Γιολάντα Τσορώνη-Γεωργιάδη – Ο μέγας Μελομακάρων που ΜελοΚαμάρωνε

Ένα γλυκό στο νόημα της γιορτής και στον κύκλο της ζωής

Αν τα μελομακάρονα αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της απόλυτης χειμερινής γιορτής κι αν η γεύση τους είναι οριστικά δεμένη με την κατά Κίπλινγκ «ωραιότερη ιστορία του κόσμου», τουλάχιστο όπως την ζούμε εμείς εδώ σε μια γωνιά της Ανατολικής Δύσης ή της Δυτικής Ανατολής, τότε έχουν δικαιωματική θέση στις δεκεμβριανές ιστορίες. Προσωποποιούνται, αποκτούν νέες δυνάμεις γλυκές και μη, ενίοτε συνομιλούν ή φιλονικούν με τους κουραμπιέδες, έτερους μισούς στην αισθητική ολότητα των εορτών. Κοινώς, δεν θα βαρεθούμε ποτέ να τα βλέπουμε σε ενεργό ρόλο μέσα στις αλλεπάλληλες αφηγήσεις των ημερών.

Όμως εδώ συμβαίνει και κάτι παραπάνω. Σε μια ιδιαίτερα απρόσμενη, σχεδόν κινηματογραφική πρωτοτυπία, η ιστορία αρχίζει και τελειώνει έξω από το σπίτι, χωρίς τις μυρωδιές του φούρνου, μακριά από τα χρωματιστά πιάτα. Βρισκόμαστε στο γαλαζοπράσινο φόντο του ουρανού και των δέντρων, στον συγκινητικό αποχαιρετισμό σπουργιτιών και χελιδονιών, που απ’ την φύση τους είναι αδύνατο να προλάβουν μαζί τα Χριστούγεννα. Ακόμα κι αν τα πρώτα επιμένουν στο μοίρασμα της αγάπης.

Όταν σύντομα το γαλάζιο γίνεται ακόμα πιο ανοιχτό, και το λευκό λευκότερο, τα σπίτια χρωματίζονται από τα στολίδια και ζεστά ρούχα, το καταπράσινο χριστουγεννιάτικο δέντρο και το κατακόκκινο τραπεζομάντηλο. Εδώ είναι το βασίλειο των μελομακάρονων, όπου καλός βασιλιάς αναδεικνύεται το μεγαλύτερο, ο Μέγας ΜελοΜακάρων. Όλοι κάποτε τιμήσαμε έναν τέτοιο άρχοντα, ορισμένοι μάλιστα τον παραγγείλαμε επί τούτου, από την πλάστρια ανάλογων αρχοντικών πλασμάτων. Δεν μας απασχολούσε το γεγονός ότι σύντομα θα εξαφανιζόταν, αυτός ήταν άλλωστε ο προορισμός του. Μόνο που εδώ το μεγάλο μελομακάρονο που επιθυμεί ο μικρός Νικόλας να προσφέρει δώρο στη νονά του πέφτει και θρυμματίζεται. Πώς να αποφευχθεί ένα τόσο άδοξο τέλος για τον βασιλιά, να βρεθεί από τους θρόνους και τις πιατέλες κατασκορπισμένος στα πατώματα;

Κι όμως, το ίδιο το πνεύμα των ημερών μπορεί να σκεφτεί μια δικαίωση για όλους: για το αγόρι που στενοχωρήθηκε, τον ΜελοΜακάρωνα που θέλησε να θυσιαστεί για την ευχαρίστηση των άλλων, τα σπουργίτια που ταλαιπωρούνται από την χειμωνιάτικη πείνα, την οικογένεια που θέλει μόνο χαμόγελα. Εφόσον ο μεγάλος Γλυκός πλάστηκε να γίνει χρήσιμος, θα χαρεί να σκορπιστεί στον κήπο, όπου όλο και κάποιο πλασματάκι θα χορτάσει την πείνα του. Κι επειδή τα πτηνά του χειμώνα δέχονται  ένα ολοφάνερο δώρο αγάπης, κρατούν λίγο για τους ανοιξιάτικους φίλους και το μοιράζονται με τα χελιδόνια.

Κι έτσι, από την μία δικαιώνεται ο αέναος κύκλος της ζωής, με την φύση αφετηρία και τέρμα όλων μας, κι από την άλλη, ανεξάρτητα από πίστη και αμφιβολία, πέρα από θρησκείες και δοξασίες, η γιορτή ξεγυμνώνεται στον απόλυτο πυρήνα της, αυτό που την αξιώνει πέρα από τόπους και χρόνους: την σκέψη στον άλλον, το μοίρασμα ακόμα και των ελάχιστών μας, την προσφορά του πολυτιμότερου δώρου της αγάπης, όπως κι αν την εννοεί ο καθένας μας.

Η Γιολάντα Τσορώνη-Γεωργιάδη είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής, της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών και έχει μετεκπαιδευτεί στο Μαράσλειο Διδασκαλείο. Εργάστηκε για πολλά χρόνια στη δημόσια εκπαίδευση, αρθρογραφεί σε παιδαγωγικά περιοδικά, συμμετέχει εθελοντικά σε οργανώσεις για την προαγωγή της λογοτεχνίας, είναι ενεργό μέλος της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς και έχει εκδώσει πολλά βιβλία για παιδιά και μελέτες λαογραφικού περιεχομένου. Έχει ενταχθεί στο Μητρώο Επιμορφωτών του προγράμματος «Καινοτόμες Δράσεις ενίσχυσης της φιλαναγνωσίας των μαθητών» και έχει αναλάβει επιμορφωτικό έργο σε ημερίδες επιμόρφωσης εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης.

Η καλλιτεχνική πένα της Έφης Κοκκινάκη διατρέχει όλες τις παλέτες των συναισθημάτων και των εποχών και φέρνει κάτι από τις παλιές παραμυθιακές και εορταστικές εικονογραφήσεις αλλά και ένα δικό της, ιδιαίτερα σαγηνευτικό στιλ στην απόδοση των φυσιογνωμιών.

Εκδ. Σαββάλας, 2018, εικονογράφηση: Έφη Κοκκινάκη, σελ. 28.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Εντευκτήριο, τεύχος 115 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2016, κυκλοφορία 10 Οκτωβρίου 2018)

30+1 χρόνια συνεχούς έκδοσης αποτελούν κάλλιστη αφορμή αφιερωματικού τεύχους με κείμενα που κινούνται γύρω από την δημιουργική τριακονταετία του περιοδικού αλλά και πιο προσωπικές διηγήσεις που εφάπτονται με την πορεία του ή απλά ενθυμούνται τι τους συνέβαινε τρεις δεκαετίες πριν. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο εκδότης του Γιώργος Κορδομενίδης δεν προσέρχεται στο εντιτόριαλ με θριαμβικό λόγο, μόνο ταπεινά παραχωρεί τον σχετικό χώρο σε δυο μικρά σημειώματα των τακτικών συνεργατών των πρώτων σελίδων, στην Κική Δημουλά και στον Τίτο Πατρίκιο, ενώ ο ίδιος καταγράφει μερικά μικρά οδόσημα της πορείας του κάπου στο τέλος του τεύχους.

Αλλά στα ενδιάμεσα γίνεται ένας απολαυστικός χαμός. Οι συγγραφείς συνεορτάζουν με διηγήματα σπονδές, προσερχόμενοι ή ανταποκρινόμενοι από διάφορα μέρη. Για παράδειγμα, τριάντα χρόνια πριν, ο αφηγητής του Κώστα Ακρίβου, Χωρίς βιβλίο, ακόμη, βρισκόταν στην αίθουσα και δίδασκε Οιδίποδα, όταν άρχισε να χιονίζει κι όλη η τρίτη δέσμη έτρεξε στα παράθυρα αφήνοντάς τον σύξυλο να ψελλίζει τα λόγια του Τειρεσία προς τον Τύραννο. Λίγο καιρό νωρίτερα είχε «φύγει» η Γιουσενάρ, αφήνοντας ορφανούς τον Ανδριανό, τον Αντίνοο και πολλούς αναγνώστες της. Ο Διαμαντής Αξιώτης γράφει από το προαύλιο ενός σωφρονιστικού ιδρύματος όπου η απραξία της «μεγάλης κοινωνίας» των κρατουμένων φαντάζει σαν χαλκομανία στα βλέμματα και τις κινήσεις των σωμάτων και ο Άρις Γεωργίου από την βιβλιοθήκη όπου μετεωρίζεται.

Τα τρία κομμάτια που απόλαυσα περισσότερο: η Μαρία Κουγιουμτζή στα Ερωτικά αντίγραφα από τα άδυτα μιας ιδιόμορφης σχέσης μας εμπλέκει σε περιγραφές όπως αυτή: Το κρεβάτι μας άνοιγε κι έκλεινε αποσπώντας κομμάτια από το κορμί μου, ενώ ταυτόχρονα γινόταν απέναντι αμμουδιά που καιγόταν από χιλιάδες ήλιους, και το ίδιο το μαξιλάρι πελώριο στόμα που με φιλούσε ρουφώντας την αναπνοή μου, θέλοντας να με πνίξει. Τα κορμιά μας ήταν γεμάτα κλειδαριές που νόμιζα απαραβίαστες και που τώρα έχασκαν παραβιασμένες. Ένας γνήσιος λάτρης των γυναικών του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη δεν είναι παρά ένας γηραιός πάλαι ποτέ εραστής πασών γυναικών διηγείται εν συνόψει τις κατακτήσεις του σε νεαρό κοκορευόμενο. Επιτομή δεκάδων ερώτων, ένας συναρπαστικός και συνάμα ξεκαρδιστικός βίος σε ένα δισέλιδο.

Και από τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη Μία γκαζόζα ΕΨΑ, που παρατηρεί ο συγγραφέας που προκαλεί την εντός του έκρηξη μιας επί χρόνια κλειδωμένης ιστορίας. Μια Κυριακή ο δεκάχρονος συγγραφέας και οι συνομήλικοί του πάνε να παρακολουθήσουν τον αγώνα της δεύτερης κατηγορίας Γιαννιτσά – Εδεσσαϊκός (τι νοερά ταξίδια έκανα βλέποντας τις ομάδες της Β΄ Εθνικής στο δελτίο του Προ-Πο!) και καταφέρνουν επιτέλους να αγοράσουν το διαφανές σαγκρέ μπουκάλι του μοντέρνου τότε αναψυκτικού – αλλά ο ένας της παρέας έχει την ατυχία να του λερωθεί από ένα πτηνό του ουρανού. Το αλλάζει λέγοντας ψέματα και κρατά το νέο μπουκάλι στο σπίτι του, σαν ενθύμιο ή πληγή μέχρι να γίνει συνηθισμένο και να χάσει την μυθολογία του ή μέχρι να το στήσει σ’ ένα κλαδί και να το σημαδέψει με την σφεντόνα μέχρι τελικού θρυμματισμού μαζί με όλη την παρέα σαν κάποια εκδίκηση, για την προηγούμενη φτώχεια μας, για το αβάσταχτο κενό των Γιαννιτσών, για την επαρχιακή μιζέρια ή για τα κορίτσια που δεν μας θέλησαν; Για το πουλί που κουτσούλησε από ψηλά το δικό του μπουκάλι, ή λόγω της ενοχής του προς τον καλοκάγαθο μικροπωλητή στον οποίο είχε πει ψέματα;

Οι Αχιλλέας Κυριακίδης, Σοφία Νικολαΐδου, Δημήτρης Νόλλας, Κατερίνα Δασκαλάκη, Γιάννης Ευσταθιάδης, Αργύρης Παλούκας, Κάλλια Παπαδάκη, Άκης Παπαντώνης, Θοδωρής Ρακόπουλος, Έρη Ρίτσου, Καίτη Στεφανάκη, Δημήτρης Αθηνάκης και δεκάδες άλλοι κυκλώνουν την γιορτή απ’ όλες τις μεριές. Από την καθιερωμένη ύλη καίρια επιτομή το κείμενο του Βαγγέλης Χατζηβασιλείου για τον Χριστόφορο Μηλιώνη και το έργο του – πέρασε κιόλας ένας χρόνος από τον θάνατό του

Ο εκδότης ενός περιοδικού αποτελεί μιαν «ειδικού τύπου» προσωπικότητα. Πρέπει να έχει «το ταλέντο να εμπνέει, να κατευθύνει, να επωμίζεται ευθύνες, να δίνει ζωή σ’ ένα περιοδικό και τελικά να βάζει τη σφραγίδα του, έτσι ώστε κάποτε κάποτε να φτάνουμε στο σημείο να λέμε: όχι το τάδε περιοδικό, αλλά το περιοδικό του τάδε», έλεγε ο Μανόλης Αναγνωστάκης, δεινός συλλέκτης, μελετητής και σχολιαστής των λογοτεχνικών εντύπων, όπως μας θυμίζει στο σχετικό σημείωμα ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος. Το Εντευκτήριο αποτελεί ιδανικό σχετικό παράδειγμα: είναι το περιοδικό του Γιώργου Κορδομενίδη. Και, για να καταθέσω την δική μου μια γραμμή, είναι το περιοδικό που, στην πρώτη μου ολόκληρη χρονιά στην Θεσσαλονίκη, το 1987, ξεφύλλισα βουλιμικά αλλά δεν αγόρασα, καθώς τα χρήματα δεν έφταναν ποτέ. Πού να ήξερα πως θα το απολάμβανα μέχρι σήμερα, 30+1 χρόνια μετά.

192 σελ.