Χρήστος Χρυσόπουλος – Ο Βομβιστής του Παρθενώνα. Μέρος Β΄. Συνομιλία με τον συγγραφέα

Χρόνια μετά την πρώτη έκδοση, ο Βομβιστής του Παρθενώνα επανεκδίδεται εμπλουτισμένος και πολλαπλώς διαφορετικός. Για ποιο λόγο και γιατί τώρα;

Η φιλοδοξία ήταν διπλή. Θέλησα να δουλέψω ξανά το βιβλίο επειδή έβλεπα ότι στην αρχική ιδέα υπήρχαν ζητήματα που α) δεν είχαν αναδειχτεί, ή/και β) δεν είχαν διατυπωθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο (ας μην ξεχνάμε ότι ο πρώτος «Βομβιστής» ήταν ένα πρωτόλειο κείμενο). Εδώ, βεβαίως, αναφαίνεται και το ζήτημα του Μάκρη. Η συγκυρία σε αυτό το σημείο ήταν καθηλωτική. Βλέπετε, ανακάλυψα τα της προκήρυξης του Μακρή λίγο μετά την έκδοση του βιβλίου. Πρέπει να ήταν στα 1998-1999. Δεν είχα ακόμη ίντερνετ στο σπίτι (δεν ήξερα καν ότι μου ήταν απαραίτητο) και επισκεπτόμουν περιστασιακά μια αίθουσα με υπολογιστές για το κοινό που είχε ανοίξει τότε η Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς σε ένα ισόγειο αριστερά επί της Ακαδημίας, λίγο μετά την οδό Κανάρη προς Σύνταγμα. Σήμερα είναι μια εγκαταλειμμένη άδεια αίθουσα πίσω από μια σκονισμένη τζαμαρία. Θυμάμαι λοιπόν πολύ καλά μια μέρα, όταν ανακάλυψα στην ιστοσελίδα των Νέων ένα παλαιότερο κείμενο της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου για την προκήρυξη του Μακρή. Προσπάθησα να το εντοπίσω ξανά αλλά δεν το βρήκα, έχω μόνο μια παλιά κάπως ξεθωριασμένη εκτύπωση από εκείνη την ημέρα στη Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς. Ήταν μια συγκλονιστική ανακάλυψη επειδή είχα γράψει το βιβλίο δίχως να γνωρίζω το προηγούμενο του Μακρή και βρέθηκα έξαφνα εμπρός σε μια εκπληκτική σύμπτωση ιδεών. Όχι τόσο ως προς την ιδεολογική αφετηρία τη δική μου και του Μακρή, όσο ως προς την μυθοπλασία της. Θα μπορούσε ίσως να μιλήσει κανείς για μια αδιάγνωστη περίπτωση κρυπτομνησίας, ποιος ξέρει; Έκτοτε αναφερόμουν στον Μακρή όποτε μου ζητούσαν να μιλήσω για το βιβλίο, αλλά αισθανόμουν ότι ο Μακρής είχε δικαιωματικά θέση στον κόσμο του «Βομβιστή». Όταν δόθηκε η ευκαιρία, η τάξη αποκαταστάθηκε.

Η δομή του βιβλίου μοιάζει να ακολουθεί εκείνη της Λονδρέζικης Μέρας της Λώρας Τζάκσον: διαφορετικοί τρόποι γραφής ανά περιεχόμενο και αφηγητή. Σας προσελκύει όλο και περισσότερο ο συγκεκριμένος τρόπος ή ήταν ο ιδανικότερος για το συγκεκριμένο βιβλίο;

Ας ξεκινήσω λέγοντας ότι η μορφή του βιβλίου δεν άλλαξε άρδην από την πρώτη του εμφάνιση το 1996. Ήδη από τότε (από το πρώτο μου βιβλίο) με ενδιέφεραν οι ίδιες κατευθύνσεις οι οποίες –με διαφορετικούς τρόπους– εντοπίζονται σε όλα τα βιβλία που φέρουν το όνομά μου: πολλαπλές οπτικές γωνίες, συνύπαρξη ποικίλων λογοτεχνικών ειδών, απουσία μακροσκελούς γραμμικής αφήγησης, μια σχέση υποκατάστασης ανάμεσα στην επινόηση και το ιστορικό γεγονός. Συνεπώς, η εκ νέου επεξεργασία του «Βομβιστή» αποτελεί την ίδια στιγμή το κλείσιμο ενός κύκλου αλλά και την κατάληξη μιας διαδρομής.  Αυτό φυσικά δεν προϋποθέτει με κανέναν τρόπο την ύπαρξη μιας μοναδικής, a priori κατάλληλης φόρμας για κάθε λογής συγγραφική επιδίωξη. Οποιοδήποτε θέμα μπορεί να εμφανίζεται σε οποιοδήποτε είδος. Ο «Βομβιστής» θα μπορούσε να γραφτεί με άπειρους άλλους τρόπους. Για να σας απαντήσω, λοιπόν, νομίζω ότι η πεζογραφία μου και ο τρόπος με τον οποίο σκέφτομαι για τη λογοτεχνία γίνονται όλο και περισσότερο μεταιχμιακοί. Η γραφή ισορροπεί ανάμεσα στο πρόσωπο και στο έργο, ανάμεσα στο πρόσωπο του συγγραφέα και στα πρόσωπα της μυθοπλασίας, ανάμεσα στο υπαινικτικό και στο σαφές, ανάμεσα στο αληθινό και στο επίπλαστο, ανάμεσα στα είδη. Η λογοτεχνία καλείται να αντικαταστήσει την πίστη στην (έστω υποκειμενική) ματιά με τον πληθυντικό στοχασμό: να επιδιώκουμε την πολλαπλότητα ή –αν προτιμάτε– την «ανοιχτότητα» των κειμένων.

Μοιάζει η συγκυρία του 2010 και του 2011 να ταιριάζει όσο καμιά άλλη εποχή στον Βομβιστή του Παρθενώνα. Τα θέματα που θίγονται είναι πολλά, σχεδόν καταιγιστικά: το ένα ανοίγει στο άλλο. Η βία, η καταστροφή, η διάρρηξη με το παρελθόν, η χρήση και η ιδεολογική εκμετάλλευση των μνημείων, η εθνική ταυτότητα, η ευθύνη της γραφής. Υπήρξε συνειδητή αυτή η πυκνότητα νοημάτων και εκφάνσεων; Ποιο απ’ όλα κρίνετε περισσότερο κρίσιμο στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή;

Η δική μου έγνοια είναι για την επικαιρότητα (urgency) και την κοινωνικότητα (agency) που προσδοκούμε σήμερα από τη λογοτεχνία. Είναι μια σκέψη που καλλιεργώ και στη σειρά μηνιαίων δοκιμίων «Ο δανεισμένος λόγος» στη Νέα Εστία. Το να λέμε ότι ο συγγραφέας «παρουσιάζει μια εκδοχή» δεν σημαίνει τίποτα. Αυτό γινόταν ανέκαθεν στη λογοτεχνία. Επικαιρότητα σημαίνει πολυσημία. Ο Ρόρτυ το θέτει πολύ ωραία: «Κατέχουμε λιγότερες αλήθειες από τους πατεράδες μας, αλλά διαθέτουμε ασυγκρίτως περισσότερα εργαλεία». Το να λέμε ότι ο συγγραφέας παρουσιάζει τη γνώμη του («έτσι σκέφτεται ο Χρυσόπουλος») ή ίσως τη σκοπιά ενός μόνο προσώπου» (για παράδειγμα του βομβιστή Χ.Κ.) δεν σημαίνει πλέον πολλά πράγματα για μένα. Απαντώ λοιπόν ότι –στον βαθμό που γίνεται αντιληπτή– η πολλαπλότητα των υπονοημάτων είναι απολύτως εμπρόθετη. Πιστεύω ότι στη λογοτεχνία πρέπει να διακρίνονται όσες περισσότερες πιθανές ερμηνείες είναι δυνατόν. Δίχως να προκρίνεται κάποια εξ αυτών. Αφήνοντας το πεδίο ανοιχτό ακόμα και για την ανοίκεια ή την παρεκκλίνουσα ανάγνωση. Νομίζω αυτό συνέβη με ευεργετικό τρόπο στον «Βομβιστή» με ένα κείμενο που δημοσίευσε η Ελισάβετ Κοτζιά στην Καθημερινή και στο οποίο διατύπωνε κάποιες δόκιμες επιφυλάξεις σχετικά με την ποιητική της βίας (που προκύπτει οπωσδήποτε από το βιβλίο). Στο κείμενο αυτό απάντησα με ένα δικό μου κείμενο στην Ελευθεροτυπία διατυπώνοντας τα δικά μου επιχειρήματα. Μόνο έτσι πιστεύω ότι μπορεί να πραγματωθεί ένας ουσιαστικός διάλογος: με ευγένεια, αποφεύγοντας τις καθαρά προσωπικές αιχμές, επικεντρώνοντας στην ερμηνεία  αλλά δίχως να αποκλείουμε την (έστω και δυναμική) αντιπαράθεση απόψεων. Γι’ αυτό και το σημαντικότερο για μένα είναι η καλλιέργεια της γραφής ως διακινδύνευση των ιδεών, όχι μόνο της φόρμας. Και η ουσιαστικότερη επιβράβευση δεν είναι αυτή που λέει «ο Χρυσόπουλος γράφει καλά», αλλά αυτή που συμπληρώνει: «το βιβλίο ανοίγει ένα ζήτημα που αφορά…».

Το ιστολόγιο του βιβλίου (βλ. προηγούμενη ανάρτηση) παραμένει διαρκώς ανοιχτό σε νέες προσθήκες, ερμηνείες, απόψεις. Πώς φανταστήκατε τη μορφή του, ποιες οι εντυπώσεις σας ως σήμερα; Μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φτάσουν οι προσθήκες και οι συμμετοχές; Θα μπορούσε ένα αντίστοιχο «άνοιγμα» να γίνεται σε κάθε λογοτεχνικό βιβλίο; Θα το κάνατε για προηγούμενα ή επόμενα γραπτά σας;

Το άνοιγμα του ιστολογίου ακολουθεί την προηγούμενη σκέψη. Δεν πιστεύω στην  στρατευμένη λογοτεχνία αλλά στον δραστήριο συγγραφέα. Εξηγούμαι: το κείμενο (στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό και δεν προδίδει τις αισθητικές αρχές του έργου) δεν μπορεί να προκρίνει μια μόνο θέση. Βεβαίως υπάρχουν και αποκλεισμοί ή/και απρόθετες επιπτώσεις: ένα έργο δεν μπορεί να περιέχει τα πάντα και την ίδια στιγμή «λέγει» περισσότερα από όσα βάζει εμπρόθετα ο συγγραφέας στο στόμα των ηρώων του. Μολαταύτα, το έργο πρέπει να επιζητεί την πολυφωνία. Αυτό όμως αφορά το έργο το ίδιο. Ο συγγραφέας –ως δρων υποκείμενο– δικαιούται (και θα έλεγα οφείλει) να έχει απόψεις και πολιτικές θέσεις, να τις κοινοποιεί και να αποκρίνεται στον δημόσιο λόγο. Γι’ αυτό άνοιξα το ιστολόγιο. Εκεί βρίσκουν θέση οι δικές μου τοποθετήσεις απέναντι στα ζητήματα που ανοίγει το βιβλίο, εκεί τοποθετείται το βιβλίο στο περικείμενο της επικαιρότητας. Επίσης, όπως και το προσωπικό μου ιστολόγιο, αποτελεί ένα αρχείο (βεβαίως σε δημόσια θέα) μέσω του οποίου εγώ ο ίδιος διαμορφώνω απόψεις και μπορώ να έχω μια συνολική εικόνα για το πώς αλλάζει διαρκώς το κοσμοείδωλο του βιβλίου.

Δεν έχω κάνει κάτι ανάλογο για τα άλλα βιβλία επειδή δεν πιστεύω ότι είναι απαραίτητο και χρήσιμο. Ό,τι αφορά τα άλλα βιβλία υπάρχει στο προσωπικό μου ιστολόγιο-αρχείο. Ο «Βομβιστής» όμως αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση επειδή –λόγω της διαρκούς σχέσης του με την επικαιρότητα– έχει μεταμορφωθεί σε ένα επαυξημένο έργο ή (αν θέλετε με πιο νέους όρους) συμπυκνώνει γύρω του ένα συνεχώς εμπλουτιζόμενο «νέφος πληροφοριών».

Προτίθεστε να επεκτείνετε τον λογοτεχνικό σας προβληματισμό όσον αφορά τα παραπάνω θέματα σε νέα γραπτά; Ο Βομβιστής ανοίγει θέματα που απαιτούν περαιτέρω μυθοπλαστική διερεύνηση.

Κοιτώντας προς τα πίσω, έρχεται στον νου μια δήλωση του Πωλ Ρικαίρ που μιλά περισσότερο για προβλήματα παρά για θέματα: «Σκέπτομαι πάντα με όρους προβλημάτων. Η συνέχεια της εργασίας μου διασφαλίζεται από τις εκκρεμότητες που κάθε βιβλίο δημιουργεί και στις οποίες επανέρχομαι». Ετούτη η αρχή έχει εφαρμοστεί στον «Βομβιστή» ως μια αρχαιολογία (έχει ενδιαφέρον εδώ ένα κείμενο για τον «Βομβιστή» που δημοσίευσε η αρχαιολόγος του παν/μίου του Michigan Δέσποινα Μαργωμένου στην Athens Review of Books). Αυτό που θέλω να πω (συνεχίζοντας την αρχαιολογική μεταφορά) είναι ότι ο «Βομβιστής» αποτελεί μια συλλογή ενδείξεων για τα ζητήματα / θέματα / προβληματισμούς που επισημαίνετε. Αλλά η συγκεκριμένη ανασκαφή έχει ολοκληρωθεί. Τα ευρήματα που ανασύρθηκαν αποτελούν πλέον αποθησαυρισμένη γνώση για μια επόμενη ανασκαφή σε κάποιο άλλο χωράφι. Με άλλα λόγια, οτιδήποτε προέκυψε από τη συγγραφή του βιβλίου (αυτά που έμαθα εγώ κατά την εκ νέου επεξεργασία του, αυτά που γράφτηκαν για το βιβλίο, αυτά που μου είπαν, αυτά που κλήθηκα –όπως καλή ώρα– να πω για το βιβλίο) ανήκουν πλέον στην επικράτεια εντός της οποίας θα γραφτεί το επόμενο βιβλίο. Το ενδιαφέρον για μένα είναι ότι, σε αντίθεση με προηγούμενα βιβλία, λόγω της σχέσης του «Βομβιστή» με την επικαιρότητα και την ύπαρξη του blog, τα ζητήματα αυτά παραμένουν «ζωντανά». Είναι σαν η ηχώ του βιβλίου να συνεχίζει να ταξιδεύει.

Ξέχωρο αλλά μείζον ζήτημα αποτελεί η ηθική της γραφής και της διακινδύνευσης. Υπάρχουν όρια εδώ; Στην έκδοση των κειμένων του Γ.Β. Μακρή παραλείπονται τα άρθρα 3 έως 9 της προκήρυξης που αναφέρονται στο οργανωτικό μέρος της όλης επιχείρησης. Αν κάποιος εφάρμοζε κατά γράμμα τυχόν βολικές οδηγίες ποια θα ήταν – αν υπήρχε – η ευθύνη του Γ.Β. Μακρή, του Ε.Χ. Γονατά, του εκδότη του βιβλίου και η δική σας;

Εδώ είμαι κάθετος και υπερασπίζομαι με σθένος τη λογοτεχνία. Τα βιβλία προστατεύονται λόγω της υπόδειξης του είδους στη σελίδα του τίτλου: μυθιστόρημα, νουβέλα, διήγημα… κ.ο.κ. Αν το ξεχάσουμε αυτό δεν θα μπορέσουμε ποτέ πια να ξαναγράψουμε λογοτεχνία. Ετούτη η συνθήκη προστατεύει επίσης καθ’ ολοκληρίαν και την ιδιότητα του συγγραφέα ως συγγραφέα. Προσοχή, όχι το πρόσωπο γενικώς, αλλά με την ιδιότητα του συγγραφέα ενός βιβλίου. Από εκεί και πέρα, όπως σας είπα και πριν, ο συγγραφέας –ως δρων πολιτικό υποκείμενο– δικαιούται να έχει απόψεις και θέσεις αλλά οφείλει να είναι υπεύθυνος γι’ αυτές. Η αντίληψη αυτή είναι μια ωρίμανση που αφορά εμένα προσωπικά και διαφοροποιεί τον 28χρονο συγγραφέα του πρώτου «Βομβιστή» από τον 42χρονο συγγραφέα της νέας έκδοσης. Ας εξηγηθώ: Ο βομβιστής Χ.Κ. της πρώτης έκδοσης (από την οποία απουσιάζει ο Γιώργος Μακρής) είναι ένας Αθηναίος που αποφασίζει να προχωρήσει στην καταστροφή του μνημείου για τους δικούς του λόγους, τους οποίους ο ίδιος εξηγεί στο βιβλίο. Αυτό όμως δεν με ενδιαφέρει πλέον στην δεύτερη και οριστική εκδοχή. Η σκέψη επικεντρώνεται τώρα στο ότι ο βομβιστής Χ.Κ. εμπνέεται / ακολουθεί το κάλεσμα ενός διανοούμενου (του Μακρή αλλά και όσων προϋπήρξαν αυτού). Δηλαδή ενστερνίζεται το ρομαντικό ιδεώδες της «δημιουργικής καταστροφής». Καταλαβαίνετε τη διαφορά; Δεν με απασχολεί απλώς ένας πολίτης που αποφασίζει να δράσει. Με απασχολεί ο τρόπος με τον οποίο ο ήρωας του βιβλίου (και κατ’ επέκτασιν όλοι εμείς) κατανοεί / παρανοεί την τέχνη, την ιδεολογία της και το κάλεσμα προς κοινωνική δράση. Ακριβώς εδώ τοποθετείται για μένα και το ζήτημα της νεοελληνικής ταυτότητας. Είναι (όπως κάθε ταυτότητα) ζήτημα ερμηνείας και όχι πρωτογενές βίωμα. Γι’ αυτό είναι απαραίτητη η παρουσία του Μακρή. Και κάτι ακόμη. Το ίδιο το βιβλίο «Ο βομβιστής του Παρθενώνα» και εγώ ως συγγραφέας του, αποτελούμε έναν εγκιβωτισμό του ίδιου συλλογισμού που περιέχεται στη νουβέλα: Με ποιον τρόπο εγώ (ως συγγραφέας) κατανοώ / παρανοώ το κάλεσμα που εκπροσωπεί ο Μακρής αναπαράγοντας / αναπαριστώντας την πράξη της καταστροφής γράφοντας και εκδίδοντας το βιβλίο; Αυτός είναι ο αναστοχασμός που με απασχολεί όταν ως συγγραφέας απευθύνομαι στο κοινωνικό σώμα.

Ο Γιώργος Β. Μακρής αποτέλεσε μια σπάνια και ιδιάζουσα περίπτωση συγγραφέα. Ποια η σχέση σας με το έργο του; Σας έδωσε ο ίδιος την έμπνευση για τον Βομβιστή ή επρόκειτο για μια αναπάντεχη λογοτεχνική συνάντηση;

Ο Μακρής προέκυψε, όπως περιέγραψα παραπάνω, από ένα γύρισμα της τύχης. Νομίζω, πάντως, ότι για μένα το παράδειγμα ήταν ανέκαθεν εκείνο του «μονομανούς», δηλαδή ενός προσώπου που βιώνει την ύπαρξή του και τον κόσμο μέσα από μια κυρίαρχη ιδιότητα (ή μια ιδεοληψία), η οποία το ορίζει καθ’ ολοκληρίαν (θα έλεγα ότι σε μερικές περιπτώσεις το δυναστεύει). Στη «Σουνυάτα» το παράδειγμα είναι εκείνο του Αντωνίου Περλ, ενός προσώπου που διακατέχεται από μια θανατοφιλική μεταφυσική εμμονή που καταλήγει στη θεοδικία. Το θέμα του είναι η μεταφυσική. Στον «Μανικιουρίστα» η μεταφυσική αντικαθίστανται από την αισθητική. Ο Φίλιππος Ντόσταλ αναζητά (και εξουσιάζεται) από μια ιδιότυπη έκφραση της ομορφιάς. Μαγεύεται από την ανατομική ποικιλότητα και την εκφραστικότητα των χεριών. Το «Φανταστικό μουσείο» (2005) θεματοποίησε με μεγαλύτερη ευθύτητα τις ζωές των συγγραφέων, αναζητώντας (ή μάλλον περιγράφοντας με διάφορους τρόπους και αφορμές) την πηγή εκείνης της παρόρμησης που κάνει έναν άνθρωπο να ζει από τις λέξεις. Το θέμα του είναι η ταυτότητα. Η «Λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον» επικεντρώνεται σε ένα πρόσωπο που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην επινόηση και την επίγνωση, ανάμεσα στην Σωκρατική προτροπή να γνωρίσεις τον εαυτό σου και στην Νιτσεϊκή προσταγή να τον κατασκευάσεις ο ίδιος. Το θέμα του είναι η αυτογνωσία. Στην περίπτωση του «Βομβιστή» ο κεντρικός ήρωας εκπροσωπεί μια δυναστική εμμονή με τη συμβολική εξουσία του Παρθενώνα και ό,τι εκείνος εκπροσωπεί στην ιδεολογική διαμάχη παράδοσης – νεωτερικότητας. Το θέμα του είναι η ιδεολογία και η πράξη.

Έξω από το κείμενο και τη μυθοπλασία: ποιες είναι οι προσωπικές σας σκέψεις για τις σκέψεις και την πράξη του Χ.Κ.; Πρόκειται για χαρακτήρα που έστω και μέσα στην ελλειπτικότητά του δύσκολα προσπερνιέται κι ακόμα δυσκολότερα ξεχνιέται.

Ο Χ.Κ. έχει τη γοητεία του ρομαντικού διανοούμενου που επιθυμεί να αλλάξει άρδην τον κόσμο με μια κίνηση κατακλυσμικών επιπτώσεων. Αυτή η παρόρμηση είναι  ουσιαστικά αφελής. Δεν συμβαίνει το ίδιο με την περίπτωση του Μακρή. Ο Μακρής δεν είναι αφελής, έχει μια υπόγεια αίσθηση του χιούμορ που διαβρώνει τα πάντα και απουσιάζει από τον λόγο του Χ.Κ. Γι’ αυτό και ο Χ.Κ. πιστεύω ότι  παρανοεί εκ βάθρων τον Γιώργο Μακρή.  Παρ’ όλα αυτά, όπως επισημαίνει ο Σοπενάουερ: «Ένα αληθές συμπέρασμα μπορεί να προκύψει από ψευδείς θέσεις». Τα ζητήματα που επισημαίνει ο Χ.Κ. είναι ορθά και εξόχως επίκαιρα. Μόνο που οφείλουμε να υπογραμμίσουμε, όπως επισημαίνει και ο Γιάννης Χαμηλάκης (The Nation and its Ruins, OUP, 2007), ότι η επιδίωξή μας δεν μπορεί να είναι απλώς να αποκαθηλώσουμε τα επινοημένα στοιχεία της κουλτούρας μας ως μη αυθεντικά. Η σφοδρή επιθυμία πολλών να ισοπεδώσουν λ.χ. την εθνικιστική μυθολογία, δίχως να λαμβάνουν υπόψη τις περίπλοκες ηθικές και πολιτικές επιπτώσεις, καταλήγει να είναι μια επικίνδυνη και εντέλει αναποτελεσματική παρόρμηση. Το ζητούμενο είναι μια αλλαγή παραδείγματος, η οποία θα αποδομήσει την φοβική, καθηλωτική και τραγικά ανεπαρκή εκδοχή του νεοελληνικού αυτοειδώλου, δίχως όμως να απαρνείται συλλήβδην τα επιτεύγματα του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι ως τώρα φαντάζονταν, ονειρεύονταν και οργάνωναν την προσωπική και την κοινωνική τους ζωή. Αυτό είναι και το νόημα της φράσης του Τζόρτζιο Αγκάμπεν, με την οποία τελειώνει το βιβλίο: «Η βεβήλωση του αβεβήλωτου είναι το πολιτικό καθήκον της γενιάς που έρχεται». Πολύ θα ήθελα να το ακούσω ως σύνθημα της πλατείας.

 Στις φωτογραφίες: Ο συγγραφέας μπροστά σε μελλοντικά αρχαιολογικά ευρήματα (φωτ. Γιάννης Ισιδώρου). / Ο Παρθενώνας μέσα από έναν φακό του. / Η κατά Γκυστάβ Κουρμπέ καταστροφή της Στήλης του Βαντώμ, καταστροφή στην οποία συμμετείχε ενεργά. / Το δια χειρός F. T. Marinetti Μανιφέστο του Φουτουρισμού [Θέση 10: Επιθυμούμε την κατεδάφιση μουσείων και βιβλιοθηκών]. /  Σελίδα εκ των Γραπτών Γιώργου Β. Μακρή: οι κολόνες κουρασμένες πια απ’ την ορθοστασία θέλουν τον ύπνο πέφτοντας κομματιαστά / Γ.Β.Μ.

Η ανάρτηση για τον Βομβιστή του Παρθενώνα εδώ.  Ο συγγραφέας στο Αίθριο εδώ.

Χρήστος Χρυσόπουλος – Ο βομβιστής του Παρθενώνα

Ο Αντίστροφος Ηρόστρατος

Καταναγκαστικά (θαυμασμού) έργα

Κάποιοι τον αγαπούν γιατί είναι απλός, ελαφρύς, καθάριος, απέριττος. Πού είναι η απλότητα, η ελαφράδα, η καθαρότητα, η ευγένεια στη ζωή τους, στους ίδιους; Αν η ομορφιά δεν είναι αξία που σέβονται, πώς μπορούν να τον αγαπήσουν επειδή είναι όμορφος; Γιατί δεν αποζητούν την ομορφιά στον εαυτό τους, στους γύρω τους; (σ. 19)

Ο λόγος περί Παρθενώνα κι ο («πιθανός») μονόλογος από τον δράστη Χ.Κ. Τι ακριβώς έπραξε και πώς έδρασε ο μονολογών απολογούμενος; Ανατίναξε εκ βάθρων το υπέρτατο Ελληνικό Μνημείο και τώρα διατυπώνει εν πλήρει συνειδήσει την αναγκαιότητα και την κάθαρση της εμπρηστικής του τελετουργίας. Η πόλη του έχει ένα μνημείο που εξυπηρετεί κάθε λογής σκοπούς, ένα μνημείο που όλοι πιστεύουμε ότι μας ανήκει δικαιωματικά, κι αν αυτό το πειστήριο καταγωγής εξαφανιστεί τότε θα αισθανθούμε πως ζούμε σ’ έναν κόσμο ξένο. Σημάδι της πόλης βρίσκεται σφηνωμένο στο ψηλότερο σημείο της, με τρόπο που είναι αδύνατο να το αποφύγει το μάτι, ενώ όταν βρεθείς εκεί εγκλωβίζεσαι στη γεωμετρία και φυλακίζεσαι στη σκόνη και στο φως. Καθώς όλοι τον λατρεύουν, όλοι τονίζουν πως δεν υπάρχει ψεγάδι πάνω του, ακόμα κι αν έχεις ενδοιασμούς, αργά ή γρήγορα θα συναινέσεις. Γιατί είναι δύσκολο να διαφωνείς εκεί όπου όλοι συμφωνούν. Έτσι λοιπόν αρχίζεις κι εσύ το παραμύθι, και τελικά όχι μόνο το πιστεύεις, μα γίνεσαι υπερασπιστής του μύθου του.

Δανεικό φόβητρο

Τον επικαλούμαστε με θαυμασμό όταν νιώθουμε μικροί, κάτι που συμβαίνει συχνά, ή όταν συνειδητοποιούμε ότι έχουμε παραμείνει φτωχοί. Έτσι βολευόμαστε. (…) Κι όταν αισθανόμαστε νάνοι, λέμε πως οι άλλοι μας φοβούνται γι’ αυτόν εκεί πάνω, στην κορυφή της πόλης. (σ. 28, 29)

Ο Χ.Κ. το γνωρίζει πως έχει βουβούς συμμάχους. Ζούμε όλοι με δανεισμένο μεγαλείο. Πολλοί συμφωνούν, μα είναι δειλοί. Δεν το ομολογούν. Γυρνάει και τον ξανακοιτάει. Εκείνος «διαφεντεύει» – δεν είναι απλώς υπερτιμημένος. Αλλού βρίσκεται η δύναμή του, διαφορετική είναι η εξουσία του. Είναι τυπωμένος σε μπλούζες, σε δρόμους, σε επωνυμίες, σε αναπτήρες, έχει γιγαντώσει μια βαριά τουριστική βιομηχανία, έχει αλώσει κάθε αισθητική. Σε άλλο επίπεδο, σε μια εποχή όπου υπάρχει μόνο η ψευδαίσθηση της αυτενέργειας και τίποτα δε σου ανήκει αδιαμέριστα, του αρκεί μια πράξη που θα του ανήκει ολοκληρωτικά. Κι αν ως τώρα την καθυστερούσε, ήταν για να αποφύγει να καταστεί ένα βολικό στερεότυπο: τερατόμορφος εγκληματίας ή γοητευτικός παρανοϊκός. «Η παρόρμηση της πράξης (ως δημιουργία αλλά και ως δημιουργική καταστροφή) μοιάζει να είναι άκρως επιτακτική στους καλλιτέχνες», γράφει ο συγγραφέας σε μια από τις δεκάδες κρύπτες του βιβλιακού ιστολογίου (βλ. πιο κάτω). Λίγο προτού η εγγραφή σταματήσει απότομα, ο Βομβιστής θα έχει προλάβει να πει την παραπάνω παραθεματική φράση.

Ο Σαμποτέρ των Αρχαιοτήτων και του Λόγου

Ο Χ.Κ. εμπνεύστηκε από την Προκήρυξη αρ. 1 του «Συνδέσμου Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων» δια χειρός του αυτόχειρα ποιητή Γιώργου Β. Μακρή (1923-1968). Αναγνωρίζοντας βασικά το έργο τέχνης, μα αντιπαθώντας τη χρονική και ιστορική του κατοχύρωση… Αποφασίζουμε […] την ανατίναξη αρχαίων μνημείων….Διαβάζω στην εισαγωγή του Ε.Χ. Γονατά, από τη μοναδική έκδοση των γραπτών του (Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή, εκδ. Εστία, 1986) πως ο Μακρής χαρακτηριζόταν από μια «ονομαστή» αδιαφορία του για την τύχη και τη διαφύλαξη των γραπτών του (πλήθος πεζών και ποιητικών κειμένων της δεκαετίας 1940-1950). Όταν κάποτε του ζήτησε κάποια ποιήματά του, εκείνος σχεδόν ανακουφισμένος του είπε πως είχε ξεχάσει το φάκελο με όλα τα γραπτά του σ’ ένα ξενοδοχείο. Μετακινούνταν συνεχώς, άλλαζε τόπους διαμονής, ζούσε ιδιόρρυθμα και αδιοργάνωτα. Χαρακτηριζόταν από μόνιμη δυσπιστία προς το λόγο και επίμονη άρνηση δημοσίευσης των γραπτών του. Δεν ήθελε να διακινδυνεύσει την ασφάλεια της απόλυτης ελευθερίας της σκέψης του, που αποτελούσε γι’ αυτόν το υπέρτατο αγαθό. Ελεύθερος κι αδέσμευτος στοχαστής έζησε τη σκέψη κι εμπιστεύτηκε περισσότερο τον προφορικό λόγο. Ακριβώς επειδή δεν προόριζε τα γραπτά του για δημοσίευση, έγραφε μόνο όταν πιεζόταν από την ανάγκη της έκφρασης. Στην ερώτηση του θυρωρού, καθώς ανέβαινε στην ταράτσα της αυτοχειρίας του (31 Ιανουαρίου 1968) απάντησε: Κατεβαίνω αμέσως.

Η πόλη μας αποτελεί πλέον έναν τρόπο και όχι έναν τόπο όπου ζούμε.

Ό,τι δεν γνωρίζουμε μας τρομάζει. Οχυρωνόμαστε πίσω από την οικειότητα και λουφάζουμε. Αγκαλιάζουμε τρυφερά όποιον μας μοιάζει και κοιτάμε με βλοσυρότητα όποιον διαφέρει. Και όσο οι άλλοι παραμένουν μακριά μας, συνεχίζουμε απλώς να κοιτάμε με βλοσυρότητα εν κρυπτώ. Πάντα εν κρυπτώ, διακριτικά, εμείς δεν είμαστε βάρβαροι…Πάντα εν κρυπτώ, μα κρατώντας σφιγμένη τη γροθιά στην τσέπη. (σ. 24)

Στην πόλη αυτή κατοικούμε μόνοι ανάμεσά μας, γιατί έχουμε από καιρό καταφέρει να τρομάξουμε όλους τους ξένους. Τους επισκέπτες δεν τους έχουμε πλέον ανάγκη, και όποιος έρχεται από μακριά μένει ξεκομμένος από εμάς. Κι έτσι, ακόμα και όταν δυστυχούμε, δεν έχουμε ανάγκη κανέναν άλλον παρά μόνο τον εαυτό μας. Αποφεύγουμε τους ανθρώπους και δεν θέλουμε να ακούσουμε για καινούργια πράγματα. Αν κάποιος θελήσει να διαχωρίσει τον εαυτό του από τους υπόλοιπους, δεν γίνεται ανεκτός – η πόλη μας δεν συγχωρεί τέτοιους είδους πρωτοβουλίες. (σ. 24)

Παρθενώνες Πολλαπλών Χρήσεων

Η καταστροφή των έργων τέχνης σαφώς έχει αμέτρητες ιδεολογικές, πολιτικές, πολιτιστικές προεκτάσεις, πολύ δε περισσότερο η καταστροφή ενός εθνικού μνημείου, και δη υπέρτατου συμβόλου μιας χώρας ή ενός έθνους. Αν κάθε σημαντικό μνημείο όπως ο Παρθενώνας αποτελεί εθνικό υπέρβαρο, ιδεολογικό τσόφλι, πατριωτικό σύμβολο, καλλιτεχνικό κορύφωμα, κοσμικό άβατο, ορισμό του ωραίου, αρχαίο – αρχαιολογικό επιβίωμα, τουριστικό έμβλημα, βολικό άλλοθι – αντιστάθμισμα κάθε σύγχρονης γηγενούς ασχήμιας, σήμα κατατεθέν μιας χώρας, τότε αυτόματα κινεί τις αντίστοιχες αντιδράσεις που φτάνουν ως την επιθυμία καταστροφής του η οποία μπορεί να αποτελεί:  ιδεολογική έκφραση, ψυχολογική αποφόρτιση, φαντασιακό ξέσπασμα, συμβολική κίνηση, πολεοδομική δήλωση – πρόταση, απελευθέρωση από τα ιερά και όσια αλλά και κριτική όχι του μνημείου αλλά του περίγυρου – καθότι το μνημείο στέκει τραγικά αταίριαστο εν μέσω μιας τσιμεντωμένης αθλιούπολης. Σε τελευταία ανάλυση, η στασιμότητα και στατικότητα ενός μνημείου εναντιώνεται στη ζωή που εμπεριέχει την κίνηση, την μεταλλαγή και την φθορά.

Μνημειακή Τοπογραφία Καταστροφών

Ο Βομβισμένος Παρθενώνας σαφώς καταλαμβάνει επίκεντρη θέση στον πραγματικό και λογοτεχνικό χάρτη των μνημείων που κατεδαφίστηκαν, ανατινάχθηκαν και γενικώς με κάθε τρόπο καταστράφηκαν από σύγχρονα πνεύματα, τόσο σε μια διαρκώς βίαιη συλλογική πραγματικότητα όσο και ως ατομικές δράσεις. Στην παρισινή κομμούνα ο ζωγράφος Γκυστάβ Κουρμπέ συμμετείχε στην κατεδάφιση της στήλης του Βαντόμ, ως συμβόλου μιλιταρισμού (καταδικάστηκε να πληρώσει μέρος των εξόδων, πράγμα που δεν έκανε ποτέ, φεύγοντας για την Ελβετία), φουτουριστές και σουρεαλιστές μιλούσαν για καταστροφή, ο Μαρινέτι μιλούσε για την αναγκαιότητα της καταστροφής των μουσείων και την αποδέσμευση από κάθε παρελθόν, ο Νικόλας Κάλας συχνά καταφερόταν εναντίον της Ακρόπολης, πρόσφατα ο Καρλχάινζ Στοκχάουζεν δήλωσε πως ότι η 11η Σεπτεμβρίου αποτέλεσε το μεγαλύτερο έργο τέχνης στην ιστορία, ο Γιώργος Μακρής…

Ο Γιούκιο Μισίμα (The Temple of the Golden Pavilion, 1956) έγραψε για τον εμπρησμό βουδιστικού ναού στο Κυότο, ο Χάινριχ Μπελ (Billiards at half past nine, 1959) για μια μυθιστορηματική ανατίναξη του Αβαείου του Αγίου Αντωνίου στην Κολωνία, στη Βέβηλη Πτήση του Βασίλη Γκουρογιάννη οι κίονες του Παρθενώνα κλυδωνίζονται από τις πτήσεις τουρκικών αεροσκαφών και ο …δικός μας Bill Drummond (μουσικός της βρεττανικής σκηνής  – KLF κ.λπ.) έχει διατυπώσει σε διήγημά του την συλλογική επιθυμία καταστροφής του Στόουνχετζ…(εδώ). Ο ήρωας του διηγήματος του Χρήστου Βακαλόπουλου Εικοσιτέσσερις ώρες για την Ακρόπολη (από τις Νέες Αθηναϊκές Ιστορίες) ταράζεται επί δεκαπέντε μέρες από τον ίδιο εφιάλτη – η Ακρόπολη σωριαζόταν ξαφνικά κι άφηνε την τελευταία της πνοή σ’ ένα σύννεφο σκόνης. Μια ομάδα τουριστών παρακολουθούσε αυτό το θέαμα αμήχανη κι ύστερα σκόρπιζε με αλαλαγμούς – ενώ βήχει λες και η ιερή σκόνη έχει εισχωρήσει στα πνευμόνια του, και ωθείται για δράση… Και σίγουρα κάπου στον κόσμο κάποιοι γράφουν για τις πρόσφατες καταστροφές χιλιοετών βουδιστικών μνημείων από τους Ταλιμπάν και των αρχαιοτήτων της Βαγδάτης από τους εισβολείς;

Ορθάνοιχτη Βιβλιο-διαδικτυογραφία

Τακτώς ανανεώσιμο ψηφιακό συμπλήρωμα του βιβλίου (μαζί με την ηλεκτρονική έκδοση/ebook κι ένα photoblog) αλλά και συνέχισμα και αποθετήριο των δικών μας σκέψεων και προσλήψεων αποτελεί ένα ιστολόγιο με υλικό που δεν συμπεριλήφθηκε στο τελικό κείμενο, πληροφορίες, στοιχεία, επίκαιρα ζητήματα, διαδικτυακές παραπομπές, φωτογραφικές αποτυπώσεις, όψεις και προτάσεις διαφορετικής ανάγνωσης. Με τον τρόπο αυτό δεν εμπλουτίζεται μόνο διαρκώς το κείμενο από τον ίδιο τον συγγραφέα, σε αλλεπάλληλες νέες εκδόσεις, αλλά και συν-γράφεται σε διηνεκή βάση, με συμμέτοχους τους αναγνώστες, σαν ένα οιονεί ανοιχτό βιβλίο – ένα ζήτημα για το οποίο ο ίδιος έχει συχνά καταθέσει τις απόψεις του.

Θρυμματισμένος Παρθενώνας, Σπασμένο Βιβλιο

Στα επόμενα μετά την μονολογία του δράστη κεφάλαια, συντάσσεται ο πλήρης φάκελος της υπόθεσης με διαφορετικό κάθε φορά στιλ και περιεχόμενο γραφής: [2]. Μαρτυρίες της ίδιας μέρας (Ενδεικτικά: Ξ.Ο., 22:45΄ …πολλές φορές η φαντασία του τον οδηγεί σε απρόσμενες αντιδράσεις. Μου έχει εξαγγείλει πολλά μεγαλόπνοα σχέδια….Πάντως, βλέπει τον κόσμο με διαφορετικό μάτι και θέλει ν’ αλλάξει πολλά γύρω του. Μήπως όλοι δεν θα θέλαμε κατά βάθος;), [3]. Η είδηση (…Ο Παρθενώνας ανατινάχτηκε, η κορυφή της πόλης έμεινε άδεια, το κενό της σκοτεινό. Η μεγαλύτερη αγωνία ήταν να πουν για κάποιον: «Αυτός κατά βάθος συμφωνεί με την καταστροφή που έγινε».), [4, 5]. Ευρήματα: Η Προκήρυξη του Γιώργου Β. Μακρή και σχετικά με αυτήν, Μαρτυρίες φίλων του (τρείς από τον Λεωνίδα Χρηστάκη), [6] Σύντομη εξομολόγηση ενός φύλακα (Τόσους αιώνες που έστεκε εκεί πάνω, νόμιζες πως είχε για δικό του ένα κομμάτι από τον ουρανό. / Τι είναι η πόλη χωρίς αυτόν; / Η πόλη μας ήταν ανάξια. Ήταν μικρή, δεν άντεχε να τον βαστάξει πλέον. Δεν του άξιζε…Η ίδια η πόλη τον σκότωσε. Μας εκδικήθηκε.), [7-11]. Κατάσταση προσώπων, αντικειμενικά πειστήρια, μια ευρεθείσα φωτογραφία, καταδίκη και ποινή, επιμύθιο. Σημειώσεις.

Είσοδος κινδύνου

Στην έκδοση των κειμένων του Γ.Β. Μακρή παραλείπονται τα άρθρα 3 έως 9 της προκήρυξης που αναφέρονται στο οργανωτικό μέρος της όλης επιχείρησης. Αν δημοσιεύονταν και κάποιος τα εφάρμοζε κατά γράμμα ποια θα ήταν – αν υπήρχε – η ευθύνη του Γ.Β. Μακρή, του επιμελητή Ε.Χ. Γονατά, του εκδότη του βιβλίου και του συγγραφέα; Προφανώς καμία αλλά το ζήτημα παραμένει ερεθιστικό, στη συζήτηση για την Ηθική της Γραφής και της Διακινδύνευσης. Πάντως στη θέση του Αφανισθέντος Ναού προτίθεται να χτιστεί ένας Νέος Παρθενώνας. Γιατί Νέοι Παρθενώνες πάντα θα χτίζονται. Επειδή εξυπηρετούν, βολεύουν, αποδίδουν πολλαπλώς.

Και τώρα για πρώτη φορά χωρίς (αρχαία) αφετηρία, ίσως καταφέρουμε να διαλέξουμε έναν προορισμό.

Εκδ. Καστανιώτη, νέα έκδοση αναθεωρημένη, [πρώτη κυκλοφορία: εκδ. Ανατολικός, 1996], 2010, σελ. 88.

Οι Παρθενωνιακές φωτογραφίες προέρχονται από το ιστολόγιο και το e-book του Βομβιστή και είναι του ίδιου του συγγραφέα, με εξαίρεση την τελευταία, όπου κρατούμενοι στη Μακρόνησο (τον Νέον Παρθενώνα, κατά δήλωση αποδιδόμενη στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο) κατασκευάζουν μοντέλο του αυθεντικού Παρθενώνα (από το βιβλίο του Γιάννη Χαμηλάκη, The Nation and its Ruins). Τα αποκαΐδια είναι του Ζεν Βουδιστικού ναού Kinkaku-ji (Rokuon-ji) στο Κυότο (βλ. αναφορά σε Μίσιμα).

Δημοσίευση (σε συντομότερη μορφή) και σε: mic.gr.  Στην επόμενη ανάρτηση, συνομιλία με τον συγγραφέα (εδώ).