Μαρία Λοϊζίδου – Κρατάμε μυστικό;

Επείγον: Τα μυστικά που πρέπει να λέγονται!

Πρόκειται για ένα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα στην σχέση γονέα-παιδιού, ένα θέμα ζωτικής σημασίας και για την ίδια την ψυχική υγεία των παιδιών. Μιλάμε για την περίφημη, παιχνιδιάρικη αλλά και, πλέον, τόσο επικίνδυνη ιδέα περί «μυστικού». Αυτό που κάποτε αποτελούσε σκανδαλιά και σήμαινε κάποια κρυφή συνενοχή είναι πλέον πρακτική επικίνδυνη όταν δίνει χώρο σε οποιονδήποτε μπορεί να το επικαλεστεί ώστε να κρατήσει το στόμα ενός παιδιού κλειστό. Κάποια μυστικά είναι χαρούμενα και διασκεδαστικά, άλλα όμως είναι επίπονα, τραυματικά. Συνεπώς αποτελεί πλέον απόλυτη αναγκαιότητα το μοίρασμα ενός οποιουδήποτε «μυστικού» με τουλάχιστον ένα γονέα ή, στην έσχατη περίπτωση, με κάποιο άτομο της εμπιστοσύνης – συγγενή, δάσκαλο, φίλο κ.λπ.

Ένας νεαρός αναγνώστης όμως σίγουρα χρειάζεται να δει μια εικόνα για το τρόπο με τον οποίο ένα μυστικό τον βαραίνει και του αλλάζει την ζωή και ποιες λύσεις είναι πάντα διαθέσιμες. Ας ακολουθήσουμε λοιπόν την μικρή μας αφηγήτρια στις μυστικές της εμπειρίες. Όταν η φίλη της η Άννα της εμπιστεύτηκε ένα μυστικό της, ένοιωσε την γλυκιά ζαλάδα ενός καρουζέλ γεμάτου φώτα και μουσική. Ήταν ένα μυστικό που της δημιουργούσε χαμόγελο και χαρά και όταν αποκαλύφθηκε σε κοινό τους φίλο με την μορφή μιας γιορτής για τα γενέθλιά του πραγματικά άξιζε τον κόπο όλη εκείνη η μυστικότητα. Το ίδιο και το μυστικό της Λίτσας, η κρυφή της αγάπη προς τον Νίκο, το ίδιο και η ρίγα του Μιχάλη, όπου είχε κρυφά γραμμένες μερικές αριθμητικές πράξεις προς όφελος όλων των συμμαθητών! Όλα αυτά ήταν μυστικά που έμοιαζαν με μεγάλες μπουρμπουλήθρες που δεν έπρεπε να σπάσουν πριν την ώρα τους.

Όμως κάποια ημέρα η φίλη της η Τερέζα έμοιαζε διαφορετική: δεν θέλησε να μοιραστεί με την παρέα τους τα συνήθη παιχνίδια της Γυμναστικής, μόνο έμεινε άπραγη στις κερκίδες· στα Μαθηματικά δεν σήκωσε το χέρι της· στο διάλειμμα προτίμησε να καθίσει στο παγκάκι. Η αφηγήτριά μας γίνεται δέκτης του μυστικού της, ενός μυστικού άχρωμου, άσχημου και βασανιστικού. Και ποια απεικόνισή του μπορεί να είναι πιο ταιριαστή από έναν μεγάλο μαύρο αγκαθωτό τέρας που πιάνει όλο τον χώρο μέσα μας και μας τρυπάει με τα αγκάθια του;

Η αφηγήτρια δεσμεύεται από το άγραφο βιβλίο της συμφωνίας των μυστικών και την ρητή υπόσχεσή της να μην πει τίποτα και σε κανέναν, διαφορετικά θα χάσει την εμπιστοσύνη της φίλης της. Κάποτε όμως ξεσπάει και αναρωτιέται δυνατά γιατί είναι τόσο απόλυτο το βιβλίο των μυστικών και επιτρέπει ούτε μια εξαίρεση; Η μητέρα της βρίσκεται δίπλα, για να της απαντήσει με μια ιδανική εικόνα: ας φανταστούμε τα μυστικά ως σύννεφα στον ουρανό μέσα μας – αν είναι όμορφα λάμπουν και φωτίζουν, αν όχι, τρομάζουν και σκοτεινιάζουν. Αξίζουμε λοιπόν έναν τέτοιο ουρανό; Δεν είναι καλύτερα να τα βγάλουμε έξω και να τα διώξουμε μακριά;

Εκτός από τις δυο προαναφερθείσες βασικές παραστατικές εικόνες, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος με τον οποίο υπονοείται το περιεχόμενο του μυστικού και η αποκάλυψή του. Η μητέρα της αφηγήτριας ενημερώνει τον διευθυντή του σχολείου και εκείνος θα κάνει εκείνο που πρέπει. Εμείς αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι έχει συμβεί με κάποιον δάσκαλο, όμως οι μικροί αναγνώστες δεν χρειάζεται να το διαβάσουν – και σωστά, καθώς πρόκειται για σχέσεις εμπιστοσύνης που δεν πρέπει να διαρρηχθούν με τέτοιο τρόπο. Προς το παρόν αρκεί η σωστή στάση απέναντι σ’ ένα σκοτεινό μυστικό: πρέπει άμεσα να κοινωνείται, χωρίς καθυστέρηση, χωρίς αμφιβολία. Τα δυο κορίτσια ελευθερώνονται, έτοιμες να υποδεχτούν πολλά άλλα σοκολατένια, πολύχρωμα μυστικά. Για την ωραία τέχνη του εικονογράφου, ισχύει ακριβώς ό,τι γράψαμε και στην προηγούμενη ανάρτηση, εδώ.

Εικονογράφηση: Γιάννης Σκουλούδης

Εκδ. Ψυχογιός, 2024, σελ. 43 [μαλακό εξώφυλλο].

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Βέρα Πρατικάκη – Κι όμως με πειράζει!

Το δικαίωμα του «όχι»

Θυμάμαι σαν τώρα μια από τις μέγιστες ραδιοφωνικές εκπλήξεις της εφηβείας μου. Απόγευμα, Πρώτο Πρόγραμμα, και μια ήρεμη ενήλικη φωνή συζητούσε με συνομήλικούς μου για διάφορα θέματα που τους απασχολούσαν. Κάποια στιγμή τα παιδιά ομολόγησαν την αδυναμία τους να αρνηθούν οτιδήποτε τους ζητείται. Και τότε ο ψυχολόγος, όπως αποδείχτηκε, συντονιστής των διαλόγων, Κώστας Πιντέρης, που ήταν ήδη γνωστός χάρη σε μια σειρά εκλαϊκευτικών πλην περίφημων βιβλίων στις εκδόσεις με το ωραίο όνομα Θυμάρι, τους μίλησε για το «όχι» ως απόλυτο δικαίωμά τους. Εννοείται πως επρόκειτο για μεγάλο σοκ, ακόμα και για εμάς, που αντιλαμβανόμασταν ότι σαφώς μπορούμε να πούμε όχι αλλά δεν γνωρίζαμε τον τρόπο.

Τέσσερις δεκαετίες μετά, και η έκφραση του «όχι» και το δικαίωμα της άρνησης συνεχίζουν να θεωρούνται σχεδόν άγνωστα, για να μην απαγορευμένα σε οποιαδήποτε ηλικία, πόσο μάλλον στην τρυφερότερη. Όμως είναι ακριβώς αυτή η ηλικία στην οποία πρέπει κανείς να μαθαίνει τα όρια της συμφωνίας, της αποδοχής και της υποχώρησης και, στον αντίποδα, την δυνατότητα της διαφωνίας, της άρνησης και της ειλικρίνειας. Και τι ιδανικότερο από μια ιστορία με ζώα και, επιτέλους, από τα σπανίως εμφανιζόμενα σε βιβλία: έναν νεροβούβαλο, έναν κούκο και μια πυγολαμπίδα!

Τι βλέπουμε λοιπόν εδώ; Έναν συμπαθέστατο νεροβούβαλο, ονόματι Βλαδίμηρο, να σέρνει το εξαντλημένο σαρκίο του από τον υδροβιότοπο ως το σπίτι του, με μόνη επιθυμία να βουλιάξει στην μπανιέρα και να χαλαρώσει, γνωστή σε όλους μας συνθήκη. Μέχρι την στιγμή που ένας κούκος, παλιός συμμαθητής του, τον αναγνωρίζει ενθουσιασμένος μετά από τόσα χρόνια. Ο κούκος Μήτσος έχει κάνει οικογένεια στην οποία, ως φαίνεται, λατρεύουν το γράμμα Μι αφού τα έξι κουκάκια του έχουν ονόματα που ξεκινάνε από αυτό το γράμμα. Όμως η οικογένεια έχει πάει εκδρομή και ο Μήτσος αρχίζει να εκφράζει στον Βλαδίμηρο μια σειρά επιθυμιών η πρώτη εκ των οποίων φαίνεται αυτονόητη, με κάθε επόμενη όμως σταδιακά γίνεται όχι απλώς απαιτητικός αλλά και πιεστικός.

Να έρθουμε λίγο σπίτι να στεγνώσουμε πριν συνεχίσουμε το ταξίδι; Μπορείς να κουβαλήσεις τα παιδιά στην ράχη σου γιατί κουράστηκαν; Τώρα που φτάσαμε σπίτι σου, είναι εύκολο να μας φτιάξεις λίγο χυμό; Μήπως σου βρίσκεται τίποτε φαγώσιμο; Σκοτείνιασε και είναι επικίνδυνο να είμαστε στο δρόμο – θα μπορούσαμε να κοιμηθούμε εδώ; Γίνεται να ξαπλώσουμε στο κρεβάτι σου; Μπορείς να πας λίγο πιο κει; Ξέρεις κανένα νανούρισμα; Θα μας δώσεις και το αρκουδάκι σου; Ο γλυκός και ευγενικός Βλαδίμηρος αδυνατεί να αρνηθεί. Αρχικά σκέφτεται ότι είναι ωραίο να κάνει τους άλλους χαρούμενους – μην τον περάσουν και για εγωιστή. Μετά ανησυχεί με το ενδεχόμενο μη φανεί αγενής και στριμμένος. Κι αν τον πούνε αφιλόξενο; Αν τον κατηγορήσουν πως τους διώχνει μέσα την άγρια νύχτα; 

Ο νεροβούβαλος φτάνει στα όριά του, και φεύγει από το σπίτι για να ηρεμήσει. Είναι ακριβώς η στιγμή που χρειάζεται έναν φίλο και ευτυχώς η πυγολαμπίδα λάμπει δια της παρουσίας της. Με μια φράση φωτίζει τον φίλο της – «Είναι εντάξει να μην κάνουμε τα χατίρια των άλλων!» και με μια πράξη του προτείνει τον τρόπο. Όχι πολύ υποχωρητικά, ούτε πολύ απότομα. Η χρυσή τομή βρέθηκε και ο Βλαδίμηρος όχι χωρίς αγωνία επιστρέφει σπίτι όταν έχει ήδη ξημερώσει και οι κούκοι ζητούν πρωινό. Η απλή άρνησή του και η έκφραση της ανάγκης του να ξεκουραστεί γίνονται δια μαγείας κατανοητές, ο Μήτσος ζητάει συγνώμη και η οικογένεια φεύγει χαρούμενη. Ήταν όλα τόσο απλά· κι αν δεν ήταν, έγιναν.

Ένα απολαυστικό βιβλίο, συνεργασία μιας ιστορικού και ψυχοθεραπεύτριας με δεκάδες άλλα παιδικά βιβλία στο ενεργητικό της και ενός εικονογράφου που εισήχθη στην Σχολή Καλών από τα δεκαπέντε στην ειδική κατηγορία της ιδιαίτερης καλλιτεχνικής προδιάθεσης. Οι ζωγραφιές του εκρήγνυνται σε χρώματα και η μεταξύ μεγάλων και μικρών μεγεθών ταιριάζει πλήρως στην ιστορία. Θα επανέλθουμε στον εικονογράφο στην επόμενη ανάρτηση.

Εικονογράφηση: Γιάννης Σκουλούδης

Εκδ. Ψυχογιός, 2024, σελ. 42 [μαλακό εξώφυλλο].

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.