David Park – Ταξιδεύοντας σε ξένη γη

Μια βασανιστική, διανοητική πλοήγηση

Μπορείς να βασανίζεις τον εαυτό σου σκεπτόμενος υπερβολικά τον ρόλο της μοίρας ή της σύμπτωσης στη διαμόρφωση της ρότας της ζωής σου, αλλά δεν νομίζω ότι έχεις να κερδίσεις κάτι απ’ αυτό πέρα από εμμονές για δρόμους που δεν πήρες και νυχτερινά πλοία που έχασες. [σ. 110].

1. Λευκή, διανοητική πλοήγηση. Γνωρίζω καλά την συνθήκη στην οποία καταρχήν βρίσκεται ο ήρωας του εν λόγω μυθιστορήματος και υποθέτω δεν είμαι ο μόνος. Η μοναχική οδήγηση σε αυτοκινητόδρομο ή έστω μεγάλο δρόμο εκτός πόλης αποτελεί την μόνη ευκαιρία για σκέψη και περισυλλογή, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για έναν πολυδιασπασμένο χαρακτήρα. Όταν δε το τοπίο δεν χαρακτηρίζεται από εναλλαγές από την λευκή μονοτονία του χιονισμένων δρόμων, τότε συνοδηγός γίνεται ο ίδιος ο εαυτός και η συνομιλία δεν εκκινεί μόνο από εμένα αλλά και από αυτόν. Υπήρξαν φορές στην ζωή μου που έπρεπε να βγω σε αυτοκινητόδρομο για να βάλω σε σειρά σκέψεις, αποφάσεις, διλήμματα, οτιδήποτε παράγεται από έναν φορτωμένο εγκέφαλο. Βέβαια ο κεντρικός ήρωας εδώ έχει και δυο πόλους που πρέπει να συμπεριλάβει στην διανοητική του διαδρομή. Ο ένας αποτελεί την μεγαλύτερη πίεση που θα μπορούσε να τύχει σε γονέα: Τρεις μέρες πριν τα Χριστούγεννα, πρέπει να πάει από το Μπέλφαστ ως το Σάντερλαντ για να πάρει τον γιό του, που συν τοις άλλοις ασθενεί με συμπτώματα που παραπέμπουν σε ασθένειες πολύ βαρύτερες από την γρίπη, καθώς η οδική οδός είναι η μόνη διαθέσιμη στις παρούσες καιρικές συνθήκες μιας άνευ προηγουμένου χιονόπτωσης, με την χώρα σε κατάψυξη και τα αεροδρόμια κλειστά. Ο δεύτερος δεν είναι παρά η ίδια η ανασφαλής οδήγηση στην λευκή ερημιά όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν και βέβαια «η σχέση μεταξύ χρόνου και απόστασης τώρα μοιάζει εντελώς αποσυντονισμένη».

2. Κατακλυσμικός κατάλογος. Και ποιες άλλες «εκκρεμότητες» έχει να τακτοποιήσει ο αφηγητής οδηγός; Πρόκειται για την ίδια του την ζωή: ο φωτογράφος εαυτός του και τι περιμένει το επάγγελμά του, αυτοί που έχει αφήσει πίσω και ο τρόπος που συνδέεται μαζί τους (την γυναίκα του Λόρνα, την κόρη του Λίλλυ), και στο βάθος του ψυχισμού αλλά πάντα στην επιφάνεια της σκέψης του, εκείνος που έχει φύγει οριστικά, ο μεγάλος του γιος Ντάνιελ, τον σύντομο βίο του οποίου μαθαίνουμε σταδιακά. Θα μπορούσε να αποτραπεί η απώλειά του, όταν πρόκειται για έναν ναρκομανή που δεν ήθελε να σωθεί; Δύσκολο το εγχείρημα της οργάνωσης όλων αυτών των κατακλυσμικών αναρωτήσεων, πόσο μάλλον όταν είναι γνωστές οι ελικοειδείς διαδρομές της σκέψης, που κάνει τα πάντα για να σε στείλει σε παρακαμπτήριους και παραδρόμους, και ακόμα, όταν πανταχού παρούσα βρίσκεται η αίσθηση μιας χρόνιας ψυχικής εξάντλησης, σε σημείο να «ανησυχεί μην παραδοθεί στο κάλεσμα της παγωμένης γης που του φωνάζει ν’ ακολουθήσει την εξάντλησή του και να αναπαύσει το κεφάλι του στο μαλακό μαξιλάρι του χιονιού». Τουλάχιστον υπάρχει η συντροφιά της γυναίκας που ακούγεται στο GPS, και αναπτύσσεται τέλος πάντων κάποιο είδος σχέσης, θυμίζοντας μας το εξαιρετικό δίδυμο του οδηγού και μιας ανάλογης φωνής στο βιβλίο του Τζόναθαν Κόου Η ιδιωτική ζωή του Μάξουελ Σιμ (που παρουσιάσαμε παλαιότερα εδώ).

3. Στον δρόμο. Γνώριμες καταστάσεις διαβασμένες στο χαρτί παίρνουν μια άλλη χροιά. Η συνεχής ανακοίνωση στο ραδιόφωνο ότι πρέπει να αποφεύγονται οι άσκοπες μετακινήσεις, εκπλήσσει τον ήρωα όπως και εμάς. Αν βρίσκεται κανείς στους δρόμους σε τέτοιες συνθήκες δεν σημαίνει πως υπάρχει κάποιος σκοπός; Δεν υπάρχει λιγότερο άσκοπη μετακίνηση από τούτη, πληροφορεί τον εκφωνητή, απ’ το να φέρεις τον ασθενή γιο σου στο σπίτι για τα Χριστούγεννα. Στο λιμάνι μοιάζει απίθανο να χωρέσουνε στο καράβι όλα τα σταθμευμένα φορτηγά. Μπροστά στο καθημερινό τελετουργικό του εμπορίου νοιώθει παρείσακτος περιμένοντας στην ουρά. Μέσα στο καράβι με τα ηχογραφημένα κάλαντα, το προσωπικό τον χαιρετάει σα να έχει μόλις μπει σε κάποιο ξενοδοχείο. Τα Χριστούγεννα στον δρόμο ίσως είναι απλώς μερικές εικόνες. H γυναίκα στο ταμείο του βενζινάδικου φοράει κέρατα ταράνδου που αναβοσβήνουν. Στο πάρκινγκ όπου ένα βαν θρέφει τους φορτηγατζήδες και ο ιδιοκτήτης κοιτάζει τα κέρματα σα να είναι πλαστά, και η ταμειακή μηχανή έχει ένα πλαστικό σημαιάκι με ευχές που μετράει ήδη χρόνια χρήσης. Πόσοι άλλοι άνθρωποι δεν είναι κλεισμένοι στα τείχη των προκαθορισμένων εορταστικών προσδοκιών που ποτέ δεν ικανοποιούνται; Και όπως συμβαίνει με τους ταξιδιώτες παντός είδους, τα προσωπικά μοιράζονται πολύ ευκολότερα: Καθώς πιάνει κουβέντα με την διπλανή του και της λέει ότι ταξιδεύει τόσο μακριά για να πάρει τον γιό του, σκέφτεται: Το έχω πει ήδη στη γυναίκα που τσέκαρε το εισιτήριό μου στο περίπτερο του γκαράζ. Ίσως αυτό να με κάνει να νιώθω καλά, το γεγονός ότι κάνω κάτι ελαφρά ηρωικό, και ως κάποιος που περνάει τη ζωή του τραβώντας φωτογραφίες πραγμάτων που δεν τον ενδιαφέρουν και τόσο, δεν έχω και τόσες ευκαιρίες να νιώσω ήρωας. [σ. 35]

4. Λευκή συμφωνία. Όλη η χώρα είναι παγωμένη σε βαθιά ακινησία. Οι παράδρομοι είναι αποκλεισμένοι και μερικοί με μόνο ένα στενό μονοπάτι ν’ ανοίγεται μέσα στο χιόνι, μοιάζουν σαν μια γαμήλια τούρτα που της λείπουν κομμάτια. Απαιτείται προσοχή μην τυφλωθείς από την έντονη φωτεινότητα του λευκού. Το μάτι ξεχωρίζει κάποια απόμερα σπίτια όπου καίει ένα μοναδικό φως. Κάπου μακριά τα φώτα της σειρήνας (ο πόνος κάποιου άλλου, η απώλεια κάποιου άλλου) υπενθυμίζουν τις άλλες παρουσίες στον δρόμο. Το χιόνι από την μία μοιάζει να ομογενοποιεί τον κόσμο και από την άλλη αποκρύπτει τα πάντα αλλά το εσωτερικό τοπίο πρέπει να ανασκαφτεί για να μην μείνουν καλυμμένα για άλλη μια φορά αυτά που βρίσκονται στο βάθος. Μέσα στο παγωμένο αμάξι οι λέξεις δεν έχουν πού να πάνε κι έτσι αιωρούνται, ώσπου παγώνουνε στη σιωπή.

5. Οδική Δισκογραφία. Η μουσική που έπαιζε σημαντικό ρόλο στο σπίτι του και η απουσία της τους προηγούμενους μήνες υπήρξε αδιάψευστο δείγμα ζόφου, τώρα στην απομόνωση του αυτοκινήτου μπορεί επιτέλους να ακουστεί. The National, Neil Young, Great Lake Swimmers. Όταν το μυαλό μοιάζει να κολλάει, μπαίνει το Snow in San Anselmo του Βαν Μόρισον, στο οποίο προσπαθεί να το τοποθετήσει τον εαυτό του μέσα στις διάφορες σκηνές της ιστορίας, με την γκαρσόνα να του λέει ότι χιονίζει για πρώτη φορά εδώ και τριάντα χρόνια, το μαγαζί για τηγανίτες που λειτουργεί όλο το εικοσιτετράωρο, τον τρελό που πάει γυρεύοντας για καβγά. Στις πιο εντατικές στιγμές επιστρατεύεται ο Robert Wyatt. Η μουσική άλλωστε, και ιδίως η διαφορά απόψεων περί τους Smiths αποτελεί κι ένα πεδίο συνομιλίας με τον μικρό του γιο, προτού έρθει η σιωπή.

6. Πατρική οδήγηση. Όπως είναι επόμενο οι προβληματισμοί για την ιδιότητα και την συμπεριφορά του πατέρα διεκδικούν μέγιστο μερίδιο σκέψης. Γίνεται ν’ αγαπάς σωστά το παιδί σου και να το βοηθάς σε ό,τι χρειάζεται δίχως παράλληλα να το ζαλίζεις; Μπορείς ποτέ να μάθεις τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι του; Διαπιστώνει πως ένα από τα παράδοξα του να είσαι γονιός είναι ότι τις περισσότερες φορές είναι καλύτερο ν’ αφήνεις χώρο και δεν υπάρχει πιο σίγουρος τρόπος ν’ απομακρύνεις τα παιδιά σου απ’ το να προσπαθήσεις να τα κρατήσεις κοντά σου σφιχτά, στο κεντρομόλο βαρυτικό σου πεδίο. Μάλλον ειρωνεύεται το καινούργιο παιδαγωγικό πνεύμα που αποθαρρύνει τον ανταγωνισμό και δίνει μετάλλια σε όλους. Και τελικά πέρασε τόσα μέχρι να καταλήξει στο συμπέρασμα πως η ίδια η ζωή είναι αυτή που μεγαλώνει τα παιδιά. Η πατρότητα βέβαια ανακινεί μνήμες από τον πατέρα του πατέρα κι έτσι τώρα επανέρχονται πολλές, από την εξαίσια ανάμνηση όταν βρίσκονταν ψηλά σε μια σκαλωσιά και δούλευαν τα αετώματα μέχρι την στιγμή που η απόστασή του μεγάλωσε δραματικά και δεν υπήρχε επιστροφή. Κι έτσι απότομα συνειδητοποιώ πως η βιολογία και τα γονίδια δεν εγκαθιδρύουν καμία σύνδεση στην ουσία και πως εκείνο που τελικά επιβιώνει είναι μονάχα ό,τι έχει φτιαχτεί με τούτα τα ίδια χέρια που γραπώνουν το τιμόνι, κι όχι απλά ένα όνομα σε κάποιο πιστοποιητικό γεννήσεως [σ. 60-61].

7. Μετάβαση. Και ξαφνικά τα πάντα μοιάζουν παράξενα έντονα καθώς το παρόν γλιστράει σ’ εκείνο το σιωπηλό μέρος όπου η μνήμη και η συνείδηση εισχωρούν η μία στην άλλη δημιουργώντας κάτι καινούργιο. Έτσι λοιπόν, για λίγα δευτερόλεπτα έχω συναίσθηση όλων των άλλων ανθρώπων που έκαναν τούτο το ίδιο ταξίδι, και ο επιβάτες ολόγυρά μου αντικαθίστανται από ένα σιωπηλό κολάζ θολών φυσιογνωμιών που έχουν κάνει το πέρασμα παλιότερα, πολλοί από κείνους αναζητώντας μια νέα ζωή σε πόλεις που έλπιζαν να τους προσφέρουν ένα καλύτερο μέλλον. Κι επίσης γυναικών που κουβαλούσαν τη θλίψη μέσα στη μήτρα τους και που υποχρεώνονταν ν’ αναζητήσουν βοήθεια μακριά από τις οικογένειες και την πατρίδα τους [σ. 38-39]

8. Φωτογραφήματα. Ο αφηγητής φωτογράφος θυμάται στιγμές τις οποίες φωτογράφισε προτού γίνουν κομμάτια, φωτογραφίες στις οποίες καθυστέρησε να πατήσει το κουμπί γιατί δεν ήθελε να τελειώσει η στιγμή, αλλά να παραταθεί η ευτυχία του ειδώλου και η υπερηφάνεια του φωτογράφου. Ο φωτογράφος πρέπει να έχει και να κρατάει μέσα του κάτι από τη δεκτικότητα του παιδιού που βλέπει τον κόσμο για πρώτη φορά ή του ταξιδιώτη που μπαίνει σε μια άγνωστη γη, όπως έγραψε κάποτε ο Bill Brandt και χρησιμοποιεί ως μόττο ο συγγραφέας. Οι επιβάτες του φέρρυ χρησιμοποιούν την φωτογραφική μηχανή των κινητών, την τεχνολογία που θα σκοτώσει το επάγγελμά του, για να βγάλουν σέλφι σκέφτεται πως αυτού του είδους η αυτό-απαθανάτιση συνήθως δεν έχει κανέναν στοιχείο από εκείνα που συνιστούν μια καλή φωτογραφία – αυτή που προέρχεται από συνειδητές, δημιουργικές αποφάσεις και μια ιδιαίτερη οπτική γωνία.

9.  Παρεμβάσεις/Παρεκβάσεις. Γεγονότα και σκέψεις συνεχίζουν να επιβραδύνουν την κάθοδο του οδηγού στο μέγιστο βάσανο της ζωής του. Ένα από τα πρώτα, είναι η διάσωση μιας γυναίκες που γλίστρησε σε μια πλαγιά με δέντρα. Σελίδες λίγες αλλά πυκνές, ρεαλιστικές και ανθρώπινες. Σε μια από τις δεύτερες, κυριαρχεί η παρουσία ενός πρώην εραστή της συζύγου του, που συνεχίζει να την ενοχλεί με βίαια και απειλητικά τηλεφωνήματα, η αόρατη παρουσία του, η χειροπιαστή ζήλεια, η αίσθηση πως υπάρχει πάνω τους μια κηλίδα από την οποία δεν μπορούν να απαλλαγούν, η αργή ζύμωση του μίσους και οι σκέψεις για εκδίκηση (και πώς ο «πολιτισμένος» άνθρωπος μπορεί να διολισθήσει στην παρανομία), η αποδοχή της κατάσταση ως μέρους της πολυπλοκότητας της ζωής, η παραδοχή πως δεν έχει κανένα δικαίωμα ιδιοκτησίας στις αναμνήσεις της Λόρνα.

10. Βαθιά εντός. Η σταδιακή καταβύθιση του πατέρα στην ιστορία του γιου του είναι ταυτόχρονα σπαρακτική και ψύχραιμη, αν είναι ποτέ δυνατόν κάτι τέτοιο. Οι πρώτες ενδείξεις, οι εξαφανίσεις πραγμάτων από το σπίτι, η πόρτα που δεν κλείδωνε το βράδυ γιατί πάντα τον περίμεναν, η απομάκρυνσή του, οι εξαφανίσεις του, η πικρή συνειδητοποίηση ότι ο Ντάνιελ πρέπει να ζητήσει μόνος του βοήθεια και αυτό δεν πρόκειται να συμβεί, οι σκληρές στιγμές όταν ζητούσε χρήματα κι αυτός αρνούνταν να του τα δώσει. Όταν αρνείσαι να δώσεις τα χρήματα που θέλει ο γιος του τον βοηθάς ή τον στέλνεις περισσότερο στα σκοτάδια; Κοιτώντας το παρελθόν μπαίνεις στον πειρασμό να ανασχηματίσεις τα πράγματα ώστε να δείχνεις καλύτερος και σκέφτεσαι πως ό,τι κι αν έκανες, το έκανες νομίζοντας πως ήταν το σωστό. Ποιος σου εγγυάται όμως πως δεν θα σκεφτείς τόσες άλλες εναλλακτικές ιδίως όταν τα πράγματα δεν πήγαν καλά;

11. «Μοτίβο στο χάος». Η μνήμη δεν μένει τακτοποιημένη και χρονολογική, σαν τις φωτογραφίες που τράβηξε καθώς ο Ντάνιελ μεγάλωνε αλλά αντίθετα πηδάει μπρος πίσω, με κατοπινά γεγονότα να σηματοδοτούνται από προγενέστερα, και αγωνίζεται να επιβάλει «ένα μοτίβο στο χάος». Το ζευγάρι ανταλλάσσει μεταξύ του συγκεκριμένες φράσεις σαν απομνημονευμένο σενάριο που λειτουργεί σαν σωστικό σκοινί και τους εμποδίζει να βουλιάξουν, όμως υπάρχουν και στιγμές που δεν αρκεί και βυθίζονται σ’ ένα τελετουργικό ανταγωνιστικής αυτοκατηγορίας. Τυχεροί όσοι μπορούν να ελιχθούν εν μέσω των μεγάλων γεγονότων της ζωής, που συνήθως αντιστοιχούν σε κάποιου είδους απώλεια, αντλώντας κουράγια από την ανακούφιση της πίστης. Αυτός δεν διαθέτει ούτε αυτό το αποκούμπι.

12. Τερματισμός / Αφετηρία. Όσο προχωράει το βιβλίο, ο αφηγητής εκφράζει με ολοένα και ασθματικό τρόπο την εναλλαγή παρόντος και παρελθόντος μέχρι το σημείο που περιμένει την στιγμή που σίγουρα δεν είναι δυνατόν να φωτογραφηθεί αλλά που θα καταλαγιάσει έστω και για το απώτερο παρόν την βασανιστική σύμπλεξη του τότε και του τώρα: την στιγμή που η γυναικεία φωνή του GPS θα του βεβαιώσει ότι έφτασε στον προορισμό του. Πρόκειται για τερματισμό ή για μια νέα αφετηρία;

13. Οι αδέσποτες και ελεύθερες ιστορίες. Ο συγγραφέας έγραψε βιβλία για τα χρόνια των Ταραχών [Troubles], όρος που κάλυψε την κατάσταση της αντιπαράθεσης μεταξύ των δυο κοινοτήτων της Βόρειας Ιρλανδίας, Προτεσταντών και Καθολικών, καθώς και τον ανταρτοπόλεμο των τελευταίων με τις βρετανικές δυνάμεις ασφαλείας κατά τον εικοστό αιώνα, και σκέφτεται πως έτσι λοιπόν τώρα πια έχουμε μονάχα αυτά που αποκαλούνται αφηγήσεις, και όλοι δικαιούμαστε να διαθέτουμε από μία, ακόμα κι αν η δικιά μου είναι η μόνη αληθινή και η δικιά σου επινοημένη. […] …όλα αποτελούνε μια αφήγηση, απλά μια ιστορία. Ξεβρασμένη στα απόνερα της ιστορίας μας, η ιστορία σου δεν σου ανήκει καν πλέον – κάποιος άλλος μπορεί να διεκδικήσει την ιδιοκτησία της, να την κάνει δική του. [σ. 70-71]

Εκδ. Gutenberg, 2020, μτφ. Νίκος Μάντης, 233 σελ., με πεντασέλιδη εισαγωγή του μεταφραστή [Travelling in a Strange Land, 2018).

Στις εικόνες, έργα των: 1. Danielle Biglin, 4. Yve Spencer, 6. Anne Marie MacEachen, 7. [Φωτογραφία] Lorena Lohr. Τα υπόλοιπα: αγνώστου πατρός/μητρός.

Don DeLillo – Americana

Εικονολάτρες και εικονοκλάστες

1. Το πρώτο, σήμερα. Το πρώτο βιβλίο και ο πρώτος δίσκος ενός αγαπημένου λογοτέχνη και μουσικού/συγκροτήματος αντίστοιχα πάντα μου προκαλεί ένα διαβολεμένο ενδιαφέρον, καθώς περιέχει μια σειρά από ερεθιστικά στοιχεία: κατ’ αρχήν βλέπει κανείς με ποιο τρόπο παλεύει με το υλικό του ο σχετικά «άπειρος» δημιουργός, πως χειρίζεται τα θέματα που τον καίνε, τι μορφές επιλέγει να τους δώσει και ποια σχέση έχουν όλα αυτά με την μετέπειτα ώριμη, θριαμβική του εξέλιξη. Ύστερα είναι μια αδιευκρίνιστη ιδέα ελευθερίας που διαποτίζει το εκάστοτε πρωτόλειο έργο, καθώς, σε πολλές περιπτώσεις, είναι απολύτως άγνωστος και δεν περιμένει ή απαιτεί κανείς τίποτα από αυτόν, αν φυσικά τον γνωρίζουν. Δεν έχει πίσω του καθιερωμένη, δική του γραφή που οφείλει να υπηρετήσει, ούτε μπροστά του κοινό που περιμένει πως και πως το ενίοτε ετήσιο δημιούργημά του. Η μόνη του αναμέτρηση είναι με τον εαυτό του. Έτεροι συγκεκριμένοι και μείζονες λόγοι για τους οποίους μας αφορά ιδίως η πρώτη συγγραφή του ΝτεΛίλλο αναφέρονται στο πυκνό επίμετρο του Λευτέρη Καλοσπύρου, που, ως δεινός αναγνώστης του συγγραφέα, επιμελήθηκε παλαιότερα ένα πλούσιο αφιέρωμα στο περιοδικό Διαβάζω (βλ. σημειώσεις).

2. Πίσω από την Εικόνα. Ποιος είναι ο κορμός του Americana; Ας πούμε ότι είναι η ιστορία του 28χρονου διαφημιστή Ντέιβιντ Μπέλ, ο οποίος, καθώς ζει σε μια Αμερική που παράγει συνεχώς εικόνες και τρέφεται αποκλειστικά από αυτές, ενδιαφέρεται να ανακαλύψει εκείνο που βρίσκεται πίσω τους – αναπόφευκτα, δηλαδή, να ταξιδέψει στη μήτρα τους, «εκεί έξω». Και φυσικά αυτό το έξω δεν βρίσκεται μόνο στις μητροπόλεις και στις πόλεις, ιδανικό πεδίο της έξοχης λογοτεχνίας του ΝτεΛίλλο αλλά και στις ξεχασμένες κωμοπόλεις της αχανούς αμερικανικής περιφέρειας. Οι απώτερες πηγές της επιθυμίας του, που μπορεί να καταλήξει σε εμμονή αν δεν ικανοποιηθεί σύντομα, δεν βρίσκονται μόνο στην καθημερινή του ζωή αλλά στον παράλληλο κόσμο των απανταχού διαφημιστικών γραφείων, των κατεξοχήν νευρώνων της εικονολατρικής χώρας.

3. Οι Αυτοκρατορίες των Γραφείων. Στις επικράτειά τους, όπου ζει και εργάζεται ο αφηγητής, όλοι, έχουν την αίσθηση ότι ανήκουν κάπου – στο Γραφείο τους. Πρόκειται για μια μεγάλη διαφημιστική εταιρεία, που έχει εμβαθύνει στην χρήση της εικόνας και στην διασπορά της στα απανταχού μυαλά. Ο Μπελ έχει ενσωματωθεί αλλά την ίδια στιγμή στέκεται παράταιρα και παρατηρεί, όπως για παράδειγμα, το κόλπο που έχει σχεδιάσει η ανώτατη διοίκηση, να ορίζει έναν άντρα-τάση του μήνα, κάποιον που το ηθικό του χρειάζεται τόνωση, κι έπειτα να δασκαλεύει πληρωμένους «ρυθμιστές τάσης» να διαδίδουν τα καλά πράγματα που έχουν ακούσει γι’ αυτόν. Κι έτσι σύντομα ο καθένας έχει τον δικό του εβδομαδιαίο κύκλο δόξας. Βέβαια, ο ίδιος βάζει τα δυνατά του να είναι υπερβολικά ταπεινός και απόμακρος επειδή αντιλαμβάνεται πως είναι ουσιώδες για την ευημερία των άλλων. Το πρώτο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται ακριβώς στο εταιρικό αυτό περιβάλλον, όπου οι διαδόσεις, τα κουτσομπολιά, οι κατευθυνόμενες φήμες, οι ερωτικές σχέσεις με τις γραμματείς, τα ψεύτικα τηλέφωνα μεταβάλλουν διαρκώς το κλίμα από την μία ημέρα στην άλλη. Όπως παραδέχεται ο ίδιος στον εαυτό του, «κάποιες φορές νόμιζα πως όλοι μας μέσα στο δίκτυο υπήρχαμε μόνο σε βιντεοκασέτα».

4. Διάγραμμα /διάνυσμα αφηγητή. Ο Μπέλ αισθάνεται ότι ξοδεύει την ζωή του, επιλέγει κάποια γυναίκα και μόνο για την ικανότητα να αλλάζει ανεπαίσθητα έναν χώρο, βλέπει τα πάντα ως εικόνες όπως συμβαίνει σε όλες τις δουλειές που ανθούν μέσα στον πυρετό της εικόνας, βλέπει τα πλήθη κάτω από την Τεσσαρακοστή Δεύτερη Οδό και σκέφτεται ότι ίσως σε τούτη την πόλη το πλήθος ήταν ουσιώδες για τα άτομο· χωρίς αυτό, δεν είχε τίποτα για να ξεσπάσει το θυμό του πάνω του, δεν είχε αντίλαλο η θλίψη του, ούτε την ελάχιστη απόδειξη πως υπήρχαν κι άλλοι πιο μόνοι από αυτό. Η ερωτική του ζωή συνοψίζεται σε έναν αποτυχημένο γάμο όπου το μόνο που ήθελε ήταν να διαβάζει το μυαλό και το σώμα της συντρόφου του και σε ένα ατελείωτο κυνήγι ερωτικών συντρόφων, ιδίως όταν ήταν δεσμευμένος (οπότε και οι εραστές πιστεύουν πως ό,τι κάνουν είναι το πιο καταπληκτικό πράγμα που έχει γίνει ποτέ), με τις κινηματογραφικές ταινίες να δίνουν διαφορετικό νόημα σε κάποιες από τις ιδιωτικές στιγμές του, ενώ όπως όλοι οι σινεφίλ και ερασιτέχνες της μοιχείας και όπως όλοι οι σπουδαστές των κλισέ, συμφωνεί με την εκάστοτε ερωμένη να διατηρούν την σχέση τους σε χαμηλό συναισθηματικό επίπεδο. Τώρα με την τρέχουσα εξώτερη σχέση αρνείται να της αποκαλύψει οποιαδήποτε πλευρά του εαυτού του, γιατί «κάθε θραύσμα του εγώ του το χρειάζεται, καθώς φοβάται την δική του εξαφάνιση». Αλλά είναι και η μόνη που εξακολουθεί να είναι «κάτι παραπάνω από μια ανάμνηση από κρεβάτια …, αδιάφορες αναχωρήσεις αξημέρωτα και εκείνη τη φριχτή εντύπωση ότι είχα αφήσει κάτι σημαντικό πίσω μου σε κάποιο από κείνα τα πανομοιότυπα δωμάτια».

5. Σχεδόν επί της οθόνης, Ι. Σε μια τέτοια κρυφή συνεύρεση στο αυτοκίνητο, νιώθοντας πως ήρθε η ώρα για τελειωτικές κινήσεις, για την ύστατη περιέλιξη, η μηχανή δουλεύει, οι υαλοκαθαριστήρες το ίδιο, το ραδιόφωνο έχει μαγκώσει σε παράσιτα ανάμεσα σε σταθμούς, κι εκείνοι «κοπανιούνταν μέσα σ’ όλους αυτούς τους θορύβους, σαν μέσα σε μια διαστρική τσέπη στα βάθη του διαστήματος».

6. Υπέρ ψεμάτων. Φαίνεται πως οι ερωτικές σχέσεις αν μη τι άλλο καλλιεργούν την τέχνη της επινόησης, τουλάχιστον για τον αφηγητή. Στις συναντήσεις του με την πρώην σύζυγό του Μέρεντιθ μαθαίνει ότι σε μια ατμόσφαιρα εξομολογητηρίου-μοτέλ κανένα ψέμα δεν είναι υπερβολικά κραυγαλέο και καμιά δευτερεύουσα διαδρομή της φαντασίας υπερβολικά θεατρική. Της αφηγείται, λοιπόν, πλείστες πλαστές ιστορίες· παραθέτει μάλιστα δέκα λόγους γι’ αυτό: ας πούμε, ότι ο παραμυθάς μέσα του καραδοκεί προσβλέποντας σε μια λαμπρή, υπερβατική μυθιστορία, ότι η πορεία του ανθρώπου προς την δημιουργικότητα τότε γίνεται αντάξια της θεϊκής, ότι η ερωτική έξαψη διεγείρει και τους δυο. Επιπρόσθετα, καθώς βάζει πάντα κάτι από τον εαυτό του σε αυτές τις ψεύτικες ιστορίες, οδηγείται σε έναν ορισμό του εαυτού του ή, τουλάχιστον, μπορεί και ζει σε τρίτο πρόσωπο.

7. Ταξιδευτές. Ο Ντέιβιντ Μπελ αναχωρεί για να ανακαλύψει τους χαμένους δρόμους της Αμερικής, τις αληθινές ιστορίες των ανθρώπων, την ιστορία πίσω από την εικόνα. To άλλοθί του είναι η δημιουργία ενός ντοκιμαντέρ για τους Ναβάχο. Φεύγει με την Σάλιβαν, μια ιδιαίτερη καλλιτέχνιδα και απατηλό του πάθος, που όταν την ρωτούν πού κατοικεί, απαντά «στις καρδιές των ανδρών». Λέει πως το ταξίδι με το αυτοκίνητο έχει μια θρησκευτικότητα, κάτι που τα αεροπλάνα δεν έχουν, πως δεν υπάρχει τίποτα πιο συναρπαστικό από τις πρώτες μέρες ενός ταξιδιού με αυτοκίνητο, μέσα στο περιπαθές στόμα μιας απίστευτης και ανήσυχης χώρας. Απλώνει το βλέμμα του στην ύπαιθρο, όση μπορούσε να φανεί μέσα από τον καπνό και τις διαφημιστικές ταμπέλες. Βοστόνη, Σάλεμ, Σπίτι με τα εφτά αετώματα, και σε μια μικρή κωμόπολη για να βρουν το γκαράζ με το αυτοκινούμενο του Μπραντ, ενός φίλου που καθάρισε από την ντόπα και σχεδιάζει να γράψει το μυθιστόρημα που «θα σκάσει στα σωθικά της Αμερικής σαν μια φλογερή βόμβα βακτηρίων». Όταν είχαν πρωτογνωριστεί, ο Μπραντ είχε ένα κινητό ιατρείο για κρυσταλλική μέθη, LSD, και διάφορες αμφεταμίνες (κάποια έξοχη σειρά μου θυμίζει αυτό…) και είχε δώσει και στον αφηγητή ένα υπογλώσσιο εισιτήριο για απρόσιτες περιοχές, προτού τελικά στραφεί στα διεγερτικά της μουσικής, του πολιτικού ακτιβισμού και της συγγραφής. Ακόμα μπορεί και αλλάζει προσωπικότητα κάθε λίγες βδομάδες, και λεπτά μερικές φορές. Η συντροφιά πλέον γίνεται τριμελής και οι διεκδικητές της Σάλιβαν δυο.

8. Φλέβες αλήθειας μακριά από τις τηλεοράσεις. Τα λεωφορεία που κάνουν ουρά στην Τρίτη Λεωφόρο τα λεωφορεία μοιάζουν με φωταγωγημένα σαν χειρουργεία, με κάμποσα κεφάλια ετοιμοθάνατων σε κάθε παράθυρο. Το ραδιοφωνικό πρόγραμμα ενός φίλου σ’ έναν τοπικό σταθμό, με σπόνσορα μεταξύ άλλων, έναν μεταφυσικό φιλόσοφο κι έναν ειδικό τεχνητών μελών και άλλους από μια λέσχη αλλόκοτων επαγγελμάτων, περιλαμβάνει και μια χυδαιολογία σουρεαλιστική, ίσως επειδή «έχει έρθει ο καιρός για την ραδιοφωνική αναμετάδοση φραστικού σεξ στις σιωπηλές κρεβατοκάμαρες της Αμερικής». Οι ταξιδευτές διαπιστώνουν ότι το σκοτάδι κάνει τους ανθρώπους να μιλούν με μικρές κοφτές προτάσεις, παρηγοριούνται στη σκέψη πως τίποτα πολύ ενδιαφέρον δεν συμβαίνει σε μέρη που φωτίζονται καλά και συνειδητοποιούν τι τρώνε – το σώμα ενός ζώου. «Τι θα μπορούσε να είναι πιο πρωτόγονο»;

9. Λευκός Θόρυβος. Υπάρχουν δεκάδες φράσεις, παράγραφοι, σελίδες, που ο ΝτεΛίλλο γράφει με τον τρόπο που τον αγαπήσαμε στα μεταγενέστερα βιβλία του, όπως όταν οι χαρακτήρες συλλογίζονται φωναχτά, φιλοσοφούν αυτοσχέδια, θυμίζοντας τις συντεταγμένες της γραφής του και ιδίως του καλύτερου κατ’ εμέ μυθιστορήματός του, του Λευκού Θορύβου: Μόνο τα υλικά είχαν αλλάξει, οι τεχνολογίες […], ήμασταν ακόμα το ίδιο έθνος ασκητών, ειδικοί της αποτελεσματικότητας, εχθροί της σπατάλης. Ανασχεδιάζαμε το τοπίο μας όλα αυτά τα χρόνια για να εξαφανίσουμε τα αχρείαστα αντικείμενα, όπως δέντρα, βουνά κι όλα τα κτήρια που δεν εκμεταλλεύονται πρακτικά κάθε σπιθαμή εδάφους. Ο ασκητής μισεί τη σπατάλη. Προγραμματίζουμε την καταστροφή οποιουδήποτε πράγματος δεν υπηρετεί τον σκοπό της αποτελεσματικότητας […]. Νιώθουμε μια κρυφή λαχτάρα, παραδέξου το, στην θέα μιας ομορφιάς που παραδίνεται στις φλόγες. Επιθυμούμε να βυθίσουμε όλα τα υπέροχα παλιά πράγματα στη λήθη και να τα αντικαταστήσουμε με πανομοιότυπες ανούσιες δομές. Κουτιά από καρκινικά κύτταρα. Περιποιημένους γκρίζους θαλάμους για διαλογισμό και ανάγνωση διαφημίσεων. Φαντάσου τα εκπληκτικά μοτέλ που θα μπορούσαμε να χτίσουμε στα λιβάδια. […] μονολιθικά πενταώροφα μηχανήματα να τακτοποιούμε τα θύματα των αυτοκινητικών δυστυχημάτων. [σ. 192-193]

10. Οι αθέατες ιστορίες της χώρας. Μια αθέατη ιστορία της Αμερικής δεν μπορεί να μην περιλαμβάνει τον ιδιωτικό βίο των οικογενειών της. Το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος παρακάμπτει προς την ιστορία των γονέων του Μπελ. Ο πατέρας του, συλλέκτης μπομπίνων διαφημιστικών για την τηλεόραση, αρχειοθετημένων και ευρετηριασμένων με βάση διάφορα δεδομένα, αναζητούσε πάντα να μάθει τη σχέση ανάμεσα σε κάποια είδη διαφημιστικών και τον αντίκτυπό τους στην αγορά. Στην ηλικία που βρίσκεται πλέον κρίνει πως «όλες οι γυναίκες ίδιες φαίνονται», πώς κάθε άνθρωπος νιώθει πως έχει μυθιστόρημα μέσα του και πως πάντα σε τέτοια ηλικία καταλήγεις να συνειδητοποιήσεις ότι τα έκανες όλα λάθος. Σε κάποια άλλη εποχή, ο ήχος του πλυσίματος των πιάτων από την αδελφή του Μαρί, της κιμωλίας από την ζωγραφική της άλλης αδελφής του Τζέιν, το θρόισμα του χαρτιού από το περιοδικό που ξεφύλλιζε ο πατέρας, οι γνώριμες φωνές, ο χρόνος που προχωρούσε στο εκκρεμές του τοίχου, το σφύριγμα του καλοριφέρ, όλα τον κάλυπταν με την επίπλαστη ιδέα της ασφάλειας. Κι ύστερα αναδύθηκαν οι λυπημένοι βίοι των γονέων που δεν παύουν να μας καθορίζουν. Η μητέρα επιθυμούσε να περνάει απαρατήρητη, αγκυλωμένη στην ψυχική της αδυναμία, υποκείμενη όμως στην οιδιπόδεια περιπάθεια του γιού της (στον οποίο και αφηγείται την ταπεινωτική, κακοποιητική εξέταση από τον γυναικολόγο της), σ’ έναν ενδιαφέροντα παραλληλισμό με την σχέση της Αμερικής με τα δικά της τέκνα.

11. Μεσοδυτικά της Εδέμ. Όσο οι ταξιδευτές εισχωρούν στα μεσοδυτικά, γεμίζοντας το τρίτο μέρος του βιβλίου, εμείς οι μανιακοί της ταξιδιωτικής πρόζας βρισκόμαστε στο στοιχείο μας. Τι έχει μείνει από την Αμερική «που κάνει πραγματικότητα όλες τις δυνατότητες», την χώρα στην οποία οι υποτιθέμενοι κινηματογραφιστές πίστευαν όταν ήταν παιδιά; Η Αμερική τώρα είναι σαν ένα σανατόριο για στατιστικές κάθε είδους, κατοικημένη από ανθρώπους που ενορχηστρώνουν την ζωή τους σύμφωνα με το βουητό της κοινής γνώμης. O προγραμματισμός συστημάτων αποτελεί πλέον την γνήσια αμερικανική μορφή τέχνης, περισσότερο κι από την τζαζ.

12. Καλοκαίρι σε μικρή πόλη. Μερικές περίλαμπρες σελίδες τυπικές του Ντελίλο: Το καλοκαίρι σε μια μικρή πόλη μπορεί να είναι φονικό, ακόμα χειρότερο κατά κάποιο τρόπο από τα φτωχικά καλοκαίρια στα γκέτο ή τα υγρά, βαριά καλοκαίρια στα λιμανάκια του κόλπου. […] Όμως υπάρχουν μέρες που ένα τρομαχτικό μήνυμα φαίνεται να περνάει κάποιο απόγευμα μέσα από τις εναλλαγές φωτός και σκιάς, στις επανερχόμενες αβύσσους του χρόνο. […] Η απειλή είναι στα χειρότερά της το καλοκαίρι, στα μεγάλα ηλιόλουστα μονοπάτια, καθώς οι ηλικιωμένοι διασχίζουν το γρασίδι […] κι έπειτα κάθονται στην βαμμένη γκρίζα ακινησία των βοηθητικών δωματίων και δροσίζονται με περιοδικά για το Σιάμ και τις γυμνόστηθες της Ζανζιβάρης […]. Δεν τη νιώθεις κάθε μέρα και μόνο κάποιοι άνθρωποι μπορούν νa τη νιώσουν. Μπορεί να μην είναι τόσο βίαιη όσο στις φτωχογειτονιές, όπου η πίσσα λειώνει στις στέγες και τα παιδιά διαδηλώνουν το μίσος τους ουρλιάζοντας στους άντρες με τα Λευκά Κράνη, όμως το καλοκαίρι σε μια μικρή πόλη, με την τέλεια σιωπή και την τέχνη των ομοιοκατάληκτων ημερών του, μπορεί ν’ αναποδογυρίσει τα συναισθήματα του ανθρώπου με την ταχύτητα της παράνοιας. [σ. 283-284]

13. Θεϊκές Κυριακές. Κι όλα αυτά τα νοιώθει κανείς πιο έντονα τις Κυριακές, «όπου οι λευκές πεντακάθαρες εκκλησίες στέκονται σε συστάδες ηλιακού φωτός, με τα αυτοκίνητα των πιστών να θαρρείς πως κολυμπούν μέσα στο γαλάζιο, πυρακτωμένο σαν ατσάλι χαλίκι», και μπορεί να ακούσει την σιωπή του Λουθήρου και των πικνίκ των Βαπτιστών, φοβισμένους Μεθοδιστές να οδηγούν τις σακαράκες τους, έφηβες Ιεχωβίτισσες να μοιράζουν φυλλάδια, αντίτυπα της Βίβλου του Γεδεών να κιτρινίζουν σε όλο το Μιζούρι

14. Μοτέρ/στυλό. Η ταινία προσκαλεί κάθε ενδιαφερόμενο να σταθεί μπροστά στην κάμερα και να απαντήσει σε ερωτήσεις, ενίοτε ταχύρρυθμες και ακαριαίες, και κατόπιν να αφεθεί στον μονόλογο της ζωής του. [Θυμάστε τον Άνθρωπο των αστεριών του Τζουζέπε Τορνατόρε;]. Οι σκηνοθέτες με την σειρά τους ενίοτε αναζητούν την αίσθηση της εξίσωσης του ανθρώπου με τον χώρο και αντιλαμβάνονται ότι οι άνθρωποι είναι στ’ αλήθεια σπουδαίοι αν μπορέσεις να τους αποσπάσεις από τις ανούσιες λεπτομέρειες προτείνοντάς τους κάτι τρελό. Κάποιοι μπορεί να μην θέλουν να κουβεντιάσουν αλλά μόνο κάτι να παίξουν – μια ιδέα, έναν ρόλο, μια μεταμφίεση· κάτι που να το καταλάβει η κάμερα, έστω κι αν δεν το καταλάβει κανένας άλλος. Ο επίδοξος συγγραφέας Μπραντ ρωτά ποιος θέλει να συμμετέχει στο μυθιστόρημά του, λέγοντας ότι θα κοστίσει πενήντα δολάρια και θα τους εξασφαλίσει την αθανασία. Αν βέβαια θέλεις να γίνεις νευροχειρουργός, η τιμή ανεβαίνει στα ογδόντα, ενώ ο τρομερός εραστής πάει στα εκατόν πενήντα, μαζί με ηρωίδα της επιλογής του. Πολύ μακριά όλα αυτά από το είδος του μυθιστορήματος όπου οι νεαροί εραστές ακούνε ένα τρένο πέρα μακριά ή ένα σκυλί να γαβγίζει ή ένα γέλιο να πλανιέται μόνιμα πάνω απ’ το γρασίδι.

15. Οι σελίδες που βλέπονται. Βλέπω (και διαβάζω) τον Μπελ στην ξεθωριασμένη σκουριά του σούρουπου να περνάει τα στολισμένα με νέον μοτέλ, να διασχίζει την μουντή θειαφένια αχλή των φαναριών, να προσπερνά μια σακαράκα παρατημένη σ’ ένα χωράφι, «με το καπό σηκωμένο σαν γείσο καπέλου του μπέιζμπολ», σκηνές από την αγροτική δεκαετία του ’30». Τον βλέπω να κατηφορίζει έναν δρόμο θλιμμένο, όπως όλοι οι δρόμοι που οδηγούν έξω από μια πόλη, με χυμένα λάδια από θεόρατα φορτηγά κι έναν φωτεινό σηματοδότη μετέωρο πάνω από μια έρημη διασταύρωση. Να παρατηρεί κτίρια βαμμένα σ’ ένα άχαρο πράσινο τη δημοσίου και λευκά κουκλίστικα σπιτάκια με ροζ παραθυρόφυλλα, βγαλμένα από το παραμύθι του Χάνσελ και της Γκρέτελ, βενζινάδικα στους παράδρομους με μια μοναχική παλιά αντλία κι ένα σκυλί κοιμισμένο μες στα γράσα. Να γνωρίζει (ή να ποθεί να γνωρίσει) μια γυναίκα που είναι μεγαλύτερη και σοφότερη από αυτόν, στο χρώμα της γης, πλασμένη από πολλές επιμειξίες, και διασκεδάζει με τα ξανθά παιδιάστικα γιάνκικα καμώματά του, μοιράζοντας συγκλονιστικές αλήθειες με κοφτές φράσεις.

16. Μοτέλ. Υπάρχει ένα μοτέλ στην καρδιά όλων των αντρών. Εκεί που ο αυτοκινητόδρομος αρχίζει να εξουσιάζει το τοπίο, πέρα από τα όρια της μεγάλης και αδιάκοπα επεκτεινόμενης πόλης, κοντά σ’ έναν σπουδαίο συγκοινωνιακό κόμβο, εκεί πιθανότατα βρίσκεται. Στη ρεσεψιόν υπάρχουν καρτποστάλ του μοτέλ. Εκατό δωμάτια είναι ερμητικά κλειστά. ΟΙ τέσσερις εποχές του χρόνου κλεισμένες σε δοχεία αεροζόλ στο φαρμακείο του μπάνιου. Επαναλαμβανόμενος αέναα στην διαδρομή προς το σπίτι σου, μπορείς εύκολα εδώ να ξεχάσεις ποιος είσαι· μπορείς να καθίσεις στο κρεβάτι σου και να γίνεις ο άντρας που κάθεται στο κρεβάτι, μια αφηρημένη έννοια που ανταγωνίζεται την ίδια την αιωνιότητα… Αυτό το μοτέλ έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά πολλών· εδώ κυλάει το όνειρο όπου το ταξίδι συναντιέται με το σεξ [σ. 399-400]. Θα φτάσει η στιγμή που ο Μπελ θα εισχωρήσει στην ρομαντική ιστορία των διαπολιτειακών μεταφορών, στο επικό ρυθμικό τραγούδι των πιο ενημερωμένων ταξιδιωτικών οδηγών, στο όνειρο του μοτέλ – στην ικανοποίηση, δηλαδή, να είναι ένας άλλος και κανένας;

17. Διαφημιστικοί δέκτες. Δε νοείται φυσικά μοτέλ, σπίτι, βίος χωρίς την συσκευή της τηλεόρασης, αυτό το γεμάτο προϊόντα πακέτο, που μέσα του υπάρχουν απορρυπαντικά, αυτοκίνητα, κάμερες, δημητριακά για το πρόγευμα, άλλες οθόνες τηλεόρασης. Δεν διακόπτονται τα προγράμματα από διαφημίσεις· συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Η τηλεόραση είναι μια ηλεκτρονική μορφή συσκευασίας. …. Χωρίς τα προϊόντα δεν είναι τίποτα. Και πώς επηρεάζει τον θεατή μια επιτυχημένη τηλεοπτική διαφήμιση; Μετατοπίζει την συνείδησή του από το πρώτο πρόσωπο στο τρίτο. Σε τούτη τη χώρα υπάρχει έναν τρίτο οικουμενικό πρόσωπο, ο άνθρωπος που όλοι θέλουμε να γίνουμε. Η διαφήμιση τον ανακάλυψε αυτό τον άνθρωπο. Στην Αμερική καταναλώνω δεν σημαίνει αγοράζω· σημαίνει ονειρεύομαι. Η διαφήμιση είναι η υπόμνηση ότι το όνειρό μας να γίνουμε το τρίτο ενικό πρόσωπο μπορεί ενδεχομένως να γίνει πραγματικότητα.

18. Οι νέες αναχωρήσεις. Μένει το τέταρτο και τελευταίο μέρος του μυθιστορήματος, ο αποχαιρετισμός του ήρωα στο δίδυμο των ταξιδιωτικών και ερωτικών του συντρόφων και η συνέχειά του προς τον Νότο, πρώτα σε μια χίππικη κοινότητα όπου ζουν εξόριστοι Απάτσι κι ύστερα σε μια πίστα δοκιμών αυτοκινήτου, όπου ακολουθεί ένα όργιο μεθυσμένων. Είναι αδύνατον εδώ να μη θυμηθεί κανείς τις τελευταίες σκηνές του έξοχου American Honey, μιας ταινίας που σίγουρα θα μπορούσε να αποτελεί σενάριο του συγγραφέα. Υπάρχει ελπίδα στις απανταχού κοινότητες; Μα, όπως του αναφέρει ένας Απάτσι, η κοινότητά τους είναι αμιγώς «συντηρητική», εφόσον εμμένει με νύχια και με δόντια στην διατήρηση της παράδοσής τους.

19. Πίστη, βλέμμα, ευρετήριο. Ίσως δεν μένει παρά η αναζήτηση της μαγικής παιδιάστικης πίστης στα αναρίθμητα καθημερινά πράγματα, η επαλήθευση ότι το δεξί μάτι είναι για την πραγματικότητα, το αριστερό είναι το μάτι της φαντασίας, η εύρεση του αντάρτικου που μαίνεται πίσω από τις γραμμές της εικόνας, η ευρετηρίαση όλων των αναμνήσεων, όχι με διαχωρισμό τους σε καλές ή κακές, παιδικές ή ανήλικες, αθώες ή ένοχες αλλά περισσότερο σε δυο ευρύτατες κατηγορίες: σε συνεργάσιμες και μη συνεργάσιμες· σε εκείνες που φαίνονται ευχαριστημένες και γλιστρούν επιμελώς στην χαραμάδα τους, και στις άλλες που επιμένουν να ξεγλιστρούν, να καμουφλάρονται, να διαλύονται σε απρόσκλητες εικόνες.

20. Σχεδόν επί της οθόνης, ΙΙ. Είδα μια ομάδα γυναικών να στέκεται πίσω από ένα στέισον βάγκον. Ήταν εφτά συνολικά […] ίσως αισθάνθηκαν ότι χαιρετούσαν την ελπίδα πως κάποια μέρα, αν κανείς ζητούσε απόδειξη για το πέρασμά τους στο χρόνο, αν τους το ζητούσαν οι ίδιες τους οι αμφιβολίες, θα μπορούσαν να ανακαλέσουν μια στιγμή που είχαν σταθεί σ’ ένα πλάτωμα μες στον ήλιο και είχαν αποτυπωθεί στο διάφανο σελιλόιντ […] και τριάντα χρόνια αργότερα, τη μέρα ακριβώς που θα χρειάζονταν την απόδειξη, θα μπορούσαν να ελπίσουν ότι η ταινία τους θα προβαλλόταν σε μια οθόνη κάπου, και να τις κι αυτές, θα στέκονταν εκεί, πιστοποιημένες, σε χημική μετενσάρκωση, […] χαμογελώντας καθησυχαστικά στις δεκαετίες… Τι καλύτερη απόδειξη (αν χρειαζόταν ποτέ απόδειξη) πως είχαν στ’ αλήθεια υπάρξει ζωντανές; …Υποκρίθηκα ότι συνέχισα να τις βιντεοσκοπώ, συλλέγοντας το σπαταλημένο φως τους, αφήνοντας τα χαμόγελά τους να χωθούν στο φακό και να περιπλανηθούν στο σώμα της κάμερας αναζητώντας το μαγικό καρούλι, τη ζελατίνα που αιχμαλωτίζει την εικόνα, το φιλμ που δρασκελίζει την πύλη αναμονής. [σ. 396]

Εκδ. Gutenberg, Δεκέμβριος 2021, μτφ.  Άννα Παπασταύρου, σελ. 600. Με δεκασέλιδο επίμετρο του Λευτέρη Καλοσπύρου. [Americana, 1971]

Έτεροι ΝτεΛίλλο:

Μερικές σκέψεις για τον Υπόγειο Κόσμο εδώ.

Ο άνθρωπος σε πτώση εδώ.

Σχετικά με το προαναφερθέν του περιοδικού Διαβάζω, επιμελημένο από τον μεταφραστή του μυθιστορήματος Λευτέρη Καλοσπύρο εδώ.

Αναφορά σε ένα ενδιαφέρον διήγημά του, δημοσιευμένο στο περιοδικό (δε)κατα εδώ.