσα στην Μαριάν αλλά η θεία της αρνούνταν να μου την δώσει. Και καθώς βοηθούσα την Σεσίλ στη μελέτη της γεωμετρίας, τότε συνέλεβα την ιδέα πως ο συντομότερος δρόμος είναι η ευθεία: ένα τραίνο κατευθείαν ως το σπίτι της.

Την επισκέφτηκα σε ώρα που γνώριζα πως θα είναι μόνη. Μου άνοιξε γοητευτικότερη από πότε, με την σπιτική της ρόμπα, τα λυτά της μαλλιά, την θλίψη και την οργή μοιρασμένες στο βλέμμα. Της είπα πως αυτή τη φορά δεν χρειάζεται να με διώξει, απλά πήγα να την αποχαιρετήσω· εγκαταλείπω γυναίκα και καριέρα, δέχτηκα μια δουλειά έντεκα χιλιάδες τριακόσια πενήντα χιλιόμετρα μακριά, στη Ρεϋνιόν, ένα νησί ανατολικά της Μαδαγασκάρης. Η ιδέα ότι θα ζούσαμε στην ίδια πόλη χωρίς την δυνατότητα να την βλέπω θα μου ήταν ανυπόφορη. Έφευγα για να γλιτώσω από τον εαυτό μου· η ζωή μου ήταν ένα κενό που εκείνη μ’ έκανε να καταλάβω. Ήταν η στιγμή που υπολόγιζα πολύ στη βοήθεια των δακρύων αλλά η τεταμένη μου προσοχή τα έφραζε. Τότε θυμήθηκα τα μαθήματα της Ζυλιέτ, ότι σε αντίθεση με τους άντρες που φοβούνται μη γελοιοποιηθούν, οι γυναίκες αισθάνονται μεγαλείο την στιγμή που είναι έτοιμες να παραδοθούν. Καθώς οι άνθρωποι που λένε πως θα αυτοκτονήσουν ποτέ δεν το κάνουν, προτίμησα να την αφήσω να μαντέψει κάποια σκοτεινή πρόθεση αυτοκαταστροφής, σε σημείο εκείνη να θεωρεί ότι αν μου παραδιδόταν θα μου κάνει μικρότερο κακό. Όταν κατάλαβα πως μίλησα αρκετά, ετοίμασα την Έξοδό μου. Της ευχήθηκα να είναι πάντα ευτυχισμένη γιατί μόνο αυτό θα μετράει μέσα μου, της φίλησα τρυφερά τα χέρια και κίνησα προς την πόρτα. Έτρεξε να με σταματήσει, να μου πει πως δεν θέλει να είμαι δυστυχισμένος – πόσο πανέμορφη η μορφή της έτσι όπως με αντίκριζε με τρυφερότητα! Φιληθήκαμε, γονατίσαμε, παραδόθηκε, μου δόθηκε. Όλα τούτα τα μετέφερα με κάθε λεπτομέρεια σε γράμμα προς την γυναίκα μου.

Η επόμενη σκηνή άξιζε κάθε κόπο και σκοπό που αγιάζει τα μέσα. Στο πρώτο της πλάνο τα πόδια της βρίσκονται «σε πρώτο πλάνο», μ’ ένα σπάνιο στα κινηματογραφικά χρονικά ζουμ, βυθισμένα στο μαλακό καναπέ της, λες και τα δάχτυλα μόλις αναδύονται στην νέα πραγματικότητα. Ο φακός ανεβαίνει στις γάμπες, στους μηρούς, στο στομάχι με τις σπαρμένες ελίτσες. Εκείνη βρίσκεται ξαπλωμένη στον καναπέ, καλύπτοντας την άνω γύμνια της κι εγώ καθισμένος στο πάτωμα, γερμένος πάνω της. Η ζεστή της παλάμη πλευρίζει το μάγουλό μου. Είναι η απόλυτη μεταστιγμή της σύμμειξης των εραστών. Έως και η μυρωδιά των υγρών μας είναι εμφανής για τους διοπτροφόρους της θείας ερωτικής ευχαριστίας. Η απόλαυση ήταν πλήρης και αμοιβαία. Της υποσχέθηκα αιώνια αγάπη και πρέπει να παραδεχτώ πως για κάποια ώρα ή κάποια λεπτά, ποιος ξέρει πόσα, το εννοούσα.

Αποφασίσαμε να κρυφτούμε μερικές ημέρες σ’ ένα ξενοδοχείο στην Νορμανδία. Μουντό κλίμα, έρημη παραλία, μακριά κάποιος καθάριζε μια σειρά από άδειες καμπίνες. Περπατούσαμε στην πλατειά αμμουδιά, ξαπλώσαμε, της έβγαλα τα παπούτσια και τις λεπτές κάλτσες, φίλησα τα ακρόδάχτυλα και ζέστανα με το χνώτο τα πέλματά της, καθώς ανταλλάζαμε ερωτικούς λόγους. Απορούσα με τον σκηνοθέτη Ροζέ Βαντίμ που παρέδιδε στα χείλη μου τα γυμνά πόδια της γυναίκας του. Εμφανώς δεν συμμεριζόταν τις προτιμήσεις μου, εκτός εάν προέκρινε ακριβώς την συλλογική της μνημείωση.

Στο δωμάτιο του ξενοδοχείου μου τηλεφώνησαν για μια νέα σημαντική δουλειά: έναν οργανισμό για υπό ανάπτυξη χώρες. Η Μαριάν μελαγχόλησε, το σχέδιο μας για ένα σπίτι στο Μαρλί με τριανταφυλλένιο κήπο έπρεπε να παραμεριστεί. Άνοιξα ένα σημειωματάριο να της δείξω το νέο δρομολόγιο της αγάπης μας: Τόκιο, Ναϊρόμπι, Καλκούτα. Μου είπε πως φοβάται, της είπα πόσο μ’ αρέσει όταν φοβάται. Έσπευσα στην Ζυλιέτ που φυσικά είχε μεσολαβήσει για τη νέα μου δουλειά. Με ρώτησε αν κράτησα την υπόσχεση να χωρίσω την Μαριάν, παραδέχτηκα πως δεν βρίσκω τον τρόπο. Τότε ανέλαβε εκείνη να της τηλεγραφήσει. Μαντάμ Τουρβέλ, Ξενοδοχείο ντι Ρουά, Ντοβίλ. « Άγγελέ μου, βαριόμαστε τα πάντα, είναι νόμος της φύσης, στοπ. Σε πήρα με ευχαρίστηση και σε αφήνω χωρίς λύπη, στοπ.» Την κοιτούσα έκπληκτος, μα όφειλα να υποχωρήσω. Το τηλεγράφημα θα έφτανε σε μία ώρα, όταν η Μαριάν είχε ήδη τηλεφωνήσει στον σύζυγό της να του ανακοινώσει τον έρωτά μας και το τέλος του γάμου τους. Τώρα δεν είχε καν την δυνατότητα να επιστρέψει στην προηγούμενη ζωή της. Συγκρατούσα τα συναισθήματά μου αλλά όταν της τηλεφώνησε ο Ντανσενί εξοργίστηκα. Τι σχέση είχε μαζί της; Μου εξήγησε πως η Σεσίλ την είχε παρακαλέσει να τον πείσει να παντρευτούν, και φυσικά η Ζυλιέτ έκανε το αντίθετο: του είπε ότι ένας νέος ερευνητής δεν πρέπει να παντρεύεται και τον προσέλκυσε στην γοητεία της. Τώρα ετοιμαζόταν να τον συναντήσει, αυτόν τον νεαρό! Φιλονικήσαμε, μου είπε πως επέστρεψα σαν κακός σύζυγος, την προειδοποίησα πως, αν πάει, είμαστε σε πόλεμο. Η συμφωνία μας είχε διαρρηχθεί.

Στου Μιγκέλ, άντρο πρόσφορο για κάθε είδους ξεσάλωμα, άρχιζε να παίζει μια τζαζ μπάντα, με τον διονυσιακό Art Blakey στα κρουστά. Αφού η γυναίκα μου είχε εκεί ραντεβού με τον Ντανσενί, θα πήγαινα κι εγώ με την Σεσίλ, στην οποία τα μαρτύρησα όλα, το ίδιο και στον μνηστήρα της. Η Ζυλιέτ τους βρήκε αγκαλιασμένους, να την αγνοούν. Εκείνη η πληγωμένη της, δήθεν ανεπηρέαστη έκφρασή της! Την ειρωνεύτηκα με τα ίδια λόγια που χρησιμοποίησε όταν υπέφερα. Εγώ δεν χλευάζω, εκδικούμαι, είπε κι αποχώρησε. Ο κόσμος άναβε, η τζαζ αγρίευε, τα φώτα χαμήλωναν. Ξεσαλωμένες γυναίκας χόρευαν και μεθούσαν. Μπροστά μου κάποια σωριάστηκε χαμογελαστή στην πολυθρόνα, πετώντας τα παπούτσια της. Επιχείρησα να τηλεφωνήσω στην Μαριάν αλλά μάταια. Όταν ο Ντανσενί επέστρεψε στο δωμάτιό του τον περίμενε η Ζυλιέτ και του έδωσε το γράμμα που της είχα στείλει, περιγράφοντας την νύχτα μου με την Σεσίλ του. Η εκδίκησή της είχε τον γραφικό μου χαρακτήρα.

Συνέχισα να πίνω και να κοιτάζω τις γυναίκες να οργιάζουν μα καμία δεν μου έκανε αίσθηση. Όταν επέστρεψε οργισμένος ο Ντανσενί ήμουν σχεδόν μεθυσμένος. Μου έδειξε το γράμμα και του απάντησα με θράσος πως αναπλήρωσα τα καθήκοντά του όσο εκείνος έλειπε, πως τους συμφιλίωσα και της βρήκα πατέρα για το παιδί που της έκανα. Με γρονθοκόπησε κι ασταθής όπως ήμουν απ’ το ποτό έπεσα και χτύπησα ανεπανόρθωτα το κεφάλι μου – ένας συνήθης κινηματογραφικός θάνατος. Η Μαριάν πληροφορήθηκε τον θάνατό μου από τις εφημερίδες αλλά αρνήθηκε να τον αποδεχτεί: έλεγε στην θεία της πως με περιμένει για το Ρεϋνιόν μας, που, τι ειρωνεία,  σημαίνει και επανένωση. Όσο για την γυναίκα μου, επιχειρούσε να κάψει όλα μου τα γράμματα όταν την επισκέφτηκε ο επιθεωρητής. Πάνω στο πανικό της άρπαξαν φωτιά τα μαλλιά της και παραμορφώθηκε το μισό της πρόσωπο – όλοι έλεγαν πως απέκτησε την εικόνα της ψυχής της.

Παραπλανημένες, αποπλανημένες ή απλώς πλανημένες, η γυναίκες πίστεψαν πως οι Επικίνδυνες Σχέσεις μπορούν να καταστούν ασφαλείς. Όμως τα ίδια τους τα πόδια έπαιρναν άλλη θέση. Τα πόδια της Σεσίλ στην πολυθρόνα του ξενοδοχείου εκκινούσαν την παράδοσή της στην αποπλάνηση, την οικειοθελή προσχώρηση στην πλάνη ενός άλλου, διαφορετικού έρωτα· τα πόδια της Μαριάν στον καναπέ του σπιτιού της την ολοκλήρωναν· και, τέλος, τα δια χειρός μου γυμνούμενα πόδια της στην παραλία επισφράγιζαν την οριστική της άφεση σε μια νέα ερωτική ζωή.

Φυσικά επανέλαβα πλείστες εκδοχές αυτού του κινηματογραφικού μου βίου, στις οποίες αρνιόμουν να παραδώσω το πνεύμα υπό τους καπνούς εκείνης της οργιαστικής τζαζ, παρόλο που, ομολογουμένως, επρόκειτο για έναν ωραίο θάνατο. Τον απέδωσαν σ’ ένα λάθος και συνέχισα να ζω και να πλανεύω ετοιμοπαράδοτα σώματα, με την αγαστή συνεργασία της άσπονδης εταίρου μου, με την οποία, συμφιλιωμένοι, συνεχίζαμε εθισμένοι στις ερωτικές εξαπατήσεις, σαν ναρκομανείς που έχουν το ίδιο πάθος και προτιμούν να παίρνουν την δόση τους μαζί παρά μόνοι. Ίσως πάλι να είχα διαλύσει την συζυγική μας αδελφότητα και να επιχειρούσα μόνος, με πλήρη ελευθερία κινήσεων στην αέναη αυταπάτη των κατακτήσεων, έχοντας παραγνωρίσει τον αφορισμό της Ζυλιέτ: «Σας διαλέγουμε, σας κερδίζουμε και πιστεύετε πως μας κατακτήσατε». Εννοείται πως δεν τέθηκε θέμα να αλλάξω χαρακτήρα και να μετανοήσω, καθώς αποτελούσε σταθερό κανόνα του παιγνίου μου να μην προδίδω ποτέ έναν ρόλο. Άλλωστε, τέτοιες μεταμέλειες συμβαίνουν μόνο στο σινεμά. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: Liaisons Dangereuses (Roger Vadim, 1959). Οι γυναίκες: Jeanne Moreau (Juliette), Annete Vadim (Marianne), Jeanne Valérie (Cécile)

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

07
Ιολ.
21

Christine Beigel – Hervé Le Goff – Ο κροκόδειλος που φοβόταν το νερό

Κάτω από το κρεβάτι κρύβεται ένα τέρας ή μια παλιά χαμένη κάλτσα; Μήπως το τέρας παραμονεύει μέσα στον βυθό ή πρόκειται για ένα απλό φύκι; Οι φοβίες κάθε είδους δεν παύουν ποτέ να συντροφεύουν κάθε ανθρώπινο πλάσμα, πόσο μάλλον τα παιδιά· κι έτσι μια σειρά βιβλίων δοκιμάζουν να τις γνωρίσουν και να τις αντιμετωπίσουν με μικρές πλην ευφάνταστες ιστορίες.

Αυτή τη φορά γνωρίζουμε έναν γλυκύτατο κροκόδειλο που φοβάται πολύ το νερό και εκδηλώνει τον φόβο του με έναν …χμ… ιδιαίτερα εκδηλωτικό και αστείο «σωματικό» τρόπο. Οι φίλοι του – ένα φλαμίνγκο, μια μαϊμουδίτσα κι ένας ελέφαντας – δεν σκοπεύουν να μείνουν άπραγοι. Δεν είναι τόσο ότι παίρνουν κι αυτούς τα … σκάγια, όσο το ότι πραγματικά επιθυμούν να βοηθήσουν τον καλό τους σύντροφο να διώξει τον φόβο του. Κι εδώ καταστρώνεται ένα σχέδιο που περιλαμβάνει μια έξυπνη ιδέα κι ένα υποβρύχιο καμουφλάζ αλλά όλα εξελίσσονται διαφορετικά απ’ ότι περίμεναν οι δαιμόνιοι ζωο-φίλοι! Ένα ριψοκίνδυνο άλμα και μερικές αναπάντεχες δαγκωνιές ακολουθούμενες από θεαματικές εκτινάξεις κινδυνεύουν να χαλάσουν τα πάντα αλλά στο τέλος η λύση έρχεται από άλλο δρόμο, από εκεί που δεν το περιμένουν·  στην ουσία όμως το έχουν ήδη δρομολογήσει με την καλή τους καρδιά και την διάθεση βοήθειας.

Με σκίτσα που προκαλούν χαμόγελο και τρυφερό γέλιο και χρωματισμούς σ’ όλες τις αποχρώσεις του κίτρινου και άλλων ζωηρών χρωμάτων, αυτό το βιβλίο μικρού μεγέθους αποτελεί μια ακόμα δημιουργία ενός συμπαθέστατου ζευγαριού συνεργατών, δυο πενηντάχρονων Γάλλων που γράφουν και εικονογραφούν «Μικρά βραδινά παραμύθια» με χαρούμενες ιστορίες, σε ευαίσθητα θέματα, για ήσυχα βράδια. Ο τρόπος τους κάθε φορά είναι η «ιστορία μέσα στην ιστορία»: η ιδέα τους είναι όλες οι ιστορίες να αποτελούν «Παραμύθια της γιαγιάς κότας», η οποία και τα διηγείται στα κλωσσοπουλάκια που έχουν πάντα σχετικές ανησυχίες.

Έτσι ο κροκόδειλος που φοβόταν το νερό, προστίθεται στην αγελάδα που ήθελε να σβήσει το φεγγάρι, στο λιοντάρι που έλεγε πάντα όχι, στον λύκο που τρελαινόταν για καραμέλες, στο πρόβατο που δεν μπορούσε να κοιμηθεί και στον χαμαιλέοντα που έψαχνε την μαμά του· σε ιστορίες που αντιμετωπίζουν ψυχοσυναισθηματικές καταστάσεις με τρυφερή κωμικότητα και ενσυναίσθηση. Κι αν βλέπετε καμιά φορά την ουρά του τέρατος, τραβήξτε την τρεις φορές, ούτε περισσότερες ούτε λιγότερες, και τότε θα μεταμορφωθεί σε κουβερτάκι απαλό!

Εκδ. Κλειδάριθμος, 2019, μτφ. Χριστίνα Σωτηροπούλου, ηλικίες 3-6, σελ. 20 [Le, Crocodile qui avait peur de l’ eau, 2011].

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

06
Ιολ.
21

Κάρλος Φουέντες – Ο Νίτσε στο μπαλκόνι

Εδώ ολοκληρώνεται η Λογοτεχνική Εργογραφία του Φουέντες, αν μπορεί ποτέ κανείς να πει ότι τα βιβλία τελειώνουν με μια ανάγνωση. Πρόκειται για το τελευταίο του βιβλίο και μάλιστα σε μεταθανάτια έκδοση. Αυτό και μόνο αρκεί για να προκαλέσει μέγιστο ενδιαφέρον: πώς επιλέγει να γράψει αυτός ο σπάνιος συγγραφέας στα ύστατα του βίου; Σίγουρα όχι τις δαιδαλώδεις μπαρόκ αφηγήσεις των πρώτων μυθιστορημάτων του αλλά ούτε και τις συγκλονιστικές, σπονδυλωτές ιστορίες των ύστερων.

Ενώ λοιπόν σε αυτά τα τελευταία ελευθέρωνε δεκάδες χαρακτήρες και διασταυρούμενες ιστορίες που συνέβαιναν σε εξοχές και εσοχές του ανθρώπινου πόνου, κατασκευάζοντας ένα συμπαγές σύμπαν χαρακτήρων που οδηγούνταν σε πάσης φύσεως καταστροφή, εδώ επιχειρείται κάτι εντελώς διαφορετικό: ένα είδος σχεδόν θεατρικής συνύπαρξης σε περισσότερο περίκλειστους τόπους και μια «συνάντηση» λίγων αλλά αρχετυπικών προσώπων που εκφράζουν το καθένα έναν ολόκληρο κόσμο και σίγουρα αντιπροσωπεύουν χιλιάδες άλλα πρόσωπα από πίσω τους. Τον ίδιο περισσότερο χαλαρό τρόπο επιλέγει ως προς την δομή του: το κάθε πρόσωπο καταλαμβάνει ένα μικρό ολιγοσέλιδο κεφάλαιο, και περιμένει την σειρά του μέχρι να περάσουν με τον ίδιο τρόπο και τα άλλα. Έτσι η κάθε μικροβιογραφία αποδίδεται με σκιαγράφημα, δημιουργώντας φυσικά σταδιακά μια ευρύτερη εικόνα.

Υψηλότερος καλεσμένος και πλέον απρόσμενη παρουσία, ο φιλόσοφος που εξέφρασε πλείστα άλεκτα κι ανέκφραστα, ο πολλαπλά και διχαστικά αναγνωσμένος Φρειδερίκος Νίτσε. Μέχρι τώρα το πνεύμα του μπορεί να υπήρχε εμφανώς ή σε λανθάνουσα μορφή μέσα σε διαφορετικούς ήρωες του Μεξικανού συγγραφέα· αυτή τη φορά έρχεται ο ίδιος αυτοπροσώπως σε μια χωροχρονική μεταφορά: προσκαλείται για το περιορισμένο χρονικό διάστημα – διάσελο των 24 ωρών σ’ ένα αναβράζον, με ετοιμότητα ή απλή λαχτάρα για επανάσταση Μεξικό. Ο αφηγητής τον συναντά στο γειτονικό μπαλκόνι ενός ξενοδοχείου, καθώς αδυνατεί να κοιμηθεί «σε μια από εκείνες τις νύχτες που δεν απαλύνουν την ζέστη της ημέρας αλλά την αυξάνουν». Στο μπαρ του ίδιου ξενοδοχείου Μετροπόλ συχνάζει κάποια Ντόριαν που αφήνει πάντα την μία της μασχάλη αξύριστη (μια καστανή σκιά, επιθετική και νυχτερινή) και αναζητεί την απάντηση στο ερώτημα ποια είμαι – και τα δυο αυτά χαρακτηριστικά της δεν είναι διόλου άσχετα.

Την ίδια στιγμή παρακολουθούμε την ζωή του δικηγόρου Ααρών Ασάρ και του κατηγορούμενου για σεξουαλική κακοποίηση κοριτσιών Ραγιόν Μερσί (για τον οποίο ο προαναφερθείς δικηγόρος υποστηρίζει πως δεν του αξίζει η αμετάκλητη ζωή του θανάτου αλλά μια διαρκής δέσμευση μεταξύ ζωής και θανάτου). Ένα ακόμα κακοποιημένο κορίτσι, η μικρή Ελίσα, άθελά της «δοκιμάζει τις διδασκαλίες του Νίτσε» καθώς υφίσταται τα πάνδεινα από την μητέρα της και τον προμηθευτή ναρκωτικών εραστή της στην νιτσεϊκή «κόλαση της αιώνιας επανάληψης», μέχρι να σωθεί από τους γείτονες και να βρεθεί υιοθετημένη από ευυπόληπτο ζεύγος που την παίρνουν από λύπηση και χριστιανική φιλανθρωπία και να την υπερασπιστεί ως υπηρεσιακός συνήγορος ο δικηγόρος Ασάρ καθώς εκείνη κατηγορείται για την ανεξήγητη δολοφονία τους.

Σε ένα άλλο σπίτι της πόλης ζει ο αφηγητής Δάντε που έχει υποστεί μαζί με τον αδελφό του Λεονάρδο το κλείδωμα σε σκοτεινό δωμάτιο από τον πατέρα του Ζαχαρία και αποφασίζουν να το μετατρέψουν σε «ένα νέο μέρος για παιχνίδι» για να γελοιοποιούν την τιμωρία του πατέρα του· και τώρα, χρόνια μετά την φυγή της μητέρας, αποφασίζουν να ανεβάσουν τον πατέρα στο ίδιο αυτό δωμάτιο της σοφίτας, εκθρονισμένο, χωρίς εξουσία. Μια σειρά από δευτερεύοντα πρόσωπα παίρνουν και δίνουν την σκυτάλη των κεφαλαίων συμπληρώνοντας τον άθλιο ιδιωτικό μικρόκοσμο ενός αθλιότερου μεγάλου δημόσιου κόσμου. Ο δεύτερος αυτός κόσμος βρίσκει την κοινωνία απύθμενο βάλτο και την πολιτική μια απροκάλυπτη επιχείρηση.

Η τραγική ιστορία της Λατινικής Αμερικής συμπυκνώνεται σε λίγες λέξεις που απηχούν αφαιρετικά όσα συμβαίνουν παραέξω: δολοφονίες, εξαφανίσεις, πολιτικές ανατροπές, ανελεύθερα καθεστώτα. Πώς θα έβλεπε ο Νίτσε την βρώμικη καθημερινότητα μιας χώρας όπως το Μεξικό; Το βλέμμα του που προσπάθησε να δει και να γράψει Πέρα από το καλό και το κακό ή να σκιαγραφήσει τον μέλλοντα Υπεράνθρωπο, για να αναφέρουμε δυο από τα βιβλία στα οποία γίνεται αναφορά εδώ, τώρα μοιάζει αμήχανο: μπορεί ο Γερμανός φιλόσοφος φιλόσοφος να κατανοήσει και να ερμηνεύσει αυτόν τον κόσμο;

Το πάθος της εξουσίας (μια από τις εμμονές του Φουέντες, που έφερε στο αποκορύφωμα με μυθιστορήματα όπως το Κάθισμα του Αετού) περνάει μέσα από την οδό της διαφθοράς, που μοιάζει η μόνη διαθέσιμη επιλογή. Στον αντίποδα, το πάθος της αλλαγής δεν έχει μόνο απέναντί του ολόκληρους μηχανισμούς της εξουσίας αλλά και την ίδια την ανθρώπινη αδυναμία, η οποία, συντρίβεται ανάμεσα στην εξαθλίωση και τον συμβιβασμό. Εκείνοι που αδυνατούν ή δεν μπορούν να εξεγερθούν, είναι έτοιμοι να ακούσουν τον πρώτο ηγέτη που θα μιλήσει τις επιθυμίες τους. Αλλά και η ίδια η ανατροπή (που άλλοι βαφτίζουν αντίδραση και άλλοι επανάσταση) είναι έτοιμη να αποκλείσει κάθε διαφορετική γνώμη ή να πνιγεί μέσα στις εκατοντάδες φωνές της δημοκρατίας. Ποιος είναι τελικά υπεύθυνος για την απαράλλαχτη κατάσταση; Οι διεφθαρμένοι ή ανίκανοι ηγέτες ή οι βολεμένοι ή βαριεστημένοι λαοί;

Ο Φουέντες βάζει για άλλη μια φορά στο παραπάνω πλαίσιο την ολική κατάπτωση των ανθρώπων στην ιδιωτική ζωή και ιδίως τον τρόπο που χρησιμοποιούν την σεξουαλική κακοποίηση για να διαλύσουν σώματα και ψυχές. Η σεξουαλική βία σε ανήλικους μπαίνει οριστικά στο κάδρο της σύγχρονης ανθρώπινης εξαθλίωσης. Η απελευθέρωση των ενστίκτων και το κτηνώδες ανθρώπινο πρόσωπο συνεχίζουν να σχεδιάζουν τον αέναο κύκλο του κακού. Αλλά τώρα περισσότερο από ποτέ συνδέονται τόσο άμεσα με την δημόσια κατάσταση. Πώς μπορεί να υπάρξει μια κοινωνική ανάταση όταν οι άνθρωποι προτάσσουν την ικανοποίηση άγριων ενστίκτων;

Ο Νίτσε αρνείται την φασιστική, αντισημιτική ή εθνικιστική ιδιότητα που του αποδόθηκε μέσα από επιλογές και ερμηνείες γραπτών· ήταν, όπως ισχυρίζεται, ένας άνθρωπος με μια πίστη παρεξηγημένη και παρακινδυνεμένη προς το μέλλον και τον υπεράνθρωπο άνθρωπο, ένας υμνητής της ζωής και του ζωτικού έρωτα αλλά γνωρίζει πλέον πως δεν είναι άνθρωπος αλλά κείμενο. Στο τέλος παραμένει το αναπάντητο ερώτημα: Το πεπρωμένο έρχεται δίχως τη θέλησή μας ή είμαστε εμείς που το προκαλούμε;

Σύντομα κεφάλαια αφιερωμένα το καθένα σε ένα πρόσωπο, πολλαπλασιασμένα κατ’ αύξοντα αριθμό, εναλλάσσονται σαν κυκλικός χορός μιας οριστικής γενεαλογίας της πτώσης. Ο Φουέντες δεν ζει πια ανάμεσά μας αλλά μέχρι τις τελευταίες του ημέρες προβληματιζόταν για την ασταμάτητη αυτή πτώση, όπως και για την σχετικότητα της αλήθειας και των εννοιών της δικαιοσύνης και της επανάστασης.

Εκδ. Κλειδάριθμος, 2018, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, σ. 368 [Carlos Fuentes, Federico en su Balcón (2012)]. Στο ζωγραφισμένο πορτραίτο ο φιλόσοφος. Η φωτογραφία: Car and Walker – Seen in Iztapalapa, Mexico City, this Saturday – Louis A De Jesus.

05
Ιολ.
21

Mike Curato – Μικρός Έλιοτ, μεγάλη πόλη

Αναρωτιέμαι τι είναι περισσότερο θελκτικό σε τούτο το βιβλίο: η ιστορία ή η εικονογράφησή της. Ο αξιαγάπητος ήρωάς του είναι ένας μικροσκοπικός ελέφαντας που το μέγεθός του τον καθιστά … άφαντο στα μάτια του κόσμου και τον αναγκάζει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός: τα παπούτσια των βιαστικών περαστικών κινδυνεύουν να τον πατήσουν και οι συνωστισμένοι στις πόρτες του μετρό να τον πνίξουν, ενώ τα αυτοκίνητα στους δρόμους αποτελούν μόνιμες παγίδες, για να μην μιλήσουμε για τις λακκούβες με το νερό – έτσι και περάσει κάποια ρόδα, αυτός είναι που θα καταβραχεί!

Όμως ο Έλιοτ σε πείσμα όλων των εμποδίων απολαμβάνει την ζωή του: ζει σ’ ένα σπίτι (ανθρώπινο αλλά χωρίς εμφανείς ανθρώπους) με ζεστές γωνιές, κατεβαίνει τα σκαλοπάτια έξω απ’ την εξώπορτα για να βρεθεί σ’ ένα φαρδύ πεζοδρόμιο με αμυγδαλιές (θυμίζοντάς μας προσφιλείς αναγνωρίσιμες εικόνες από δυτικές μεγαλουπόλεις), κάνει την βόλτα του στην πόλη. Ούτε στο σπίτι οι δουλειές δεν είναι πάντα εύκολες, όμως ο Έλιοτ φροντίζει να τις κάνει με κέφι και φαντασία: Δεν φτάνει στο νεροχύτη να πλύνει τα πιάτα; Τον γεμίζει με νερό και σαπουνάδα και μπαίνει μέσα! Τα πάνω ράφια του ψυγείου παραείναι ψηλά; Βάζει στη σειρά κουτιά και καρέκλες, ανεβαίνει στο επιθυμητό ύψος, τραβά με μια σκούπα το βαζάκι που θέλει, και το ρίχνει στα μαξιλάρια που έχει βάλει από κάτω! Θέλει να καθίσει στο τραπέζι να ακούσει ραδιόφωνο; Αρκούν μερικά βιβλία για τον ανεβάσουν και λίγα ακόμα να τον βολέψουν. Ο Έλιοτ όχι μόνο δεν παραπονιέται μα και φροντίζει να διασκεδάζει με τις νέες κάθε φορά προκλήσεις!

Κι εδώ στο πρόσωπο αυτού του γλυκύτατου ελεφαντάκου αποκαλύπτεται όχι μόνο η εύθυμη αποδοχή κάθε ιδιαιτερότητας αλλά και, ακόμα παραπέρα, η καθολική αγάπη για όλα τα μικρά πράγματα. Μια από τις αγαπημένες εικόνες του βιβλίου απεικονίζει αυτήν ακριβώς την αγάπη: ένα συρτάρι γεμάτο μικροαντικείμενα, μια σωστή συλλογή «μικρών» πραγμάτων που όμως το καθένα έχει παίξει ή παίζει ακόμα τον δικό του σημαντικό ρόλο σε κάτι: κουμπιά, κουκλάκια, ένα μικρό αεροπλανάκι, μια σβούρα, δυο διαφορετικά κλειδιά, τρεις βώλοι, ένα ξερό πλατανόφυλλο, ένα πιόνι σκακιού, δυο κάρτες, μια ροζ κορδέλα, μια κονκάρδα, μια κάρτα τράπουλας, ένα ζάρι και άλλα κρυφτά, δεν συναπαρτίζουν απλά μια συλλογή έτοιμη κάθε φορά για χρήσεις και παιχνίδια, αλλά και ορίζουν την απεριόριστη δυνατότητα του πολλαπλασιασμού της, άρα και των χρήσεων και των παιχνιδιών.

Όμως τα απόλυτα αγαπητά μικρά αντικείμενα για τον Έλιοτ είναι τα μικρά κεκάκια, που, πολύχρωμα και ποικίλα, στολίζουν τις βιτρίνες των φούρνων και των ζαχαροπλαστείων. Αλλά όταν πάρει την απόφαση να αγοράσει ένα, η λιλιπούτεια μορφή του δεν είναι ορατή από την υπάλληλο, κι άλλωστε σύντομα χάνεται κάτω από τα ρούχα των ταχύτατων μπροστινών. Κι έτσι αρχίζει να γίνεται σκεφτικός, να απογοητεύεται. Μέχρι που μια μέρα χάρη στην παρατηρητικότητά του εντοπίζει ένα ακόμα πιο μικρό πλάσμα, ένα ποντίκι, να προσπαθεί να φτάσει ένα κομμάτι πίτσα που κρέμεται πεταμένο στα σκουπίδια. Ο Έλιοτ τον βοηθάει κι αυτή είναι η αρχή μιας φιλίας. Σύντομα οι όροι θα αντιστραφούν και το ποντικάκι θα προσθέσει το δικό του .. ταπεινό ύψος, ακριβώς το ύψος που χρειάζεται για να φτάσει επιτέλους η επιθυμία του Έλιοτ στα μάτια της ζαχαροπλάστισσας και το πολυπόθητο κεκάκι στα χέρια του.

Όμως αυτή δεν είναι η τελευταία εικόνα της περιπέτειας. Στο μαγικό τελευταίο δισέλιδο, στην βραδιασμένη πια πόλη, μέσα από ένα φωτισμένο παράθυρο διακρίνονται οι δυο καινούργιοι φίλοι να μοιράζονται το γλύκισμά της. Γιατί, πράγματι υπάρχει κάτι καλύτερο από ένα κεκάκι: Ένας φίλος για να το μοιραστείς μαζί του! Όταν έχουμε φίλους τα προβλήματα αντιμετωπίζονται ευκολότερα κι η ζωή γίνεται λιγότερο δύσκολη, λιγότερο  μοναχική. Το χέρι βοήθειας που μας λείπει μπορεί κάλλιστα να μας το προσφέρει κάποιος κι εμείς μπορούμε με την σειρά μας να το δώσουμε οπουδήποτε αλλού. Η συνεργασία και η αλληλοβοήθεια δεν σταματούν ποτέ να μας αξίζουν, απ’ όποια πλευρά κι αν βρισκόμαστε. Κι όταν μοιραζόμαστε και τις χαρές, τότε αυτές μεταμορφώνονται σε κάτι πολύ μεγαλύτερο.

Η εικονογράφηση της ιστορίας είναι η πλέον απρόσμενη: μας επιστρέφει σε μια άλλη εποχή εικονογραφημένων ιστοριών, έτσι όπως σχεδιάζει και χρωματίζει με σκουρόχρωμους κι έντονους παστέλ περιβάλλοντα παλιών σπιτιών, κτιρίων και αυτοκινήτων, σαν μια κλεφτή ματιά σ’ ένα κινηματογραφικό παρελθόν που δεν πέρασε στα παιδικά βιβλία που γνωρίζουμε στα καθ’ ημάς. Ο Μικρός Έλιοτ, πολύτιμος ζωγραφιστός φίλος του εμπνευσμένου συγγραφέα του Μάικ Κουράτο, δεν θα μπορούσε να μην πρωταγωνιστεί και σε άλλες περιπέτειες που θα τις εξερευνήσουμε σύντομα όλες. Στο ηλεκτρονικό του σπίτι [mikecurato.com.] μοιράζεται και εκπαιδευτικές δραστηριότητες σχετικές με τα σχετικά βιβλία.

Εκδ. Κλειδάριθμος, 2019, μτφ. Αυγή Δαφερέρα, σελ. 32 [Little Elliot, big city, 2014].

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.




Ιουλίου 2021
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Blog Stats

  • 1.086.306 hits

Αρχείο