Jean – Paul Sartre – Οι λέξεις

Sartre_1

Η μαθητεία στον γραπτό κόσμο

Κάθε άνθρωπος έχει τον φυσικό του χώρο· ούτε η περηφάνια ούτε η αξία καθορίζουν το υψόμετρο: Αυτό το αποφασίζει η παιδική ηλικία. Ο δικός μου φυσικός χώρος είναι ένας έκτος όροφος στο Παρίσι με θέα τις στέγες. […] Για να ξαναβρώ τη χαρά μου επανέκαμπτα στο συμβολικό μου έκτο όροφο, ανάσαινα και πάλι τον ασφυκτικό αέρα των Γραμμάτων, το σύμπαν απλωνόταν στα πόδια μου και κάθε πράγμα ικέτευε ταπεινά ένα όνομα· δίνοντας το όνομα ήταν σαν να το δημιουργούσα και ταυτόχρονα να το αποκτούσα. Δίχως αυτή την κεφαλαιώδη ψευδαίσθηση, δεν θα είχα γράψει ποτέ. [σ. 73]

Όλα αρχίζουν από τον παππού Σαρλ Σβάιτσερ που κάποια στιγμή αφοσιώθηκε στην δημιουργία σημαντικών περιστάσεων από ασήμαντα γεγονότα, ενώ οι αντιστάσεις της γιαγιάς Λουίζ δεν ξεπερνούσαν τα όρια της αξιωματικής αντιπολίτευσης.  Έμαθαν στην μικρότερη κόρη τους Αν Μαρί να πλήττει, να στέκεται ευθυτενής και να ράβει. «Είχε χαρίσματα και θεώρησαν ευπρεπές να της τα αφήσουν ακαλλιέργητα· είχε ακτινοβολία και φρόντισαν να της την κρύψουν. Αυτοί οι περήφανοι αστοί έκριναν πως η ομορφιά είναι πάνω από τα μέτρα τους και κάτω από την κοινωνική τους τάξη· επιτρεπόταν μόνο στις μαρκησίες και τις πόρνες». Μόνο πενήντα χρόνια αργότερα, ξεφυλλίζοντας ένα οικογενειακό λεύκωμα, η Αν – Μαρί αντιλήφθηκε ότι είχε υπάρξει ωραία. Είναι μια από τις δεκάδες φορές που η γλυκόπικρη ειρωνεία του Σαρτρ αγγίζει μια προσωπική οικογενειακή ιστορία που συνάμα αποτελεί και μια συλλογική κατάσταση.

Sartre 0

Η ζωή μας είναι μια διαδοχή τελετών και εμείς καταναλώνουμε τον χρόνο μας εξαντλούμενοι σε αβρότητες. [σ. 40]

Ευτυχώς εκείνο το κορίτσι πρόλαβε και παντρεύτηκε έναν χτυπημένο από τους πυρετούς της Κοχινκίνας αξιωματικό. Ο γάμος του συμβιβασμού έβρισκε το αληθινό του πρόσωπο στην ασθένεια και το πένθος. Δίχως χρήματα και δουλειά ο Αν – Μαρί επέστρεψε στο πατρικό της, με τον μικρό απογαλακτισμένο. Ο αλαζονικός θάνατος του πατέρα του είχε δυσαρεστήσει την οικογένεια και η μητέρα του μάντευε την αποδοκιμασία, κι έτσι για να κερδίσει την συγνώμη τους αναλώθηκε απλόχερα. Αλλά για τον μικρό Ζαν Πωλ εκείνος ο θάνατος ήταν το μεγάλο γεγονός που άλλαξε την ζωή του: του έδωσε την ελευθερία του, απαλλάσσοντάς τον από τον «σάπιο» δεσμό της πατρότητας. Σε ποιον θα μπορούσε να υπακούσει; Του έδειχναν μια νεαρή γυναίκα και του έλεγαν πως είναι η μητέρα του, ενώ εκείνος νόμιζε πως είναι μια μεγάλη αδελφή, που άλλωστε ήταν η περισσότερο υποταγμένη απ’ όλους.

Και ο παππούς μπορούσε να τον χαίρεται δίχως να τον κατέχει: ο μικρός υπήρξε η «μαγεία» του, καθώς ευχόταν να τελειώσει τις μέρες του σαν μαγεμένος γέροντας.  Ζούσε σύντομες στιγμές αιωνιότητας, στιγμές που γινόταν ο ανδριάντας του εαυτού του. Και ο μικρός, ευτυχής υποκριτής του φρόνιμου παιδιού, δεν βρίσκεται ούτε από κάτω, ούτε από πάνω, αλλά αλλού. Άλλωστε αν ο Σαρλ Σβάιτσερ δεν ήταν παππούς αλλά πατέρας θα είχε κάψει όλα τα περιοδικά: ως παππούς επέλεξε την συντριμμένη από θλίψη επιείκεια. Κι ο Ζαν Πωλ δεν απαιτούσε περισσότερα και συνέχισε ειρηνικά τη διπλή του ζωή, που δεν διακόπηκε ποτέ: συνέχισε σε όλη του την ζωή να διαβάζει με μεγαλύτερη ευχαρίστηση τη «Série Noire» παρά τον Wittgenstein.

jean_paul_sartre_portrait_by_mygrimmbrother_

Οι λέξεις κατέγραφαν τα πράγματα, μετατρέποντας τις πράξεις σε ιεροτελεστίες και τα γεγονότα σε τελετές. [σ. 57]

Εκεί, λοιπόν, στο γραφείο του παππού του, αρχίζει η ζωή του, ανάμεσα στα βιβλία· εκεί και θα την τελειώσει. Τα βλέπει σαν όρθιες πέτρες, σαν αλέες από μενίρ στα ράφια της βιβλιοθήκης. Αισθάνεται περιτριγυρισμένος από ογκώδη, αρχαία μνημεία, που ήταν παρόντα στην γέννησή του. Η μητέρα του έγινε η πρώτη αναγνώστρια των ιστοριών, το κορίτσι των πρωινών του. Δεν είχε αυτιά παρά μονάχα για την φωνή της, την «ταραγμένη από την υποταγή»· αγαπούσε τις μισοτελειωμένες φράσεις της, τις πάντα αργοπορημένες λέξεις της, την ξαφνική βεβαιότητά της που κατέρρεε απότομα και μετατρεπόταν σε πανωλεθρία, προτού ξανασυντεθεί μετά από μια σιωπή. Η ιστορία ήταν πρόσχημα: ήταν η σύνδεση των παραμιλητών της. Τότε γνωρίζει την μαγεία των λέξεων:

Κατάλαβα αμέσως: μιλούσε το βιβλίο. Από το βιβλίο ξεπηδούσαν φράσεις που μου προκαλούσαν φόβο· ήταν αληθινές σαρανταποδαρούσες, που έβριθαν από συλλαβές και γράμματα, τέντωναν τους διφθόγγους, έκαναν τα διπλά σύμφωνα να πάλλονται· φράσεις τραγουδιστές, ένρινες, κομμένες από παύσεις και αναστεναγμούς, πλούσιες σε άγνωστες λέξεις, γοητεύονταν από εκείνες τις ίδιες και από τους μαιάνδρους τους χωρίς να νοιάζονται για μένα: μερικές φορές εξαφανίζονταν πριν μπορέσω να τις καταλάβω, άλλες φορές τις είχε καταλάβει εκ των προτέρων και κείνες συνέχιζαν να κυλάνε μεγαλοπρεπώς προς το τέλος τους…. [σ. 56]

Sans Famille

Ήταν θέμα χρόνου να ζηλέψει την αναγνωστική ιδιότητα της μητέρας του και να σπεύσει να πάρει τον ρόλο της. Έκλεψε ένα βιβλίο με τίτλο Περιπλανήσεις ενός Κινέζου στην Κίνα κι άρχισε να προφέρει όλες τις συλλαβές. Τα βράδια σκαρφάλωνε στο πτυσσόμενο κρεβάτι του με το βιβλίο του Hector Malot Χωρίς οικογένεια. Ήταν τρελός από χαρά: ένοιωθε δικές του αυτές τις αποξηραμένες φωνές που ήταν κλεισμένες στα μικρά τους φυτολόγια. Το νόημα εκείνων των σκληρών και μαύρων λέξεων το έμαθε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια αργότερα, ενώ ακόμα και την εποχή της συγγραφής του βιβλίου διατηρούσαν την αδιαφάνειά τους: ήταν η τροφή της μνήμης τους. Τα βιβλία του γίνονται τα κατοικίδιά του, ο στάβλος του, η εξοχή του, η βιβλιοθήκη του το σύμπαν παγιδευμένο, γεμάτο με ατέλειωτο πλούτο, με ποικιλία, με το ίδιο το απρόβλεπτο. Άρχισε να ταξιδεύει στις σελίδες του Fontenelle, του Αριστοφάνη, Rabelais, στην εγκυκλοπαίδεια Grand Larousse

Άνθρωπο και ζώα ήταν εκεί, αυτοπροσώπως: οι γκραβούρες ήταν τα σώματά τους, το κείμενό ήταν η ψυχή τους, η ιδιαίτερη μυρωδιά τους εκτός των τειχών, θα συναντούσε κανείς αόριστα προσχέδια που πλησίαζαν πάνω – κάτω τα αρχέτυπα δίχως να αγγίζουν την τελειότητά τους […] Ανεπίγνωστα πλατωνιστής, πήγαινα από τη γνώση στο αντικείμενο της γνώσης· έβρισκα περισσότερη πραγματικότητα στην ιδέα απ’ ότι στο κείμενο. […] Στα βιβλία συνάντησα το σύμπαν: αφομοιωμένο, ταξινομημένο, καταχωρισμένο, κατανοητό, και επιπλέον επικίνδυνο· δεν διαχώριζα την αταξία των αναγνωστικών εμπειριών μου από την αβέβαιη πορεία των πραγματικών γεγονότων. [σ. 62]

Sartre 3

Επί μια ολόκληρη δεκαετία ο Σαρτρ απασχολείτο με την αυτοβιογραφική σύνθεση των Λέξεων, ενός βιβλίου που είναι πλέον κλασικό στο είδος του. Μετά τις Λέξεις του απονεμήθηκε το Νόμπελ, το οποίο και απέρριψε. Χωρισμένο σε δύο μέρη [Διαβάζω – Γράφω], είναι γεμάτο από μνήμες παιδικότητας και μνήμες ανάγνωσης, από τους άγουρους στοχασμούς ενός ανθρώπου που αργότερα θα γινόταν φιλόσοφος, από τις πρώιμες ηδονές ενός συγγραφέα που είχε την τύχη να ανατραφεί μέσα στα βιβλία και να απολαύσει την ζωή του γύρω και μέσα από αυτά.

Αυτό το βιβλίο της απόλυτης μαθητείας είναι γραμμένο με ιδιαίτερη ποιητικότητα, ευστροφία, ειρωνεία, συναισθηματική φόρτιση αλλά και την απαραίτητη κριτική απόσταση. Ένα τόσο δύσκολο εγχείρημα μετατράπηκε τελικά στο ωραιότερο δυνατό πεζογράφημα, όπως του τονίζει ένας φίλος τους σε μια ταινία που περιλαμβάνει την συζήτηση με φίλους του το 1972, μέρος της οποίας περιλαμβάνεται στο επίμετρο. Κι ας απαντά ο συγγραφέας ότι ήθελε απλώς να είναι «ένας αποχαιρετισμός στη λογοτεχνία και την ωραία λογοτεχνική γραφή», και οι αναγνώστες να βρεθούν παρασυρμένοι σε ένα είδος αμφισβήτησης της λογοτεχνίας από την ίδια την λογοτεχνία.

Sartre 1A

Μου άρεσε που αυτά τα αναπάντητα ερωτήματα παρέμεναν αναπάντητα· αμήχανος, κατάκοπος, γευόμουν τη διφορούμενη ηδονή να καταλαβαίνω δίχως να καταλαβαίνω: ήταν η συμπύκνωση του κόσμου… [σ. 68]

Εκδ. Άγρα, μτφ. Ειρήνη Τσολακέλλη, 2003 (ανατύπωση: 2008), σελ. 333 [Les mots, 1964]. Περιλαμβάνεται επίμετρο με συνεντεύξεις και χρονολόγιο του συγγραφέα.

Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος – Υποκείμενα

ΗΧΠ_

Χάρηκα ιδιαίτερα με την έκδοση των Υποκειμένων, την ανεπίσημα καθιερωμένη ανά δεκαπενταετία περίπου συλλογή του αξιανάγνωστου συγγραφέα με κριτικά, δοκιμιακά και άλλα κείμενα, δημοσιευμένα σε εφημερίδες και περιοδικά, γραμμένα πάντα με την απλή, ακαριαία και απολαυστική γραφή του. Έχω ήδη διαβάσει και ξαναδιαβάσει τα περίφημα Αποκείμενα (εκδ. Νεφέλη, 2000), με τα αντίστοιχα κείμενα των ετών 1984 – 2000 (με σελίδες αφιερωμένες, μεταξύ άλλων, στους Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, Γιάννη Σκαρίμπα, Όμηρο Πέλλα, Νάσο Θεοφίλου, Μέντη Μποσταντζόγλου, Φώτη Πρασίνη κ.ά.), ενώ δυστυχώς δεν έχω τα Παρακείμενα (εκδ. Κέδρος, 1983) με τα αντίστοιχα κείμενα των ετών 1962 – 1983. Ας ευχηθώ λοιπόν στον συγγραφέα, μιας και απομένει η συγκομιδή των κειμένων του από τα τελευταία δεκαπέντε έτη, σύντομα και την επόμενη συλλογή του, που κάλλιστα θα μπορούσε να ονομάζεται Διακείμενα!

Στο πρώτο από τα δυο μεγάλα μέρη του βιβλίου [Συγγραφείς και κείμενα] διαβάζουμε τις πάντα σύντομες πλην διεισδυτικές κριτικές του Η.Χ.Π., που πάντα επιλέγει ιδιαίτερα βιβλία. Έτσι κι εδώ, υπό τον τίτλο Βόρειον σέλας σκέπει το κείμενό του για το βιβλίο του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου Ο πιο σύντομος δρόμος (που και ο ίδιος πολύ αγάπησα και παρουσίασα εδώ), και παραδέχεται πόσο βαθιά τον θέλγει η περιήγηση στους εσωτερικούς λειμώνες που τον οδηγεί ο συγγραφέας. Ξεφλουδίζοντας τα μυστικά στρώματα της πολιτείας, αποκαλύπτοντας ένα προς ένα τα λείψανα και τα ερείπια των ανθρώπων της, ο Κοσματόπουλος μας πείθει πόσο «η Θεσσαλονίκη είναι πιο σύντομη οδός σε τόπο και χρόνο».

Καρκαβίτσας_το_1900 με στολή ανθυπιάτρου_

Πιο κάτω παρουσιάζει ένα ακόμα βιβλίο για το οποίο έχω γράψει πως αποτελεί ένα από τα σπάνια κομψοτεχνήματα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας: Το ελάχιστον της ζωής του, του Διαμαντή Αξιώτη. Ο Παπαδημητρακόπουλος απορεί πώς ένα τόσο από τα πιο συγκροτημένα και ευφρόσυνα βιβλία παρέμεινε εκτός διακρίσεων και εστιάζει στην πολύτιμη ξενάγηση στον μακεδονικό χώρο, όπου ο τόπος, τα προϊόντα και οι άνθρωποί του μπλέκονται σε χορό απόκοσμο αλλά περιέργως άκρως ζωντανό, ενώ επί πάντων επικρέμαται μια άλλη βούληση. Άλλους βάσκανους βίους σμιλεύει ο «ακραίος και απρόβλεπτος» Γιώργος Σκαμπαρδώνης στο Γερνάω επιτυχώς, όπου…

… τα καθημερινά, και εκ πρώτης όψεως ασήμαντα συμβάντα, αποκτούν κατά την πορεία της αφήγησης μιαν ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς αποδεικνύουν (με έναν μινιμαλισμό που συγκινεί), πόσο οι λαχτάρες του ανθρώπου θεραπεύονται με πράγματα ελάχιστα, ξεχασμένα και περιφρονημένα πια (αποδιωγμένα στον καιάδα της μεγάλης καταναλωτικής απάτης) – όπως ένας χορός, ένα παγωτό, ένα γεύμα στο εξοχικό δέντρο κάτω από τα αιωνόβια πλατάνια, ή ένα γυναικείο κίτρινο φουστάνι. [σ. 35]

Σκαρίμπας

Ο συγγραφέας βέβαια πάντα εντοπίζει και μας προτείνει αξιανάγνωστα βιβλία άσημα και αφανή, με το σχετικό κείμενο αυτή τη φορά να διατρέχεται από την γνωστή και ευπρόσδεκτη λεπτεπίλεπτη ειρωνεία του, καθώς σχολιάζει μια γνωστή κατάσταση, κατά την οποία ο συγγραφέας των μικρών κειμένων, των μικρών οίκων, των περιφερειακών εκδόσεων, ο μη ανήκων στους ευνοούμενους των μέσων, ο μη γνωρίζων τα εμπορικά τερτίπια του αθηναϊκού τετραγώνου, ο μη διαθέτων «επικοινωνιακές ικανότητες» (τις πιο πολλές φορές επειδή απλώς τις περιφρονεί βαθύτατα), ο συγγραφέας που αρνείται να καταστεί κλόουν των επικοινωνιακών τακτικών, βλέπει το βιβλίο που έγραψε μετά κόπων και βασάνων να κυκλοφορεί (τρόπος του λέγειν) συνήθως για να εξαφανιστεί στα τάρταρα των βιβλιοπωλείων, πεθαίνοντας «πριν προφθάσει να ανθίσει». Αυτή τη φορά εστιάζει στις χάρες των βιβλίων των Άρι Αλεβίζου, Ραλλούς Γιαννουσοπούλου, Οδυσσέα Ιωάννου.

Ο Παπαδημητρακόπουλος παραμένει πιστός αναγνώστης της ταξιδευτικής και ποντοπόρου λογοτεχνίας, όπως το Τόξο Μεγίστου Κύκλου του Νίκου Α. Παπανάστου, αλλά και των πάσης φύσεως αγροτικών, φυσιολατρικών και φυσιογνωστικών κειμένων, ακόμα κι αν πρόκειται για πρακτικά επιστημονικών συμποσίων, όπως εδώ Το Αγροτικό Τοπίο (Το παλίμψηστο αιώνων γεωργικού μόχθου). Η συνέχεια αφιερώνεται σε έτερους διηγηματογράφους αλλά και περισσότερο άγνωστες μορφές των γραμμάτων, όπως ο Θεόδωρος Στεφανίδης, ακτινολόγος – ιατρός αλλά και συγγραφέας αρκετών βιβλίων, μεταξύ των οποίων και τα Γράμματα στον Λώρενς Ντάρελ με υπόγειες αφηγηματικές αρετές και εκείνη την κρυμμένη σαγήνη της επιστολιμιαίας πεζογραφίας. Και μιας και το έφερε η κουβέντα, δεν λησμονιέται ο τελευταίος επιστολογράφος της σύγχρονης γραμματείας μας Νίκος Καχτίτσης.

Πετρόπουλος - Πεντζίκης - Φαρμακείο_

Στο κείμενό για τον Ηλία Πετρόπουλο αναζητά τον …άλλο Πετρόπουλο και εστιάζει σ’ ένα από τα πρώτα του βιβλία, το Ελύτης Μόραλης Τσαρούχης (1966(,ένα βιβλίο εξ ολοκλήρου χειρόγραφο και εν συνεχεία λιθογραφημένο, με μια τυπογραφική μορφή που ανταποκρίνεται ιδεωδώς στο περιεχόμενο, καθώς, άλλωστε, όπως σημειώνει ο συγγραφέας του, «είναι και πρέπει να διαβάζεται σαν σειρά ερωτικών επιστολών. Συχνά εις επίρρωσιν των ισχυρισμών του καταφεύγει σε γραφικές παραστάσεις και με την σειρά του ο Παπαδημητρακόπουλος σε επίρρωση των δικών του ισχυρισμών μας μεταφέρει στις σελίδες ένα μέρος του ιδιαίτερου αυτού βιβλίου. Αυτός ο άλλος Πετρόπουλος, με το απαραίτητο ξύσιμο της επιφάνειας των κειμένων, είναι «εντόνως ερωτικός, πλην πεισιθάνατος, αρεσκόμενος σε γλώσσα λογία και, κατά βάσιν, υπογείως ποιητική», όπως αποκαλύπτει και Το Μανιφέστο των Εντροπαλών.

Ένα δεύτερο κείμενο για τον Πετρόπουλο αφορά το βιβλίο του Ελλάδος Κοιμητήρια, μια Σπουδή θανάτου που περιελάμβανε και το βιβλίο Ελλάδος Τάφοι αλλά και ένα δοκίμιο με τις προσωπικές του απόψεις για τον θάνατο, το οποίο δεν πρόλαβε να εκδοθεί. Εδώ ο συγγραφέας του με την αποδεικτική αλλά και υπαινικτική μέθοδο της φωτογραφίας θίγει πολλά θέματα (τοπογραφίας, λατρείας, καύσεως των νεκρών, ανακομιδής) και αντιμετωπίζει τον θάνατο με ηρεμία και δέος.

Λυγερή_

Φυσικά οι μείζονες αναγνωστικές προτιμήσεις του Παπαδημητρακόπουλου είναι γνωστές και επαναλαμβάνονται χωρίς όμως ο συγγραφέας να …επαναλαμβάνεται. Αντίθετα, κάθε φορά μας προσθέτει και νέες ψηφίδες τόσο ως προς τα λογοτεχνικά δεδομένα όσο και ως προς την δική του αναγνωστική πρόσληψη. Στην ενότητα Οδοδείκτες αφιερώνει κείμενά του στον αυτοχαρακτηριζόμενο ως «οδίτη της ζωής» Ανδρέα Καρκαβίτσα. Ο Παπαδημητρακόπουλος εκτιμά βαθύτατα αυτόν τον «καθαρόαιμο πεζογράφο» και τον θεωρεί ως έναν εκ των πατέρων της πεζογραφικής μας παράδοσης, πιστεύοντας πως η νουβέλα του Η Λυγερή, το μυθιστόρημά του Ο Ζητιάνος και Τα ταξιδιωτικά είναι αριστουργήματα – πραγματικά κειμήλια των γραμμάτων μας. Ο Καρκαβίτσας σεβόταν τα δημοτικά τραγούδια και τα κατέγραφε συστηματικά, όπως και τα τραγούδια του περιθωρίου, γνωρίζοντας πολύ καλά τι βάρος κουβαλάνε όλα αυτά.

Στο κείμενό του Κοινοί τόποι στον Σκαρίμπα και τον Καρκαβίτσα εστιάζει τόσο στο γεγονός ότι αμφότεροι ανατράφηκαν με το δημοτικό τραγούδι  αλλά και στην άκρως καταλυτική και υποδειγματική γλώσσα τους (για το πώς, δηλαδή, μπορεί κανείς να υπερβαίνει τα όρια χωρίς να τα παραβαίνει), την μουσικότητα και τον ρυθμό της αλλά και τους ήρωες στον Ζητιάνο και στο Θείο Τραγί, που ενσαρκώνουν το κακό, το οποίο υπηρετούν ενσυνείδητα και με πάθος. Εδώ ο συγγραφέας διόλου τυχαία θυμάται και το αυθυρόστομο και υπογείως βωμολοχικό από τον Μαριάμπα η σεμνοπρεπής μουναχοκόρη, ηρυθρίασε αλλά και διαπιστώνει την μίμηση των γλωσσικών παιχνιδιών και των εννοιολογικών ακροβατισμών στον μοναχικό κληρονόμο Νάσο Θεοφίλου.

Μποστ Ντωφίν

Η οδός συνεχίζει προς τον Πεντζίκη, που εκτιμούσε τον Καρκαβίτσα ακριβώς επειδή αντλούσε από τους λαϊκούς θρύλους και τις δοξασίες και χρησιμοποίησε την περιγραφή ως το κατ’ εξοχήν αφηγηματικό ισοδύναμο. Ο ίδιος ο Πεντζίκης δεν έπαυε να διακηρύσσει συνεχώς την σημασία της περιγραφής, της καταγραφής και (αργότερα) της αντιγραφής: με μια λέξη της πανταχού παρούσης στο έργο του πραγματογνωσίας. Σε άλλες σελίδες, ο Η.Χ.Π. προβαίνει σε ένα «εγκώμιον του διηγηματογράφου» Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, μια ποιητική καταχώρηση σε έναν παλαιότατο τόμο της Νέας Εστίας αποτελεί αφορμή για να του δίνει την ευκαιρία για να ξαναγράψει για τον αγαπημένο του Γεώργιο Βιζυηνό, ενώ αφιερώνει κείμενα στους συντοπίτες του ποιητές Τάκη Σινόπουλο και Γιώργη Παυλόπουλο αλλά στον Κώστα Καρκαβίτσα, Αλέξανδρο Κοτζιά, Μίμη Σουλιώτη, Γιάννη Δουβίτσα, Νίκο Μητσόπουλο, στον Επαρχιακό Τύπο του Πύργου, σε επιστολές αναγνωστών κ.ά.

Μιλώντας περί γλώσσας, ο Παπαδημητρακόπουλος αφιερώνει και σε αυτό τον τόμο ένα κείμενο στον μείζονα σατιρικό Μέντη Μποσταντζόγλου. Ο Μποστ, αυτή η μεγαλειώδης μετεξέλιξη των λαμπρών Ελλήνων ευθυμογράφων, από των κλασικών μέχρι και του Καραγκιόζη), αυτονομήθηκε ταχύτατα από τα κείμενα του Τσιφόρου, που αρχικά εικονογραφούσε στον Ταχυδρόμο, και κατέληξε να το χρησιμοποιεί απλώς ως πρόσχημα, προκειμένου να σχολιάζει την τρέχουσα επικαιρότητα, ασκώντας μια ανελέητη πολιτική κριτική. Ο Μποστ είχε την σοφία και την ικανότητα να θέσει στο επίκεντρο του γελοιογραφικού του σύμπαντος την γλώσσα: υπό τον μανδύα της (δήθεν!) ανορθογραφίας του, δημιούργησε μια άλλη, προσωπική ορθογραφία, μέσω της οποίας επετύγχανε την αναγωγή λέξεων και φράσεων σε έννοιες επέκεινα των κατεστημένων.

ΛΙΒΟΣ _

Δυο πολύτιμα κείμενα, τέλος, αφιερώνονται στην συγγραφική τέχνη. Αναρωτιέται ο συγγραφέας στον «βραχύτατο λόγο υπέρ του μυθιστορήματος», καθώς διαβάζει «τα σημερινά άκωλα μυθιστορήματα»: Μπήκαν οι συγγραφείς τους στον κόπο να διαβάσουν δυο τουλάχιστον από τα πάμπολλα πρότυπα που διαθέτει η Γραμματεία μας και τους παληότερους τεχνίτες της πεζογραφίας μας που γνώριζαν τις ανένδοτες ιδιότητες της γλώσσας; Πώς μπορεί να υπάρξει χλωρός μυθιστοριογράφος χωρίς να εγκύψει, με ταπείνωση, στα σπουδαία βιβλία των παληών; Και στο Γράφοντας ένα διήγημα, ο συγγραφέας αναστοχάζεται πάνω στην συγγραφική και κριτική του δουλειά, ομολογεί ότι τα κριτήρια των παρουσιάσεών του υπήρξαν απολύτως υποκειμενικά (επιτέλους! και κάποιος που αρνείται την δήθεν αντικειμενικότητα της κριτικής!) και εστιάζει στην σπουδαιότητα της αναγνωστικής εμπειρίας, στον θαυμασμό, στην αναγνωστική ευφορία που το κάθε βιβλίο ασκούσε πάνω του.

Πόσο εκείνος ο κριτικός ενθουσιασμός με επηρέασε ως πεζογράφο; Νομίζω: καθόλου – ή, για να το πω αλλιώς, όσο και κάθε άλλο βιβλίο από τα πολλά που διαβάσαμε και αγαπήσαμε, κι οι χάρες τους στοιβάζονται και επικάθονται μέσα μας, αναδυόμενες αργότερα δίπλα (ή και πάνω) από αυτά που ζούμε, μέσω μυστικών ρευμάτων υποχθόνιων αλληλοδιεισδύσεων. [σ. 307]

Εκδ. Γαβριηλίδη, 2014, σελ. 334, με εξασέλιδο ευρετήριο ονομάτων.

Στις εικόνες: Ανδρέας Καρκαβίτσας το 1900 με στολή ανθυπιάτρου, Γιάννης Σκαρίμπας ορχούμενος, Ηλίας Πετρόπουλος και Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκη στο Φαρμακείο, ο Μποστ περί Τσόρτσιλ και Ρενώ Ντωφίν, αγρότες στην Μονή του Λιβός στην Κωνσταντινούπολη – μια φωτογραφία που πιστεύω θα άρεσε στον συγγραφέα, λόγω του αγροτικού της στοιχείου, αλλά και σχετική με την καλλιέργεια του γόνιμου υπεδάφους της παληάς ελληνικής λογοτεχνίας, που αγνοούν οι σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς.