Αρχείο για Ιουλίου 2022

29
Ιολ.
22

Éric Marty – Ρολάν Μπαρτ. Το επάγγελμα του συγγραφέα

Οι πολίτες της αρμονίας θα επεδείκνυαν ασυγχώρητη αδεξιότητα εάν δεν γνώριζαν να αξιοποιήσουν τα σπέρματα τόσον ρομαντικών και μυθιστοριακών ψευδαισθήσεων· όχι μόνον δεν θα τις περιφρονούν αλλά θα είναι σε θέση να κάνουν να αναβλύσουν ηδονές υπέροχες από μία πηγή εκ της οποίας σήμερα αντλούμε μονάχα ματαιότητες … φυλακισμένες στα μυθιστορήματα και σε αυτούς τους πολίτες της αρμονίας ετούτες οι ηδονές δεν θα είναι ιδεατές αλλά και πραγματικές…

έγραφε ο Κάρολος Φουριέ στον Νέο ερωτικό κόσμο του (μτφ. Γ. Καυκιά, εκδ., 2003, σ. 49-50, εδώ σ. 415) και ήταν ο Ρολάν Μπαρτ στο βιβλίο του Σαντ, Φουριέ, Λογιόλα (που κυκλοφόρησε εδώ από τις αλησμόνητες εκδόσεις Άκμων, σε μτφ. Ι. Ευσταθιάδου-Λάππα, 1η έκδ. 1971) ο οποίος σε αμέτρητους από εμάς όχι μόνο σύστησε τον Φουριέ αλλά κι έναν μοναδικό τρόπο ανάγνωσής του. Η «συνάντηση» αυτών των δυο στοχαστών αποτελεί το αντικείμενο του επιμέτρου του Νίκου Παπαχριστόπουλου, ο οποίος εξετάζει την ουτοπία του νέου ερωτικού κόσμου που συνέλαβε ο Φουριέ υπό το βλέμμα του Μπαρτ.

«Πρέπει να ξαναφτιάξω τον κόσμο σύμφωνα με εκείνα που με ευχαριστούν: εκείνα που με ευχαριστούν θα είναι ταυτόχρονα ο σκοπός και το μέσο…», έγραφε ο Φουριέ, η θεωρία του οποίου ήταν ένας ριζικός ευδαιμονισμός, μια κατάφαση της αισθησιακής ηδονής. Καθώς ο πολιτισμός, ως εποχή της βαρβαρότητας, αντιτίθεται στην παγκόσμια αρμονία, το ουτοπικό πρόταγμα του Φουριέ αντιτίθεται στην αρχή κάθε πολιτικού συστήματος ως θεωρίας, ως επιστήμη. Ο Φουριέ επιτίθεται στο πολιτισμένο (κατασταλτικό) σύστημα και ζητά μια ολοκληρωτική ελευθερία στις επιθυμίες, τις ορέξεις, τα πάθη, τις μανίες, τις ιδιοτροπίες. Θα περιμέναμε επομένως μια φιλοσοφία αυθορμητισμού αλλά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: ένα ταραγμένο σύστημα, του οποίου η φαντασιακή ένταση ξεπερνά το σύστημα και ολοκληρώνει το συστηματικό, δηλαδή την γραφή – μια γραφή που κινητοποιεί ταυτόχρονα μια εικόνα και το αντίθετό της. Το συστηματικό του Φουριέ λοιπόν είναι το ίδιο του το κείμενο. Ο Φουριέ επινοεί έναν κόσμο συστηματικής εμβέλειας, παραθέτει του όρους της κοινωνικής οργάνωσης και κατοχυρώνει ένα σύμπαν ατέρμονων υπολογισμών. Είναι ευνόητο ότι ο Μπαρτ δεν θα μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος από ένα τέτοιο κείμενο.

Θα επανέλθουμε στα σχετικά κείμενα αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Για ποιον λόγο ένα ακόμα βιβλίο για τον Ρολάν Μπαρτ; αναρωτιέται στον πρόλογό του ο Ερίκ Μαρτύ, καθηγητής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Παρίσι 7 και επιμελητής των Απάντων του (βλ. παρακάτω). Εκείνο που αναμφίβολα διακρίνει τον Μπαρτ από τους συντρόφους του είναι ότι το έργο του, παρ’ όλο που διέπεται σταθερά από την «θεωρία», χαρακτηρίζεται από απαντήσεις στις οποίες η γραφή κατέχει την προνομιακή θέση. Η αναγωγή της σε κυρίαρχο τελεστή συνιστά και τον πιο κατάλληλο τρόπο σκέψης: η γραφή αποτελεί την υπευθυνότητα επιλογής μιας θέσεως, η οποία αποτελεί επίσης πράξη, την μετάβαση από μια θέση ως προς τον κόσμο σε μια πράξη εντός του κόσμου. Από τον Βαθμό μηδέν της γραφής έως τον Φωτεινό θάλαμο, από την Αυτοκρατορία των σημείων έως τα Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου και από τις Μυθολογίες έως την Ευχαρίστηση του κειμένου, ο Μπαρτ αποφαίνεται περί του νοήματος της λογοτεχνίας, της φωτογραφίας, του θανάτου, του έρωτος και του λόγου του, των εικόνων και πάλι της λογοτεχνίας, με την βεβαιότητα πως καμία απάντηση δεν αξίζει χωρίς να θεμελιώνεται επί της ίδιας της υπάρξεως του βιβλίου· μονάχα το βιβλίο δύναται να καταστήσει την απάντηση ενεργό και ζώσα.

Ο Μαρτύ αποφασίζει να δώσει τρεις διαφορετικές μορφές στον λόγο του- την μαρτυρία, την σύνθεση και την έρευνα. Το πρώτο μέρος του βιβλίου («Αναμνήσεις μιας φιλίας») έχει (αυτο)βιογραφικό περιεχόμενο και εκκινεί από την συνάντηση του συγγραφέα, εικοσάχρονου τότε φοιτητή γαλλικής φιλολογίας, με τον Μπαρτ, την δεκαετία του ’80 και φτάνει ως τις τελευταίες ημέρες του απρόσμενου θανάτου του έξω από το Collège de France. Είναι ένας τρόπος, γράφει, να ανασυστήσει μια παρουσία, μια φωνή, μια ύπαρξη, ένα βλέμμα που δεν είναι δικά του. Όπως είναι αναμενόμενο, από εδώ παρελαύνουν όλα τα ονόματα της γαλλικής διανόησης από το περιβάλλον του Μπαρτ, ενώ αποτυπώνονται πτυχές της καθημερινής ζωής του.

Η δεύτερη ενότητα, «Το έργο», περιλαμβάνει τους πέντε προλόγους που έγραψε ο Μαρτύ για την κυκλοφορία των Απάντων του Μπαρτ στην Γαλλία, στις εκδόσεις Seuil. Σε αυτή την συνοπτική καταγραφή επιχειρείται μια σύνθετη παρουσίαση των σημαντικών θεμάτων και των λαϊτμοτίφ του έργου του. Σαρτρ, Μαρξ, Μπρεχτ, «Κοινωνική μυθολογία» (Α΄ τόμος), Σωσσύρ, Σημειολογία (Β΄ τόμος), Σολλέρς, Κρίστεβα, Ντερριντά, Κειμενικότητα (Γ΄ τόμος), Νίτσε, Ηθικότητα (Δ΄ τόμος) είναι ορισμένα μόνο από τα θέματα κάθε τόμου, θέματα που μαζί με τα μεταγενέστερα γραπτά του Ε΄ τόμου, ο Μαρτύ διανύει με εξαιρετικά ενδιαφέρουσες επισημάνσεις, όπως, για παράδειγμα, όταν γράφει, περί του Α΄ τόμου, πως ο Μπαρτ πριν τον Αλτουσσέρ, είχε αντιληφθεί ότι η ιδεολογία δεν τοποθετείται στο πεδίο των ακαθόριστων και ανομολόγητων πίστεων ή των μεγάλων συνειδητών και ασυνείδητων προκαταλήψεων (το στερέωμα των ιδεών) αλλά διαθέτει μιαν υλική πραγματικότητα, σωματική και οργανική. Ο Μπαρτ διέκρινε την υπόσταση μιας υλικότητας της ιδεολογίας και ότι η ισχύς της συνίσταται στην σύγχυσή της με την πραγματικότητα, στην τελική ενοίκησή της στην πραγματικότητα και στην περιβολή της στις πιο συγκεκριμένες της μορφές, τις πιο καθημερινές, τις πιο καταναλώσιμες. Γι’ αυτό και στις Μυθολογίες του προσέγγισε την ιδεολογία εντός της σειράς των αντικειμένων τα οποία περιβάλλουν τους Γάλλους την δεκαετία του ’50 στις πιο οικίες τους στιγμές, στην καθημερινότητα, δείχνοντας πως κάτω από την φυσική προφάνεια τα πάντα είναι σημεία και σημαίνοντα (σ. 133 και επ.).

Η τρίτη ενότητα, με τίτλο «Περί των Αποσπασμάτων του ερωτικού λόγου» αποτελεί μετεγγραφή του Σεμιναρίου του Μαρτύ στο Πανεπιστήμιο Παρίσι 7, το 2006, σχετικά με το μνημειώδες κείμενο του Μπαρτ. Το βιβλίο που κυκλοφόρησε το 1977 σε υπερβολικά απλή μορφή (ένα είδος λεξικού ή καταγραφής των καταστάσεων του έρωτα) φάνταζε ως εξαπάτηση έτσι όπως προερχόταν από έναν συγγραφέα του οποίου το έργο χαρακτηριζόταν από ένα είδος ερμητισμού, έναν θεωρητισμό και κυρίως από την άρνηση των προφανειών. Οι πολλαπλές αναφορές – παραπομπές σε σύγχρονους (Λακάν, Σολλέρς, Φουκώ, Σεβέρο, Σαρδουί) ή παλαιότερους (Σωκράτη, Ιωάννη του Σταυρού) είναι σα να μην ανήκουν στους επινοητές τους αλλά να αποτελούν τον ερωτικό λόγο στο αμιγές του καθεστώς, τα λόγια αυτά δηλαδή να ανήκουν πράγματι στην καθολική γλώσσα του ερωτευμένου κόσμου!

Στα αποσπάσματα του ερωτικού λόγου κυριαρχεί η κριτική της αφήγησης και η αναστολή του αφηγηματικού. Από τον Ζυλιάν Σορέλ στη λαιμητόμο έως τον Ρωμαίο και την Ιουλιέττα ενωμένους στην αυτοκτονία τους, η αφήγηση έχει επιτελέσει το άχαρο καθήκον της, την κάθαρση, επιτρέποντας στην μπουρζουαζία να εξαγνιστεί για τα πάθη της. Ιδού γιατί ο Μπαρτ δεν επιθυμεί να υποχωρήσει εμπρός στο γόητρο της ερωτικής ιστορίας και δεν επιθυμεί να της παραχωρήσει τίποτε. Δεν υποστηρίζει όμως την αισθητική ανωτερότητα του ερωτικού λόγου από την ερωτική αφήγηση. To κείμενο – «κηδεμόνας» του βιβλίου, άλλωστε, είναι ένα μυθιστόρημα επιστολών, ο Βέρθερος, του οποίου η επιστολική δομή ευνοεί τον λόγο εις βάρος της αφήγησης. Όμως ο Μπαρτ φαίνεται να μην συγκινείται από τις «ίντριγκες», από την επεισοδιακή πρακτική και την αφηγηματική διάταξη των μυθιστορημάτων τα οποία επικαλείται.

Ο ερωτευμένος δεν ευρίσκεται σε κάποιο σενάριο, αλλά εντός του δράματος, με την αρχαϊκή έννοια του όρου. Πρόκειται για ένα δράμα το οποίο πρέπει να αναπαρασταθεί ως ιστορία, χωρίς δράση – η «έκσταση» την οποία ομολογώ στον εαυτό μου συνιστά ένα ολοκληρωμένο συμβάν. Το μυθιστόρημα δεν δύναται να ενσαρκώσει την αρχαϊκή αυτή μορφή του κλασικού δράματος, την επίμονη και υπνωτική ομολογία ενός «ανέκαθεν», ίσως μονάχα με τρόπο λίαν αποσπασματικό. Το εγώ του ερωτικού υποκειμένου είναι κάποιος ο οποίος ομιλεί μέσα του ερωτικά απέναντι στον άλλον ο οποίος δεν ομιλεί.

Με το τελευταίο «νεωτερικό» βιβλίο του, το Σαντ, Φουριέ, Λογιόλα του 1971, ο Μπαρτ διαμορφώνει και προωθεί έναν κύριο όρο, την ευχαρίστηση. «Δεν υπάρχει τίποτε πιο απογοητευτικό από το να το εκλάβουμε το κείμενο ως αντικείμενο διανόησης (στοχασμού, αναλύσεως, σύγκρισης, αντανάκλασης κ.λπ.). Το Κείμενο είναι αντικείμενο ευχαρίστησης». Η ευχαρίστηση δεν είναι νεωτερική έννοια αλλά εμφανέστατα υποκειμενική, άκρως ηδονιστική και δεν ενέχει κανέναν ριζοσπαστισμό, κανένα επιτέλεσμα ισχύος, τρόμου ή εκφοβισμό. Αυτή η «ευχαρίστηση» θα αποτελέσει αργότερα το αντικείμενο του συγγράμματος «Η απόλαυση του κειμένου». Ο νέος ερωτικός κόσμος εξεδόθη για πρώτη φορά στην Γαλλία το 1967, 140 χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα, εντοπισμένος στα παραμελημένα χειρόγραφά του, και αποτελεί μια σύνθεση χειρογράφων σε ημιτελή κατάσταση, ένα εκ φύσεως ανοιχτό κείμενο, έναν κειμενικό όλο, περιχαρακωμένο στην ασφάλεια του υποκειμενικού λόγου. Σε αυτή την ατέρμονη εκτύλιξη ενός θεωρητικού λόγου γεμάτου από θέσεις, αντιθέσεις, ανασκευές και ανατροπές, παρεμβάλλεται ένα σκηνοθετικό εγχείρημα: η διήγηση μιας ιστορίας, ένα αφήγημα με πρόσωπα υπαρκτά, εντός της θεωρίας, εναρμονιζόμενο πλήρως με αυτήν.

Βρισκόμαστε ξανά στο επίμετρο του Νίκου Παπαχριστόπουλου ο οποίος παρουσιάζει ενδελεχώς το κείμενο που τόσο συγκίνησε τον Μπαρτ. Στον νέο ερωτικό κόσμο η μυθιστορία εγκιβωτίζεται εντός του θεωρητικού κατασκευάσματος και διαχέεται στο ευρύτερο θεωρητικό συγκείμενο, ο αφηγηματικός λόγος καθίσταται η κυρίαρχη μορφή πρόσληψης της πραγματικότητας, το ίδιο το κειμενικό δεν διαχωρίζεται από την κειμενική του επινόηση. Έτσι το ουτοπικό εγχείρημα της αρμονίας παρουσιάζεται σε πολλαπλή εκδοχή: θεωρία, μυθιστορία, υποκειμενικό σχόλιο του συγγραφέως. Σε αυτή την ουτοπική αφήγηση με όρους αμιγούς ρεαλισμού, η κυρίαρχη υποκειμενική βούληση αποτελεί το ύψιστο κριτήριο τοποθέτησης στην πραγματικότητα.

Ο Φουριέ διαβάζεται από τον Μπαρτ ως είναι ένας «επινοητής» και όχι ως συγγραφέας, καθώς προσφέρει μια πλήρη δυνατότητα επανακατασκευής του κόσμου αποκλειστικά και μόνο μέσω της δικής του μοναδικής επινόησης. Το βιβλίου του αποτελεί μια απλή ομιλία και ο επινοητής είναι ένα ομιλούν υποκείμενο που ομιλεί για το βιβλίο του, πρόκειται δηλαδή στην ουσία για ένα μετα-βιβλίο, χωρίς θέμα, με αναβλητικό δηλούμενο. Η αποσπασματική γραφή, ο κατακερματισμένος λόγος, το αχανές εννοιολογικό σύμπαν, η παρείσφρηση της γραφής εντός της γραφής, της ιστορίας εντός της ιστορίας, της μυθιστορίας εντός της θεωρητικής κατασκευής, και κυρίως η επεξήγηση όλων τούτων μέσω ενός προσωπικού σχολίου, όλα συνεργούν στην μανιακή εκδίπλωση ενός ερωτικού παραληρήματος και μιας κοινωνικής ερωτικής θεωρίας στον αντίποδα του φόβου του θανάτου. Επειδή κατά τον Μπαρτ ο Φουριέ είναι ένα υποκείμενο της γραφής που γράφει υπό την απειλή του «νευρωτικού φόβου της αποτυχίας» και του θανάτου και μεταστρέφει αυτό τον φόβο σε ηδονή της δημιουργίας.

Όταν το ανθρώπινο γένος, έχοντας κατακτήσει την κοινωνική αρμονία, θα έχει απαλλαγεί από αυτές τις χίμαιρες σχετικά με την άλλη ζωή, όταν θα ξέρει πως σε αυτήν την άλλη ζωή η ευτυχία των πεθαμένων συνδέεται στενά με την ευτυχία των ζωντανών, ότι δεν είμαστε ευτυχισμένοι στον άλλον κόσμο παρά ανάλογα με την ευτυχία που απολαμβάνουμε σε τούτον εδώ τον κόσμο, δεν θα ασχοληθεί παρά με την οικοδόμηση της ευτυχίας του ζωντανού κόσμου…[Φουριέ, ό.π., σ. 144, εδώ σ. 430]

Εκδ. Opportuna, 2012, μτφ. Κυριακή Σαμαρτζή, Μαγδαληνή Σαμαρτζή, Νίκος Παπαχριστόπουλος, σελ. 430. Επιμέλεια – Επίμετρο: Νίκος Παπαχριστόπουλος [Le métier d’ écrire, 2006]. Στις εικόνες: Charles Fourier [Fred Sochard], προσωπογραφίες του Roland Barthes και το πολύτιμο προσωπικό αντίτυπο των Αποσπασμάτων του ερωτικού λόγου.

16
Ιολ.
22

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 26: Οι προσκλητικές

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 43 (Ιούλιος 2022), εδώ

XXΧΙVΙ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 26: Οι προσκλητικές

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους

Η Kay ήταν μια σπάνια περίπτωση. Την συνάντησα σε μια και μόνο ταινία, χωρίς να μάθω τι απέγινε μετά και χωρίς να την ξαναβρώ σε κάποιο άλλο φιλμ, όπως συμβαίνει μια γυναίκα που μας γοητεύει σε κάποια μας περιπλάνηση, είμαστε βέβαιοι πως θα την δούμε σε κάποιον άλλον δρόμο της πεπερασμένης πόλης αλλά τελικά αυτό δεν συμβαίνει ποτέ. Ήταν μελαχρινή μακρυμάλλα, το είδος της κάπως ψηλής και αδύνατης γυναίκας που κάποιοι πάντα αποκαλούν άχαρη, επειδή αδυνατούν να διακρίνουν τις χάρες που δεν φωνάζουν. Εργαζόμασταν σ’ ένα εργοστάσιο μιας βαρετής αυστραλιανής κωμόπολης και οι άλλες κοπέλες την αντιμετώπιζαν συγκαταβατικά, έτσι όπως έμοιαζε πάντα αφηρημένη, απορροφημένη «στον κόσμο της». Ήμουν ένας χαμηλών τόνων νέος και είχα αρραβωνιαστεί μια από αυτές.

Η Κέι ήταν μια αλαφροΐσκιωτη των προαστίων, που έδινε προσοχή στους οιωνούς των φύλλων του τσαγιού, όπως τους αποκρυπτογραφούσε μια εξειδικευμένη αναγνώστριά τους. Ένας εξ αυτών ήταν απόλυτος: ο μέλλων αγαπημένος της θα αναγνωριστεί από ένα ερωτηματικό σημάδι στο πρόσωπό του. Όταν την άλλη μέρα το είδε σε μια δική μου τούφα μου δήλωσε απερίφραστα πως εμείς οι δυο έμελλε να είμαστε μαζί. Επισφραγίσαμε άμεσα την ακαριαία συμφωνία πλαγιάζοντας στο δάπεδο του κλειστού πάρκινγκ των αυτοκινήτων, ενώ σε απόσταση αναπνοής με αναζητούσε η μόλις πρώην μνηστή μου.

Όλα έδειχναν πως μας περίμενε μια ζευγαρωτή ρομαντική ζωή. Όμως η Κέι έμοιαζε αμήχανη και αδυνατούσε να συνδεθεί μαζί μου, λες κι ένα μεγάλο κενό έχασκε ανάμεσά μας. Εκδήλωσε μάλιστα και μια παράξενη ανησυχία: επέμενε να μην φυτέψω ένα μικρό δέντρο για να ομορφύνει η μικρή τσιμεντένια αυλή, επειδή, έλεγε, τα δέντρα απλώνουν ρίζες κάτω από τα σπίτια και δημιουργούν ζημιές. Την καθησύχασα και υποχώρησε, μέχρι που κάποια στιγμή το βρήκα ξεριζωμένο, κρυμμένο κάτω απ’ το κρεβάτι μας.

Δεκατρείς μήνες μετά κι ενώ η Κέι εξακολουθούσε να προσαρμοστεί σε μια μοιρασμένη «κανονική» ζωή, ήρθε απροειδοποίητα η αδελφή της Dawn, η Sweetie του τίτλου: το κορίτσι που πάντα τρομοκρατούσε την οικογένεια, πιστωμένη από τον μπαμπά της ως μια αδιαφιλονίκητη βασίλισσα, που μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει. Η κακομαθημένη «Γλυκούλα» πάντα απαιτούσε να είναι το κέντρο όλης της οικογένειας και τιμωρούσε όσους δεν της έδιναν σημασία. Με δεδομένη πια διανοητική διαταραχή μπαινόβγαινε σε ιδρύματα. Αυτή την φορά ήρθε με τον «μάνατζέρ» της, έναν μουσικό που παρέπαιε, εμφανώς «φτιαγμένος».

Ο μπαμπάς της ήταν ο δεύτερος απρόσκλητος, καθώς η μητέρα τον εγκατέλειψε για να ζήσει σε ράντσο με καουμπόις (γιατί ποτέ δεν είναι αργά να κυνηγήσουμε το όνειρό μας, ή έστω να αποδράσουμε από τον εφιάλτη μας), αφού πρώτα φρόντισε να του αφήσει μια σειρά γευμάτων σε πιάτα καλυμμένα με σελοφάν. Ο μπαμπάς εξακολουθούσε να την βλέπει ως ταλαντούχο παιδί που τώρα μπορούσε να γίνει επαγγελματίας ψυχαγωγός, ακόμα κι όταν ο μάνατζερ της όχι απλώς δεν του γέμιζε το μάτι αλλά και αποκοιμήθηκε πάνω στην κουβέντα κι έγειρε πάνω στο πιάτο του. Κάποια στιγμή μας επισκέφτηκε η μητέρα και η τετραμελής οικογένεια βρέθηκε ξανά ενωμένη στην συναισθηματική της σιωπή.

Παρατηρούσα την Κέι και την Σουίτι, ένα δίπολο συνεχών αντιθέσεων. Η εύθραυστη, χαμηλότονη και μοναχική, η θορυβώδης, ασυγκράτητη και καταστροφική. Σώμα καλαμοειδές και πληθωρικό αντίστοιχα. Απουσία που κρύβεται, παρουσία που επιβάλλεται. Η ντροπαλή και η επιδεικτική, η «βαρετή» και η «άγρια». Ένας ερμητικός οικογενειακός κόσμος άνοιγε μπροστά στα μάτια μου. Η Κέι βρισκόταν πάντα στο ημίφως, παραμελημένη, ενώ η Σουίτι είχε όλη την προσοχή των γονέων· ακόμα και ο τίτλος της ταινίας φαίνεται παραπλανητικός, αφού κεντρική ηρωίδα είναι η Κέι· μέχρι κι αυτόν της έκλεψαν. Αυτό λοιπόν βασάνιζε την αγαπημένη μου; Ο συνεχής παραμερισμός από μια ασυγκράτητη κυρίαρχο; Η υπόκωφη ζήλεια επειδή ποτέ δεν γευόταν την απεριόριστη ελευθερία που χαρίστηκε στην αδελφή της; Και τι ζητούσε τώρα η Σουίτι από μας; Να την προωθήσουμε στην λαμπρή καριέρα που της υποσχέθηκαν από μικρή και που ακόμα περίμενε με τα μάτια της πάντα βαμμένα; Να μας αναστατώσει και να με αποπλανήσει, όπως επιχείρησε; Να την υποδεχτούμε ως αυτό που ήμασταν, μια οικογένεια τρελή και ασυνάρτητη όπως όλες;

Φαίνεται πως κανείς τους δεν τα κατάφερνε με τις λέξεις και ο μόνος τρόπος να της πουν να φύγει ήταν να φύγουν οι ίδιοι. Μπήκαμε σ’ ένα αυτοκίνητο και βγήκαμε στον αυτοκινητόδρομο, προς άγνωστη κατεύθυνση. Σταματήσαμε βράδυ σ’ ένα ράντσο· από τα μεγάφωνα ακουγόταν μια γλυκερή cowboy μουσική κι οι άντρες χόρευαν στο χωμάτινο αίθριο. Ήταν τόσο σουρεαλιστική εκείνη η σκηνή, που έμοιαζε με όνειρο κάποιου από μας. Μήπως τελικά αυτό ήταν το όνειρό τους, να φύγουν μακριά της; Η Σουίτι ενσάρκωσε όλα τους τα προβλήματα; Ποιος της άφησε ελεύθερο τον δρόμο για την παράνοια; Η Κέι και οι γονείς της αντιμετώπιζαν καλύτερα τα δικά τους; Η πνευματική διαταραχή πάει πάντα μόνη της ή έχει πηγές και συνοδοιπόρους;

Η κάμερα ακολουθούσε την Κέι παντού, αλλά εκείνη παρέμενε ένας γρίφος. Ίσως ο φακός αποτύπωνε το δικό της βλέμμα κι όχι ενός αντικειμενικού παρατηρητή. Συχνά το περιβάλλον έμοιαζε να ξεγλιστράει από την πραγματικότητα και να γίνεται παράξενο, ονειρικό. Θραύσματα μνημών, ριπές ονείρων, ένα ακαπέλα ρεφραίν του Love will never let you fall down, γκόσπελ φωνητικά, μαυρόασπρα ιντερλούδια και οπτικές γωνίες κάτω από αμάξια, τραπέζια κουζίνας και κρεβάτια, σαν επιστροφές των υπόγειων φόβων της, όλα ανάδευαν εντός της. Τα φλάσπμπακ που εδώ δεν είναι παρά η μνήμη της, υπενθυμίζουν τα πάντα. Η ολιγογράφος νεοζηλανδή σκηνοθέτιδα Jane Campion βάσισε την πρώτη της αυτή ταινία σε προσωπικές εμπειρίες και την αφιέρωσε στην αδελφή της. Φαίνεται πως το πρώτο έργο τέχνης ενός δημιουργού πάντα θα αναζητά την αλήθεια της ζωής του.

Προς το τέλος της ιστορίας η Σουίτι ανέβηκε ξανά στο δεντρόσπιτο όπου πάντα έπαιζε μόνη της, προνομιούχος και αποκλειστική ιδιοκτήτρια, αλλά τώρα δεν είχε πια χειροκροτητές στις ακροβασίες της. Ίσως τότε διέκρινα τον βαθύτερο φόβος της Κέι: δεν είναι τα δέντρα που έχουν κρυμμένες δυνάμεις, αλλά η άγνωστη, άλογη αδελφή της. Ήταν ένας φόβος που αδυνατούσε να παραδεχτεί, όπως άλλωστε κάθε συναίσθημα απέναντί της. Έτσι μεγάλωσαν: ανέκφραστες και ανειλικρινείς, χωρίς επικοινωνία. Ίσως οι βαθιές ρίζες που τόσο έτρεμε η Κέι να ήταν η οικογένεια από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει. Αλλά σε αντίθεση με τους γονείς που αδυνατούσαν ακόμα και τώρα να συνειδητοποιήσουν πως άφησαν τα παιδιά τους να πλέουν ακοινώνητα, η Κέι είδε την πραγματικότητα κατάματα. Οι ιδιοσυγκρασίες είναι για να συγχωρούνται, οι οριακές καταστάσεις για να βιώνονται, οι πόνοι για να εκδηλώνονται. Το ξέσπασμά της με λέξεις που επιτέλους αναδύθηκαν και κυκλοφόρησαν ήταν καθυστερημένο αλλά ζωτικό.

Ύστερα απ’ όλα αυτά πώς να ρεύσει η σεξουαλικότητα αυτής της νέας γυναίκας; Το σώμα της -πρώτο και ατυχέστερο θύμα των περιστάσεων- κλειδώθηκε, ο ερωτισμός του εγκλωβίστηκε. Αν αδυνατούσε να συνδεθεί με οποιονδήποτε άνθρωπο, πώς περίμενα να κουμπώσουν οι αρμοί μας; Η παραφυσική αναγνώστρια των φύλλων του τσαγιού της είχε πει πως αγάπη είναι «courage and sex». Της έλειπαν και τα δυο.

Αναρωτιόμουν αν μπορούσε να αντιληφθεί την ομορφιά του ψηλόλιγνου μίσχου της, τους χυμούς κυλούσαν εντός της. Διόλου τυχαία η κάμερα την κομμάτιαζε σε τμήματα, σαν να τόνιζε πως ούτε τα μέρη της δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, ενώ εστίαζε περισσότερο στο πρόσωπο, στα χέρια και τα πόδια της: τα βήματα ανάμεσα στις ρωγμές του πεζοδρομίου, το παίξιμο των παπουτσιών στο χαλί, το καλσόν πάνω στο πλεγμένο χαλί, στον περιπλεγμένο κόσμο. Αμήχανα, νευρικά, με πλήρη άγνοια ωραιότητας. Περίμενα πως και πώς να τα δω ελεύθερα απ’ όλα αυτά και η περιπόθητη στιγμή έφτασε, ακριβώς στο τελευταίο δίλεπτο της ταινίας, σαν τέρμα που μπαίνει στο 90΄, αρκετό για να ξεχαστεί ένας ολόκληρος άνυδρος αγώνας και να γίνει αυτό και μόνο ικανή ανάμνησή του.

Να τα λοιπόν. Αριστερά τα δικά της, δεξιά τα δικά μου. Φοράμε κι οι δυο μαύρες κάλτσες. Εκείνη βγάζει τις δικές της. Τα δάχτυλά της σηκώνονται, παίζουν, ανεβοκατεβαίνουν. Ακούγεται χαλαρωμένη και ανυπόμονη, με την χαρακτηριστική αυξομείωση της φωνής που προηγείται της ερωτικής πράξης. «Ξέρεις πώς συμπεριφέρονται στα πόδια στο σεξ;», με ρωτάει, και δεν γνωρίζω αν γνωρίζει την απάντηση ή αν θέλει να την ανακαλύψει. Πρώτα αυτά προτείνουν ετοιμότητα και δηλώνουν απαραίτητα μέλη της επερχόμενης τελετής. Έτσι κι εγώ: καλώ τις απανταχού δέσποινες πρώτα να αποδεχτούν και μετά να αποτάξουν τα οικογενειακά τραύματα που φέρουν όπως όλοι μας, να ξαπλώσουν, να κυματίσουν τα δάχτυλά τους και να μας προσκαλέσουν στην νέα ζωή που δικαιώνεται οριζοντιωμένη.

Και η Σουίτι; Πέταξε από το δεντρόσπιτο, ξυπόλητη φυσικά, αφήνοντας την εικόνα της όταν ήταν μικρή, με την ζωή ανοιχτή μπροστά της, τότε που χόρευε, έκανε μικρά ακροβατικά νούμερα και τραγουδούσε. Ίσως η ζωή είναι το καλύτερο που κάποτε ήμασταν, όποτε κι αν ήμασταν. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: Sweetie (Jane Campion, 1989). Η γυναίκα: Karen Colston.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

04
Ιολ.
22

Η Αίγλη της Αιδηψού

Κείμενο δημοσιευμένο στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 67 (φθινόπωρο 2021), σ. 51-57.

Το καλοκαίρι του 1974 παραθερίζαμε στα Λουτρά Αιδηψού και νοικιάζαμε ένα μικρό ισόγειο με μικρό παραθυράκι στον δρόμο, σε μια ανηφόρα αριστερά από το τέρμα της κεντρικής οδού Θερμοποτάμου. Ένα απόγευμα έξω από το σπίτι γνώρισα την Αίγλη. Το προχωρημένο μαύρισμά της μαρτυρούσε ότι ζούσε όλο τον χρόνο στην Αιδηψό· αυτή ήταν η ορατή διαφορά μεταξύ των ντόπιων και των αλλότοπων κοριτσιών. Το βλέμμα μου γλιστρούσε στα ποδαράκια τους, για την σπάνια αντίθεση της σοκολατένιας τους απόχρωσης με το υπόλευκο των νυχιών. Τα γηγενή θηλυκά είχαν και μια διαφορετική συμπεριφορά: ήταν πιο ευθείς, κάποτε και απότομες· αντιμετώπιζαν τα αγόρια στα ίσια κι ήταν ψημένες στα ομαδικά παιχνίδια. Εκείνη διέθετε μια ιδιαίτερη, Ιούλια ομορφιά· αχτένιστες αφέλειες μισόκρυβαν δυο σχιστά, αυθάδικα βλέμματα, ενώ τα δάχτυλά της βρίσκονταν μονίμως στο στόμα της, καθώς θεωρούσε τα νύχια της φαγώσιμα. Τα κάτω δάχτυλα άξιζαν μια παρομοίωση με δέκα παράλληλα μικροσκοπικά λεπτά κολοκυθάκια. Οι σαγιονάρες της με την πρώτη ευκαιρία βρίσκονταν πεταμένες σε κάποια άκρη. Ήταν το μοναδικό ξυπόλητο κορίτσι της παρέας και το λάτρεψα αμέσως.

Αποτραβούσα την ματιά μου αλλού αλλά εκείνη εκεί, επέστρεφε πάνω της, να την διατρέχει ως κάτω. Ήταν κατατσιμπημένη από τα κουνούπια και αναρωτιόμουν αν είναι συμπτωματικό τα πιο άτακτα κορίτσια να είναι και τα πιο σημαδεμένα από τους ιπτάμενους πότες, λες και το δικό τους δέρμα ήταν περισσότερο εύγευστο από τα άλλα. Τα συνήθη δυο τρία δαγκώματα που είχε πάντα σε πρώτο πλάνο την έκαναν ακόμα πιο ποθητή. Προσπαθώ να θυμηθώ τι είδους πόθος ήταν αυτός, από την στιγμή που δεν γνώριζα τίποτα από τις χειροτεχνίες του. Υποθέτω πως σιγόβραζε όπως κάθε ανώριμη λαγνεία μαζί της με όλα τα αδιευκρίνιστα που προκαλούνται στην ανήλικη ψυχή. Σε μια από τις επιθυμίες μου, ήθελα εγώ να γίνομαι μικροσκοπικός φτερωτός περικυκλωτής και να πεταρίζω γύρω της μέχρι να επιλέξω πού θα την τσιμπήσω και με πόσο αίμα θα δροσιστώ. Για την γεύση του υπέθετα ότι το βαθύ πορφυρό της βυσσινάδας θα μαρτυρούσε κάποια συγγένεια.

Αχ, άντρες αναγνώστες, εσείς καταλαβαίνετε τι συμβαίνει σε οποιονδήποτε μικρό γοητευμένο από ένα κορίτσι: κάθε λεπτό που περνάει νοιώθει ακόμα πιο μικρός και ακόμα πιο γοητευμένος. Κάνει τον σοβαρό και τον αστείο, γιατί δεν ξέρει τι προτιμά εκείνη κι επειδή την ίδια στιγμή που επιλέγει το ένα, σκέφτεται ότι έπρεπε να είχε διαλέξει το άλλο. Στεκόμουν εκεί, άγουρο αγγούρι, αλλά όπως ευτυχώς συμβαίνει στα βιβλία, ανέλαβε εκείνη πρωτοβουλίες υποδοχής. Τα λιγότερο ντροπαλά κορίτσια πάντα γελούσαν πιο εύκολα κι έτσι σύντομα βρήκα τον δρόμο προς τα στιγμιαία της ξεκαρδίσματα: έκανα τον έκπληκτο σε κάθε της πρόταση παιχνιδιού, ακόμα και σε οποιαδήποτε τυχαία φράση. Στην πραγματικότητα ήμουν όντως έκπληκτος αλλά όταν διαπίστωσα την ανταπόκριση του ελαφρώς βλαμμένου ύφους μου η χαρά μου ήταν μεγάλη. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αποδοχή για ένα άπειρο αρσενικό από μια γελαστή ανταποκρίτρια.

Ρωτούσα λοιπόν δήθεν απορημένος τους κανόνες κάποιου παιχνιδιού, φτιάχνοντας νέες εξωφρενικές ερωτήσεις σε κάθε της εξήγηση, σταδιακά εμφανώς πειρακτικές. Τότε ακολουθούσε η δεύτερη ευπρόσδεκτη αντίδραση: το γνωστό ελαφρώς δυνατό χτύπημα απ’ τις παλάμες της ως «αυθόρμητη» απάντηση στα λεκτικά μου τσιμπήματα – όπως κάθε κορίτσι, έκανε πως δεν γνωρίζει το όριο μεταξύ ελαφρών και δυνατών χτύπων. Ήταν κι αυτό ένα άγγιγμα, και μια ένδειξη ότι διανύσαμε κάποια εκατοστά οικειότητας. Όταν μια φορά το χέρι της αστόχησε χάρη στον επιδέξιο ελιγμό μου, ήρθε το πόδι της να μου τραντάξει το σώμα: αυτό που εκείνη θεώρησε ως κλωτσιά ήταν για μένα ένα ζεστό πέλμα της στην γάμπα μου. Πολλαπλασίασα τα πειράγματα για να εισπράττω αντίστοιχες αστραπιαίες πατημασιές και αμειβόμουν με την προσφορά μιας μέχρι τώρα αδιανόητης αφής. Ευμενώς καταχτυπημένος, αναζητούσα πάνω μου τα ροζ αποτυπώματα των πελμάτων της, μάταια βέβαια.

Μ’ όλο αυτό το παιδομάνι έξω στον δρόμο, ήταν αδύνατο να βρεθούμε οι δυο μας. Οι διαθέσιμες απογευματινές ώρες γλιστρούσαν γρήγορα, σα να διέφευγαν προς τους δυο γωνιακούς κατήφορους που όριζαν την γωνία του σπιτιού. Δεν είχα παρά να ασκήσω πρακτικές μεσημβρινής κατασκοπίας: την παραμόνευα από νωρίς το απόγευμα πίσω από το μικρό παράθυρο του υπνοδωματίου. Αν έβγαινε νωρίτερα από τα άλλα παιδιά, θα έσπευδα τυχαία ολοταχώς. Αλλά εκείνη συνήθιζε να βγαίνει έξω πιο ακατάλληλες ώρες, ιδίως ντάλα μεσημέρι. Ως γέννημα θρέμμα της γειτονιάς είχε ασυλία στους κανόνες των παραθεριστών, ιδίως στην υποχρεωτική μεσημεριανή ανάπαυλα όλης της οικογένειας και την προστασία από τον ήλιο που μας είχε ζεματίσει όλο το πρωί. Την ώρα που όλοι στο σπίτι κοιμούνταν έπαιρνα την θέση μου πίσω από τα παντζούρια, που έμοιαζαν με σύνορο δυο κλιμάτων. Μέσα με τύλιγε η γλυκιά δροσιά των παλιών τοίχων, έξω ο δρόμος κόχλαζε μέσα στην πολυφωνία των τζιτζικιών.

Τότε εμφανιζόταν εκείνη. Μέσα από τις γρίλιες την έβλεπα διαγραμμισμένη με ρίγες φωτός, να βγαίνει στο απέναντι πεζούλι, εμφανώς βαριεστημένη. Έκοβε μικρά φυλλαράκια και τα μύριζε προτού τα πετάξει με θεατρικές κινήσεις, μετά κλωτσούσε τα βοτσαλάκια που της «έφραζαν» τον δρόμο μέχρι το επόμενο βήμα. Δεν γνώριζα την τέχνη της αρπαγής της ευκαιρίας· δεχόμουν τα πάντα σαν αναπότρεπτα δεδομένα κι ευγνωμονούσα για τα δώρα που έκρυβαν, εκτός αν κι αυτό είναι μια τέχνη, έστω και παθητική. Κι έτσι, αντί να βγω έξω, έμεινα να την παρατηρώ με την ησυχία μου, κάτι που δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω φανερωμένος απέναντί της. Μπορεί να ήταν μια από τις πρώτες μου πατόκορφες παρατηρήσεις ενός κοριτσιού.

Έμενα λοιπόν, ακίνητος μεσημβρινός, να χαζεύω την μορφή της σε λεπτά παράλληλα θραύσματα. Αναζητούσα στις κάτω γρίλιες τα πόδια της, κι αν δεν φαίνονταν άλλαζα στάση στο σώμα. Ένοιωθα ότι την σκηνοθετούσα όλη δική μου έτσι όπως κάθε αλλαγή στην θέση μου αποκάλυπτε και άλλες λωρίδες σώματος. Σύντομα έβγαζε τις σαγιονάρες της, σα να ήθελε να ελευθερωθεί στον δρόμο που είχε σαν δικό της δωμάτιο. Για λίγο περιφερόταν πάνω στο πεζούλι – μύριζε τα γιασεμιά, αγκάλιαζε την λεμονιά – κι ύστερα αφοσιωνόταν στο παιχνίδι της: πατούσε με τα πέλματά της ένα ένα τα βυσσινιά κι άσπρα πλακάκια, φροντίζοντας να μην ξεφεύγει από το περίγραμμά τους. Ήθελα να διαθέτω ζουμ στο βλέμμα, να τα χορταίνω (ή να μην τα χορταίνω) στο αυτοσχέδιο κουτσό τους. Ήταν σα να διαδραματιζόταν ένας συναρπαστικός αθλητικός αγώνας αλλά καθόμουν πολύ μακριά στις εξέδρες κι έχανα τις καλύτερες φάσεις.

Όταν βαριόταν έτριβε τα πέλματά της στην ευεργετική σκόνη που εφημέρευε στο δάπεδο και δοκίμαζε χορευτικές κινήσεις. Είχε άραγε κάποια μουσική στο κεφάλι της και ποια; Στο τέλος καθόταν στο ψηλό πεζούλι πάνω απ’ τον δρόμο και κινούσε πέρα δώθε τις πατούσες της σε ομόκεντρους κύκλους, μια μαέστρος της αναταραχής μου. Κρατούσα την ανάσα μου θαρρείς και μπορούσε να την ακούσει κι ένοιωθα τον ερεθισμό που προσπαθεί να γίνει σωματικός αλλά βρίσκει εμπόδιο το άγουρο σώμα  και καταλήγει στα σωθικά.

Θα ήθελε να την συντροφεύω στα άπραγα, αργά μεσημέρια της; Ολόκληρη η λουτρόπολη σιγούσε κάτω από έναν ζαλιστικό ήλιο, αλλά την ίδια στιγμή έμοιαζε με τόπο θαυμάτων που είναι έτοιμα να συμβούν αρκεί να τα προκαλέσεις. Στο λεπτό έφτιαξα κατάλογο με κοντινές βόλτες και παράπλευρες δράσεις. Στις έξι, που θα έρχονταν και οι υπόλοιποι της γειτονιάς, θα είχαμε επιστρέψει, χαμογελώντας συνένοχα. Το ίδιο απόγευμα της είπα τα πρώτα ψέματα, συνήθεια πολιορκητών παντός καιρού και πάσης ηλικίας. «Τα μεσημέρια που οι άλλοι κοιμούνται, εγώ βγαίνω από μια πίσω πόρτα, σ’ έναν αγρό πίσω από το σπίτι. Να έρθεις μια μέρα να σου δείξω». Με ρώτησε «και τι έχει εκεί;», της απάντησα «πολλά, και βρήκα κάτι που θα σου αρέσει». Αυτό ήταν, της έκλεψα την περιέργεια.

Ο κόσμος ομορφαίνει ολόκληρος στις ώρες της αναμονής ενός ρομαντικού ραντεβού. Τότε όλα όσα παρατηρεί ούτως ή άλλως οξυμένος ο παιδικός παρατηρητής, τώρα φαντάζουν αλλιώς· άλλα μοιάζουν λιγότερο σημαντικά κι άλλα απολύτως συναρπαστικά. Το επόμενο απομεσήμερο ήρθε ακριβώς όπως την γνώριζα κρυφοκοιταγμένη, μια ολόκληρη χρωματιστή γεωμετρία: ρίγες στο φόρεμα, τρίγωνο στις σαγιονάρες και γραμμές τεθλασμένες στις μπούκλες, ευθείες στα καλάμια της, καμπύλες στους ώμους. Την πήγα στο ανοιχτό χωράφι πίσω απ’ το σπίτι υποκρινόμενος πως γνώριζα καλά την διαδρομή. Διασχίζαμε μικρά χωμάτινα μονοπάτια, ενώ τα στάχια της γαργαλούσαν τις γάμπες, όπως παρατήρησε με το γέλιο της. Καθίσαμε έξω από μια παρατημένη αυλή· τα σώματα γειτόνεψαν, τα γόνατα κουτούλησαν.

Με βόλευε που ήμασταν δίπλα δίπλα και δεν χρειαζόταν να ευθυγραμμίζονται οι ματιές μας, άρα μπορούσα και να κρυφοκοιτάζω τα δάχτυλά της, κι ας ήταν χωρίς χορικά αυτοσχεδιάσματα. Δεν ξεχνούσα τα ευρήματα που της υποσχέθηκα κι έβγαλα ένα κουτί γεμάτο με κάθε λογής μικροπράγματα. Δεν της είπα ότι τής τα μάζευα εδώ και μέρες· προτίμησα την επινοημένη εξερεύνηση του χωραφιού, την ιδέα μιας ανακάλυψης που χαρίζεται. Το άνοιξα μπροστά στα πόδια της, για να τους κλέψω ακόμα περισσότερες ματιές. Εκείνη το αναποδογύρισε άγαρμπα, βουλιμικά.

Πρώτα φάνηκαν τα καπάκια μπουκαλιών: το μπλε της Φιξ, το κόκκινο της Χέννινγκερ, το λαχανί της λεμονάδας Ήβη, το μαύρο της γκαζόζας, το ανοιχτό μπλε και το πορτοκαλί της αντίθεσης των ανθρακικών στις πορτοκαλάδες. Θυσίαζα την δική μου συλλογή, προσθέτοντας ένα εύρημα από ένα παλιό συρτάρι του σπιτιού, μια πλακέ μπαταρία Μπέρεκ που είχε ωραίο κυανό χάρτινο περιτύλιγμα και μπορεί να ταίριαζε στο τρανζιστοράκι που συχνά γυρόφερνε. Η πλαστική βασίλισσα από ένα λειψό σκάκι ολοκλήρωνε τις προσφορές. Ένα βασίλειο πολύχρωμο, όπως και το μέλλον μας. Το αδιαφιλονίκητο ατού της συλλογής ήταν δυο πλαστικές μαργαρίτες, κλεμμένες από ψεύτικα λουλούδια, αξεσουάρ για τις σαγιονάρες της. Οι κόρες των ματιών της έλαμψαν. Κλείσαμε ο ένας τα μάτια του άλλου και εισπνεύσαμε την μυρωδιά από την μέσα πλευρά των καπακιών – τα μαντέψαμε όλα σωστά. Μείναμε λίγο περισσότερο στο Ούζο 12, στη μόνη διαθέσιμη μέθη των μικρών.

Αν ο ενήλικος έρωτας καταλήγει κάπου, σε κλίνη, δωμάτιο, σπίτι, δεσμό, οικογένεια, ο ανήλικος δεν καταλήγει πουθενά. Απλά υπάρχει, χωρίς να περιμένει κάτι χειροπιαστό. Τίποτα δεν είναι γνωστό, ούτε προδιαγεγραμμένο. Δεν ακολουθείται κανένα πρωτόκολλο, δεν υπάρχει καμία σειρά. Περίμενα πως κάποτε θα εφάπταμε τα χείλη μας· προς το παρόν το ευχαριστήριο φιλί των τηλεοπτικών έργων ήταν άφαντο. Υπήρχε όμως το πιο ευρύ επίθετο που θα μπορούσε να μου χαρίσει. «Ήμουν πολύ γλυκός». κάτι που έκτοτε δεν έπαψε να με μπερδεύει, γιατί σήμαινε πολλά και τίποτα. Μείναμε σιωπηλοί, γειτνιασμένοι, ενώ οι πλαϊνές μας γάμπες αγγίζονταν ζεστές. Χαμογέλασε· μπορεί και να σκέφτηκε ότι τα παρατημένα χωράφια δεν είναι σπαρμένα με τέτοια πράγματα.

Προχωρήσαμε σ’ ένα μεγαλύτερο χωράφι, που ανέβαινε σαν χαμηλό βουνό πίσω απ’ τα τελευταία σπίτια της Αιδηψού. Το βράδυ γινόταν πρασινόμαυρο μεγάφωνο τριζονιών και πηγή της χαρακτηριστικής μυρωδιάς του χωριού· τώρα ήταν ήσυχο και κατακίτρινο. Το πήραμε από την αρχή για να δούμε πού βγάζει κι αυτό όλο πήγαινε. Στο τέρμα του η έκπληξη ήταν μεγάλη. Είχαμε βρεθεί στα Πλατάνια, έναν τόπο σποραδικών απογευματινών επισκέψεων με την οικογένεια. Τα νόμιζα για μακρινά, αφού πάντα πηγαίναμε με τα παλιά γκρίζα «αγοραία», από τον οδικό δρόμο που περικύκλωνε την Αιδηψό. Τώρα όμως εμφανίστηκαν μπροστά μας! Κάτω από ένα πυκνό πλέγμα πλατανόφυλλων απλώνονταν παλιά αναψυκτήρια. Ο τόπος βούιζε – θροΐσματα, ζουζούνια, τα ρυάκια των ιαματικών. Ήταν σα να βρέθηκα εκτός έδρας αλλά σε γήπεδο που γνώριζα καλά. Η αγωνία για την σκανδαλιά της απομάκρυνσης ηρεμούσε από τον ήχο των ποδιών της στα χαλίκια. Ήταν διαφορετικός απ’ όλων των άλλων. Μετά ο χρόνος χάθηκε κι άφησε αμέτρητη την περιπλάνησή μας.

Τότε είδα για πρώτη φορά το μεγάλο, παλιό ιαματικό λουτρό των Πλατανιών: ένα κτίσμα μακρύ, με μικρά παράθυρα και ξεφτισμένο κίτρινο χρώμα στους τοίχους. Τριγύρω παντού η χαρακτηριστική μυρωδιά των πηγών, «του κλούβιου αυγού» όπως  λέγαμε. Φέραμε τον γύρο του κτίσματος και στην πίσω πλευρά σκύψαμε στα χαμηλά παράθυρα για να δούμε τι συμβαίνει μέσα: λευκές μπανιέρες που έμοιαζαν να βρίσκονται εκεί από πάντα υποδέχονταν ηχηρές ροές νερών ενώ παραμέσα κόχλαζαν οι ζεματιστές πηγές. Μέσα από τους ατμούς μόλις ξεχώριζαν τα σώματα που αναζητούσαν την θεραπεία των ιδιαίτερων υδάτων.

Ωραία θα ήταν να μπαίναμε κι εμείς – Θα αναλάμβανα το ρόλο του τρίφτη – Κι εγώ της τριμμένης – Θα περιμέναμε να φύγουν όλοι – Και θα πηγαίναμε από μπανιέρα σε μπανιέρα – Λένε πως είναι καυτά εκεί μέσα – Θα αντέχαμε, θα δίναμε θάρρος ο ένας στον άλλον – Και μετά θα μπαίναμε στους κρύους καταρράκτες – Όχι, μετά θα ήταν η σειρά μου να σε τρίψω – . Υπογράψαμε την συμφωνία μας σφίγγοντας τις παλάμες πάνω απ’ το αναβράζον χώμα. Τότε στην ζάλη των αναθυμιάσεων τής φίλησα το μάγουλο, που έγινε κατακόκκινο, σαν τα μούρα που, λιωμένα στο έδαφος, είχαν ήδη βάψει την άκρη απ’ το μικρό της δαχτυλάκι.

Στον δρόμο της επιστροφής μπλέχτηκε στ’ αγκάθια· άκουσα το παιδικό της άουτς κι είδα τις σαγιονάρες της πεταμένες, τα ψευτολούλουδα ξεχαρβαλωμένα, το αριστερό της ποδαράκι κρεμαστό. Καμώθηκε την άπονη αλλά ήταν εμφανώς έτοιμη να κλάψει. Την κάθισα όπως όπως και επιθεώρησα το πέλμα της, μουδιασμένος απ’ την απρόσμενη συγκυρία. Θυμάμαι τις δυο ελιές του, στην καμάρα και κάτω απ’ το προτελευταίο δαχτυλάκι, σαν τις σπάνιες γνώσεις που προσφέρονταν μόνο στους εξερευνητές των μακρινών θαλασσών. Περνούσα το δάχτυλό μου από την επιφάνειά του για να ψηλαφήσω την απόληξη των αγκαθιών κι ύστερα πίεζα ελαφρά τριγύρω για να βγουν. Στο τέλος, με την φτέρνα της πάντα στην παλάμη μου έμενε να με κοιτάζει με δακρυάκια που ξεραίνονταν όπως τα γύρω στάχια. Δεν κατάφερα πολλά και γαντζώθηκε στο μπράτσο μου μέχρι τέλος. Ευφραινόμουν με τόσο πλησιασμό αλλά εκείνη ανησυχούσε για την συνέχεια στο σπίτι της. Αργότερα έξω απ’ το παράθυρό της ακούγονταν ξυλιές από σαγιονάρες. Η Αίγλη μου δερνόταν από την βάρβαρη μάνα της επειδή όχι μόνο ξεπόρτισε αλλά και γύρισε αγκαθιασμένη. Ίσως αυτή ήταν η πρώτη μορφή ειρωνείας που γνώρισα με σάρκα και οστά: ένα παιδί της πόλης, άψητο απ’ τις εξοχές, να θεωρούμαι κίνδυνος για ένα κορίτσι που σκούραινε και σκλήραινε όλη μέρα στους δρόμους. Μέσα στην ταραχή μου αναρωτήθηκα αν την χτυπούσε με τις δικές της κι αν διασώθηκαν οι μαργαρίτες.

Για μέρες δεν την είδα κι ο εγκλεισμός της μου δημιούργησε μεγάλο θέμα συνείδησης. Αντιλήφθηκα ότι η αξιόποινη πράξη είχε ενορχηστρωθεί από μένα όμως κατά το ήμισυ αντιλαμβανόμουν πως χωρίς αυτήν δεν θα μου είχε δοθεί το δώρο που επιθυμούσα. Η ατυχία της ήταν το ευτύχημά μου. Είδα τα πέλματά της, τα στόλισα, τα άγγιξα. Αν είχα την ευκαιρία να ξαναζήσω εκείνο το απόγευμα, θα το επαναλάμβανα ή θα την κρατούσα σε ασφαλέστερες περιοχές χωρίς τα υπόλοιπα; Χωρίς δυσκολία διάλεξα το πρώτο, κι ας πολλαπλασιάζονταν οι ξυλιές της στο άπειρο. Καλύτερα ένα μπουκέτο από αλησμόνητες, συμπυκνωμένες στιγμές μας ακόμα και μ’ εκείνες τις συνέπειες, παρά άσκοπες βόλτες στην γειτονιά μας. Αναρωτήθηκα μέχρι πού μπορώ να φτάσω για να θρέψω τις ορέξεις μου. Ένας διχασμός μετατόπιζε τα όρια της προσωπικής ηθικής και ηδονής. Η δεύτερη επεκτεινόταν στα χωράφια της πρώτης. Στην προσωπική μου απολογία υποστήριζα τις ευγενείς μου προθέσεις και κάθε διάθεση να γίνω ο τιμητικός της ακόλουθος.

Πολλά από τα επόμενα μεσημέρια προσπάθησα να κοιμηθώ, με τη περίεργη αίσθηση πως, παρά τα δικά μας κοσμοϊστορικά, ο τόπος έξω συνέχιζε να υπάρχει, τα τηγάνια να τσιτσιρίζουν από τα γειτονικά ισόγεια παράθυρα και τα αγροτικά αυτοκίνητα να κυλούν στην πάνω κατηφόρα. Κάποιες φορές, στις σύντομες παύσεις των θερινών ήχων, ήμουν βέβαιος πως αφουγκραζόμουν τα πλαταγίσματα από δεκάδες γυμνά ποδαράκια να γυροφέρνουν αιχμάλωτα, όπως κι οι δέσποινές τους, πίσω από τα κλειστά παραθυρόφυλλα. Αρκετές μέρες μετά, το γνώριμο άκουσμα των πελμάτων της Αίγλης πάνω στα σκονισμένα πλακάκια μ’ έκανε να σπεύσω στις γρίλιες κι εκείνη ήταν εκεί, στο αυτοσχέδιο κουτσό της – άραγε απελεύθερη στις έρημες μεσημβρινές ώρες ή κλεφτή εξοδούχος για την ώρα που οι αυθέντες της κοιμούνταν τον ύπνο του δικαίου; Θα μπορούσα να γλιστρήσω αθόρυβα έξω, να τρέξω να την ρωτήσω ή απλά να σταθώ και να της χαμογελάσω. Δεν το έκανα, από φόβο μην χειροτερέψω την θέση της. Μπορεί και απλά να επέστρεψα στον παθητικό θεατή που πάντα ήμουν.

Οι μέρες περνούσαν κι εκείνη τα απογεύματα παρέμενε έγκλειστη και τιμωρημένη. Περιμένοντας την έξοδό της, της ετοίμαζα μια νέα συλλογή σ’ ένα κουτί που θα ονόμαζα κουτί δευτέρων βοηθειών, λόγω της καθυστερημένης του προσφοράς. Έφτιαξα ένα κόσμημα από τον μίσχο ενός λουλουδιού να της το φορέσω γύρω από τον αστράγαλο, ζωγράφισα τους ρόμβους του δέρματός της στο τσιγαρόχαρτο που είχαν για τραπεζομάντηλα στα εστιατόρια, πήγα μόνος μου στις πηγές και μάζεψα ιαματικό σ’ ένα πλαστικό μπουκαλάκι, να της το βάλω εκεί που έφαγε τις ξυλιές.

Συνέχισα όλα τα επόμενα μεσημέρια να την βλέπω ή να την θυμάμαι σε λωρίδες, να βηματίζει στο δικό της σταυρόλεξο, καθώς προσπαθούσε πιθανώς να λύσει δύσκολους ορισμούς σε σκούρα κι ανοιχτά τετράγωνα ή να μου φτιάξει ένα γράμμα που θα πάσχιζα μέχρι σήμερα σ’ αυτό το βιβλίο να αποκρυπτογραφήσω. Ούτε το κουτί δεν μπόρεσα να της δώσω. Το έθαψα σε μια άκρη του μονοπατιού πίσω από το σπίτι, στον δρόμο προς τα Πλατάνια. Όλος εκείνος ο αγρός παραμένει ως σήμερα σε μεγάλο μέρος άκτιστος, το ίδιο και το σπίτι απ’ όπου την θαύμαζα αγκρέμιστο. Θεωρητικά το κουτί πρέπει να είναι ακόμα εκεί. Κι εγώ επιστρέφω μια φορά κάθε πολλά χρόνια, για να βρω την Αίγλη που μου αναλογεί.

Δεν έπαψα να την αναζητώ στις σελίδες των άλλων, όπως έκανα με κάθε μονόδρομο έρωτα. Δεν είχα αυταπάτες ότι θα έβρισκα την ίδια, παρόλο που θα της άξιζε ένας πραγματικός λογοτέχνης. Είχα όμως την ελπίδα πως κάποιος άλλος θα μοιραζόταν την δική του Αίγλη κι εγώ θα χαιρόμουν με την μακρινή πλην εκλεκτική συγγένεια αλλά και την άγρια χαρά να βλέπω να μεγαλώνει η κοινότητα των ξυπόλητων κοριτσιών που έδωσαν την εικόνα τους στις θερινές αναμνήσεις. Ένα τέτοιο κορίτσι βρήκα χρόνια μετά σ’ ένα βιβλίο του Φώτη Πρασίνη, ενός άγνωστου πλην αξιανάγνωστου λογοτέχνη που έγραφε διηγήματα δεκαετίες πριν, στην άλλη άκρη της θάλασσας, στην Καβάλα. Στο διήγημα Βαθιά στον ορίζοντα… ο δεκαοχτάχρονος αφηγητής ζει σ’ ένα μεσημβρινό σπίτι και ξαπλώνεται στην αυλή κάτω από την τέντα του πατέρα του ή τα διπλανά πεύκα. Τακτικά κάποια συγκεκριμένη ώρα τρυπώνοντας μέσα από τις αγριοτριανταφυλλιές του κήπου, έρχεται από δίπλα η Μαργή. Τα πόδια της γυμνά πλατσουρίζουν, αγάλι – αγάλι, τις άσπρες πλάκες της αυλής, σαν ένα ζευγάρι λευκά περιστέρια. Είναι, πάντα, ξυπόλητη. Φοράει μια κρεμ ξεθωριασμένη ποδιά, πότε μιλά πότε όχι και κοιτά προς την θάλασσα. Πόσο να είναι; αναρωτιέται ο αφηγητής· δεκαπέντε; Η ποδιά της έχει ανεβεί πολύ πιο πάνω απ’ τα γόνατα, πολύ πιο πάνω. Τα πόδια φαίνονται. Είναι άσπρα, λίγο παχιά και δεμένα, με γραμμούλες γαλάζιες και ροζ. Κάτι, λέει, πηδά μέσα του.

Ο αφηγητής φεύγει από τα μέρη του κι όταν επιστρέφει την αναγνωρίζει να τον χαιρετά από ένα σπίτι. Τα είπαμε σα νάμασταν, όπως τότε, στην αυλή. Ξυπόλητοι δίπλα στον κισσό. Αλλά εκείνη είναι πλέον είκοσι· δεν φορά ποδιά ούτε είναι ξυπόλητη. Παίρνουν τον δρόμο του βουνού και λένε ιστορίες, εκείνη τον φιλάει χωρίς να το πολυκαταλάβει. Λίγο πριν το τέλος του διηγήματος, τα μάτια της ροδίζουν. Η δική μου Αίγλη ήταν η Μαργή ενός άλλου. Δεν ζήλεψα που αυτοί μπορεί να πρόλαβαν να ροδίσουν στον έρωτα. Μόνο αναρωτήθηκα γιατί το κορίτσι δεν ήταν πια ξυπόλητο. Το θεωρούσε δείγμα μιας ανηλικότητας που ήθελε να αποδιώξει; Ή απλώς θέλησε να μοιάζει με τις άλλες, τις ώριμες και πάντα παπουτσωμένες γυναίκες; Μέχρι πότε θα έβγαινε ξυπόλητη η Αίγλη στον δρόμο; Δεν έπαψα να την σκέφτομαι πάντα έτσι, ανήλικη κι ενήλικη, να στέκει με τον ίδιο τρόπο μπροστά στα γιασεμιά, να τα εισπνέει λαίμαργα, να αγκαλιάζει την λεμονιά κι ύστερα να καθυστερεί τον ίδιο τον χρόνο, αργή και νωχελική, σ’ όλα τα θερινά της μεσημέρια. Και κάποιες φορές, να κοιτάζει το παράθυρό μου απέναντι, να με θυμάται και να χαμογελά.

Σημείωση. Βιώθηκε στα Λουτρά Αιδηψού το 1974, γράφτηκε στον ίδιο τόπο το 2014, κι έκτοτε ξαναγράφεται κάθε καλοκαίρι. Το βιβλίο του Φώτη Πρασίνη αποτελεί έκδοση της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καβάλας (1987). Ευχαριστώ θερμά τον Κοσμά Χαρπαντίδη που φρόντισε την πλοήγησή του ως τα χέρια μου. 

Κείμενο δημοσιευμένο στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 67 (φθινόπωρο 2021), σ. 51-57. 

Στις φωτογραφίες, τραβηγμένες από τον Πανδοχέα: 1. Το παράθυρο του παραθερισμού, 2. Η πόρτα του αξέχαστου σπιτιού, 3. Το υπερυψωμένο του πεζούλι – αυλή, 4. Η πινακίδα της Οδού Πλουτάρχου όπου βρίσκεται, 5. Αναψυκτήριο στα Πλατάνια, 6. Η βάρκα που προσπεράσαμε στον δρόμο για τα Πλατάνια, 7. Οι αιώνιες καρέκλες στα πεζοδρόμια της Αιδηψού, 8-9. Το λουτρό στα Πλατάνια, 10. Το παλιό ζαχαροπλαστείο του Πετράκου, όπου είχαμε συμφωνήσει κάποτε να μοιραστούμε τέσσερις πάστες, 11. Το αναφερόμενο βιβλίο, 12. Το τελευταίο βλέμμα πριν την αναχώρηση. 

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήσης του Χάρτη, εδώ.




Ιουλίου 2022
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Blog Stats

  • 1.120.017 hits

Αρχείο