Τομ Πέρσιβαλ – Τα φτερά του Νόρμαν

Οι διαφορετικές μας πτήσεις

Ωραία φαίνεται να περνάει ο Νόρμαν. Έχει το σκυλάκι του, τους φίλους του, ένα ωραίο μικρό πάρκο να μοιράζονται τα παγωτά τους, ένα σπίτι με αυλή, δυο γονείς που εμφανώς τον υπεραγαπούν. Τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να έχουν πάει καλύτερα. Μέχρι τώρα ήταν πάντα απολύτως φυσιολογικός, παρόλο που αυτός ο χαρακτηρισμός μάλλον είναι και θα παραμένει αδιευκρίνιστος. Μέχρι που μια μέρα βγάζει ένα ζευγάρι χρωματιστά φτερά και πετάει στον ουρανό χαζεύοντας την γειτονιά του από ψηλά. Σ’ έναν μαυρόασπρο κόσμο, όπως ζωγραφίζεται εδώ το περιβάλλον του, οι πολύχρωμες φτερούγες δίνουν ποικιλία, λάμψη, ομορφιά. Οι διαδρομές γίνονται αιθέριες, οι βουτιές θεαματικές. Αυτή η εξέλιξη είναι η τελευταία που θα φανταζόταν, κι ας έχει μεγάλη φαντασία. Μπορούσε να «δει» τον εαυτό του μεγάλο, ψηλό, ακόμα και μουσάτο όπως ο μπαμπάς του, αλλά ιπτάμενο… ποτέ!

Κι όμως: ο Νόρμαν δεν αισθάνεται καλά. Αρχίζει να επιθυμεί το μάζεμά τους, γιατί σίγουρα ένα ζευγάρι φτερών του ακυρώνει την φυσιολογικότητά του. Πώς θα νοιώσουν οι γονείς του αν τα δουν, πώς θα τον αντιμετωπίσουν οι φίλοι του; Καλύτερα να τα κρύψει κάτω από το μεγάλο κίτρινο μπουφάν του, κι ας είναι άβολο να το φοράει παντού: στο τραπέζι του φαγητού, στην μπανιέρα, στο κρεβάτι. Οι γονείς του απορούν αλλά τον αντιμετωπίζουν με κατανόηση και τον αφήνουν να συμπεριφέρεται όπως αισθάνεται. Το μπουφάν είναι ζεστό και άβολο αλλά κανείς δεν πρέπει να δει τα μη φυσιολογικά φτερά του!

Η ζωή του πλέον αλλάζει ολοκληρωτικά. Πώς να παίξει με τα άλλα παιδιά στο πάρκο όταν ζεσταίνεται υπερβολικά; Πώς να βουτήξει στην πισίνα, πώς να αντέξει τις διαδρομές με το αυτοκίνητο; Πώς να διασκεδάσει με το φουσκωτό κάστρο στα πάρτι; Μόνο στις βροχές κάπως ηρεμεί αλλά σε κάθε περίπτωση εύχεται να μην είχε βγάλει ποτέ αυτά τα χαζά φτερά. Όμως καθώς στρέφει το κεφάλι του προς τον ουρανό και βλέπει τις πτήσεις των πουλιών δεν μπορεί να μη θυμηθεί και την δική του πρωτόγνωρη αίσθηση. Και τότε αντιλαμβάνεται ότι είναι το μπουφάν που τον κάνει δυστυχισμένο και όχι τα φτερά. Η τρυφερή προτροπή των γονιών του τον ενθαρρύνει ακόμα περισσότερο και τώρα πετάει, πετάει ανάλαφρος. Αλλά η μαγεία δεν σταματά εδώ. Τα παιδιά κάτω στη γη τον βλέπουν και θυμούνται τα δικά τους βαριά και ασήκωτα μπουφάν. Κοιτάζονται μεταξύ τους αμήχανα και μετά τα βγάζουν κι εκείνα τα δικά τους, μέχρι ο ουρανός να γεμίσει με ιπτάμενα παιδιά, χαρούμενα γι’ αυτό που είναι.  

Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, η ιστορία του βιβλίου δοκιμάζει με τον δικό της τρόπο να μιλήσει για τον διαφορετικό και ιδιαίτερο χαρακτήρα που έχει ο κάθε άνθρωπος, το κάθε παιδί. Είμαστε όλοι φτιαγμένοι από μοναδικά συστατικά και χαρακτηριζόμαστε από ανεπανάληπτα στοιχεία, ολόδικά μας. Η διαφορετικότητα κάθε παιδιού είναι δεδομένη, όσο κι αν η σύγχρονη ζωή επιθυμεί να μας καταστήσει όλους ίδιους και όμοιους. Αποτελεί πλούτο αμύθητο, θησαυρό πολύτιμο που αν δεν ανοίξουν, θα κινδυνεύσουν να νοιώσουν φυλακισμένα σε εαυτούς ξένους, σε σώματα που δεν θα νοιώθουν δικά τους, σε πρόσωπα πλαστά. Ένα μικρό παιδί μπορεί να αισθάνεται την δική του ως βάρος, ως μια γκρίζα ζώνη χωρίς να βλέπει πόσο πολύχρωμη και πόσο δικιά του είναι. Ίσως γι’ αυτό οι χρωματισμοί των σελίδων είναι γκρίζοι, αλλά, εκτός από τον ουρανό και τα πουλιά, τα φτερά είναι πολύχρωμα, κι είναι τόσο έντονο το χρώμα τους που μεταφέρεται ακόμα και στα μπουφάν που επιχειρούν να τα καλύψουν. Γιατί ποτέ δεν υπάρχει το απολύτως φυσιολογικό, παρά μόνο απολύτως ο εαυτός μας.

Ο συγγραφέας αποτελεί περίφημο παράδειγμα συγγραφέα παιδικών ιστοριών και εικονογράφου. Μεγαλωμένος σε μια απομονωμένη αγγλική κωμόπολη, στερήθηκε έναν ζωντανό τόπο διαβίωσης αλλά γνώρισε πολλούς τέτοιους και άλλες τόσες κουλτούρες χάρη στα βιβλία που του κρατούσαν πάντα συντροφιά, μέχρι να ανοίξει τα φτερά του και να είναι τώρα αυτός ο σύντροφος δημιουργός αναρίθμητων παιδιών. Τα σχέδιά του είναι πλέον αναγνωρίσιμα: ελαφρώς μεγαλύτερο μέγεθος στα κεφαλάκια, ανοιγμένο φόντο πίσω από τα πρόσωπα, ακριβέστατες μολυβιές στα σπίτια και τα αντικείμενα, προτίμηση στις εικόνες που μιλάνε από μόνες τους και δεν χρειάζονται πολλές φράσεις.

Εκδ. Ψυχογιός, μτφ. Πετρούλα Γαβριηλίδου, 2019, σελ. 32 [Tom Percival – Perfeclty Norman].

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Κατρίνα Τσάνταλη – Φανταζού

Εάν…

Τι συναρπαστικό βιβλίο! Μπορεί λοιπόν να υπάρξει ένα βιβλίο για παιδιά που να κάνει τους πάντες να αναλογιστούν το ενδεχόμενο της πλέον τρυφερής αντίστασης σε μια άθλια πραγματικότητα που βασανίζει του κόσμου τα ζώα, ένα βιβλίο που στέλνει κάθε αναγνώστη στο όνειρο για την συνέχεια της περίφημης λέξης Εάν; Άραγε σταματήσαμε να σκεφτόμαστε –αν σκεφτόμασταν ποτέ– τα «άγρια» ζώα (ευφημισμός για όσα δεν προσαρμόστηκαν στις ανθρώπινες κατοικίδιες ανάγκες) που αρπάχτηκαν από την οικογένειά τους, τον τόπο τους, το φυσικό τους περιβάλλον, τους φίλους τους; Για ποιών τις ανάγκες, εκτός από την τσέπη των δεσμοφυλάκων τους, βρέθηκαν εφ’ όρου ζωής αιχμάλωτα μόνα τους, χωρίς τη δυνατότητα να τρέξουν, να επιλέξουν την τροφή τους, να συναντηθούν με όμοια, παρόμοια ή διαφορετικά όντα;

Και με ποιο τρόπο τελικά μπορεί ένα παιδί να αντιληφθεί πώς ζουν την ζωή τους και πόσο χαρούμενα είναι στα ευάερα κλουβιά τους; Και πως είναι δυνατόν οι ίδιοι αυτοί νεαρότατοι αναγνώστες να ονειρευτούν μια εναλλακτική πραγματικότητα όπου όλα τα πλάσματα του κόσμου θα ζουν την ζωή που αξίζει να λέγεται ζωή, κι ας χάσουν μερικοί επιχειρηματίες τις πλούσιες εισπράξεις; Το ερώτημα απευθύνεται και σε όλους (εμάς) τους ανθρώπους που πενθούσαν για τον μερικό «εγκλεισμό» τους κάτι μήνες ή εξεπλάγησαν όταν έμαθαν με κάποιες δεκαετίες καθυστέρηση την ύπαρξη σε «πολιτισμένες» ευρωπαϊκές χώρες φυλακών όπου στην θέση των ζώων βρίσκονταν οι ίδιοι οι άνθρωποι.

Κοιτάζω το βιβλίο και σκέφτομαι  πως όλοι εμείς που αγαπούμε τα λογοπαίγνια που με ευφυΐα ενώνουν νοήματα και λένε τα διπλά, με τον εν λόγω τίτλο αντιλαμβανόμαστε πως εδώ η φαντασία προσγειώνεται στους ζωολογικούς «κήπους» και αλλάζει τον κόσμο τους. Ανοίγω το βιβλίο και βλέπω μια ελεφαντίνα να ξυπνάει ένα ελεφαντάκι βαριεστημένο, απρόθυμο να φάει το ίδιο και απαράλλαχτο φαγητό. Τού διηγείται την μεγάλη ποικιλία της τροφής στην σαβάνα, προσπαθεί να του μεταδώσει την χαρά που ένιωθε για τις άγριες μπανάνες, θυμάται το περπάτημα δεκάδων χιλιομέτρων κάθε μέρα, την συνάντηση με τόσα διαφορετικά ζώα που όμως δεν ξεχνούσαν ποτέ (μήπως έτσι η «μνήμη ελέφαντα»; έτσι…), το τεράστιο ήλιο των αφρικανικών ηλιοβασιλεμάτων, το ατέλειωτο κολύμπι στα μεγάλα ποτάμια. Αναρωτιέμαι, ποιος φυλακισμένος νιώθει καλύτερα, εκείνος που έζησε την ελευθερία ή εκείνος που δεν την έζησε ποτέ;

Σ’ ένα παράπλευρο κλουβί η οικογένεια των λιονταριών ζει την ίδια ανία. Φαγητό που ποτέ δεν αλλάζει, κάτι τεχνητές μπάλες για παιχνίδι. Κρυώνουν γιατί είναι μαθημένα στο διαφορετικό κλίμα της σαβάνας, ζαλίζονται από το αναπόφευκτο γύρω γύρω μέσα στο κλουβί· οι μεγαλύτεροι όμως θυμούνται καλά την ένταση και τον ενθουσιασμό του κυνηγιού, που τους γέμιζε την ζωή. Ίδιους σιωπηλούς αέναους κύκλους κάνουν τα δελφίνια στην πισίνα, χωρισμένα από την δική τους οικογένεια. Εδώ δεν υπάρχουν άλματα έξω απ’ το νερό, εξερεύνηση βυθού, μεγάλα ταξίδια. Η πολική αρκούδα υποφέρει από την ζέστη, ο δράκος του Κόμμοντο υποφέρει από το κρύο. Δυο πιθηκάκια παρατηρούν όλα τα παραπάνω, λυπούνται, σκέφτονται και συλλαμβάνουν μια ιδέα: να πουν στα παιδιά την αλήθεια. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο, παρά αυτό που ο καθένας δικαιούται: να γνωρίζει ακριβώς τι συμβαίνει.

Εάν λοιπόν υπεξαιρέσουν το αντικλείδι και ανοίξουν το κλουβί, αν πάνε στα γραφεία για χαρτί και μαρκαδόρους, αν γράψουν σημειώματα που θα βάλουν κρυφά στις τσέπες των παιδιών; Αν τους ζητήσουν να φανταστούν εκείνα πως είναι να αναγκάζεσαι να ζήσεις για πάντα μέσα στο δωμάτιό τους, να σκεφτούν πως το σπίτι κάθε ζώου είναι η φύση και μόνο η φύση, να αποδεχτούν πως το μόνο μπάνιο που θα κάνουν ποτέ θα είναι αποκλειστικά σε μπανιέρα και ποτέ σε θάλασσες και λίμνες; Αν, ύστερα, κρυφά και αστραπιαία τα μαϊμουδίσια χεράκια χώσουν τα σημειώματα σε τσέπες, κουκούλες, παλάμες, καπέλα κι ύστερα οι έως τότε ανυποψίαστοι επισκέπτες μάθουν; Κι αν αυτοί με τη σειρά τους αρνηθούν να επισκεφτούν ξανά οποιονδήποτε ζωολογικό κήπο, πάρκο, τσίρκο; Αν δεν αρκεστούν σε αυτό αλλά συγκεντρωθούν, διαδηλώσουν και απαιτήσουν την απελευθέρωση των αιχμάλωτων ζωών, ζητώντας και την επιτέλους ευεργετική δύναμη των μέσων ενημέρωσης; Τότε τα ζώα θα βρεθούν εκεί που ανήκουν, κι επειδή οι εκπλήξεις δεν σταματούν εδώ, το  Φανταζού θα συνεχίσει να είναι ανοιχτό ως ένας μεγάλος χώρος χωρίς κλουβιά, για ζωάκια άρρωστα ή χτυπημένα, που δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν στη φύση ενώ εδώ γνωρίζουν την περίθαλψη και την περιποίηση που αξίζει σε κάθε τραυματισμένο πλάσμα. Πώς θα ήταν ο κόσμος αν γνωρίζαμε όλη την αλήθεια για τα ζώα και κάναμε το ίδιο;

Η Βολιβία το 2009 έκανε παγκοσμίως την αρχή και απαγόρευσε τα τσίρκο με ζώα, όπως διαβάζουμε στο εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου, αν και πάντοτε πίστευα ότι αν όλα τα παιδιά του κόσμου έβλεπαν τι προηγείται ώστε να μετατρέπονται σε θέαμα (βασανισμοί, μαστίγια, ηλεκτροσόκ, χτυπήματα, πολύωρο δέσιμο) δεν θα ξαναπατούσαν ποτέ το πόδι τους εκεί μέσα. Πάντως δεν μπορώ να μη θυμηθώ την έκπληξη πολλών συναδέλφων εκπαιδευτικών και γονέων όταν κατά καιρούς αγαπημένοι μου άνθρωποι και ο ίδιος αρνηθήκαμε να συνοδεύσουμε παιδιά σε φημισμένα «πάρκα ζώων» ως … εκπαιδευτική σχολική εκδρομή («Εκπαιδευτική»!). Δεκαπέντε χρόνια πριν, ήμασταν η μειοψηφία, σήμερα βλέπω πως τα ίδια τα παιδιά –και αναφέρομαι σε μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου- γνωρίζουν, πληροφορούνται, αισθάνονται και κατά συνέπεια αρνούνται να συμμετάσχουν ως θεατές στην βαρβαρότητα.

Το βιβλίο αφιερώνεται στον Μπαζού, έναν χιμπατζή που ζούσε στο Αττικό Ζωολογικό Πάρκο και κατάφερε να πηδήξει τα ηλεκτροφόρα καλώδια της ψηλής περίφραξης του πάρκου, καθώς τον καταδίωκαν άλλα αρσενικά και να βγει στα χωράφια έξω από τον χώρο του πάρκου και αντί να εφαρμοστούν τα προβλεπόμενα πρωτόκολλα για την ακινητοποίησή του, πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε από έναν υπάλληλο του πάρκου. Η ελευθερία του κράτησε ελάχιστο χρόνο. Στο βιβλίο δεν εκβιάζεται κανένα δάκρυ (κι ας μας τρέχουν) και καμία συγκίνηση (κι ας αδυνατούμε μετά από κάθε ανάγνωση να μεταπηδήσουμε εύκολα σε άλλο βιβλίο)· εδώ οι αναγνώστες μαθαίνουν, συνειδητοποιούν, αποφασίζουν, απαιτούν. Γιατί μπορούν και γνωρίζουν κι αυτό το τόσο ιδιαίτερο βιβλίο το κάνει με τον τρυφερότερο τρόπο.

H εικονογράφηση της Little Miss Grumpy [Μαρίας Πάγκαλου] μοιάζει ιδανική για την ιστορία του Φανταζού. Τα ζώα ζωγραφίζονται με παστέλ χρώματα και με μια αφαιρετική εκφραστικότητα που αποδίδει τα χαμόγελα και τις απορίες τους ως αυτονόητα· συχνά μάλιστα γεμίζουν και ολόκληρη την σελίδα, έτσι ώστε εκτός από την εικονογράφησή τους ως έργων τέχνης, νοιώθει κανείς πως μπορεί να τα αγγίξει και να τα κατανοήσει. Η συγγραφέας έχει ιδρύσει το καταφύγιο ζώων «A little Shelter» που φροντίζει καθημερινά δεκάδες αδέσποτα ζώα που τελικά υιοθετούνται από υπεύθυνες οικογένειες. Έχει εκδώσει επίσης τα βιβλία Το Σοφάκι και ο Ντο (2017), Το Μικρό Αγόρι και τα 4 Αβγά (2018), Μια Θάλασσα Πλαστικά (2020), Οικογένεια Είναι (2020), τη συλλογή Μικρά Αστέρια (2021): O Iπποπόκαμπος, Το Μικρό Κοτοπουλάκι και Καληνύχτα, Σ’ Αγαπώ (2021), Γράμματα στο Έλατο Κρυμμένα (2021) και Μα πού πάνε τα μπαλόνια; (2022).

Εκδ. Διόπτρα, 2023, σελ. 56. Εικονογράφηση Little Miss Grumpy [Μαρία Πάγκαλου]. Με εισαγωγικό σημείωμα της συγγραφέως.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.