Οι ξυπόλητες των ταινιών, 36: Οι παραισθησιακές

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 55 (Ιούλιος 2023), εδώ

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 36: Οι παραισθησιακές

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους

Οι περιπλανήσεις μου στις ταινίες των ξυπόλητων γυναικών δεν είναι καθόλου εύκολες. Είμαι δυο διαφορετικοί άνθρωποι που συναντιούνται με δυο διαφορετικές γυναίκες. Όσο και αν, τόσο εγώ όσο και εκείνες, συγχωνευόμαστε σε μία προσωπικότητα έκαστος και καταλήγουμε ζευγάρι, δεν παύουμε να είμαστε τέσσερις. Μπορεί να παίρνω την θέση του ήρωα για να αγαπήσω και να αγαπηθώ από την γυμνόποδη ηρωίδα, αποδεχόμενος κάθε σκέψη και πράξη του, επαναλαμβάνοντας εσαεί την ιστορία μας, αλλά δεν παύω να επιστρέφω στον εαυτό μου που ως θεατής αδυνατεί να ξεχάσει πόσο μαγεύτηκε μπροστά της αλλά και για έναν πρόσθετο λόγο: μόνο με αυτή την ιδιότητα μπορώ να την βλέπω όταν δεν βρισκόμαστε μαζί – να διαβάζω τις σκέψεις της, να την χαίρομαι σε οποιαδήποτε προσωπική ή απρόσωπη στιγμή της. Και εκείνη, προφανώς, είναι διπλή: είναι η ηρωίδα και η ηθοποιός που την υποκρίνεται και που όσο και αν έχει συνάψει σύμβαση υποκρισίας, έχει μελετήσει τον νέο της χαρακτήρα, τον έχει ενδυθεί και έχουν σαφώς ανταλλάξει πλείστα ατομικά τους στοιχεία.

Ως θεατής πρωτογνώρισα την Ρεβέκκα, το Κορίτσι με την Μοτοσυκλέτα, ένα πρωινό από εκείνα που κορύφωναν την ζωή της. Είχε ανοίξει τα μάτια της όταν ακόμα η αυγή ήταν γαλάζια. Η έκφρασή της μαρτυρούσε ότι ξύπνησε από μια σκέψη που ίσως την προκάλεσε ένα  όνειρο ή μια ονείρωξη που την επισκέφτηκε νωρίτερα. Βρισκόταν κάτω από την τέντα ενός τσίρκου ακροβατών και ο Ντάνιελ, ο αγαπημένος της, μόλις τελείωνε το νούμερό του με την μοτοσικλέτα του. Τώρα ήταν η σειρά της να κυκλώσει την σκηνή, όρθια σ’ ένα άλογο. Ένα τεράστιο χαμόγελο φώτιζε το πρόσωπό της, ακόμα και όταν ο δαμαστής την μαστίγωνε τόσο προσεκτικά, όσο χρειαζόταν να γυμνωθεί το στήθος της. Έτσι ξύπνησε η Ρεβέκκα, με το σώμα της να σπαράζει, και μονολόγησε: «Πρέπει να τον δω οπωσδήποτε».

Έριξε μια ματιά στον άντρα που κοιμόταν δίπλα της και σηκώθηκε αθόρυβα. Άνοιξε την ντουλάπα της και πήρε μια ολόσωμη δερμάτινη φόρμα. Τα γυμνά της πόδια, ολόλευκα, ήταν τα τελευταία που εξαφανίστηκαν μέσα στο μαύρο χρώμα. Έβαλε τα παπούτσια της και μονολογούσε: Δεν θα νιώσω ένοχη. Κοιμάσαι στα αλήθεια ή φοβάσαι να με δεις να φεύγω; Σε τι μέρος με έφερες Ρέιμοντ; Μόνο νεκροταφεία και στρατόπεδα. Μέρη που μυρίζουν παλιούς πολέμους. Η πόλη πεθαίνει στα προάστια. Μετά ανέβηκε στην μοτοσικλέτα της και αφέθηκε στην ταχύτητα. Ο κόσμος της κοκκίνισε, οι σκέψεις της έβαψαν την οθόνη πράσινη, μωβ, πορτοκαλί. Έτρεχε στους επαρχιακούς δρόμους διασχίζοντας χωράφια, λιβάδια και αλέες, χαμογελούσε με τον αέρα να κυματίζει το πρόσωπό της και σκεφτόταν: Γεννήθηκα μόνο όταν με άγγιξες. Όταν το ρολόι στην Χαϊδελβέργη χτυπήσει οκτώ θα είμαι στην αγκαλιά σου. Οι φύλακες των συνόρων την κοίταζαν με το γλοιώδες ύφος του άντρα που βρίσκεται σε θέση ισχύος. Ο ένας την άγγιξε δυο φορές κι εκείνη σιώπησε σκοτεινή. Την ρώτησε αν έχει κάτι να δηλώσει. «Μόνο τον εαυτό μου, όπως βλέπετε». Πώς τολμάει μια γυναίκα να διασχίζει τα κράτη μόνη πάνω σε μια μηχανή; Στη Γερμανία οδηγούσε μέσα από δάση, πάνω σε μεγάλες γέφυρες ενώ από κάτω περνούσαν αργά τα πλοία, στις ηλιόλουστες λεωφόρους της πόλης, σ’ ένα αρχαίο τοξωτό γεφύρι, σ’ έναν ανηφορικό δρόμο δίπλα από τα τείχη. Στο τέρμα μιας μικρής παρόδου βρισκόταν το σπίτι του Ντάνιελ, πάνω από το ποτάμι. Πώς θα μπορούσα όλα αυτά να τα γνωρίζω αν ήμουν μόνο ο Ντάνιελ;

Εκείνη την στιγμή, μπορούσα να γίνω αυτός. Διάβαζα τα βιβλία μου όταν εκείνη εισέβαλε στον χώρο μου και έγειρε ξέπνοη στην ποδιά μου. Ο ήλιος έμπαινε από τα τζάμια, ένας δεύτερος ήλιος είχε φτάσει μαζί της. Την χάιδεψα στο στήθος πάνω από τη δερμάτινη φόρμα. Το μόνο που της είπα: Το σώμα σου είναι σαν ένα βιολί σ’ ένα βελούδινο κουτί. Το μόνο που είπε: Ντάνιελ, ω, Ντάνιελ. Το όνομά μου δυο φορές, μ’ ένα ω ανάμεσα. Ήμουν ένας νέος που δυσπιστούσε στην ρομαντική αγάπη και λάτρευε την ηδονή, ένας μανιακός με τις μοτοσυκλέτες. Ήμουν ένας καθηγητής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο. Στο τελευταίο μάθημα συζητούσα με τους φοιτητές μου για τον ελεύθερο έρωτα. Τους έλεγα πως η δική τους γενιά θα σταματήσει το έθιμο του γάμου. Τους ρώτησα για το νόημα της απατηλής λέξης love. Επιθυμία, λαγνεία, ανάγκη να πληγώνεις, να αποδέχεσαι την ζημιά; Μια βολική κουβέρτα για να καλύπτουμε όλα τα σκοτεινά συναισθήματα; Τους ρώτησα πώς εννοούν τον ελεύθερο έρωτα. Ένας είπε ότι σημαίνει να είσαι ελεύθερος να αγαπάς κάποιον χωρίς διαρκή δέσμευση. Τους προέτρεψα να ερωτευτούν και να έρθουν μετά να μου πουν πόσο ελεύθερος μπορεί να είναι αυτός ο έρωτας.

Γινόμουν πάλι θεατής κι έβλεπα την Ρεβέκκα στο ταξίδι της. Δεν είχε σημασία αν ερχόταν ή αν έφευγε από εμένα. Κοιμόταν στο δάσος να ξεκουραστεί όταν είδε να περνάνε στρατιωτικά οχήματα. Οι άντρες την κοιτούσαν με απορία, πείνα ή αποστροφή. Φορούσαν κράνη με φυτά για καμουφλάζ. Ντυθείτε σαν άντρες, τους φώναξε, και βγάλτε τα λουλούδια απ’ τα κεφάλια σας! Κάπου στον κόσμο γινόταν μια επανάσταση των λουλουδιών κι εκεί βρισκόταν η θέση τους. Μπορούσα να «δω» και την μνήμη της. Θυμόταν το σαλέ όπου κοιταχτήκαμε για πρώτη φορά. Είχε πάει εκδρομή με τον αρραβωνιαστικό της και ένα ζευγάρι φίλων. Θυμόταν τις φαινομενικά απλές διαφωνίες χαρακτήρων. Η παρορμητική και ο συγκρατημένος, ο λογικός και η παράτολμη. Στο εστιατόριο καθόμουν στο μπαρ κι εκείνη σ’ ένα τραπέζι. Δεν τράβηξα το βλέμμα μου από πάνω της. Η παρέα ανέβηκε στα δωμάτια και τα ζευγάρια χωρίστηκαν σε τέσσερα μονόκλινα. Η ερωτική επανάσταση δεν είχε φτάσει ως εδώ. Η Ρεβέκκα ξάπλωσε να κοιμηθεί στο δωμάτιό της. Από την μπαλκονόπορτα κάποιος μπήκε στο δωμάτιο και η ηδονή της ήταν απροσμέτρητη. Μετά της έδωσε να καπνίσει ένα τσιγάρο το μοιράστηκαν και έφυγε. Ήξερε πως δεν ήταν ο Ρέιμοντ. Όταν το επόμενο πρωί μπήκε ο Ρέιμοντ να την ξυπνήσει εκείνη, άπειρη ακόμα από την ηδονή, τον αγκάλιασε και του είπε: φοβάμαι μη σε χάσω ή μη χάσω τον εαυτό μου.

Συναντηθήκαμε στο βιβλιοπωλείο του πατέρα της όπου εργαζόταν. Είχα μπει φουριόζος, διψασμένος για νέα βιβλία. Αναγνώρισε το βλέμμα μου κι ας έκανα πως δεν την θυμόμουν. Μόλις είχα παραγγείλει δυο βιβλία και ο πατέρας μου έσπευσε να μου τα φέρει. Εκείνη ήταν ανεβασμένη στη σκάλα κι έβλεπα τα πόδια της μέσα σ’ ένα περίτεχνο μωβ καλσόν. Ανυπομονώ να τα πιάσω στα χέρια μου, είπα, και ήμουν ειλικρινής, όποια εκδοχή και αν διάλεγε. Στην δεύτερη συνάντησή μας στο κατάστημα μου ανταπέδωσε την ειλικρίνεια: Το σώμα μου γνωρίζει καλύτερα από οποιονδήποτε στον κόσμο. Το ήξερα πως ήσουν εσύ. Της πρότεινα μια βόλτα με την μηχανή μου στους χιονισμένους δρόμους. Την πήγα σε μια καλύβα έξω από την πόλη αλλά η πόρτα είχε φρακάρει. Δεν μας ένοιαζε. Ξαπλώσαμε σε κάτι στοιβαγμένους κορμούς δέντρων. Στον πρώτο μας έρωτα θερμάναμε τα ίδια τα χιόνια.

Ως θεατής μπορούσα να ακούω τις σκέψεις της πάνω στην μηχανή. 24 ώρες non stop στα βρωμερά προάστια της Αλσατίας. Πολλά μωρά, κανένα μέλλον. Τότε γιατί τον παντρεύτηκα; Για να μην καταλήξω “πόρνη”; Προφανώς ο Ρέιμοντ γνωρίζει πως έχω εραστή και μου το επιτρέπει. Ο Ντάνιελ δεν μου επιτρέπει τίποτα. Με έχει αιχμαλωτίσει. Ενώ με αφήνει ελεύθερη, ξέρω πως δεν είμαι ελεύθερη απέναντί του. Καημένε Ρέιμοντ, είμαι η μοιχαλίδα αγαπημένη σου. Θα έπρεπε να νιώθω ένοχη;. Τον παντρεύτηκα επειδή είμαι μαζοχίστρια; Ο Ντάνιελ είναι βέβαιος. Πόσο παράξενο: είμαι μαζοχίστρια στον έρωτα μαζί του, αλλά είμαι μαζοχίστρια στην ζωή μου με τον Ρέιμοντ γιατί υποφέρω από την καλοσύνη του. Ο Ντάνιελ λέει: “Δεν θα υπάρχουν γάμοι σε πενήντα χρόνια από τώρα”. Γεννήθηκα πολύ νωρίς για να το προλάβω. Ως θεατής μπορούσα να την δω σ’ ένα καφενείο στην άκρη του δρόμου, γεμάτο μεσήλικους άντρες που την κοιτούσαν απορώντας τι είδους μαύρος διάβολος μπήκε στο άντρο τους, ενώ η αγενής σερβιτόρα την αγνοούσε. Με μια αστραπιαία κίνηση γύμνωσε το στήθος της, μάλλον στην φαντασία της. Πώς θα αντιδρούσαν; Θα τους έκλεινε οριστικά το στόμα ή θα το έκανε να χάσκει;

Ξανά μαζί. Πήγαμε σε κάποιο ξενοδοχείο. Ξύλινοι τοίχοι, παράθυρο ανοιχτό στο απέραντο. Ο ρεσεψιονίστ τον χαιρέτησε, άρα έχει έρθει και με άλλες γυναίκες, σκέφτηκε εκείνη. Μου ζήτησε να την μάθω να οδηγεί μοτοσυκλέτα. Της είπα πως οι άνθρωποι επιτρέπουν να τους φέρονται σαν μηχανές, αλλά εκείνη πρέπει να μάθει να συμπεριφέρεται στη μηχανή της σαν σε άνθρωπο. Τρέχαμε με την δική μου North Atlas του 1967 σε δρόμους με ψηλές λεύκες. Γινόμουν τα χέρια της, αφηνόμουν στα χέρια της. Μια μοτοσυκλέτα είναι πλησιέστερα σ’ εσένα περισσότερο από οποιοδήποτε ανθρώπινο πλάσμα. Γίνεται κομμάτι σου. Τα συναισθήματά σου βρίσκονται ανάμεσα στα πόδια σου, της έλεγα κι εκείνη πατούσε γκάζι. Στο κρεβάτι του ξενοδοχείου μετά την κλινοπάλη φανταζόμασταν αγώνες μοτοκρός στον αέρα έξω από το παράθυρο, ο ίλιγγός μας μια πορτοκαλί οθόνη. Μετά της διηγούμουν με παντομίμα τις εμπειρίες μου από τέτοιους αγώνες, να εκτοξεύομαι ψηλά και να σωριάζομαι στη λάσπη. Σοβαρεύαμε και γελούσαμε, ευφραινόμασταν και θλιβόμασταν. Επέμενε να με ρωτάει για την γυναίκα που με συνέτριψε και με έστειλε στην μακρινή Χαϊδελβέργη για να την ξεχάσω. -Είναι νεκρή; -Είναι ό,τι θέλεις να είναι.

Το γαμήλιο δώρο μου την περίμενε έξω από το βιβλιοπωλείο της: μια μοτοσικλέτα Harley-Davidson Electra Glide. Ο πατέρας της επέμενε να την αρνηθεί, ο αρραβωνιαστικός της είπε να κάνει όπως θέλει. Ο πατέρας της του είπε ότι τώρα γνωρίζει ποιος από τους δυο θα είναι δυστυχής. Στο μπαρ των γηραιών αντρών η Ρεβέκκα άρχισε να δακρύζει. Οργιζόταν μαζί μου (με είχε ήδη επισκεφτεί και την είχα αρνηθεί; ερχόταν σ’ εμένα αλλά αντιλαμβανόταν το οριστικό αδιέξοδο;) και μονολογούσε την απόφασή της να επιστρέψει στη Γαλλία με το τραίνο παρατώντας σε μια ερημιά την καταραμένη μηχανή. Έπινε και σπάραζε. Είχε πια φύγει, έλεγε, και δεν θα επέστρεφε. Αλλά μετά από λίγο ή μια άλλη φορά, άφηνε τον μαύρο της προαγωγό, όπως την αποκαλούσε, να την φέρει κοντά μου.

Ήμασταν μουσκεμένοι στον ιδρώτα και εξαντλημένοι μετά το ξεθέωμα των σωμάτων. Μόλις που μπορούσαμε να ανταλλάζουμε ένα τσιγάρο. -Γιατί ήρθα εδώ; -Επειδή το ήθελες. -Επειδή σε θέλω. Είμαι νυμφομανής; Πόσο έξυπνο ήταν το δώρο σου… Ξέρεις γιατί τον παντρεύτηκα τόσο γρήγορα; Σαν προστασία απέναντί σου. Προσπάθησα πολλές φορές να του μιλήσω. Προσπάθησα απελπισμένα να σε ξεχάσω. Ξέρεις τι έκανα για να το καταφέρω; Σκεφτόμουν την αλαζονεία σου, την βιαιότητά σου, το ότι δεν με αγαπάς. Δεν θα ξαναέρθω -Θα αντέξεις δέκα μέρες.  Αγκάλιασα το πόδι της, ακούμπησα τρυφερά το πρόσωπό μου. Της είπα ότι τα δάχτυλά της είναι σαν επιτύμβιες στήλες. Δεν ξέρω πώς μου ήρθε, αν ήταν για το μάκρος τους, την λευκότητά τους ή μια ισχυρή ενέργεια που μπορούσε να με οδηγήσει στο χαμό. Τα κινούσε, τα φιλούσα. Της έστελνες λουλούδια; Σ’ εμένα ποτέ δεν έστειλες, μπάσταρδε σαδιστή! Τότε ανταποκρίθηκα στα λόγια της. Έγινα ή από πάντα ήμουν αυτό που με αποκάλεσε, πήρα ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα από δίπλα και της γέμισα την πλάτη με τα σημάδια τους. Την αγκάλιαζα και την λουλούδιαζα, η οθόνη έγινε ξανά πράσινη και μωβ, κι εκείνη πονούσε και υπέφερε, γελούσε και ηδονιζόταν.

Τελικά άντεξε δέκα μέρες μακριά μου αλλά όχι δώδεκα – ήταν βέβαιη αφού τις μετρούσε μια μια. Ξεχύθηκε για άλλη μια φορά στους δρόμους που την οδηγούσαν στην αγκαλιά μου. Σ’ έναν σκιερό τόπο ξάπλωσε στο χορτάρι για να ξεκουραστεί και διάφοροι άνθρωποι που είχαν πάει εκδρομή εκεί κοντά την κοίταζαν περίεργα. Γυναίκα-μόνη-δερμάτινη-μηχανόβια. Ακόμα κι όταν πάνε στην φύση αυτοί οι ηλίθιοι κάθονται μέσα στα αυτοκίνητά τους. Ξαναβγήκε στο δρόμο και το δεξί της πόδι βυθίστηκε στο γκάζι. Ως Ντάνιελ διάβαζα και την περίμενα οποιαδήποτε στιγμή. Ως θεατής την είδα να τρέχει με οριζόντια από τον άνεμο μαλλιά, να σηκώνει τα χέρια της ψηλά (όπως έκανε στο κιόσκι μου, όταν την έπαιρνα στα χέρια μου και την σήκωνα όσο ψηλότερα μπορούσα και το πρόσωπο της σχεδόν πλησίαζε το ταβάνι). Την είδα ευτυχισμένη να χαμογελάει μπροστά στον ορθάνοιχτο δρόμο, να επιχειρεί να περάσει ανάμεσα από δυο αυτοκίνητα, βέβαιη πως όλοι οδηγούν ευθεία και ευτυχείς, να μην υπολογίζει την στροφή προσπέρασης του ενός, να εκτοξεύεται στο παρμπρίζ του. Είδα τα δερμάτινα πόδια της να προεξέχουν από το σπασμένο τζάμι, ευθυτενή και ακίνητα, σαν μιας παιδικής κούκλας που πετάχτηκε σε κάδο σκουπιδιών.

Μέχρι και σήμερα αδυνατώ να αποφασίσω αν θα αντάλλαζα την θέση του θεατή με εκείνη του εραστή. Ως θεατής μπορούσα να εισχωρώ στο μυαλό της που λειτουργούσε σαν ένα ψυχεδελικό καλειδοσκόπιο και να τρέχω μαζί με όσα έτρεχαν στην εγκεφαλική της μηχανή: τις αλλεπάλληλες μνήμες, την σειρά των γεγονότων που την έφτασαν ως εδώ και που πιθανώς θα συνέβαιναν στο μέλλον, έναν ατέλειωτο εσωτερικό μονόλογο και οτιδήποτε κυλούσε στην ροή της συνείδησης και στις προβολές του ασυνείδητου. Μπορούσα να βλέπω την αίσθηση των ερωτικών της φαντασιών και την υπερταχεία οδό της προς τον οργασμό. Ακόμα και οι οδικές διαδρομές της από την Αλσατία στην Χαϊδελβέργη δεν ήξερα αν συνέβαιναν εκείνη την στιγμή ή επαναλαμβάνονταν στο ρεύμα των αισθήσεων που αφήνουν οι αναμνήσεις.

Τότε μπόρεσα καθαρά να δω το πάθος για την προσωπική της ελευθερία, όπως την ζούσε από την πρώτη στιγμή που πατούσε τα πετάλια. Στις μεγάλες γέφυρες έβλεπε το τετράγωνο κενό στο βάθος κι εκεί, σκεφτόταν, την περίμενε η ελευθερία. Πόσες γέφυρες πρέπει να διασχίσει κανείς μέχρι να φτάσει σε αυτήν; Πώς πάει κανείς εκεί; Ίσως γνώριζε καλά πως το ταξίδι είναι ένας εγγυημένος τρόπος. Η Ρεβέκκα ύμνησε έμπρακτα την περιπλάνηση, το ταξίδι που έχει ίσο βάρος με τον προορισμό. Κάποια στιγμή αντιλήφθηκα πως δεν είχε σημασία αν θα με συναντούσε ή όχι. Ο έρωτας είναι έρωτας επειδή κινεί τα πάντα, ωθεί στην έξοδο, σε καλύπτει με νέο δέρμα (είναι σαν δεύτερο δέρμα, ψιθύριζε όταν ολόγυμνη έβαζε την δερμάτινη φόρμα της), σου γνωρίζει εσένα.

H φυγή της θα την ελευθέρωνε από μια προδιαγεγραμμένη ζωή αλλά και από τον μισογυνισμό που την περικύκλωνε από παντού – χέρια που απλώνονταν με κάθε ευκαιρία πάνω της, βλέμματα που την υποβίβαζαν, ένας εαυτός που την αποκαλούσε ανόητη σκύλα. Ίσως και από εμένα, όταν έβλεπε πως, τουλάχιστον τις περισσότερες μέρες του μήνα, ήθελε να με ξεχάσει. Όμως ο έρωτας πόσο ελευθερία δίνει;

Ο μεσάζων μηχανικός εραστής, η Ηλέκτρα που Γλιστρά, της χάρισε τις ιδιότητες του της ονομασίας του μοντέλου της και την προσκάλεσε στην μεγάλη απόδραση. Έγινε ταξιδιωτικό μέσο, εφαπτόμενο σώμα, σύμβολο ανεξαρτησίας. Την ενέγραψε σε μια συνομοταξία περιπλανώμενων και ηρώων που ως τώρα ήταν αποκλειστικά για άντρες και της έδωσε την αδιανόητη μέχρι τότε εικόνα ενός θηλυκού Easy Rider. Γιατί αυτή η Ξένοιαστη Καβαλάρισσα δεν με αποχαιρέτησε σαν μια μικρή κουκίδα που χάνεται στον απέραντο αυτοκινητόδρομο; Ακολούθησε το μυθιστορηματικό πρότυπο του βίου που είναι καλύτερα να καεί στο αποκορύφωμά του παρά να ξεφτίσει; Την μυθολογία του ροκ εντ ρολλ που θα γνώριζε καλά η άλλη της όψη, η καλλιτέχνης που την ενσάρκωσε; Μήπως εκείνοι που την σχεδίασαν την τιμώρησαν για την ριψοκίνδυνη οδήγηση προς την ελεύθερη σεξουαλικότητα ή την αυτοδιάθεση; Για την επιθυμία της ελευθερίας ή την ελευθερία της επιθυμίας; Εφάρμοσαν κάποιον άγραφο, σκοτεινό κανόνα που όριζε ότι η τάξη των γυναικών αφανίζεται εκτός των τειχών; Και γιατί σίγασαν την φωνή της και την αντικατέστησαν με κάποια άλλη, αφήνοντάς την τουλάχιστον να μιλάει με τις εκφράσεις του προσώπου;

Η Ρεβέκκα κινηματογράφησε με τον δικό της τρόπο την ηρωίδα του La motocyclette, ενός μυθιστορήματος του Andre Pieyre de Mandiargues (1963). Ο συγγραφέας διατηρούσε φιλικές σχέσεις με την Anke-Eve Goldmann, που τον ενέπνευσε για τον χαρακτήρα της Ρεβέκκας, καθώς ήταν η πρώτη γυναίκα δημοσιογράφος μοτοσυκλέτας, που ζούσε οδηγώντας και γράφοντας για μοτοσικλέτες σε μια σειρά ειδικών περιοδικών (Cycle World, Das Motorrad, Moto Revue κ.ά.) αλλά και η πρώτη που οδήγησε μοτοσυκλέτα με μια μονοκόμματη δερμάτινη στολή οδήγησης, ειδικά σχεδιασμένη για την ίδια.

Η ταινία βγήκε στη Γαλλία ένα μήνα μετά το ξέσπασμα του Μάη του ’68 και δοκίμασε πλείστες τεχνικές του πειραματικού σινεμά, αλλά ήταν αδύνατον να μην μελώσει μερικές σκηνές μαγευτικών διαδρομών με την εύφορη μελοδραματική μουσική του Les Reed. Στις Ηνωμένες Υποκριτικές Πολιτείες απαγορεύτηκε εξαιτίας της γυμνότητας και επανεκδόθηκε με τίτλο που ακριβώς την τόνιζε: Naked Under Leather! Ο σκηνοθέτης δεν αναμίχθηκε στην νέα έκδοση και φυσικά την αποκήρυξε.

Και αν η Ρεβέκκα μεταμορφώθηκε οριστικά και αμετάκλητα από το κλασικό, ντροπαλό κορίτσι σε γυναίκα που γνωρίζει πολύ καλά τι επιθυμεί και πόσο το επιθυμεί και σπεύδει να το ζήσει, η Marianne Faithful που την ενσάρκωσε πόσες γνώρισε δεκάδες μεταμορφώσεις. Αυτή η απόγονος, από την πλευρά της μητέρας της, του Αυστριακού συγγραφέα Λέοπολντ φον Ζάχερ-Μαζόχ, που ως γνωστόν έδωσε το όνομά του στον μαζοχισμό, ζει μέχρι σήμερα την δική της ελεύθερη ζωή, έχοντας προϋπάρξει κορίτσι της πολύχρωμης swinging Αγγλίας, φολκ τραγουδίστρια, ερασιτέχνης ηθοποιός, εταίρος σε ροκ εντ ρολ έρωτες, τζάνκι και άστεγη, μια φωνή που σίγησε και εξαφανίστηκε, μια σπάνια γυναίκα που επέστρεψε με εξαίσιους δίσκους και συνέχισε με ραγισμένη φωνή να διηγείται αυτό που, όπως δηλώνει, γνωρίζει: «όλες τις ιστορίες» {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}.

Η ταινία: The Girl on a Motorcycle (Jack Cardiff, 1968). Η γυναίκα: Marianne Faithfull.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Thomas Pynchon – Η συλλογή των 49 στο σφυρί

19 σήματα γραμμάτων για ένα μετακλασικό βιβλίο

1. Εμείς, οι μειονοτικοί βουλιμικοί. Είμαστε λοιπόν κι εμείς οι μειονοτικοί βουλιμικοί αναγνώστες του Τόμας Πύντσον, όχι επειδή αποτελεί μυθολογημένο πια συγγραφέα κυρίως λόγω της εξαφάνισής του από προσώπου ανθρώπων, ούτε για την σχεδόν χειροπιαστή αίσθηση που μας προκάλεσαν μερικά πληθωρικά και παράφορα βιβλία του (όχι ότι δεν μετρούσαν κι αυτά, τουλάχιστον στην αρχή της αναγνωστικής μας καριέρας), αλλά επειδή τα μυθιστορήματά του είναι εξουθενωτικά, με όλες αυτές τις εκατοντάδες ιστορίες που τα πλημμυρίζουν, κι ας τις αφήνει συχνά ανολοκλήρωτες ή ξεχασμένες, και με όλες αυτές τις ευρηματικές πλοκές, κι ας τις σφηνώνει έως και σε μια σελίδα, ενώ η καθεμιά τους θα αρκούσε για ραχοκοκαλιά άλλου μυθιστορήματος.

2. Εικονική αντίθεση. Κάπως πιο προσωπικά, με ηδονίζει η αντίθεση που πλημμυρίζει το έργο του: ενώ η γραφή του είναι κατάφορτη από την αμερικανική κουλτούρα της εικόνας, της διαφήμισης, του κενού έως πολύσημου λόγου και της τηλεοπτικής θέασης των πάντων, κοινώς, από ολόκληρο το παζλ της εξαίσιας και απωθητικής Άνω Αμερικής, ο ίδιος ακριβώς περιφρονεί οτιδήποτε έχει να κάνει με την δική του εικόνα και έχει εξαρχής ρίξει στα σκουπίδια την ιδέα ότι ο συγγραφέας οφείλει να φαίνεται και να περιφέρεται, και φυσικά να ταυτίζεται με το έργο του, ενίοτε και να απολογείται περί αυτού. Η όποια νοσηρή περιέργεια για «ζωντανή» παρουσία και «επικοινωνία» με το κοινό εδώ γελοιοποιείται πλήρως αλλά και αντιστρέφεται ειρωνικά καθώς ο συγγραφέας έγινε διάσημος αναχωρητής ακριβώς με την διαφύλαξη της ιδιωτικής του ζωής, ήρωας μιας μυθοπλασίας που έπλασε ερήμην του (ή και επίτηδες).

3. Η σελίδα πίσω από την γωνία. Αν οι πλοκές στα βιβλία των Πίντσον είναι ελλειπτικές και φυγόκεντρες, χωρίς την τυπική σειριακή λογική, αυτό γίνεται αδιάφορο όταν ο συγγραφέας μας φιλοδωρεί με αξέχαστες σελίδες και σε κάθε επόμενη σελίδα δεν γνωρίζεις τι σε περιμένει, αλλά χωρίς να αισθανθείς ότι κάποιος γράφει την εύκολη αυτόματη ή υπερρεαλιστική γραφή. Κατά τα άλλα, η προσωπική μου προτίμηση από τα πιο χαοτικά του είναι το Ενάντια στη μέρα και από τα λιγότερο χαοτικά του το Vineland, που θα παρουσιαστούν στο Πανδοχείο αργά ή γρήγορα (όταν η μέρα αποκτήσει μερικά εικοσιτετράωρα παραπάνω), αλλά εδώ στην Συλλογή των 49 στο σφυρί βρίσκεται ένας σπόρος ολόκληρου του έργου του και μια από τις αξιαγάπητες ηρωίδες του δικού μας ροκ εντ ρολλ.

4. Τότε που ήμασταν νέοι. Πώς γνώρισα τον Πύντσον; Ήταν τέλη της δεκαετίας του ’80 όταν το συγκεκριμένο βιβλίο ήταν ένα από τα δυο βιβλία που συζητιούνταν και υμνούνταν στους κύκλους των πιστών του τότε «σύγχρονου» και «ανεξάρτητου» ροκ – το άλλο ήταν Το Ζεν και η τέχνη της συντήρησης της μοτοσυκλέτας του Robert Pirsig (και δεν αναφέρομαι στους ιερωμένους/καθιερωμένους Καστανέντα, Έσσε, άντε και κανένα Λωτρεαμόν για τους Σκοτεινούς, και βέβαια τους Μπωντλαίρ/Ρεμπώ και έτερους «καταραμένους», που αποτελούσαν συνήθη άλλοθι για τους αδιάβαστους πιστούς του νέου ροκ). Τότε ήταν που έσπευσα να το πάρω, στην έκδοση των Ύψιλον (την αγόρασα, την δάνεισα, την έχασα, την ξαναγόρασα σε μια δεύτερη ανατύπωση), και την συζητούσαμε στις μπάρες του Romance και του Berlin, έκπληκτοι νεοσύλλεκτοι ενός κρυμμένου ιχνηλάτη.

5.  «Προδίνουμε για να μείνουμε πιστοί». Το βιβλίο ήταν σε μετάφραση του Δημήτρη Δημηρούλη και η παλιά εκείνη έκδοση έχει πλέον εξαντληθεί. Ο μεταφραστής, όμως, ο πρώτος που τον εντόπισε και τον σύστησε στο ευρύ κοινό, αναδομεί την μετάφραση και την εμπλουτίζει με σημειώσεις και μια πολύτιμη εισαγωγή (που περιλαμβάνει και δυο παλαιότερα σχετικά κείμενα του στο περιοδικό Αντί) από την οποία προέρχεται και ο τίτλος του υπ’ αρ. 5 γραμματο-σήματος. Αυτός που προδίνει για να παραμείνει πιστός και παραχαράσσει για να φανεί γνήσιος, δεν είναι άλλος από τον μεταφραστή που ζει διαρκώς μέσα στο απατηλό κόσμο της μεταφοράς, της αναλογίας, της παραμόρφωσης και του κατοπτρισμού, όπως γράφει ο ίδιος στον πρόλογό του.

6. Από τα τάπερ στην περιπέτεια. Η Οιδίπα, μια «συνηθισμένη» νοικοκυρά που επιστρέφει από μια επίδειξη τάπερ (τα κλασικά tupperware!), μαθαίνει ότι χρίζεται εκτελέστρια της διαθήκης του πρώην εραστή της Πιρς Ινβεράριτι και να διαχειριστεί και μια συλλογή γραμματοσήμων που έχει αφήσει ο αποθανών, χιλιάδες μικρά πολύχρωμα παράθυρα μέσα σε μακρινούς ορίζοντες χώρου και χρόνου: σαβάνες γεμάτες αντιλόπες και γαζέλες, φρεγάδες πλέοντας δυτικά στο κενό, κεφάλια του Χίτλερ, ηλιοβασιλέματα, κέδροι του Λιβάνου… Πολύ ειδυλλιακά όλα αυτά, τι γίνεται όμως όταν τα γραμματόσημα που πρόκειται να δημοπρατηθούν ως πολύτιμο μέρος της διαθήκης αποτελούν απαραίτητα «εξαρτήματα» ενός αδιανόητου ευρήματος; Σε κάθε περίπτωση πρέπει να ταξιδέψει για να καταγράψει την περιουσία και να προβεί στις ενδεδειγμένες ενέργειες.

7.  Αυτοκίνητες ζωές. Ο σύντροφός της, ένας dj με κρίση συνείδησης, έχει καθοριστεί από το προηγούμενο επάγγελμά του που ήταν πωλητής μεταχειρισμένων αυτοκινήτων καθώς έβλεπε αναρίθμητους πελάτες να φέρνουν για την μάντρα του φρικαλέα σαράβαλα, μηχανοκίνητες μεταλλικές προεκτάσεις του εαυτού τους και των οικογενειών τους, όπου έβλεπες τι πράγματι απόμεινε απ’ αυτές τις ζωές… καρφιτσωμένα κουπόνια για σκόντο πέντε ή δέκα σετνς, δελτία εκπτώσεων, ροζ φυλλάδια που διαφήμιζαν χαμηλές τιμές στα καταστήματα, αποτσίγαρα, χτένες με σπασμένα δόντια, αγγελίες για οικιακές βοηθούς, κομμένες σελίδες από Χρυσό Οδηγό, κουρέλια από παλιά εσώρουχα ή φορέματα που είχαν ήδη περάσει στην ιστορία […] κάθε είδους πράγματα καλυμμένα ομοιόμορφα, σα μια σαλάτα απελπισίας, με γκρίζα σάλτσα από τέφρα, συμπυκνωμένο καυσαέριο, σκόνη, σωματικά εκκρίματα…. και αδυνατεί να δεχτεί ότι κάθε ιδιοκτήτης ερχόταν, ο ένας πίσω από τον άλλον, μόνο και μόνο για ν’ ανταλλάξει μια στραπατσαρισμένη, χαλασμένη εκδοχή του εαυτού του για μια άλλη, εξίσου χωρίς μέλλον, αυτοκίνητη προβολή της ζωής κάποιου άλλου.

8.  Στον δρόμο / Προς Άγιο Νάρκισσο! Κάθε φορά η ίδια έξαψη: όταν οι ήρωες μπαίνουν στο αυτοκίνητο και φεύγουν. Σχεδόν βλέπω την Οιδίπα να φεύγει για το Σαν Ναρκίσο, κοντά στο Λος Άντζελες, να μπαίνει Κυριακή με νοικιασμένο Ιμπάλα και με την Σεβρολέτα να κυλάει σε μια γειτονιά με μάντρες αυτοκινήτων, ενεχυροδανειστήρια, χώρους εμφιάλωσης φωταερίου, ντράιβ ιν, κτήρια και εργοστάσια που οι αριθμοί περνάνε από το εβδομήντα στο ογδόντα χιλιάδες, δυο μεγάλους διακοσμητικούς πυραύλους του τμήματος Γαλακτρονικής μιας μεγάλης αεροναυπηγικής βιομηχανίας, τσιμεντένια γραφεία διανομής μηχανών, αποθήκες, χώρους στάθμευσης για καμιόνια. Πρόλαβα και να την δω να μπαίνει σ’ ένα μοτέλ «επειδή η ακινησία και οι τέσσερις τοίχοι κάποια στιγμή είναι προτιμότερα από την ψευδαίσθηση της ταχύτητας, της ελευθερίας και του ξετυλιγμένου τοπίου».

9. Δορυφόροι της Οιδίπας. Ο ψυχοθεραπευτής Δρ Χιλάριους, στο δημοτικό νοσοκομείο δεινός ερευνητής των παρενεργειών του LSD-25, της μεσκαλίνης, της ψιλοκυβίνης και άλλων ψυχοδηλωτικών σε ένα μεγάλο δείγμα από οικοκυρές των προαστίων και τοποτηρητής ομαδικών ψυχοθεραπειών σε γκαράζ, επιθυμεί να είναι σε συνεχή επικοινωνία μαζί της, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται. Ένας έφηβος μουσικός με το συγκρότημα του οι Παρανοϊκοί. Ο δικηγόρος της Μέτζγκερ που έψαξε όλη την σειρά των μοτέλ για να την βρει επειδή την ποθεί διακαώς.

10. Σχεδόν επί της οθόνης. Στο μοτέλ αυτό, άλλωστε, διαδραματίζονται δυο από τις πλέον κινηματογραφικές σκηνές του βιβλίου. Καθώς η Οιδίπα χώνεται στην τουαλέτα και βάζει όσα περισσότερα ρούχα μπορεί, για να εμποδίσει τον εαυτό της να παρασυρθεί από τον Μέτζγκερ, το μπουκάλι της λακ πέφτει στο πάτωμα και γυρίζει σαν αφιονισμένα μέσα στο μπάνια, εκτοξεύοντας παντού το περιεχόμενό του. Τα χημικά βεγγαλικά προφανώς γιορτάζουν αυτό που θα ακολουθήσει. Και όταν τελειώσει αυτό που ακολούθησε, ο οργασμός της συμπίπτει με το σβήσιμο όλων των φώτων του μοτέλ και φυσικά της τηλεόρασης, επειδή οι Παρανοϊκοί για να κάνουν πρόβα έξω πήραν όλες τις διαθέσιμες πρίζες του μοτέλ και τράβηξαν καλώδια μέχρι τον κήπο.

11.  Καπνίζοντας νεκρούς. Γνωστό το εύρημα της ανακάλυψης ενός άλλου εαυτού κάποιου αποθανόντος, και γενικώς με τις βρώμικες δουλειές του νεκρού, όμως ποιος θα φανταζόταν τις ανασκαφές του σε παλιά νεκροταφεία ώστε να δοκιμαστούν οστά στην πρώτη δοκιμαστική κατασκευή φίλτρου για τσιγάρα κατά την δεκαετία του 1950, συνεπώς ότι πλείστοι κάπνισαν πεθαμένους μια εποχή;

12.  Οι ταχυδρόμοι των λοξών δρόμων. Αλλά αυτό δεν είναι τίποτα μπροστά στην μέγιστη αποκάλυψη που αρχίζει να ξεδιπλώνεται: την ύπαρξη ενός κρυφού ταχυδρομικού δικτύου που κρατά από το 1300 και που επιβιώνει μέχρι σήμερα στην Καλιφόρνια, λειτουργώντας ως κανάλι επικοινωνίας για μέλη με ιδιαίτερες επιστημονικές και σεξουαλικές πεποιθήσεις, απόκληρους του συστήματος, περιθωριακούς μιας αδιευκρίνιστης υποκουλτούρας, αποτυχημένους αυτόχειρες και Ιναμοράτι Ανώνυμους («κάποιοι που αγαπούν – ο χειρότερος εθισμός απ’ όλους») . Μια τρομερή ιδέα που αυτός ο «πρώιμος» Πύντσον δεν επεκτείνει σε ογκώδες μυθιστόρημα – ενώ κάλλιστα θα μπορούσε – γιατί οι ήρωές του βρίσκονται ήδη στην επόμενη κίνηση.

13. Οι γραφές των γρίφων. Έτσι η Οιδίπα κολυμπάει στα αχαρτογράφητα νερά γρίφων, πληροφοριών, συμβόλων, φράσεων και κρυπτογραφημάτων που χρησιμοποιούν χρήστες που ανταλλάσσουν ισόποσες πληροφορίες μεταξύ τους και ασκούν «μια υπολογισμένη παραίτηση από την ζωή της Πολιτείας και τον μηχανισμό της, και αφού δεν μπορούσαν να αποσυρθούν σ’ ένα κενό, έπρεπε να υπάρχει ένας ξεχωριστός, άγνωστος κόσμος». Καθώς, μάλιστα, αναζητά σε παλαιοπωλεία σημειώσεις με μολύβι στα περιθώρια σελίδων που οδηγούν σε άλλα βιβλία ή κρυπτικά νοήματα, είναι αδύνατο να μην χαμογελάσει κανείς με τον σχετικό pop μπορχεσιανό χρωματισμό. Και φυσικά με όλο αυτό το αθέατο ταχυδρομείο δεν μπορεί κανείς να μη θυμηθεί το επίγονο The Great and Secret Show του Clive Barker!

14. Η Οιδίπα στους τόπους. Από τις βιβλιοθήκες του Μπέρκλεϊ και τις αποθήκες του Όκλαντ μέχρι ένα μπαρ που παίζει αποκλειστικά ηλεκτρονική μουσική και έρχονται να αυτοσχεδιάσουν απ’ όλη την Αμερική, από την έκθεση της Ισπανίδας εξόριστης Ρεμέντιος Βάρο (τα πολύσημα έργα της οποίας φαίνεται πως εξέπληξαν τον ίδιο τον συγγραφέα) μέχρι την σκοτεινή βιτρίνα ενός βοτανοπωλείου σε μια κινεζική γειτονιά, η Οιδίπα αναζητά ανθρώπους που μπορεί να γνωρίζουν ή σήματα που μπορεί να την οδηγήσουν. Περιπλανιέται με λεωφορεία ή με τα πόδια σε πολυκατοικίες με δαιδαλώδεις διαδρόμους, σε ανήλιαγες, τσιμεντένιες υποστυλώσεις των μεγάλων λεωφόρων, σε πάρκα-νεκροταφεία, όπου στον ίδιο χώρο ενσωματώνονται οι δυο ιδιότητες ώστε να συμφιλιώνεται κανείς με τον θάνατο, ελπίζοντας να εντοπίσει μυστικά γραμματοκιβώτια που μπορεί να την επιβεβαιώσουν.

15. Το αδύνατον. Υπάρχουν δυο εξουθενωτικές ιστορίες μέσα στην ιστορία: η αφήγηση μιας τηλεοπτικής σειράς όπου συμμετείχε μικρός ο Μέτζγκερ και τώρα παίζει η TV του μοτέλ και η περιγραφή ενός παλαιού θεατρικού έργου που υποκρύπτει πολύτιμες ενδείξεις για το μυστικό Δίκτυο, επίτηδες, να μας ζαλίσουν για να γίνει ένα πρώτο ξεδιάλεγμα αναγνωστών. Όμως δεν γίνεται να απολαμβάνει κανείς τα χαοτικά λογύδρια του William Barroughs, την μεταμοντέρνα σύνδεση όλων με όλα του Malcolm Bradbury, τα δυστοπικά ενδεχόμενα του Philip Dick, τις χαοτικές σαπουνόπερες του Kurt Vonnegut και τις ατέλειωτες περιπλανήσεις του Jack Kerouac και να φοβάται να αναμετρηθεί με το πυντσονικό σύμπαν. Απλά δεν γίνεται.

16. Έξω στην άβυσσο; Στον διάχυτο αναβρασμό του Μπέρκλεϊ το 1966, εκείνη που ένιωθε ανίκανη να συμμετέχει σε διαδηλώσεις και καταλήψεις, τώρα αισθάνεται ικανή να φτάσει ως την άκρη του κόσμου μέχρι το τέλος μιας αναζήτησης που γίνεται ολοένα και πιο προσωπική. Αλλά τι επιλογές έχει η Οιδίπα τώρα αισθάνεται «σαν μια κυματίζουσα κουρτίνα σ’ ένα πολύ ψηλό παράθυρο, πηγαίνοντας προς τα πάνω και μετά έξω στην άβυσσο»; Να συνεχίσει να ψάχνει, να πηγαίνει μακρύτερα και βαθύτερα; Να πειστεί ότι τίποτε δεν συμβαίνει και δεν μπορεί να είναι αληθινό και να αφήσει τα υπόλοιπα στον ψυχαναλυτή της; Να αποδεχτεί ότι πρόκειται για μια προσωπική ψύχωση; Να υπολογίσει το ενδεχόμενο να πρόκειται για μια φάρσα του πρώην ζωντανού συζύγου; Να μην σταματήσει αν δεν καταλήξει στην λύση του γρίφου;

17. Αυτό ήταν; Εδώ δεν είναι ταινία ώστε να έχουμε τέλος, ούτε τραγωδία που λήγει με κάθαρση, ούτε μυθιστόρημα παλαιών αρχών που στις τελευταίες σελίδες επιφυλάσσει την ολοκλήρωση του μύθου. Είναι δυνατόν ο συγγραφέας να τελειώσει λέγοντας: α, τελικά αυτοί ήταν, μπράβο Οιδίπα, τους βρήκες; Όταν η πραγματικότητα γίνεται όλο και πιο πολύπλοκη και ο λόγος όλο και πιο αμφίσημος, όταν οι πληροφορίες εναλλάσσονται και συγκρούονται με ταχύτητα φωτός, πως διανοείται κανείς να βρει μιας οριστική απάντηση; Ούτως ή άλλως, τα φαντασιακά μυθιστορήματα περί δικτύων επικοινωνίας, οι πλοκές συνωμοσίας και μυστικών εταιρειών και η προγενέστερη επιστημονική «φαντασία» με τις τεχνητές διάνοιες (όπως ο Μάξγουελ εδώ), που σίγουρα διαμόρφωσαν την γραφή του Πύντσον, εδώ μοιάζουν ξεπερασμένα.

18.  Α/πιθανότητες. Ίσως αυτοί οι Ταχυδρόμοι φρόντισαν για μια «μυστική αφθονία και κρυμμένη πυκνότητα ονείρου για ορισμένους που αφήνουν τα ψεύδη και τις κοινοτοπίες για το επίσημο κυβερνητικό σύστημα» ή για μια απλή εναλλακτική λύση στο αδιέξοδο της πλήξης εκατομμυρίων αμερικανών. Ίσως, πάλι, έγιναν οι ίδιοι ένα ζωντανό ναρκωτικό των παραισθήσεων.

19. Η φευγαλέα αλήθεια. Η Οιδίπα αναρωτήθηκε αν στο τέλος όλων αυτών (αν ποτέ τελείωναν) δε θα έμενε κι αυτή μόνο με διάφορες αναμνήσεις από ίχνη, αναγγελίες, υπαινιγμούς, και ποτέ με την ίδια την κεντρική αλήθεια, που πρέπει κάθε φορά να είναι τόσο φωτεινή ώστε η μνήμη της δεν μπορεί να την κρατήσει· που πρέπει πάντοτε να φλέγεται καταστρέφοντας ανέκκλητα το ίδιο της το μήνυμα, αφήνοντας ένα ιδιαίτερα εκτεθειμένο κενό όταν ο κανονικός κόσμος επιστρέφει. [σ. 165]

Εκδ. Gutenberg, 2017, μτφ. Δημήτρης Δημηρούλης, σελ. 281 [The Crying of Lot 49, 1966]. Περιλαμβάνεται δισέλιδη «ενδεικτική βιβλιογραφία», με τα έργα του Thomas Pynchon που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά και επιλογή κριτικών μελετών.

Σημ: H αυτοπροσωπογραφία της Rosa Rolanda και η τελευταία εικόνα, δια χειρός της Nicole Rifkin, αντανακλούν ακριβώς όπως φαντάζομαι την Οιδίπα, όπως και η πιο πάνω εικόνα της στο αυτοκίνητο, έργο αγνώστου, όπως αγνώστου είναι και οι υπόλοιπες εικόνες της ανάρτησης.

Δημοσίευση και στο Mic, Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 246, με τίτλο Whole lotta lot, εδώ.