Ισαάκ Μπασέβις Σίνγκερ – Έρωτας και εξορία. Αυτοβιογραφική τριλογία

[Βιβλία περί του ιερού, 5. Και περί του έρωτα και της λογοτεχνίας]

1. Ένας σπάνιος συγγραφέας

Πώς να μην απολαμβάνει κανείς στο έπακρο κάθε βιβλίο του Σίνγκερ, όταν ο συγγραφέας  έχει έναν προσωπικό τρόπο να αφηγείται ιστορίες όπου η προσωπική αναζήτηση της αλήθειας συνδυάζεται με την αγωνία της καθημερινής επιβίωσης, η παραδεδομένη πίστη εναγκαλίζεται με την διαβρωτική αμφισβήτησή της και η σφοδρή ερωτική επιθυμία με την μέγιστη δοκιμασία της δια ζώσης εφαρμογής της;  Η παρούσα αυτοβιογραφική τριλογία, που περίμενα εδώ και τόσα χρόνια να εκδοθεί, όχι μόνο διαβάζεται με βουλιμία από όλους εμάς τους πιστούς του πιστού/άπιστου/δύσπιστου Σίνγκερ αλλά παίρνει και την θέση της δίπλα στα βιβλία που απόλαυσα περισσότερο: στο μεγάλης έκτασης μυθιστόρημα Σκιές στον ποταμό Χάντσον, στα μικρότερα μυθιστορήματα Σώσα και Σκλάβοι, μια ερωτική ιστορία, και στα εκτενή διηγήματα Ο τελευταίος δαίμονας και άλλες ιστορίες (εκδ. Καστανιώτη, Κίχλη, Καστανιώτη και Νεφέλη αντίστοιχα).

Καθώς η θρησκεία, ο έρωτας και η λογοτεχνία αποτελούν τους τρεις βασικούς πυλώνες του βίου του Σίνγκερ, είναι αδύνατο να μην ενταχθεί το βιβλίο στην σειρά μας Βιβλία περί του ιερού, αλλά και, ταυτόχρονα, αδύνατο να περιοριστεί εκεί, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για πνευματική αυτοβιογραφία και για μυθοπλασία πάνω σ’ ένα υπόβαθρο αλήθειας, όπως γράφει στο εισαγωγικό του σημείωμα ο συγγραφέας, οι οποίες αφορούν, προσθέτουμε εμείς, τον βίο ενός συγγραφέα που αφιέρωσε την ζωή του στις θεολογικές, ερωτικές και λογοτεχνικές αναζητήσεις, έναν βίο που στο μεγαλύτερο μέρος του έζησε σε πολύτροπη εξορία. Ας δούμε αρχικά αυτό το στοιχείο του ιερού.

2. Μια ηθική της διαμαρτυρίας

Η πρώτη επαφή του ήρωα με τον σπόρο της αμφιβολίας οφείλεται στην ανάγνωση του Σπινόζα, ο οποίος πίστευε ότι ο Θεός είναι η φύση και η φύση είναι ο Θεός, όλοι οι άνθρωποι και όλα τα ζώα είναι κομμάτι της θείας ουσίας, ο Θεός δεν ανταμείβει τους δίκαιους ούτε τιμωρεί όσους κάνουν κακό, δεν υπάρχει παράδεισος ούτε Γέενα και ο Μεσσίας δεν πρόκειται να έρθει ποτέ ούτε φυσικά οι νεκροί να αναστηθούν από τους τάφους τους. Ο συγγραφέας θα εμβαθύνει στον Σπινόζα, που βρήκε παρηγοριά σε έναν Θεό χωρίς βούληση και συναισθήματα. Σύμφωνα με τον φιλόσοφο, τα συναισθήματα, τα βάσανα και η δικαιοσύνη αποτελούν ανθρώπινες έννοιες, εφήμερες τροπές του όντος. Ο Σίνγκερ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος δεν είναι διόλου υποχρεωμένος να ευχαριστεί τον Θεό για όλες τις συμφορές και τα δεινά της ζωής του. Αν αυτός ο Θεός διαθέτει περισσότερη γνώση και δύναμη από εμάς, κανείς δεν του δίνει το δικαίωμα να βασανίζει τους ανθρώπους ακόμα κι αν τα κίνητρά του είναι σοφά και αγαθά. Έτσι φτάνει στην βαθύτατη συνειδητοποίηση, ότι πιστεύει στον Θεό αλλά δεν μπορεί να τον αγαπήσει, ούτε με την καρδιά και την ψυχή, που προστάζει η Τορά, ούτε και με την amor Dei intellectualis, την διανοητική αγάπη του Θεού, που απαιτεί ο Σπινόζα. Με τους παραπάνω συλλογισμούς, που τον ταλάνισαν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, ο Σίνγκερ δημιουργεί την δική του βάση για μια ηθική, όχι κοινωνική, ούτε και θρησκευτική, αλλά μια ηθική της διαμαρτυρίας. Ο ηθικός άνθρωπος διαμαρτύρεται όχι μόνο όταν αδικείται ο ίδιος προσωπικά αλλά και όταν βλέπει ή αναλογίζεται τα όσα υποφέρουν οι άλλοι.

3. Παγκόσμιο σφαγείο, άδικος Θεός

Μετά έρχεται η ίδια η πραγματικότητα να τον κάνει να αντιληφθεί ότι ζει σε έναν κόσμο φρικτής σκληρότητας, όπου, συν τοις άλλοις, οι χθεσινοί μάρτυρες γίνονται σημερινοί βασανιστές. Όταν βλέπει τις φρικαλεότητες κατά των Εβραίων σκέφτεται πως το ανθρώπινο γένος δεν αξίζει να σωθεί. Αν υπήρχε Θεός, τότε δεν θα είχε κάνει τον άνθρωπο τέτοιο αιμοσταγές πλάσμα, έτοιμο σε κάθε βήμα του να ασκήσει βία. Ο κόσμος είναι ένα πελώριο σφαγείο. Οι πόλεμοι που διεξήγε ο Ιησούς του Ναυή θυμίζουν τις φρικαλεότητες που διέπρατταν οι Κοζάκι του Χμελνίτσκι. Σε πολλές πόλεις της Ρωσίας γίνονταν πογκρόμ σε βάρος των Εβραίων. Οι πραγματικά αθώοι μάρτυρες σ’ αυτή τη γη είναι τα ζώα, και ιδίως τα φυτοφάγα. Περνώντας από το παζάρι βλέπει τα ζώα των σφαγέων να πνίγονται στο ίδιο τους το αίμα. Πώς μπορεί κανείς να προσπερνά τα εγκλήματα που διαπράττονται εις βάρος των ζώων στα κυνήγια, στα σφαγεία και στα επιστημονικά εργαστήρια; Πώς γίνεται ένας ελεήμων Θεός να επιτρέπει να συμβαίνουν όλα αυτά και ο ίδιος να παραμένει σιωπηλός;

4. Η άφαντη αλήθεια

Η Καμπάλα του Ισαάκ Λούρια, η πίστη σε ψευτομεσσίες όπως ο Σαμπατάι Τσεβί και ο Γιακόμπ Φαράνκ, αλλά και ο χασιδισμός, όλα δημιουργήθηκαν για να ζωντανέψει ο εβραϊσμός, που είχε βαλτώσει στους άκαμπτους κανόνες των ραβίνων και στην αυστηρότητα του νόμου. Καταγόμενες από γενιές ολόκληρες ραβίνων, χασιδιστών και καμπαλιστών, ο ήρωας διαπιστώνει ότι επειδή ακριβώς οι Εβραίοι ζούσαν δυο χιλιάδες χρόνια στην εξορία, από τον έναν τόπο στον άλλον και από το ένα γκέτο στο άλλο, η θρησκεία τους δεν εξαερώθηκε. Ο Εβραίος της διασποράς παρέμενε γραπωμένος από μια και μόνη ελπίδα: ότι θα ερχόταν ο Μεσσίας που θα ξερίζωνε το κακό. Πολύ ωραία όλα αυτά, αναρωτιέται ο ήρωας, είναι όμως αλήθεια; Η μόνη «απόδειξη» που υπάρχει είναι τα ιερά βιβλία που και αυτά δεν είναι παρά μελάνι και χαρτί, γραμμένα από ανθρώπους. Πού βρίσκεται η αλήθεια; Κάπου πρέπει να βρίσκεται κρυμμένη και την αναζητά παντού: στα καμπαλιστικά βιβλία του πατέρα του, στα άρθρα των εφημερίδων, στα βιβλία, στις συζητήσεις με τους άλλους.

5. Αδιανόητες δοξασίες, συναρπαστικές ιστορίες

Οι θεολογικές του μελέτες αναμειγνύονται με αφηγήσεις που μοιάζουν περισσότερο με λογοτεχνήματα παρά με σημεία πίστης. Διαβάζει πως για κάθε άγιο υπάρχουν τριακόσιοι δέκα κόσμοι αποκλειστικά δικοί του, πως συνδυάζοντας κάποια γράμματα μπορείς να βγάλεις κρασί από έναν τοίχο· ιστορίες για την αγάπη και τα ζευγαρώματα όλων των θεών και των αγίων στον παράδεισο· για τον Θεό που κάπου μελετάει την Τορά, δηλαδή τα ίδια του τα βάθη· διηγήσεις για κάποιους που ξεχνούν πως είναι πεθαμένοι και πάνε και παντρεύονται κιόλας, για κάποιον που επί βδομάδες ολόκληρες είχε στο παράθυρό του ένα πονηρό πνεύμα να του χτυπάει στο τζάμι. Κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι μπορείς να επιστρέψεις σε νέα ζωή ως οτιδήποτε, ακόμα και ως πανί ανεμόμυλου. Είναι θέμα χρόνου ο Σίνγκερ να εμπλακεί με τις φυσικές επιστήμες και να αναζητήσει εκεί τις απαντήσεις. Όμως και εκεί τα ενδεχόμενα μοιάζουν άπειρα. Αν, όπως αποδείχτηκε, ένα κομματάκι λάσπης στον οχετό φιλοξενεί εκατομμύρια αόρατα μικρόβια, γιατί να μη δεχτούμε πως υπάρχουν και ορδές αθέατα φαντάσματα τους αιθέρες; Ποιος μπορεί να αποκλείσει αν μέσα στο άπειρο σύμπαν υπάρχει κάποιος που μπορεί να πάρει το ηλιακό μας σύστημα και να το βάλει στην τσέπη του και μάλιστα χωρίς να το ξέρουμε;

6. Οι «απαντήσεις» των φιλοσόφων

Τι έχουν λοιπόν να πουν οι φιλόσοφοι σχετικά με το για ποιο λόγο πρέπει άνθρωποι και ζώα να υποφέρουν τόσο πολύ; Αν δεν γνωρίζουν, τότε τι χρειάζονταν όλες αυτές οι υψιπετείς λέξεις και οι αρχαιοελληνικές και λατινικές φράσεις; Ο συγγραφέας επιχειρεί να διαβάσει τα στρυφνά σχόλια του Βίττγκενσταϊν και των μαθητών του, που προσπαθούσαν να πείσουν τον εαυτό τους και τους άλλους ότι το μόνο που μας λείπει είναι ο σαφής ορισμός των λέξεων· πώς έτσι και φτιάξουμε ένα λεξικό με ορισμούς κρυστάλλινης καθαρότητας, αμέσως η οδύνη όλων των πλασμάτων που έχουν μαρτυρήσει από καταβολής κόσμου θα δικαιολογηθεί. Στην πραγματικότητα όλοι οι φιλόσοφοι λένε αυτό που έχει ακούσει από την μητέρα του – ότι οι βουλές του Θεού (ή της Φύσης, ή της Ουσίας ή του Απόλυτου) είναι άγνωστες. Προς το παρόν θα ερευνήσει τα μυστήρια των κοριτσιών στην αυλή του και στον δρόμο του. Η περίφημη οδός Κροχμάλνα της Βαρσοβίας απ’ όπου ξεκινάει η μνημονευμένη ζωή του, που ακούγεται «σα να ουρλιάζουν οι πάντες», είναι γεμάτη από αξιοπερίεργα πλάσματα, ακροβάτες που κάνουν τα νούμερά τους στις αυλές και φυσικά δεσποινίδες των οποίων τα χέρια, τα πόδια, τα μάτια, οι μύτες, όλα μιλούσαν με τον δικό τους τρόπο.

7. Οι νέοι ελπιδοφόροι συγγραφείς…

Μετά τον πόλεμο, στην λογοτεχνική σκηνή της ανεξάρτητης πλέον Πολωνίας κυριαρχούν οι κομμουνιστές και ευρύτερα η αντίληψη ότι στην δική τους τάξη πραγμάτων δεν θα υπάρχουν Εβραίοι και Εθνικοί παρά μόνο μια ενωμένη ανθρωπότητα, ενώ οι θρησκείες και οι δεισιδαιμονίες θα ανήκουν στο παρελθόν Αυτού του είδους η ιδεολογία δεν ταιριάζει προφανώς στον Σίνγκερ και στον αδελφό του Γιεοσούα, αλλά και πάλι, για τους ευσεβείς Εβραίους αμφότεροι θεωρούνται αιρετικοί και βλάσφημοι. Ο ίδιος με την σειρά του αναρωτιέται πώς μπορείς να είσαι λογοτέχνης στην σοβιετική Ρωσία ή στην Βαρσοβία όταν η λογοτεχνική παραγωγή της εποχής ήταν κομμένη και ραμμένη ώστε να ταιριάζει τις αποφάσεις του Κόμματος αντί να εκφράζει καλλιτεχνικές αλήθειες. Στο όνομα μια υποτιθέμενης προόδου οι συγγραφείς μετατρέπονταν σε ψεύτες καταστρέφοντας το όποιο ταλέντο τους.

8… μιας νέας αισιοδοξίας της μπροσούρας και της δολοφονίας

Η αισιοδοξία φαίνεται πως επηρέαζε και μερικούς φωτισμένους ανθρώπους. Φιλοξενούμενος ενός από τους αρχισυντάκτες των Λιτεράρισε Μπλέτερ, του Μελέκ Ράβιτς, ο Σίνγκερ τον ακούει να υποστηρίζει ότι ένας κόσμος δικαιοσύνης είναι άμεσα εφικτός και η λογοτεχνία μπορεί να επιταχύνει την έλευση αυτής της νέας εποχής.  Ο ήρωας αδυνατεί να συμφωνήσει: οι οιωνοί δείχνουν ότι ο άνθρωπος δεν έχει μάθει τίποτα από τον πόλεμο με τους είκοσι εκατομμύρια νεκρούς, οι αντιπρόσωποι της Μόσχας καλούν σε παγκόσμιο πογκρόμ εις βάρος των αστών και των μεσαίων τάξεων, ενώ «νεαροί επαρχιώτες που δεν έχουν δουλέψει ένα λεπτό στην ζωή τους μιλούν εν ονόματι των χωρικών και των εργατών και καταδικάζουν σε θάνατο όσους διαφωνούν»· παρατηρεί δε με κατάπληξη πως λίγα φυλλάδια, μερικές μπροσούρες και κάποια περιοδικά γεμάτα κοινοτοπίες μπορούν να διαθέτουν τόση δύναμη και να μετατρέπουν τους ανθρώπους σε δολοφόνους. Την ίδια στιγμή κανείς δεν ξανακούει λέξη για όσους πήγαν στη Ρωσία για να βοηθήσουν την οικοδόμηση του σοσιαλισμού ενώ οι ποιητές φλυαρούν σε αδειανά στιχάκια – «δηλαδή νέα λογοτεχνία είναι οι κούφιοι στίχοι του Μαγιακόφσκι;».

9. Οι σωτήριοι δεσμοί και οι διαβρωτικές αμφιβολίες

Εκείνο τον χειμώνα στην Βαρσοβία δυο θεσμοί τον κρατούν στην ζωή: η Λέσχη Συγγραφέων όπου συχνάζει και μπορεί να τρώει φτηνά (οι σελίδες των εκεί συμβάντων είναι σπαρταριστές) και οι δημόσιες βιβλιοθήκες όπου ικανοποιεί την αναγνωστική του βουλιμία, ιδίως ως προς τις φυσικές και τις παραφυσικές επιστήμες. Αυτοί είναι οι δυο σωτήριοι δεσμοί: η λογοτεχνία έτσι ή αλλιώς. Τελικά η λογοτεχνία δεν έσωσε τον κόσμο αλλά φαίνεται πως έσωσε τον ίδιο. Και η συγγραφή ακολούθησε σχεδόν αυτονόητα.

Τι είδους βιβλία επιθυμεί να γράψει αυτός ο Σίνγκερ και για τι είδους ιστορίες μιλούσε τότε η λογοτεχνία; Συνήθως θα επρόκειτο για κάποια κοπέλα που οι γονείς ήθελαν να την παντρέψουν με κάποιον ενώ εκείνη αγαπούσε κάποιον άλλον. Η γίντις λογοτεχνία, από την άλλη, είχε παραμείνει επαρχιώτικη και οπισθοδρομική. Μαζί με την εβραϊκή λογοτεχνία απέφευγαν την μεγάλη περιπέτεια της εβραϊκής ιστορίας – τους ψευδομεσσίες, τους διωγμούς, τις διαδικασίες αφομοίωσης που επέτρεψαν τους Εβραίους να γίνουν πολιτικοί, εκδότες και εκατομμυριούχοι. Αγνοούσε τον εβραϊκό υπόκοσμο, τοις πόρνες, τους εμπόρους λευκής σαρκός. Η γίντις λογοτεχνία του θυμίζει το δικαστήριο του πατέρα του, όπου σχεδόν τα πάντα απαγορεύονταν. Αν όμως τα πάντα μπορούν να γίνουν πάθη, όπως έγραψε ο Σπινόζα, τότε ο συγγραφέας αποφασίζει να γίνει αφηγητής των ανθρώπινων παθών. Και, τελικά, ήταν πράγματι ογκόλιθοι της λογοτεχνίας ο Γκόρκι, ο Αντρέγιεφ, ο Πέρετς, ο Σόλεμ Αλέιχεμ; Ο Χανς Κάστορπ του Μαγικού Βουνού του Τόμας Μαν δεν ήταν ζωντανό πλάσμα αλλά φερέφωνο του συγγραφέα. Ήταν βιβλίο γραμμένο για τους κριτικούς, όχι τους αναγνώστες. Στον κόσμο είχε κάνει την εμφάνιση του ένα είδος αναγνώστη που στο βιβλίο δεν αναζητούσε την σύνθεση αλλά την ανάλυση. Αυτοί οι αναγνώστες έβαζαν τα βιβλία στο τραπέζι του ανατόμου και όσο πιο πεθαμένο ήταν πτώμα, τόσο πιο επιτυχής η νεκροψία.

Ο γνωστός Σίνγκερ: κατακλυσμένος από αμφιβολίες και αβεβαιότητες για τα πάντα! Έφερνε πραγματικά κάτι νέο ο Χέγκελ στην φιλοσοφία; Είχαν βάση οι ισχυρισμοί του Μαρξ, του Λένιν και του Μπουχάριν; Μπορεί ένα Κράτος του Ισραήλ στην Παλαιστίνη να λύσει το εβραϊκό ζήτημα; Όλη αυτή η κενολογία περί ενός καλύτερου αύριο και περί της αδελφωμένης ανθρωπότητας στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο σε ευσεβείς πόθους, σε ψευδαισθήσεις ή στην δίψα για εξουσία; Είναι εντελώς σίγουρος πως μετά τον Πρώτο Πόλεμο θα ακολουθήσει και δεύτερος. «Στα περισσότερα πρόσωπα έβλεπες την εγωπάθεια, την αδιαφορία για οτιδήποτε πέρα από την δική τους σφαίρα και την βλακεία. Την μία στιγμή προσεύχονταν και την άλλη έσφαζαν». Οι θρησκείες μοιάζουν άνευ νοήματος αλλά το ίδιο και ο αθεϊσμός και ο υλισμός. Αν υπάρχει κάποιος που αποκαλούμε Θεό, δεν έχει αποκαλυφθεί ποτέ δεν κανέναν και δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη πως επιθυμεί την αγάπη, την ειρήνη και τη δικαιοσύνη. Όλη η ιστορική πορεία του ανθρώπου και των ζώων δείχνει ακριβώς το αντίθετο: είναι ένας Θεός της βίας και της σκληρότητας, με μοναδική αρχή του το δίκαιο του ισχυρότερου. Πώς μπορεί κανείς να αναγνωρίσει έλεος σε έναν Θεό που επί εκατομμύρια χρόνια παρατηρεί αμέτοχος σφαγές και βασανιστήρια;

10. Ο ερωτισμός του Σίνγκερ

Ο συγγραφέας περιμένει να ζήσει έρωτες, γιατί ήδη διαισθάνεται τις ανεξάντλητες μορφές του έρωτα που μπορεί κανείς να συναντήσει και συναρπάζεται από την ιδέα πως κάθε ανθρώπινος χαρακτήρας είναι μοναδικός στην ιστορία της ανθρωπότητας, όπως και κάθε περίπτωση έρωτα. Όμως τι είδους έρωτας είναι διαθέσιμος; Τα μυθιστορήματα συμφωνούσαν στο ότι ένας άντρας μπορεί να αγαπάει μόνο μια γυναίκα τη φορά, και αντιστρόφως αλλά ο ίδιος αντιλαμβανόταν το μεγάλο ψέμα. Αντί να αμφισβητεί η λογοτεχνία τους νόμους των ανθρώπων, οι νόμοι είχαν ρίξει τη λογοτεχνία σε μια παγίδα και την κρατούσαν αιχμάλωτη. Η μονογαμία ήταν νόμος επιβεβλημένος από τους νομοθέτες, όχι από την φύση. Ο λογοτέχης όμως οφείλει να περιγράφει πιστά την ανθρώπινη φύση, ασχέτως του πόσο άγρια, άδικη και παρανοϊκή μπορεί να είναι αυτή. Όλες εκείνες οι λεπτομέρειες για το ντύσιμο της Άννα Καρένινα πόσο φώτιζαν την κατάστασή της; Αν ο Τολστόι είχε περιγράψει τις σεξουαλικές της σχέσεις με τον άντρα της και με τον εραστή της θα γνωρίζαμε περισσότερα για εκείνη. Τα σεξουαλικά όργανα εξέφραζαν την ανθρώπινη ψυχή πολύ περισσότερο από κάθε άλλο μέλος του σώματος, ακόμα κι απ’ τα μάτια. Το σεξουαλικό ορμέφυτο συνδέεται απολύτως με την ψυχική και πνευματική δύναμη και όχι με την σωματική. Ο έρωτας και το σεξ είναι λειτουργίες της ψυχής.

Οι γυναίκες του Σίνγκερ αποτελούν πάντα εξαίσια λογοτεχνικά πλάσματα, είτε αποτελούν υπαρκτές αγαπημένες του, όπως συμβαίνει, υποθέτω, εδώ, είτε πρόκειται για επινοημένες συντρόφους. Πρώτα η Τζίνα, που έχει τα διπλά του χρόνια και μοιάζει να «έχει κάτι το κοριτσίστικο και ταυτόχρονα κάτι πρόωρα γερασμένο, με ρούχα που απέπνεαν μια αξιοπρεπή φθορά»· που «στο κρεβάτι μιλούσε σαν αγία και σαν πόρνη μαζί», και τον προέτρεπε να υποδύονται ιστορικούς ρόλους κατά την ερωτική πράξη, πιστεύοντας πως μετεμψυχώνουν ιστορικά πρόσωπα – εκείνη προτιμούσε συνήθως την Ραάβ την πόρνη. Πώς μπορεί κανείς να αντισταθεί σε αυτή την ηρωίδα που ζει σ’ ένα σπίτι με διαλυμένα έπιπλα, εξασκεί μέσα στα άγρια μεσάνυχτα την αυτόματη γραφή και προβαίνει σε ατέρμονες βεβαιώσεις της πως βρισκόταν σε διαρκή επαφή με τους νεκρούς; Όσο κι αν το ζευγάρι λιμοκτονεί, καθώς υπάρχουν μέρες που περιορίζονται στο μαύρο ψωμί του στρατού που πωλείται στις υπαίθριες αγορές μισοτιμής, ο ήρωας υποτάσσεται στην ερωτική της πείνα, ενώ η αφαγία τον φέρνει σε μια κατάσταση όπου ο διαχωρισμός μεταξύ ύπνου και ξύπνιου είχε σχεδόν χαθεί.

Ύστερα είναι η Στέφα, ερωτευμένη με τον αρραβωνιαστικό της, που συμφωνεί να συνάψει με τον συγγραφέα ψεύτικο γάμο για να βγει από την χώρα. Αδυνατεί να κατανοήσει γιατί πρέπει οπωσδήποτε οι άνθρωποι να ανήκουν σε μια ομάδα και να κουβαλάνε μαζί τους όλο το φορτίο των προκαταλήψεων και των διακρίσεων εις βάρος της ομάδας αυτής. Φτάνει στο σημείο να βάψει τα μαλλιά της καστανά και να φοράει στο λαιμό το Άστρο του Δαβίδ για να σταματήσουν να της κάνουν κομπλιμέντα πόσο δεν έμοιαζε με Εβραία. Ο ήρωας ανταλλάσει μαζί της παθιασμένες συζητήσεις ενώ ο έρωτάς τους γίνεται έντονος ακριβώς επειδή γνωρίζουν πως αργά ή γρήγορα θα αναγκάζονταν να χωριστούν. Τρίτη ιδιαίτερη γυναίκα, η Σαμπίνα που δεν μιλάει ποτέ για ρομαντικούς έρωτες αλλά έχει σε μεγάλη εκτίμηση την Έμμα Γκόλντμαν και έχει διαβάσει έργα των μοντερνιστών (Μαργκερίτ, Ντεκομπρά, Ζαπόλσκα), ενώ είναι βέβαιη ότι ο άνθρωπος του μέλλοντος δεν θα συνάπτει συμβόλαια ισόβιας αγάπης αλλά θα ακολουθεί ό,τι του υπαγορεύει η φύση. Και με την Σαμπίνα τους ενώνει το ίδιο πάθος – «ν’ αδράξουμε την όποια ηδονή μπορούσαμε, με κάθε τίμημα, προτού χαθούμε για πάντα».

Η αμφιφυλόφιλη Λένα, φλογερή τροτσκίστρια, μοιράζεται μαζί του μια σοφίτα που την χτυπά όλη μέρα ο ήλιος και τα σώματά τους ψήνονται σαν να ήταν σε φούρνο, σε μια ερειπωμένη βίλα όλο τρύπες, πάτωμα σάπιο γεμάτο τερμίτες, αλλά χωρίς  ποντίκια «αφού είχαν φύγει γιατί δεν έβρισκαν φαΐ». Η Λένα πιστεύει πως είναι άθεη και κοροϊδεύει τα στοιχεία του υπερφυσικού στα γραπτά του αλλά παραδέχεται πως είχε πάρει το μάτι της φαντάσματα στους διαδρόμους. Αυτοί κι αν ζουν για το παρόν! Με την εξαδέλφη του Έστερ, τέλος, μοιράζεται έναν «από εκείνους τους βουβούς έρωτες που κανένας από τους δυο δεν τολμάει ούτε να σκεφτεί» και την αίσθηση πως προσπαθούν να κλέψουν κάτι που ανήκε αποκλειστικά σ’ αυτούς. Γύρω του βρίσκονται και άλλες γυναίκες μοντέρνες, που απορούν πώς είναι δυνατόν να κλείσεις συμβόλαιο αγάπης εφ’ όρου ζωής και αναρωτιούνται αν υπάρχει μεγαλύτερη αντίφαση απ’ ότι ανάμεσα στην έννοια του έρωτα και στην έννοια του συμβολαίου. Υπάρχουν δυο ακόμα μείζονες γυναίκες που γνωρίζει στην νέα του ζωή και οι οποίες αναφέρονται πιο κάτω.

11. Οι έτεροι σαλοί

Ο εκάστοτε κύκλος του βρίθει από έτερους ιδιόμορφους χαρακτήρες που συχνά μοιάζουν με κωμικοτραγικές καρικατούρες, όπως ο αρραβωνιαστικός και μετέπειτα σύζυγος της Στέφα, Λέον Τρέιτλερ, «που πάντοτε ξεκινούσε την κουβέντα του κάπου από τη μέση» και, καθώς είναι από τους άντρες που δεν μπορούν χωρίς εραστή της γυναίκας του, συχνά τηλεφωνεί στον ήρωα για να τον μαλώσει που την έχει παραμελήσει, ενώ η Στέφα τον διαβεβαιώνει: «Αυτό που κάνω είναι και για εκείνον καλό. Υποσυνείδητα το θέλει»!, όπως ο Μάττες, που ανήκε στην σέχτα «νεκροί χασίδηδες», ακόλουθοι ενός ραβίνου που κήρυττε την θρησκεία μέσω της χαράς, και μιλούσε γι’ αυτόν χορεύοντας ή ο Ζακάρια Καμμερμάχερ που αυτοαποκαλούνταν θρησκευτικός αναρχικός και αναζητούσε κάποια περιοχή στην Αυστραλία ή τη Νότια Αμερική για να εγκατασταθούν οι Εβραίοι, και όσο μιλούσε είχε σηκωμένο τον αντίχειρά του, ενώ το ένα του μάτι κοιτούσε επάνω και το άλλο κάτω.

12. Η φυγή

Καθώς ο ναζισμός εξαπλώνεται και ο πόλεμος πλησιάζει, τι επιλογές έχει; Να πειστεί η Παλαιστινιακή Υπηρεσία στην Βαρσοβία για να του χορηγήσει πιστοποιητικό μετανάστευσης στην Παλαιστίνη, που ίσχυε μόνο για οικογένειες, άρα όφειλε να παντρευτεί, να μεταναστεύσει και μετά στην Παλαιστίνη να πάρει διαζύγιο. Ή να φύγει για την Αμερική και να αγωνιστεί εκεί να πάρει άδεια παραμονής. Επιλέγει το δεύτερο και εγκαταλείπει τη Βαρσοβία επιθυμώντας να φύγει αλλά και λαχταρώντας την, «σαν ένα βιβλίο που αναγκάστηκε να παρατήσει ακριβώς την στιγμή που η ιστορία έφτανε στην κορύφωσή της». Διασχίζει με τραίνο την ναζιστική Γερμανία σε μια εποχή όπου μόλις ξεκινούσαν οι διώξεις των Εβραίων και περνάει χωριά όπου με εξαίρεση τις σημαίες με την σβάστικα ήταν αδύνατο να καταλάβει κανείς πως η χώρα βρισκόταν στο έλεος ενός άγριου δικτάτορα. Η οικογένεια, οι όποιοι φίλοι και οι γυναίκες που υπήρξαν κοντά του περνάνε στην σφαίρα της ανάμνησης και ο φόβος μετατρέπεται σε απόλυτη αίσθηση μοιρολατρίας. Ζηλεύει τα άστρα του γαλαξία όπου δεν υπάρχει έλλειψη ζωτικού χώρου, δεν υπάρχουν διαβατήρια ούτε …Ναζί

13. Μια απολύτως γκογκολική μορφή

Αυτός ο ήρωας αποτελεί μια απολύτως γκογκολική φυσιογνωμία. Απορεί πώς είναι δυνατόν κάποιος με λιγοστά κόκκινα μαλλιά, πρόσωπο κατάλευκο, μάγουλα ρουφηγμένα, αυτιά πεταχτά, καμπούριασμα, με παντελόνι έτοιμο να του πέσει, κορδόνια διαρκώς λυμένα και γραβάτα στραβή, να είναι ενδιαφέρων στους άλλους. Φταρνίζεται και του φεύγει το κουμπί του γιακά του. Μόλις διαβάζει για κάποιο είδος φοβίας ή νεύρωσης αμέσως την αποκτάει. Στις δύσκολες στιγμές επαναλαμβάνει στον εαυτό του ότι είναι ένα πτώμα, απαλλαγμένο απ’ όλες τις ανθρώπινες αγωνίες; Περιφέρεται στην υγρή Βαρσοβία σαν φάντασμα και στην Αμερική σαν απόκληρος. Όταν μπαίνει σε ένα πορνείο αισθάνεται ως πρόβατο επί σφαγή. Ζηλεύει έναν μεθυσμένο αλήτη στον δρόμο γιατί κανείς δεν περιμένει τίποτε απ’ αυτόν και είναι ελεύθερος να περάσει την νύχτα του όπως του έκανε κέφι. Ζει σε άθλια, μικροσκοπικά και παγωμένα δωμάτια, γεμάτα κοριούς, με βρύσες που στάζουν καφετί νερό, προσπαθώντας να γράψει πάνω σε κάποιο κουτσό, καθισμένος σε ξεχαρβαλωμένες καρέκλες, ενώ ο άνθρωπος της απεντόμωσης αφήνει μια μυρωδιά που διαρκεί μια βδομάδα.

Στο πλοίο της φυγής ταξιδεύει μόνος σε μια καμπίνα χωρίς φινιστρίνια και εξαερισμό, καμπίνα ακριβώς πάνω από την μηχανή του πλοίου, χάνεται στους διαδρόμους και ανησυχεί μην περάσει οκτώ ολόκληρες μέρες ταξιδιού ψάχνοντας την καμπίνα του αλλά γνωρίζει καλά ότι τα νεύρα του είχαν ανάγκη από αγωνία, γι’ αυτό και την δημιούργησε. Και μολονότι ήξερε πως όλα αυτά ήταν μια φρεναπάτη, μια ανοησία, έπρεπε να παίξει το παιχνίδι. Μήπως εκείνος ο σερβιτόρος μπορεί να μπήκε στο πλοίο για να κατασκοπεύει επιβάτες και, πιθανώς, να βασανίζει Εβραίους; Στην τραπεζαρία όλοι σοκάρονται όταν ζητάει χορτοφαγικό γεύμα (τι τον έκανε να γίνει χορτοφάγος; κάποια θρησκεία; κάποιος γιατρός;), οι άντρες αισθάνονται προσβεβλημένοι που έχει προκαλέσει αναστάτωση, οι επιβάτες σύντομα παύουν να ανταποδίδουν τον χαιρετισμό του, μάλλον θεωρώντας ότι ο ίδιος διέπραξε το αμάρτημα της απομόνωσης, και του φέρνει φαγητό στην καμπίνα ένας αμίλητος σερβιτόρος που θα μπορούσε να είναι ο δεσμοφύλακάς του. Προσπαθεί να ξεχαστεί με ένα βιβλίο του Μπεργκσόν και την ιδέα της ωραίας φράσης της ζωτικής ορμής αλλά διαπιστώνει ότι ο φιλόσοφος δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να εξηγήσει πως αυτή μπορεί να γίνει δύναμη δημιουργίας. Ξανά η απογοήτευση των βιβλίων: στην αρχή δίνουν μια αίσθηση πρωτοτυπίας αλλά στο τέλος ο αναγνώστης ανακαλύπτει ότι δεν έχει γίνει καθόλου σοφότερος.

Στην Αμερική «ο φοβισμένος ανθρωπάκος μέσα του» θριαμβεύει. Υπό το καθεστώς του τρόμου ενδεχόμενης σύλληψης, βλέπει ήδη τον εαυτό του στην αίθουσα του δικαστηρίου, τον εισαγγελέα να τον περιγράφει τον αχρείο του χαρακτήρα, ενώ οι δικαστές βλέπουν ότι στα γραπτά του ξεχειλίζουν σαδισμό, χυδαιότητα και δαιμονολογία. Όταν επιχειρήσει το παράνομο ταξίδι της … νομιμοποίησης παίρνει λάθος προορισμό, λάθος μεταφορικά μέσα, και στο αποκορύφωμα, ενώ τον έχουν συμβουλεύσει να μην αναφέρει προσωπικά στοιχεία, στις αρχές ξεφουρνίζει αμέσως όνομα, διεύθυνση σε Νέα Υόρκη και Βαρσοβία, και καταγωγή, χωρίς καν να του το ζητήσουν. Σε κάθε θέα αξιωματούχου αναρωτιέται μήπως είναι αυτός που ψάχνουν. Όταν τελικά αναζητούν τον ίδιο, παρ’ όλη την αγωνία του, νιώθει και μια δόση ικανοποίησης που η διαίσθησή του δεν τον είχε προδώσει. Καταλήγει πως έχει μάθει τόσο πολύ τα παιχνίδι του δαίμονα μέσα του που τίποτα δεν τον εξέπληττε. Ανακουφίζεται πάντως που όλοι πίνουν, άρα ούτε κι αυτοί θα είναι σίγουροι για τον εαυτό τους.

14. Η νέα ζωή και ο αιώνιος ερωτισμός

Η άφιξη στην Αμερική, στη Νέα Υόρκη όπου ζει ο αδελφός του, του επιβεβαιώνει ότι «η ζωή ενός ανθρώπου εξαρτάται από ένα κομμάτι χαρτί, από μια υπογραφή, από το καπρίτσιο ενός άλλου ανθρώπου». Κι ακόμα, ότι σε αυτή την χώρα τα πάντα αλλάζουν ασταμάτητα: «Πώς μπορεί ένα τέτοιο έθνος να δημιουργήσει πραγματική λογοτεχνία; Εδώ τα βιβλία παλιώνουν εν μια νυκτί, όπως οι εφημερίδες». Εκεί όμως, παρά την αίσθηση της ξενότητας (ή και εξαιτίας της), αρχίζει η μεγαλειώδης συγγραφική του πορεία μαζί με μια σειρά περιπετειών. Θα σταθώ μόνο στις άλλες δυο γυναίκες της ζωής του, δυο ακόμα εξαιρετικές ενδιαφέρουσες προσωπικότητες:

Η Ζόσια, που η ίδια του έπιασε την κουβέντα στο πλοίο (εδώ και η έξοχη φράση του: αιφνιδιάστηκα τόσο πολύ ώστε ξέχασα να ντραπώ), δοκίμασε δυο φορές να εγκατασταθεί στην Αγγλία αλλά εκεί ήταν πάντα «μια Εβραία από την Πολωνία» και ονειρεύεται να ανακαλύψει έναν πλανήτη όπου να μην έχει ακουστεί η λέξη Εβραίος, ενώ παραμένει αβέβαιη αν θέλει να είναι Χριστιανή, Εβραία ή Αμερικάνα. Αργότερα τον επισκέπτεται στη Νέα Γη, όπου εργάζεται ως αναγνώστρια μιας κυρίας που ενδιαφέρεται για παραφυσικές έρευνες, παραδέχεται ότι ελκύεται από ημίτρελους ανθρώπους, όπως κάποιος που ανήκει σε μια σέχτα που υποστηρίζει ότι διαθέτει μια Νέα Βίβλο, και συνάπτει με τον ήρωα μια αδιανόητη, σιωπηρή συμφωνία: θα τον συνοδεύσει στο ριψοκίνδυνο ταξίδι στον Καναδά (απαραίτητο για μια σειρά παράνομων πλην καθιερωμένων διαδικασιών για να πάρει την πολυπόθητη άδεια παραμονής) με αντάλλαγμα την δική της απαλλαγή από την φοβία απέναντι στο σεξ. Έτσι ο συγγραφέας, που αν κάτι στην ζωή του ήταν ισχυρότερο από την δειλία και τον φόβο, αυτό ήταν η αγωνία και οι συνωμοσίες, θέλει να μετατρέψει το έντρομο ταξίδι σε ερωτική περιπέτεια.

Η Νέσα, από την άλλη, ενοικιάστρια δωματίων του σπιτιού της σε συγγραφείς και παθιασμένη αναγνώστρια («αν δεν έχει κάτι καλό να διαβάζει είναι διπλά δυστυχής»), είναι δύσπιστη στα περί απελευθερωμένης ψυχής («τι κάνει δηλαδή; πετάει γύρω γύρω;»), θρηνεί τον νεκρό της σύζυγο και είναι βέβαιη πως και οι κανίβαλοι θα είχαν τους ποιητές τους. Πιθανή σύζυγος του ήρωα, ο οποίος για μόνιμη άδεια παραμονής χρειάζεται ένα πιστοποιητικό ήθους από την Πολωνία, που προφανώς η Στέφα είναι απρόθυμη να στείλει, διαφορετικά πρέπει να παντρευτεί, βρίσκει δουλειά σε εργοστάσιο γυναικείων εσωρούχων και ζει σε μια πολυκατοικία στο Μπρονξ χωρίς ασανσέρ και κατά τις ερωτικές τους περιπτύξεις τον διαβεβαιώνει πως τελικά δεν είχε χάσει τον άντρα της αλλά το πνεύμα του είχε μπει στο δικό του σώμα, ότι της μιλούσε με το στόμα του ήρωα και την φιλούσε με τα χείλη. Έτσι το ζευγάρι συμφωνεί μεταξύ σοβαρού και αστείου πως χάρη σε κάποιους καμπαλιστικούς συνδυασμούς γραμμάτων κατάφεραν να αναστήσουν τον Μπόρις και την Τζίνα και βυθίζονταν οι τέσσερις μαζί σ’ ένα ερωτικό, μυστικιστικό όργιο. Σε μια άλλη κινηματογραφική τους περίσταση, συχνάζουν σε καφετέρια της 14ης οδού, τόπο συνάντησης κάθε λογής αριστερών – σταλινικών, τροτσκιστών, αναρχικών, διαφόρων ριζοσπαστών και κοινωνικών επαναστατών, Εβραίων και Εθνικών, σοσιαλιστών, χορτοφάγων, πιστών σε μια προσωπική εκδοχή χριστιανισμού, ομοφυλόφιλων αντρών και γυναικών.

15. Ένας Θεός κωμικός και αντιφεμινιστής…

Καθώς ο Σίνγκερ προχωράει και βιώνει την μεγάλη του έξοδο προς τον Νέο Κόσμο ο βίος του κατακλύζεται από εμπειρίες αλλά οι ανησυχίες του παραμένουν ανικανοποίητες και τα ερωτήματα αναπάντητα. Ακόμα δεν έχει καταφέρει να αποδεχτεί πόσο ανελέητη είναι η φύση, ο Θεός, το Απόλυτο, όποιο όνομα κι αν δοθεί σ’ αυτές τις ανώτερες δυνάμεις. Ο Θεός τελικά, αν όντως υπάρχει τότε, είναι ένας μέγας Κωμικός και ολόκληρος ο κόσμος είναι μια φάρσα. Έχει περιγράψει ποτέ κανένας φιλόσοφος ή κανένας θεολόγος το Θεό ως κωμικό; Αν ο άνθρωπος έχει πλαστεί κατ’ εικόνα του Θεού, τότε μπορεί να μάθει περισσότερα για τον Θεό κοιτώντας μέσα στον εαυτό του. Είναι σίγουρο πάντως ότι ο Θεός έχει καταραστεί το γυναικείο φύλο και είναι χειρότερος αντιφεμινιστής κι από τον Όττο Βάινινγκερ και τον Στρίντμπεργκ.

16. … κι όλοι εμείς, πολύπλοκοι και βλάκες

Οι φιλόσοφοι συνεχίζουν να ισχυρίζονται πράγματα που δεν μπορούσαν να αποδείξουν. Οι νεκροί που υποτίθεται πως εμφανίζονταν στις συνεδρίες των πνευματιστών έλεγαν τις ίδιες ανοησίες με τους ζωντανούς. Οι διαπιστώσεις για τον αισιόδοξο και επαναστατημένο άνθρωπο είναι γλυκόπικρες έως κυνικές. Κάθε ταλαντούχος άνθρωπος, όταν είναι νέος θεωρεί ότι μπορεί να νικήσει την άμμο της ερήμου και να την μεταμορφώσει σε παράδεισο, μεγαλώνοντας όμως καταλαβαίνει ότι απλώς πρέπει να ευγνωμονεί τον Θεό ή την ζωή που η έρημος δεν κατάπιε κι αυτόν έτσι όπως είχε καταπιεί τόσους και τόσους άλλους. Αν κάτι είναι βέβαιο για τον άνθρωπο, αυτή είναι η πολυπλοκότητά του. Ο ίδιος, άλλωστε, από μικρός καταλάβαινε πως όλες οι ιδιότητες, καλές ή κακές, υπάρχουν μέσα του. «Τα όρια της ανθρώπινης βλακείας είναι ανύπαρκτα και κάθε άνθρωπος βρίσκει τις δικές του δικαιολογίες για τις ανοησίες του».

17. Η ζωτική αγωνία

Κρίνοντας από την Ιστορία αλλά και την ίδια του την ζωή, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα ανθρώπινα όντα έχουν μια διαρκή ανάγκη για περιπέτεια, για αλλαγή και για ρίσκο. Φαίνεται, τελικά, πως ο φόβος της πλήξης είναι το ίδιο μεγάλος με τον φόβο του θανάτου, συχνά και μεγαλύτερος. Η αγωνία αποτελεί ουσία της τέχνης και της ζωής και για τον Σίνγκερ υπήρξε απαραίτητη και στα δυο. Όλα του τα μπερδέματα έφτασαν να του είναι απαραίτητα και αναζητούσε κι άλλα. Η παραπάνω φωτιστική διαπίστωση αποτελεί το κλειδί για την ιδέα μιας νέας φιλοσοφίας ή και θρησκείας, όπου η τέχνη και η διαρκής μελέτη του πώς να περνάς καλά χωρίς να κάνεις κακό στους άλλους θα αντικαταστήσουν την δίψα για φόνο, βιασμό, προδοσία και όλα τα καταστροφικά πάθη.

18. Ο κόσμος ως σφαγείο, μπουρδέλο, φρενοκομείο

Η καθημερινή παρέλαση των ειδήσεων κορόιδευε κατάμουτρα όλες τις φιλοσοφικές θεωρίες, κάθε απόπειρα να βρεθεί μια ηθική βάση για την ζωή, κάθε κοινωνιολογική και ψυχολογική υπόθεση εργασίας. Απ’ όλους τους σύγχρονους φιλόσοφους μόνο ο Σοπενχάουερ αναφερόταν σε γεγονότα που σταχυολογούσε από τις εφημερίδες. Ο κόσμος ήταν ένας συνδυασμός σφαγείου, μπουρδέλου και φρενοκομείου. Και ο ίδιος συνέχιζε να είναι αντιφατικός: δεν μπορούσε ούτε με τον Θεό, ούτε χωρίς αυτόν, επιζητούσε τον ιδιωτικό χώρο αλλά δεν αντέχει χωρίς την παρουσία της γυναίκας. Στο τέλος καταλήγει σε δύο μονάχα είδωλα που είναι πρόθυμος να υπηρετήσει: το είδωλο της λογοτεχνίας και το είδωλο του έρωτα.

19. Ύστερες γνώσεις

Μέλος, πλέον, μιας γενιάς που «δεν πιστεύει πια στην ελεύθερη βούληση αλλά που βασίζει τα πάντα στις περιστάσεις, στις ιδεολογίες και στα συμπλέγματα», διαπιστώνει ότι στην ζωή είναι αδύνατο να προχωράς σε ευθεία γραμμή, αλλά είσαι υποχρεωμένος όλη την ώρα να πλατσουρίζεις στα τυφλά και να βαδίζεις λαθραία. Μήπως τελικά πολλές αλήθειες ή ψήγματα αλήθειας δεν βρίσκονται στην φιλοσοφία, την ψυχολογία και την κοινωνιολογία αλλά στους λαϊκούς μύθους και στις φαντασιώσεις; Μήπως, όπως γράφει ο Σπινόζα στην Ηθική του, δεν υπάρχουν ψεύδη, μόνο χωλές αλήθειες; Γιατί τα πράγματα συμβαίνουν τόσο γρήγορα στις ιστορίες και τόσο αργά στη ζωή; Όλοι κάνουν ακατανόητα πράγματα, αλλά που το έχουμε δει γραμμένο πως πρέπει να καταλαβαίνουμε τα πάντα; Καθώς διαβάζει παντού τις φράσεις Νέος άνθρωπος και Νέο Θέατρο – το οποίο και ετοιμάζεται να υπηρετήσει – παρατηρεί πως η παλιά ειδωλολατρία έχει επιστρέψει. Ίσως η Τέχνη δεν είναι παρά ένα μέσο για να ξεχνάμε για λίγο την πανωλεθρία του ανθρώπου.

Bγήκα στο μπαλκόνι και στάθηκα εκεί για ώρα, ατενίζοντας τα ουράνια σώματα. Τα ρώτησα σιωπηρά: «Εσείς, λοιπόν, τι λέτε για όλα αυτά;», Και τα φαντάστηκα να μου απαντούν: «Τα έχουμε ξαναδεί όλα».

Εκδ. Δώμα, 2022, μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, 501 σ. [Σειρά Testimonia / 7]. [Isaac Bashevis Singer – Love and Exile: An autobiographical Trilogy, 1984] Τατρίαμέρητηςτριλογίας

Eραστές/Εχθροί, Φίλοι του Κάφκα και Σώσα, εδώ, εδώ κι εδώ αντίστοιχα.

Στις εικόνες, έργα των: 1. Alex Levin, 2. Syed Sadequain Ahmed Naqvi, 3.Αισιόδοξες γυναίκες στην Σοβιετική Ένωση της δεκαετίας του ’ 30, 4. Ernst Ludwig Kirchner [Έτσι φαντάζομαι την Τζίνα], 5. Antonio Donghis [Έτσι φαντάζομαι την Στέφα], 6. Olivier Massebeuf [Έτσι φαντάζομαι την Λένα], 7-8. Roland Topor, 9. America Martin [Έτσι φαντάζομαι την Ζόσια], 10. Helmut Middendorf [Έτσι τους φαντάζομαι με την Νέσα], 11. Angelo Monne. Μετά ο συγγραφέας και στο τέλος έργο αγνώστου.

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 35: Οι υπερρεαλιστικές

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 54 (Ιούνιος 2023), εδώ

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 35: Οι υπερρεαλιστικές

Ήταν η εποχή που άρχισα να υποψιάζομαι πως κάθε απροκάλυπτη έκθεση του γυναικείου πέλματος σε κινηματογραφική ταινία υποκρύπτει ή διακινεί δήλωση γεμιστή νοήματος, κραυγή χωρίς ήχο και μυστικό που δεν εκφέρεται με λόγους και διανέμεται σε λίγους και εκλεκτούς. Η σπανιότητα της σχετικής επίδειξης στις ταινίες των δεκαετιών από το ’40 έως το ’80 επέτασσε συνεχή και εξαντλητική έρευνα. Παρακολουθούσα οποιαδήποτε ήταν ταινία διαθέσιμη σε μεγάλη οθόνη, τηλεοπτικό δέκτη και βιντεοκασέτα και φυλλομετρούσα μανιωδώς τα μεταχειρισμένα κινηματογραφικά περιοδικά που έβρισκα στους πάγκους της φοιτητικής λέσχης. Εκεί, σ’ ένα τεύχος του Φιλμ ή του Cine 7, αδυνατώ να θυμηθώ, τις είδα. Δυο νέες γυναίκες, καθισμένες απέναντι στην κάμερα, με τα γυμνά τους πέλματα ευθεία προς εμένα, φορώντας μαγιώ, με έκφραση αρέσκειας και κοροϊδίας. Πρωτοφανής ευθύβολη πελματογραφία επί οθόνης! Η ταινία τους Μαργαρίτες θα παιζόταν την επομένη σε ένα διήμερο αφιέρωμα στον τσεχοσλοβακικό κινηματογράφο στο Στούντιο στην Πλατείας Αμερικής, λίγα μέτρα από το παλιό μου σπίτι, τώρα πέντε εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά μου. Δηλαδή πολύ μακριά, δηλαδή αδύνατον. Έχει ποτέ κανείς ταξιδέψει μόνο για μια σκηνή ταινίας;

Τις επόμενες ώρες τα δυο μαυρόασπρα κοράσια με προ/σ/καλούσαν με κάθε τρόπο: επίκληση στην λογική (πότε θα εμφανιστούν ξανά τέτοιες ανφάς πατούσες;), στο συναίσθημα (η μέχρι λατρείας συμπάθεια για τις άγνωστές μας γυναίκες του παραπετάσματος) και, φυσικότατα, στην Λιβιδώ. Το πρωί δεν άντεξα: πήρα το ΚΤΕΛ που τερμάτιζε στο Πεδίον του Άρεως. Έφτασα αργά το απόγευμα και  περπάτησα την Πατησίων σα να πήγαινα σε ραντεβού με δυο αξεχώριστα κορίτσια. Μπήκα στο σινεμά και κάθισα στο μέσο της μπροστινής σειράς, λες και ήθελα να προλάβω μήπως κάποιος ανταγωνιστής τις έβλεπε πρώτος.

Τα πέλματα των γυναικών εμφανίστηκαν στο πρώτο λεπτό. Οι δυο γυναίκες κάθονταν με τα πόδια ανοιχτά, χωρίς να υπονοούν καμία διαθεσιμότητα, όπως θλιβερές κοσμικές ερμηνείες προτείνουν, αλλά επειδή εμφανώς έτσι ήθελαν, αδιαφορώντας για το ενδεχόμενο μια τέτοια στάση να είναι ενάντια στους καλούς τρόπους. Το σώμα ήταν δικό τους, οι τρόποι των άλλων, τα εδάφη χωρισμένα. H μια σκάλιζε την μύτη της, η άλλη δοκίμαζε μια τρομπέτα και αντάλλαζαν διαλόγους σαν ρομπότ. – Κανείς δεν καταλαβαίνει τίποτα! – Ή είμαστε εμείς που δεν καταλαβαίνουμε; – Όλα είναι χαλασμένα σ’ αυτόν τον κόσμο! – Αφού ο κόσμος είναι χαλασμένος, θα χαλάσουμε κι εμείς! Οι δυο νεαρές γυναίκες, η μελαχρινή Μαρία και η ξανθιά Μαρία, ζούσαν στην Τσεχοσλοβακία του 1966 και ήθελαν να πάνε κάπου όπου να συμβαίνει κάτι, αλλά πουθενά δεν συνέβαινε τίποτα. Θα το έκαναν λοιπόν να συμβεί!

Η Μαρία Ι έβγαινε με διάφορους εμφανώς μεγαλύτερούς της άντρες σε ακριβά εστιατόρια και σε λίγο εμφανιζόταν όλως τυχαίως η Μαρία ΙΙ, που συστηνόταν ως αδελφή της και ομολογούσε έμπρακτα την λατρεία της για το φαγητό. Έτσι απολάμβαναν και οι δυο το γεύμα, προς μέγιστη απογοήτευση του άντρα που νόμιζε πως θα ξεμονάχιαζε την χορτασμένη συνοδό του. Στο τέλος τον συνοδευόταν εσπευσμένα στο σιδηροδρομικό σταθμό και τον έβαζαν στο τραίνο να φύγει μόνος, ενώ εκείνες ξεκαρδίζονταν στην αποβάθρα. Με τα γεύματα εξασφαλισμένα, σειρά είχε η διασκέδαση. Χόρευαν στα νυχτερινά κέντρα κλέβοντας την προσοχή των πελατών από τους επαγγελματίες χορευτές και έπιναν από τα γεμάτα κρασί ποτήρια από τα τραπέζια όπου κάθονταν διάφοροι έκπληκτοι προνομιούχοι.

Στο δωμάτιό τους, που έμοιαζε με κήπο της Εδέμ, με ψεύτικα δέντρα και σωρούς από μήλα, επιδίδονταν σε διάφορες παιγνιώδεις και ανεξήγητες πράξεις: ντύνονταν και ξεντύνονταν ακατάπαυστα, έτρωγαν σελίδες περιοδικών με φωτογραφίες φαγητών, ξάπλωναν και σχεδίαζαν τις επόμενες κινήσεις τους. Πάντα ξυπόλητες. Για να ζήσουν, έπρεπε να υπάρξουν και για να υπάρξουν έπρεπε να το φωνάξουν. Ντυμένες με τα κομψά τους ρούχα παρέλαυναν τραγουδώντας: Υπάρχουμε, υπάρχουμε! Η σκέψη τους δούλευε διαρκώς σαν μηχανή παραγωγής νέων ιδεών που θα αναστάτωναν τον κόσμο, νέες φάρσες, νέες «κακίες».

Ακόμα και όταν ένας νεαρός άντρας διακήρυξε τον έρωτά του για την μία Μαρία, και δεν φαινόταν να επιθυμεί να εξαγοράσει την αίγλη της με τις συνήθεις παροχές, εκείνη τον απέρριψε με τον ίδιο σκωπτικό τρόπο. Κανείς δεν απαλλασσόταν από την ύποπτη θεσμική επιθυμία να αποκτήσει την κάθε γυναίκα. Η ασυγκράτητη μανία των ανδρών να ικανοποιήσουν το φύλο τους θα τις έβρισκε απέναντι! Αν για όλους αυτούς αποτελούσαν το φλογερό έπαθλο, για εκείνες το φλέγον ερώτημα ήταν άλλο: υπάρχει καθόλου φαγητό; Σε μια προσφιλή τους χειροτεχνία, έκοβαν με ένα μεγάλο ψαλίδι τροφές σε φαλλικό σχήμα – μπανάνες, λουκάνικα, αγγουράκια. Κι ύστερα τις καταβρόχθιζαν, Μαινάδες του δωματίου, Βάκχες σε μεταφορά. Τι έμενε ακόμα να συμβεί; Μέχρι που μπορεί να έφτανε όλη αυτή η κωμωδία; Τι θα γινόταν μετά τον κορεσμό των κοριτσιών από την καθημερινή επανάληψη της φάρσας;

Όταν οι δυο Μαρίες αντιλήφθηκαν το αδιέξοδο των προκλήσεων, όδευσαν προς τη μεγάλη έξοδο. Τέρμα οι ευκολόπιστοι άντρες, τα ατομικά δείπνα και οι δημόσιοι χοροί. Μπορεί σύντομα να ήταν αόρατες για τους άλλους, να τις συνήθιζαν και να μην έκαναν εντύπωση σε κανέναν. Εισέβαλαν σε μια αίθουσα συνεδριάσεων όπου ετοιμαζόταν ένα επίσημο γεύμα. Το τραπέζι ήταν γεμάτο με δεκάδες πιάτα. Για ποιους προοριζόταν μια τόσο μεγάλη ποσότητα φαγητού όταν οι απλοί πολίτες τρέφονταν με τα στοιχειώδη έως και τα ελάχιστα; Οι Μαρίες δοκίμασαν από το κάθε πιάτο κι ύστερα τα κατέστρεψαν όλα. Η σάλα μετατράπηκε σε βομβαρδισμένο τοπίο. Αυτό ήταν. Η εξέγερση έληξε ή ο εχθρός τελικά ήταν κάπου αλλού. Άλλωστε δεν συμπεριφέρθηκαν διαφορετικά από τον αντίπαλο: υπέκυψαν κι αυτές στην τρυφή και στην λαιμαργία. Έσκυψαν να καθαρίσουν τον χώρο, επαναλαμβάνοντας τις φράσεις: Είμαστε κακές και τιμωρούμαστε. Θα είμαστε καλές, θα δουλεύουμε σκληρά και θα είμαστε ευτυχισμένες πια. Οι ζουληγμένες τροφές και τα σπασμένα πιάτα επέστρεψαν στο τραπέζι. Μετά ξάπλωσαν πάνω του, ντυμένες με εφημερίδες που βέβαια είναι το δέρμα της αλήθειας.  Είμαστε κι οι δυο τόσο ευτυχισμένες. Πες το ότι είμαστε ευτυχισμένες. Πες ότι δεν προσποιούμαστε και ότι είμαστε όντως ευτυχισμένες. Αν το πεις, δηλαδή, ισχύει. Έτσι ανάσκελες και ακίνητες, έμοιαζαν νεκρές. Γεια σας τώρα.

Τα φώτα άναψαν κι ένοιωθα μουδιασμένος. Στην αρχή είχα απογοητευτεί από την απουσία πλοκής, μετά βυθίστηκα στον καταιγισμό των χρωμάτων, την δίνη των εικόνων, την αίσθηση του βωβού κινηματογράφου σε ένα μεγάλο καλειδοσκόπιο. Βγήκα στην βρεγμένη Πατησίων και περπάτησα ως το ΚΤΕΛ, στην άκρη της πλατείας Αιγύπτου. Τι απέγιναν εκείνα τα κορίτσια και πόσο υποτάχτηκαν στον κόσμο που απεχθάνονταν. Με ποιες σκέψεις περπατάνε τα βράδια οι Μαρίες της Τσεχοσλοβακίας; Το λεωφορείο αναχώρησε στις 00.00 και ήταν γεμάτο μέχρι την μέση. Μόλις ξεκίνησε, πήγα, όπως συνήθιζα, στα προτελευταία καθίσματα, για να είμαι μόνος. Την ίδια ιδέα είχαν και δυο κορίτσια, που κάθισαν στην διπλανή πλευρά, αριστερά, ένα κάθισμα πιο μπροστά. Δεν είδα τα πρόσωπά τους, μόνο άκουγα την σιγανή τους συνομιλία. Είχαν αποδράσει για λίγες μέρες στην Αθήνα από ένα χωριό έξω από την Θεσσαλονίκη και τώρα επέστρεφαν. Νανουρίστηκα με το βουητό του λεωφορείου και τον ψίθυρο των κοριτσιών. Θα βρούμε δουλειά στην μεγάλη πόλη, δεν θα παγιδευτούμε σε κανένα ρόλο, θα ζήσουμε όπως θέλουμε. Για να κοιμηθώ έφτιαχνα πάντα μια ιστορία, κι αυτή την φορά σκέφτηκα πως ταξίδευα με νυχτερινό λεωφορείο δίπλα στις δυο Μαρίες, στις εθνικές οδούς της Τσεχοσλοβακίας. Υπνωτιζόμουν από τα περιπλεγμένα λόγια τεσσάρων γυναικών.

Αυτοί που είδαν την ταινία μας χωρίς να γνωρίζουν τον τόπο και τον χρόνο μας, θα νόμιζαν πως ήμαστε απλώς δυο αλαφροΐσκιωτες κοπέλες με ζαχαρωτή αναίδεια που ευφραίνονταν με αυτοσχέδια παιχνίδια σ’ έναν κόσμο αγέλαστων και απάνθρωπων στελεχών. Δεν θα σκέφτηκαν πως ζούσαμε σε μια κοινωνία «υπαρκτού σοσιαλισμού» και ξεσπούσαμε για τις ανύπαρκτες ζωές μας. Εκείνη την εποχή νοιώθαμε ότι κάτι είχε αρχίζει να ανθίζει· η άνοιξη της Πράγας ήταν προ των πυλών. Ζητούσαμε δημοκρατία από το κόμμα, η διανόηση ασκούσε έντονη κριτική και παντού υπήρχε διάχυτη η προσδοκία πως κάτι σημαντικό θα συνέβαινε. Δυο χρόνια μετά θα συντριβόμασταν από την σοβιετική επέμβαση.

Ως ανθός των συνθηκών, το Νέο Κύμα του Τσεχοσλοβακικού Σινεμά αδιαφορούσε για τα όρια της κινηματογραφίας. Έφτιαξε νεωτερικές τεχνικές στην φόρμα και στην πλοκή και κράτησε την αισθητική του ντανταϊσμού και του σουρεαλισμού. Οι διάλογοι γίνονταν αυθόρμητοι, το χιούμορ μαύρο, η σάτιρα πολιτική. Στις Μαργαρίτες είχαμε και χρωματικά φίλτρα, κολλάζ εικόνων ως αιφνίδιες σφήνες στο μοντάζ, παράξενους ήχους εναλλάξ με ποικίλη μουσική. Το νέο σινεμά εμφανιζόταν λες και η τέχνη ήταν η  μόνη που μπορούσε να δώσει χρώμα στην άχρωμη ζωή μας. Την ίδια στιγμή εξερευνούσε και τα όρια ενός πολιτικού καθεστώτος. Μέχρι που σκόπευε να φτάσει το σοβιετικό μας σύστημα στην καταπίεση και την ανισότητα; Μέχρι πού σκοπεύαμε να φτάσουμε οι θεατές του;

Οι αταξίες δυο ανάγωγων κοριτσιών, η ανυπακοή μέσω ενός παράλογου ηδονισμού, η μικρή ελευθερία του δωματίου μας, οι λόγοι του καταπιεσμένου μας σώματος, τα γυμνά μας πόδια συνεχώς εντός πλάνου, σα να θέλαμε να ξεκινήσουμε από την αρχή τον κόσμο, αγνές και ξυπόλητες: αυτή ήταν η ταινία μας. Δεν διέθετε πλοκή γιατί η ζωή μας δεν είχε κανένα στοιχείο πλοκής ή ενδιαφέροντος: ήταν δοτή και προδιαγεγραμμένη. Το διάγραμμα όριζε αφοσίωση στον σύζυγο, στην εργασία, στο κόμμα και στο κράτος – αυτά υπήρχαν στην ευθεία του γραμμή και δεν επιτρεπόταν καμία παρέκκλιση.

Η Μαρία Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, IV…. συστηνόταν ως panna, που στην γλώσσα μας σημαίνει κούκλα ή παρθένα, και μιλούσε με μηχανικό τρόπο, επειδή πάντα έπρεπε να περιμένει έναν από τους παραπάνω κουκλοπαίκτες να της δώσει φωνή και κίνηση. Έναν άντρα, έστω… Στην πατριαρχική κομμουνιστική κοινωνία, η γυναίκα λειτουργούσε μόνο με το σύνθημα και την έγκριση κάποιου άλλου. Μόνο εκείνος θα την έβγαζε από το γενικό περιθώριο, ώστε να την βάλει στο δικό του. Ε, τώρα κι εμείς βγάλαμε τα θηλυκά μας όπλα και αντιστρέψαμε τους όρους.

Εμείς λοιπόν ήμασταν τα κορίτσια του ανατολικού μπλοκ, με την μπλοκαρισμένη καρδιά στα Αριστερά τους. Ήμασταν οι μαργαρίτες του κράτους, σαν τα ταπεινά λουλούδια δηλαδή: ιδανικές για διακόσμηση, επιρρεπείς στον μαρασμό, αμφίβολης ευφυΐας, αόρατες στους σκυθρωπούς πολίτες. Μπήκαμε σε δυο μη επαγγελματίες ηθοποιούς και παίξαμε σε ένα φιλμ συμβολικό γιατί η ίδια η πολιτική μας φόρτωνε με σύμβολα. Γίναμε παράλογες και υπερρεαλιστικές για να ταιριάξουμε με το περιβάλλον μας. Πειραματιστήκαμε με συμπεριφορές γιατί ήμασταν κι εμείς αντικείμενα ενός πολιτικού πειράματος. Γελοιοποιηθήκαμε γιατί εκείνοι γελοιοποιούνταν συνεχώς. Δεν βγάλαμε κανένα νόημα γιατί τίποτα γύρω μας δεν έβγαζε νόημα. Στην ουσία κάναμε ό,τι έκανε ο υπόλοιπος κόσμος: κλέψαμε, είπαμε ψέματα, εκμεταλλευτήκαμε τους άλλους, φάγαμε καλά, ήπιαμε πολύ, σπαταλήσαμε ό,τι μπορούσε να σπαταληθεί – αλλά εμείς τουλάχιστον το κάναμε φανερά!

Φυσικά μάθαμε τι συνέβη στην σκηνοθέτη μας. Της απαγορεύτηκε να κάνει άλλες ταινίες επειδή σπατάλησε μεγάλη ποσότητα φαγητού για τα γυρίσματα της ταινίας, «σε μια εποχή που οι αγρότες αγωνίζονται με μεγάλες δυσκολίες να ξεπεράσουν τα προβλήματα της αγροτικής παραγωγής» (όχι πολιτικής!), όπως έγραφε το επίσημο σκεπτικό. Κατάφερε να γυρίσει μια ταινία ακόμα και τα επόμενα χρόνια αναγκαζόταν να γυρίζει διαφημιστικά και υπό το όνομα του συζύγου της. Η τελευταία φράση του έργου αναγραφόταν ως επιτύμβιο επίγραμμα λίγο πριν το άναμμα των φώτων: «Η ταινία είναι αφιερωμένη σε όλους αυτούς που η μοναδική αιτία αγανάκτησης τους είναι ένα ποδοπατημένο μαρούλι!». Φαίνεται πως γνώριζε καλά ότι η αγανάκτηση των κόκκινων κυρίων θα αφορούσε ακριβώς τα μαραμένα τρόφιμα! Για μαραμένες προσωπικότητες ούτε λόγος!  

Θυμάσαι, Μαρία, που με είχες ρωτήσει πώς μπορείς να είσαι σίγουρη ότι υπάρχεις, εφόσον δεν έχεις δουλειά και δεν είσαι κάπου καταγεγραμμένη; Κι επειδή δεν ανήκαμε σε κάποια πραγματικότητα, κατασκευάσαμε την δική μας. Και κάθε τόσο λέγαμε: Έχει σημασία; Δεν έχει σημασία! Πειράζει; Δεν πειράζει!

Κάποια στιγμή οι δυο Μαρίες σιώπησαν – προφανώς θα κοιμήθηκαν. Το λεωφορείο ήταν εξπρές και δεν έκανε στάσεις. Όταν φτάσαμε έσπευσα να σηκωθώ γρήγορα, να προλάβω να δω τα πρόσωπα των κοριτσιών που ετοίμαζαν τις φυγές τους όλο το βράδυ αλλά το κάθισμα ήταν άδειο. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: Sedmikrásky (Vera Chytilova, 1966) (αγγλ. τίτλος: Daisies). Οι γυναίκες: Jitka Cerhová, Ivana Karbanová.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.