Δεν γνωρίζω ποια θεότητα με ευλόγησε με την μανία της ανάγνωσης, όμως ακριβώς σε περιστάσεις σαν και αυτήν σπεύδω στο ναΐδριο που της έχω αφιερώσει – μερικά ράφια σε περίοπτη θέση (βλ. τελευταία εικόνα) – και ανοίγω μερικά από τα σχετικά λατρευτικά βιβλία του Δημήτρη Καλοκύρη για να την ευχαριστήσω και να ευχαριστηθώ. Και αυτή τη φορά, που κλείνω σαράντα έτη ευφρόσυνης ανάγνωσής του τιμήθηκα με το τρίτο τόμο ενός υπερβιβλίου που δεν προϋποθέτει την ανάγνωση των προηγούμενων, αλλά σίγουρα τριπλασιάζει την απόλαυση. Στην πανδοχειακή παρουσίαση του πρώτου τόμου (Παρασάγγες, τόμος Α΄, Ονομαστικόν) είχα βάλει ως τίτλο «Το λεξικό με την συναρπαστική πλοκή και η τεχνική να λες οτιδήποτε»· στην αντίστοιχη του δεύτερου (Παρασάγγες, Τόμος Β΄, Ευρετήριο προσωπικών χρόνων) παραδέχτηκα εν τίτλω «Είναι αδύνατο να βρω τίτλο», συνεπώς για να μην επαναλαμβάνομαι, όσα γράφτηκαν εκεί ισχύουν και εδώ, όπως και το γεγονός ότι τέτοια βιβλία τελικά είναι δυσπερίγραπτα. Ξεκινούν «αθώα» ως μια σειρά λημμάτων και όσο διαβάζονται τόσο βαθύτερα σε τραβούν στον κόσμο τους που σε οδηγεί σε νέα λήμματα και εκείνα με την σειρά τους σε πλείστα βιβλία αλλά και στην ίδια – πάντα! – την απόλαυση της αφήγησης. Εδώ οι λέξεις δεν εξαντλούνται, μόνο φωτίζουν όπως μόνο η εκάστοτε επιλεγμένη μπορεί. Ως προς την εξίσου ανεξάντλητη θεματολογία, ας περιοριστώ σε μια ελάχιστη ταπεινή καταλογογράφηση. Ας πούμε:
Μια σειρά κειμένων εκκινεί από μια αφορμή –εικόνα, αντικείμενο, μνήμη, τα γνωστά ύποπτα–, διασχίζει μερικά σύμπαντα και επιστρέφει σε κάτι άλλο εικόνα, αντικείμενο, μνήμη, τα γνωστά ύποπτα–, όπως για παράδειγμα οι «Διασυρμοί»: ένα παιδικό τρενάκι δρομολογείται σε πεζογράφημα μυθολογημένων συρμών Ρωσίας, αντίστοιχων μυθοποιημένων Κρήτης, συλλογή σχετικών αποκτημάτων, αναμνήσεις βλεμμάτων δεσποινίδων –έστω!– αγέρωχων, ενάρξεις μυθιστορημάτων, και οπωσδήποτε στην συνέχεια της επιβίωσης «με τη νοοτροπία του επιβάτη», για να μην ξεχάσουμε το Τραμ και τρέξουμε έξω από το κείμενο προτού ο συγγραφέας εκτροχιαστεί.
Εδώ έχουμε ιστορίες όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν· ταχυμυθιστορήματα βραδείας καύσεως, μικρές θαυμαστές ιστορίες (όπου ο αναγνώστης αποκλείεται να μην αναφωνήσει αλήθεια τώρα;!), υπέροχα συμβάντα που δεν είναι μεταφυσικά αλλά παρομοίως θαυμαστά («Το πνεύμα της βιβλιοθήκης»), προσωπογραφίες έξοχων γυναικών (ενδεικτικά: Σωσάννα, Γενοφέβα, Χέντυ Λαμάρ), εξαίσιες μνημονικές βινιέτες που εξακτινώνονται στο συλλογικό («Ψυχοκόρη»), δύο ξαφνικά παραμύθια μίας μόνο λέξης ή φράσης (και όμως υπάρχουν! – Ξαφνικό παραμύθι» «Ξαφνικό παραμύθι (2)»), ευφυή αποστομωτικά κείμενα («Μικρότητες»), επίτομες αναδρομές σε ωραίες λογοτεχνίες και σχήματα, όπως η σχετική «Ανοιχτή επιστολή» προς την επιστολική λογοτεχνία, αναπάντεχους καταλόγους ονομάτων που από μόνοι τους φτιάχνουν ένα θεματικό ληξιαρχείο, υποδειγματικούς αφορισμούς («Περί τύπου», «Ιστορία του ελληνικού πένθους», «Διεθνές»), λήμματα για άξιους δημιουργούς όπως ο τεχνίτης του θεατρικού και όχι μόνο λόγου Μάριος Ποντίκας ή ο σκηνογράφος Γιώργος Πάτσας, αναπάντεχες παπαδιαμαντικές παρεμβολές («Γιατρικά της Βαβυλώνας»), «κάτι» από την ανεξάντλητη Αληθινή Ιστορία του Λουκιανού (που μας γνώρισε στον Ύψιλον βαθμό ο συγγραφέας), αυτούσια λογοτεχνάσματα («Παράξενο περιστατικό σε ώρα κοινής ησυχίας») και μια ακριβέστατη και λεπτομερή ναοδομική αποτύπωση των σούπερ μάρκετ, και δη με στοιχεία ανατριχιαστικών αντιστοιχιών. Επίσης, επιτέλους δημοσιεύεται ένα πλήρες κείμενο από εκείνα που ηλεκτρονικώς μας πληροφορούν ότι μας παραχωρούνται χρήματα, και πρόκειται για λογοτεχνικό αριστούργημα – α, μετά κι άλλο ένα.
Ρουθ, δε μιλάς; ρωτούσε ο Νίκος Καββαδίας, κι όμως η Ρουθ «μιλάει» με το παλαιοδιαθητικό κείμενο, όπως και ορισμένες άλλες βιβλικές ιστορίες οι οποίες ακριβώς ξεκομμένες από το μεγάλο σώμα αναδεικνύουν πλείστες λογοτεχνικές αρετές (ενώ, παράλληλα, είναι αδύνατο να μη συμφωνήσουμε με την διακριτική, μικρογράμματη σκέψη του «Με τι ασχολούνταν όμως κι αυτοί οι άνθρωποι…»). Μεταξύ άλλων εξίσου εκτενών κειμένων περιλαμβάνονται αποκόμματα από μυθιστορήματα άλλων και του ιδίου (το συγκεκριμένο από Το δικό του χέρι του σημαιοφόρου έχει θέση στην Απόλυτη Ερωτική Ανθολογία του καιρών) και ένα απόσπασμα από την απόδοση του συγγραφέα στην Πάπισα Ιωάννα που ως γνωστόν ανέφλεξε φλογοβόλα φωτιά μαζί με την σχετική διαφωνητική, για την οποία φρονώ πως καλύτερη απάντηση είναι ακριβώς η συγκεκριμένη απόδοση. Και παραμένοντας στον ίδιο συγγραφέα, εδώ υπάρχουν και μερικές βιβλιοθηκονομικές έρευνες, όπως η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πράξη του «παράφορου εφόρου» Εμμανουήλ Ροΐδη όταν ανακάλυψε την επιτυχία μιας άλλης Πάπισσας Ιωάννας, να μαχαιρώσει το εν λόγω βιβλίο, με τον Καλοκύρη κατόπιν όλων των αποθησαυρισμένων δεδομένων να αναρωτιέται μήπως τελικά το μαχαίρι ήταν χαρτοκόπτης.
Αν ο κάθε άνθρωπος έχει τουλάχιστον είκοσι πραγματικές ιστορίες σπαρταριστής ή συγκινησιογόνας φύσης (και ορισμένοι κοσμογυρισμένοι ίσως περισσότερες), τότε ο συγγραφέας μας τις χαρίζει όλες σαν ταινίες μικρού μήκους που ως τέτοιες θα κέρδιζαν σε εικόνα αλλά θα έχαναν σε λέξεις («Τελευταίο ταγκό στη Ρώμη»). Σε μια κορυφαία στιγμή βέβαια ο ίδιος επί σκηνής, ηλεκτρικός μπασίστας ροκ συγκροτήματος καταλαμβάνεται από οίστρο, ανεμίζει χαίτη, ακροβατεί εκτροχιαζόμενος μέχρι να μάθει ότι οι έτεροι συμπαίκτες φρόντισαν από ώρα να του έχουν βγάλει το βύσμα – όμως ακόμα και αυτό αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης περί μουσικής προσωπικής γενεαλογίας γούστου και κριτικής («Μούσαις χάρισι, θείε»).
Και, επιτέλους, μερικά ονόματα που κουρνιάζουν στα πρώιμα αναμνηστικά της προσωπικής μας ανακάλυψης του κόσμου εδώ έχουν το κείμενο που τους αξίζει: Το «ξεφύλλισμα», για παράδειγμα, του τευχιδίου Ο Ταρζάν και οι θησαυροί του Όπαρ ξεκινάει από την ούτως ή άλλως αξέχαστη εξωτική αίσθηση των ανάλογων χάρτινων ιστοριών και φτάνει στην αναζήτηση του τόπου σε μια ούτως ή άλλως φαντασιακή υδρόγειο, ακολουθεί τον ήρωα σε ατραπούς εγκυκλοπαιδικής φύσης, «αφιερώνει» με την ευκαιρία (ποια ευκαιρία;) υπέρ ροκ και κατά λαϊκών και καταλήγει, πάντα με αξιοθαύμαστη συνδεσμολογία, στον Χαλλινταίη και στην Βαρτάν («Όπαρ»). Και δεν γνωρίζω αν η υπέροχη νωπογραφία από την Αιθιοπία που απεικονίζει την «βασίλισσα του Σαβά ταξιδεύοντας για αν επισκεφτεί τον βασιλιά Σολομώντα» ενέπνευσε, συνοδεύει ή δημιουργήθηκε από το σχετικό του κείμενο («Η βασίλισσα του Σαβά»). Και αν είναι να αποκαλύψω μόνο μία από τις δεκάδες μνημειώδεις σκηνές ας σπεύσω στο έξοχο περί καμηλών (και προφανώς όχι μόνο) δοκίμιο «Εκ μεταφοράς» για να ξαναδώ τον πολυγραφότατο βεζίρη της Περσίας Τάδε, που έπαιρνε μαζί του όπου πήγαινε ολόκληρη την προσωπική του βιβλιοθήκη με 117.000 τόμους μεταφερόμενη από καμήλες εκπαιδευμένες να βαδίζουν με αλφαβητική σειρά!
Όταν ο Καλοκύρης προβαίνει σε αστυνομική εξερευνητική φιλολογία, όπως αυθαίρετα ονομάζω τις έρευνές του που εκκινούν από κάποιες μυστηριώδεις ή και όχι φράσεις δημιουργών (π.χ. «Το καίριο αίνιγμα του φωτογραφιστή» – εδώ εξαιτίας μιας φράσης του Νίκου Εγγονόπουλου) ή σε μια αντίστοιχη έρευνα στην ληστρική μυθιστοριογραφία, τότε ο αναγνώστης απλά λυπάται που δεν έχει κι άλλο και σκέφτεται πως όλοι αυτοί οι κέντρωνες θα μπορούσαν να συνεχίζονται εσαεί και το θέμα να απλώνεται με απόλυτη συνοχή σε τόπους, χρόνους και είδη. Και ανάμεσα σε όλα αυτά δεν υπάρχει άλλος χώρος για τον έρωτα; θα αναρωτιέται κανείς, σίγουρα όχι ένας <ανα>γνώστης του συγγραφέα πως γνωρίζει καλά ότι οι σχετικές εγγραφές είναι πλήρεις και εμπεριστατωμένες, κυμαινόμενες από αποθεώσεις ερωτισμού (βασισμένων σε πραγματικά περιστατικά) που δεν συντομογραφώ για να μη χαθεί η ακαριαία τους λάμψη («Παραπλεύρως», «Λευκή σαν όνειρο», «Μάριμπορ») –πότε ζήλεψα για προτελευταία φορά τους επιτόπιους ήρωες; δεν θυμάμαι αλλά αυτοί εδώ σίγουρα είναι οι τελευταίοι– έως προσγειώσεις λαγνείας («Πηνία ανάφλεξης», «Ος μάλα πολλά» «Του Πάγου») που είναι εξίσου άξιες αναβίωσης – έστω αντιβίωσης.
Με το που θα ανοίξουν οι σελίδες του θαυμαστού καλοκύρειου κόσμου υπάρχουν τρεις παγίδες: την ώρα που επιταχύνεις αχόρταγος για το πιο κάτω, ο ίδιος ο λόγος σου λέει στάσου, εδώ υπάρχουν λέξεις να εκφέρεις, να «δεις», να θυμηθείς, να χαρείς. Μόνη λύση είναι η διπλή ανάγνωση, μία για το θέμα και μια για την απόλαυση της γραφής· ίσως και μια παραπάνω για να μας ξεφύγει τίποτα από αυτό το διαλυτικό χιούμορ. Για την δεύτερη παγίδα στην οποία με έχει από καιρό ρίξει αυτή η γραφή δεν θα επεκταθώ· απλώς θα γράψω ότι είναι απολύτως κολλητική: ζω μια ιστορία, βλέπω ένα όνειρο, παρατηρώ μια σκηνή και μετά σκέφτομαι πώς θα την έφτιαχνα ως λήμμα του συγγραφέα… Αλλά δεν θα πέσω στην τρίτη παγίδα, να παρασυρθώ ματαιότητα της κατασκευής μιας λίστας των ειδών που εμπεριέχονται σε όλα αυτά τα κείμενα που γράφτηκαν με πλείστες αφορμές, προσκλήσεις και εμπνεύσεις. Το είδος είναι ένα: το είδος Καλοκύρη.
Εκδ. Άγρα, 11/2025, σ. 224.






