Τζανίν Ντι Τζιοβάνι – Το πρωί που ήρθαν να μας πάρουν. Ανταποκρίσεις από τον πόλεμο στη Συρία

Από την Βοσνία και την Τσετσενία μέχρι την Σιέρα Λεόνε και την Λιβερία, και από το Ιράκ και το Αφγανιστάν μέχρι την Λιβύη, την Ρουάντα και το Ανατολικό Τιμόρ, η συγγραφέας και πολεμική ανταποκρίτρια Τζανίν Ντι Τζιοβάνι βρίσκεται εκεί που η ανθρωπότητα δοκιμάζεται και υποφέρει στην ύστατη δοκιμασία της: στον πόλεμο. Το εν λόγω βιβλίο δημιουργήθηκε από την εμπειρία της στον συριακό εμφύλιο πόλεμο, μια αδιανόητη κατάσταση που παρά το εφιαλτικό της μάθημα, πως δηλαδή μια κοινωνία και μια χώρα μπορεί να βρεθεί ριγμένη στο απόλυτο χάος, στην καταστροφή και στην συντριβή κάθε ανθρώπινης αξίας, δεν μοιάζει να εκλείπει από τον πλανήτη.

Η συγγραφέας γνωρίζει καλά το υπόβαθρο κάθε πολέμου που σπεύδει να καλύψει –υπήρξε, εκτός των άλλων, και πρώην αρχισυντάκτρια του Newsweek σε θέματα Μέσης Ανατολής– όμως εκείνο που την ενδιαφέρει, είναι ο αντίκτυπός του στους ανθρώπους που τον ζουν. Αυτό είναι το μεγάλο της αγώνισμα: οι σελίδες των βιβλίων της ανήκουν στους ανθρώπους που υφίστανται τον πόλεμο και χάνουν κάθε οριστικά και αμετάκλητα κάθε ιδέα «κανονικής» και «φυσιολογικής» ζωής. Οι μαρτυρίες των ανθρώπων που ζουν σε μια τέτοια δίνη είναι πλέον το άμεσο και πηγαίο υλικό κάθε ιδέας να καταγραφεί μια σύγχρονη πολεμική σύρραξη ή και οποιαδήποτε ανθρωπιστική κρίση. Δεν μπορούμε να μην θυμηθούμε την Σβελτάνα Αλεξίεβιτς (για το Τσερνομπίλ της οποίας γράψαμε εδώ, ενώ το Τέλος του Κόκκινου Ανθρώπου θα παρουσιαστεί σύντομα από το Πανδοχείο), η οποία «παραχώρησε» τις σελίδες της στους ίδιους τους αφανείς πρωταγωνιστές και κομπάρσους της δημόσιας ιστορίας που θέλησε να αφηγηθεί, αλλά και την μεγάλη συζήτηση που ανέφλεξε, περί του αν μια τέτοια επιτομή / συρραφή μαρτυριών συνιστά λογοτεχνία.

Η Ντι Τζιοβάνι δεν απασχολείται από σχετικούς προβληματισμούς, καθώς λειτουργεί ως πολεμική ανταποκρίτρια που επιθυμεί να αποστάξει την τραγική του εμπειρία σε ουσιώδες κείμενο και το δύσκολο έργο της, εκτός από την αυτονόητη διαβίωση στην πολεμική ζώνη με κάθε ρίσκο ζωής και υγείας, αφορά ακριβώς στην επιλογή των συνομιλητών της που όπως είναι τίμιο, οφείλουν να προέρχονται απ’ όλες τις πλευρές του πολέμου και από κάθε «κατηγορία» εμπλεκόμενου ανθρώπου. Γυναίκες που αδυνατούν να παραδεχτούν τον βιασμό τους ακόμα και στον ίδιο τους τον εαυτό, άνθρωποι που βασανίστηκαν και καλούνται να ζήσουν με την ιδέα του απόλυτου εκμηδενισμού τους (θυμίζοντάς μας τα Μαθήματα επιβίωσης του Χόρχε Σέμπρουν), γιατροί που ασκούν με μυστικότητα και κίνδυνο ζωής το ιερό τους καθήκον, άμαχοι που γνωρίζουν πως το μέλλον τους εξαντλείται στο παρόν, στρατιώτες από τις αντίπαλες παρατάξεις, παιδιά που μοιάζουν να γέρασαν πρόωρα.

Είναι ευνόητο πως δεν είναι απλό να προσκαλείς όλους τους παραπάνω να εξομολογηθούν τα ανομολόγητα. Η συγγραφέας προσπαθεί να τους επιλέξει, να τους εντοπίσει (συχνά η ίδια η συνάντηση μαζί τους παίρνει την μορφή επικίνδυνης αποστολής), να γίνει η ματιά και τα χείλη τους. Στα δικά της κομμάτια δεν ξεχνάει τα οφειλόμενα των πολεμικών ανταποκριτών: απουσία μελοδραματισμού και εκβιασμού των συναισθημάτων, ψύχραιμη και διεισδυτική ματιά, απλός λόγος με λέξεις που δεν φοβούνται το βάρος τους, και κάπου κάπου, σαν ταπεινή ανταύγεια ενός κρυμμένου φωτός, απόπειρες ποιητικής έκφρασης, σαν μια προσπάθεια να μην ξεχαστεί η ανθρώπινη ματιά αλλά και η ανάδειξη μιας τραγικής πραγματικότητας με άλλα μέσα.

Έτσι προφανώς εδώ απουσιάζει κάθε ιδέα ιστορικής και γεωπολιτικής ανάλυσης του πολύπλοκου συριακού ζητήματος, η οποία, αναπόφευκτα, θα αφορούσε τους περισσότερο ειδικούς· αντίθετα δημιουργείται ένα βιβλίο που αφορά και τον τελευταίο άνθρωπο στην παραμικρή γειτονιά του κόσμου, γιατί στο σημειωματάριο και στο μαγνητόφωνο της Ντι Τζοβάνι έχουν θέση οι άνθρωποι που την μία ημέρα ζουν την ζωή τους και την επόμενη καλούνται να την ακυρώσουν, να την αντιστρέψουν και να μάθουν να ζουν με το αρνητικό της, ενίοτε και με το απόλυτο τίποτα. Αλλά εμείς οι αμύητοι στο θέμα δεν ριχνόμαστε εδώ χωρίς αποσκευές: εκτός από τις χρήσιμες σημειώσεις της εντός των κειμένων, μας επιφυλάσσεται πολυσέλιδο χρονολόγιο που εκκινεί από το απώτερο ιστορικό παρελθόν της Συρίας, διατρέχει τον 20ό αιώνα και την εδραίωση του αραβικού έθνους, φτάνει στις αρχές του 21ου αιώνα και στην ένταση της δυσαρέσκειας και καταλήγει στον εμφύλιο πόλεμο, από τις διαδηλώσεις του 2011 μέχρι την ένταση των συγκρούσεων και την συνέχιση του πολέμου μέσω τρίτων το 2016, κεφάλαια που εκτός των λεπτομερών χρονικών ενδείξεων παρουσιάζονται σε δυο στήλες, στα εντός Συρίας και στις διεθνείς αντιδράσεις. Η εικόνα δεν μπορεί να γίνει πληρέστερη.

Όπως συμβαίνει με τόσους εμφυλίους πολέμους και όπως αντιληφθήκαμε καλά από την τραγική βαλκανική εμπειρία, η μανιασμένη εμπλοκή της θρησκείας και ο συνακόλουθος  φανατισμός έρχονται την κατάλληλη στιγμή να καταστήσουν τις διαφορές αγεφύρωτες, να αυξήσουν το μίσος και να προσδώσουν την απαραίτητη ταυτότητα σε εκείνους που απεγνωσμένα την χρειάζονται. Εδώ η εμπλοκή της θρησκείας υπήρξε σχεδόν κωμικοτραγική: αρχικά η αντιπολίτευση που φώναζε για ελευθερία και δημοκρατία επέλεξε την ακραία θρησκευτική – ριζοσπαστική πλευρά και η είσοδος των τζιχαντιστών και του ISIS στην πλευρά της ήταν γεγονός, ενώ αργότερα συνέβη ακριβώς το αντίστροφο, μια ακόμα πολύπλοκη πλευρά των δεδομένων ενός σύγχρονου πολέμου και της οργανωμένης θρησκείας που βρίσκει ιδανικό έδαφος.

Ένα δεδομένο που δεν περνάει απαρατήρητο στα γραπτά της ντι Τζιοβάνι είναι η αδυναμία των διεθνών οργανισμών να επέμβουν δραστικά σε ανάλογες πολεμικές και ανθρωπιστικές κρίσεις. Η Συρία αποτελεί «άλλη μια αποτυχία στη μακρά λίστα των καταστροφικών αποτυχιών του ΟΗΕ» και «οι γραφειοκράτες εργάζονται με επιμέλεια στα γραφεία τους με θέα την Γενεύη», γράφει, θυμίζοντας τις διαπιστώσεις του Ρεζίς Ντεμπρέ για τους διάφορους ειδικούς και εμπειρογνώμονες των πολεμικών πεδίων, σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο που παρουσιάσαμε παλαιότερα, εδώ. Μέχρι σήμερα θυμάμαι και τον καθηγητή Διεθνών Σχέσεων της Νομικής του ΑΠΘ Θεόδωρο Κουλουμπή, όταν εν έτει 1988 είχα ως πρώτη επιλογή την κατεύθυνση των διεθνών σπουδών, σε αξέχαστες συζητήσεις στα μαθήματα ειδικής επιλογής. Όταν τον είχαμε ρωτήσει αν μπορούμε τελικά να περιμένουμε κάτι ουσιώδες από τους διάφορους ΟΗΕ μας είχε πει: πράγματι, το έργο τους είναι κατώτερο των προσδοκιών και στις μεγάλες συγκρούσεις είναι και θα είναι απόντες. Όμως είναι κάτι, παρά καθόλου! Τότε αντιληφθήκαμε το αυτονόητο: σε σχέση με το μακρινό, σκοτεινό παρελθόν, κάθε σχετικός οργανισμός αποτελεί ένα μικρό βήμα, όμως κανείς ρεαλιστής δεν μπορεί να περιμένει κάποιον καταιγιστικό ρόλο. Ή, αντίστροφα, κανείς ρεαλιστής κλπ., αλλά κάθε οργανισμός αποτελεί κι ένα μικρό βήμα…

Από τα διεκπεραιωτικά πεντάλεπτα των δελτίων ειδήσεων μέχρι τις εφημερίδες, ο τρόπος με τον οποίον τα μέσα προβάλλουν έναν πόλεμο είναι πάντα ο ίδιος: αναφέρονται οι πολεμικές συρράξεις, οι κινήσεις των αρχηγών, οι διπλωματικές ή οικονομικές αντιδράσεις των άλλων κρατών, κάποιοι αριθμοί και στατιστικές, και οι απαραίτητες ιστορίες δυο τριών προσφύγων. Δημιουργείται γενικώς και αορίστως η εικόνα μιας τραγικότητας που δεν μας αφορά, που συμβαίνει κάπου αλλού (ευτυχώς) μακριά, σε τρίτο πολιτισμό που δεν μοιάζει και τόσο με τον δικό μας. Μένουν βιβλία σαν κι αυτό για να μας μιλήσουν για ανθρώπους που μοιάζουν μ’ εμάς και θα μπορούσαμε να είμαστε στη θέση τους. Μια γυναίκα επιμένει να μένει στα μπάζα του βομβαρδισμένου της σπιτιού. Ένα παιδί παρακαλάει την μητέρα του να βγει λίγο έξω να παίξει. Κάποιοι εχθές το πρωί πήγαιναν στην δουλειά τους και το βράδυ συναντούσαν φίλους στο σπίτι, αλλά σήμερα δεν υπάρχει σπίτι, φίλοι ή δουλειά. Μια ημέρα με καθαρό ουρανό αποτελεί ιδανικό καιρό για βομβαρδισμούς. Κι αν κανείς αναρωτιέται πως μπορεί οποιοσδήποτε να ρίξει μια βόμβα, η απάντηση είναι απλή: γεμίζεις ένα βαρέλι με εκρηκτικά υλικά, καρφιά, γυαλιά, μπουλόνια, χημικά, και αρκεί ένα απλό ελικόπτερο για να το ρίξει σε οποιαδήποτε περιοχή επιθυμείς θύματα και καταστροφές.

Ένας άλλος συνομιλητής εκφράζει τη νέα του πραγματικότητα: στην αρχή παρατηρείς τα παρατημένα λεωφορεία που τοποθετούνται για προστασία όσων βγαίνουν στον δρόμο και γενικά όλα σου φαίνονται περίεργα· μετά συνηθίζεις να τα βλέπεις και όλα μοιάζουν φυσιολογικά. Κάποιος διατυπώνει την έννοια του «ελαστικού χρόνου»: υπάρχουν μέρη όπου ο χρόνος τρέχει ταχύτατα και άλλοτε μένει ακίνητος. τα λεπτά μοιάζουν ατέλειωτα και νομίζεις πως δεν θα φτάσεις ποτέ στην ερχόμενη μέρα. Σε πόλεις όπως το Χαλέπι υπάρχει ακριβώς μια αίσθηση αχρονίας, ότι ο χρόνος έχει χαθεί. Έννοιες όπως καθημερινότητα, ρουτίνα ή κανονικότητα ακούγονται αστείες, κενές· για την ακρίβεια, αποκτούν άλλο περιεχόμενο: μιλάμε για μόνιμη κατάσταση έκτακτης ανάγκης, για την αγωνία της επιβίωσης. Οι γειτονιές γίνονται τσιφλίκια και κυριαρχεί η μαύρη αγορά. Κάνεις μαύρες σκέψεις για ανθρώπους που κάποτε ήξερες καλά κι εμπιστευόσουν. Δεν υπάρχουν νοσοκόμες, σκουπιδιάρηδες, καφετζήδες – τα επαγγέλματά τους τελούν υπό αναστολή.

Μπορεί κανείς να διανοηθεί πως υπάρχουν ολόκληρα στρατόπεδα βιασμών και πώς ο βιασμός θεωρείται πλέον στην σύγχρονη ιστορία ένας ασφαλής και ατιμώρητος τρόπος εθνοκάθαρσης; Μπορεί κανείς να δεχτεί πως καθιερώνεται πλέον και ειδικός όρος για τις βιασμένες γυναίκες – «οι επιζήσασες»;

Τέτοια βιβλία δεν αποτελούν απλές ανταποκρίσεις αλλά αποτυπώσεις της καθολικής φωνής των θυμάτων πολέμου. Ζωντανή και ζέουσα, η Ιστορία διεκδικεί αυτήν ακριβώς την μορφή της βιωματικής αφήγησης εκείνων που βρέθηκαν στη δίνη του. Η ιδιωτική Ιστορία καταγράφεται παράλληλα με την «δημόσια» και η γραφή του ιστορικού κινείται παράλληλα με την πρωτοπρόσωπη μαρτυρία των υποκειμένων της. Εκείνα είναι που θα μιλήσουν για το αντίκτυπο του «μείζονος» στο «έλασσον», του πολέμου στην ιδιωτική ζωή των πολιτών.

Το ερώτημα βέβαια παραμένει στις παγωμένες σκέψεις όλων αυτών των ανθρώπων. Πως μπορεί η αλλοτινή χώρα – χωνευτήρι εθνοτικών ομάδων και θρησκειών να φτάσει ως εδώ; Ποιος ωφελείται; Τι κερδίζουν οι ξένες δυνάμεις και πώς ευνοούνται οι δικτάτορες; Πώς εκείνοι που διεκδικούν ελευθερία και δημοκρατία θεωρούνται εχθροί ενός αχανούς εσωτερικού και εξωτερικού κοινωνικοπολιτικού συστήματος; Εκείνο που κατακάθεται όταν η σκόνη των αφηγήσεων κοπάσει είναι η εφιαλτική αίσθηση πως σήμερα τα πράγματα είναι έτσι και αύριο μπορεί να είναι εντελώς διαφορετικά. Τίποτα δεν είναι δεδομένο στην σύγχρονη ιστορική συγκυρία. Ο πόλεμος δεν θα αποτελέσει ποτέ αποκλειστικό κομμάτι ενός μακρινού παρελθόντος που έδωσε την θέση του στην διπλωματία ή σε άλλες μορφές του – αντίθετα, είναι έτοιμος να εμφανιστεί οπουδήποτε. Και ακόμα, μπορεί οι πόλεμοι κάποτε να τελειώνουν αλλά αυτό που αφήνουν μέσα στον καθένα που τους διέσχισε δεν τελειώνει ποτέ. Έχω την αίσθηση πως για κάθε πολεμική σύρραξη στον πλανήτη, απαιτούνται διαρκώς τέτοια βιβλία, να θυμίζουν πως οποιοσδήποτε μπορεί να βρεθεί στην αντίστοιχη θέση των τραγικών προσκεκλημένων του βιβλίου. Και πως μόνο τέτοια βιβλία μπορούν να οδηγήσουν στο επιθυμητό: στο να πάψουν να υπάρχουν.

Εκδ. Δώμα, 2018, μτφ.: Μαριάννα Ρουμελιώτη, σελ. 320 [Σειρά Testimonia]. [Janine Di Giovanni, The morning they came for us. Dispatches from Syria, 2017].

Στις εικόνες, φωτογραφίες των Khalil Hamra / Associated Press (1), Spencer Platt  / Getty Images (2), Alexander Kots / Associated Press (4), Joseph Eid / Reuters (6) και Bengin Ahmad (9).

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 31: Οι στιγμιαίες

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 49 (Ιανουάριος 2023), εδώ

XLI. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 31: Οι στιγμιαίες

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους

Σ’ ένα από τα πολλά μου 1975 με έλεγαν Cosmo Vitelli και είχα ένα νάιτ κλαμπ στην Sunset Strip του Λος Άντζελες. Στην σκηνή του ανέβαιναν εκείνες που αποκαλούσα «κορίτσια μου» και «οικογένειά μου», γυναίκες με ρούχα που αποκάλυπταν ποικίλα ποσοστά γυμνότητας. Οι κατά κόσμον De Lovelies προλογίζονταν και ανταποκρίνονταν στους αυτοσχέδιους μονολόγους του Mr. Sophistication, ενός κονφερασιέ που φιλοσοφούσε για την ζωή και τον έρωτα μ’ έναν θεατρικό, σχεδόν αλλόκοτο τρόπο. Αφιέρωνα πολύ χρόνο στον σχεδιασμό και στις χορογραφίες γιατί ενδιαφερόμουν βαθιά για την τέχνη που μπορεί να δημιουργηθεί στη σκηνή ενός ερωτικού κλαμπ· οι πελάτες, αντίθετα, νοιάζονταν μόνο για τα αποκαλυπτήρια των σωμάτων και εκδήλωναν με φωνές την αδημονία τους. Εγώ επέμενα να τους δείχνω πως ακόμα και οι στιγμές πριν το γδύσιμο αποτελούν ιδανικό χώρο λόγου και τέχνης. Αλήθεια: τα νούμερά μου ήταν πραγματικές καλλιτεχνικές εκφράσεις και όχι γεμίσματα ανάμεσα στις γυμναστικές επιδείξεις των επιδέξιων θηλυκών μου.

Για επτά χρόνια είχα ένα μεγάλο χρέος από τζόγο και τελικά κατάφερα να το ξεπληρώσω. Την ίδια μέρα προσκάλεσα τις πιο αγαπημένες μου χορεύτριες, την φιλενάδα μου Ρέιτσελ, την Μαργκό, και την Σέρυ, για να γιορτάσουμε την ελευθερία μου. Πέρασα να τις πάρω με μια λιμουζίνα γιατί ήξερα πως θα ενθουσιαστούν και τους ζήτησα να με συντροφεύσουν σε μια παρτίδα πόκερ. Ήθελα η βραδιά να τα έχει όλα: την ελευθερία μου, τα χαμόγελά τους και το μεγάλο ρίσκο. Χωρίς να το καταλάβω σηκώθηκα από το τραπέζι χρεωμένος με μερικές χιλιάδες δολάρια. Εκείνες που ήθελα να με δουν κυρίαρχο του παιγνίου κατέληξαν μάρτυρες της ήττας μου. Οι συμπαίκτες μού έδωσαν και υπέγραψα τις φόρμες υπ’ αρ. 117 και 23. Δεν τις διάβασα αλλά φανταζόμουν τι περιείχαν. Είχα επιστρέψει στην αιχμαλωσία. Γύρισα τα κορίτσια στο σπίτι τους ενώ προσπαθούσα να διώξω το σκοτάδι από το πρόσωπό μου. Όλα ήταν υπό έλεγχο, επέμενα να πιστεύω.

Μετά κάθισα σε μια καφετέρια για να σκεφτώ. Με σέρβιρε μια ξανθωπή γυναίκα (θαρραλέα μέσα στην συνεσταλμένη ομορφιά της) και μου ζήτησε να της δώσω μια ευκαιρία να μου δείξει τον χορό της, ώστε να δουλέψει στο κλαμπ. Την συνόδευσα απρόθυμα στο μαγαζί και κατεβήκαμε στο καπνισμένο υπόγειο που βοούσε από την σιωπή, σα να μην μπορούσε να συνηθίσει την απουσία των φωνών που το κατέκλυζαν κάθε βράδυ. Η γυναίκα κρύφτηκε στις κουίντες και ξεπρόβαλε με λευκό φόρεμα, ξυπόλητη. Χόρευε μ’ έναν δικό της τρόπο, αισθαντικό και άγαρμπο μαζί. Ο φακός μου εστίαζε στα γυμνά της πόδια, όπως διέγραφαν σχέδια μιας δικής της ζωγραφικής. Έτσι όπως τύλιγα τα μάτια μου αποκλειστικά γύρω τους όλα εξαφανίστηκαν – το άγχος, το αναπότρεπτο παρελθόν, το δυσοίωνο μέλλον. Η μορφή της απορρόφησε τα πάντα, η αθωότητά της έκανε σκόνη τον άθλιο κόσμο. Υπήρχαμε μόνο εμείς, μια άσπιλη ψυχή έτοιμη να βαπτιστεί στα Φώτα του πάλκου κι ένας πρόθυμος μυητής, αισιόδοξος ξανά. Η τελετή διακόπηκε βίαια από τον ήχο των τακουνιών της Ρέιτσελ, που ερχόταν να δει αν είμαι καλά και έπεφτε πάνω σε παράσταση για μια χορεύτρια και έναν θεατή. Ακολούθησε μια μεγαλοπρεπέστατη σκηνή ζήλειας και η νεαρή γυναίκα έφυγε τρομαγμένη, με τα ρούχα στα χέρια. Ξάπλωσα την Ρέιτσελ και της έφερα από το φαρμακείο-μπαρ το κατάλληλο λικέρ. Απέστρεψε το κεφάλι της αλλά το έρευσα ευλαβικά στα σφραγισμένα της χείλη, σε μια ακόμα βιασμένη εκδήλωση αγάπης, από τις μόνες που γνώριζα.

Την επόμενη μέρα ένας από τους πιστωτές με επισκέφτηκε στο κλαμπ και μου πρότεινε την διαγραφή του χρέους με αντάλλαγμα την δολοφονία ενός Κινέζου μπούκερ. Μου έδωσε ένα όπλο, ένα αμάξι και μια διεύθυνση, με τρόπο που σήμαινε πως δεν είχα δικαίωμα να αρνηθώ. Με προέτρεψε μάλιστα να σκίσω την απόδειξη οφειλής ως επισφράγιση της συμφωνίας. Θα μπορούσα ποτέ να κάνω τέτοιο; Κινήθηκα σαν υπνωτισμένος, όπως κάποιοι συνηθίζουμε σε ανάλογες οριακές στιγμές, αφήνοντας να με οδηγήσει το ρεύμα των πραγμάτων. Βγήκα βράδυ στον Hollywood Freeway που μαύριζε μπροστά μου, φωτισμένος μόνο από τα πίσω φώτα των αυτοκινήτων. Μ’ έπιασε λάστιχο, παράτησα το αμάξι στην άκρη και μπήκα σ’ έναν τηλεφωνικό θάλαμο για να ζητήσω ταξί και να πάρω στο κλαμπ. Ρώτησα τον μπάρμαν ποιο νούμερο παίζει εκείνη την στιγμή αλλά δεν ήξερε. Εκνευρίστηκα, δοκίμαζα τρόπους να μάθω, τον ρώτησα αν ακουγόταν το Im so lonesome I could cry ή κάποιο άλλο τραγούδι. Δεν είχε σημασία τι πήγαινα να κάνω· η καρδιά μου ήταν εκεί. Μετά σταμάτησα σ’ ένα μπαρ, για την ζωτική συνομιλία με έναν μπάρμαν και μια γυναίκα, οποιαδήποτε γυναίκα. Τελικά έφερα εις πέρας την υποχρέωσή μου και διέφυγα, όχι χωρίς μια ξώφαλτση σφαίρα εντός μου.

Πήρα ένα νυχτερινό λεωφορείο, άλλαξα δυο ταξί κι έφτασα ως το σπίτι της Ρέιτσελ προτού καταρρεύσω στο κρεβάτι. Αποκοιμήθηκα στην θαλπωρή του σπιτιού της γυναίκας με την οποία ήμουν ερωτευμένος και της μητέρας της, Μπέτυ, που αγαπούσα με έναν άλλο, παράξενο τρόπο. Η Μπέτυ επέμενε να με δει κάποιος γιατρός, αλλά μου ήταν αδύνατο να μείνω μακριά από το κλάμπ. Όσο κι αν τα καταφύγια μας προστατεύουν, η καρδιά ζητάει την επιστροφή στον τόπο του παλμού της. Ακόμα κι εκεί τα κορίτσια γνώριζαν προσπάθησαν να με πείσουν να φύγω. Δεν θυμάμαι αν ήταν την ίδια ή την επόμενη ημέρα όταν πληροφορήθηκα πως κάποιος ζήτησε να με δει σ’ ένα άδειο υπόγειο γκαράζ· ήταν ένας από εκείνους και μου ομολόγησε πως ήμουν πλέον ανεπιθύμητος εφόσον δόθηκε μεγάλη δημοσιότητα στο έγκλημα κι έτσι αποφάσισαν να με ξεκάνουν. Προθυμοποιήθηκε να με προστατεύσει, αλλά στην πραγματικότητα προσπαθούσε να με φέρει σε ορατό σημείο για κάποιον κρυμμένο σκοπευτή. Πώς να μην χρησιμοποιήσω το περίστροφο και πάνω του; Ο «σωτήρας» μου κατάφερε να διαφύγει.

Έπλεα πλέον σ’ έναν ωκεανό που έλπιζα να κατευνάσω. Έσπευσα ξανά στο σπίτι της Μπέτυ. Άρχισα να της μιλάω για τα παιδικά μου χρόνια και για μνήμες που ζητούσαν ακρόαση, αλλά εκείνη ήταν απερίφραστη: αν δεν δεχόμουν να πάω στο νοσοκομείο, έπρεπε να φύγω από το σπίτι της γιατί ήμουν πια πρόσωπο που σήμαινε απειλή, σώμα που αποτελούσε κίνδυνο. Το σπίτι τους δεν ήταν πια η ζεστή μήτρα που μύριζε γυναικεία παρουσία και οικιακή ασφάλεια. Δεν μου έμενε παρά να γυρίσω στο μαγαζί, τον τελευταίο εναπομείναντα παράδεισο.

Να ’μαι εκεί που ανήκω, να διασχίζω τα μπλε και φούξια φώτα και την αιώνια κάπνα των καταγωγίων. Πρώτα μπήκα στα καμαρίνια για να συνομιλήσω με τους διασκεδαστές του κοινού μου. Τους είπα πώς κάθε πρόσωπο έχει τις δικές του αλήθειες και την δική του αίσθηση ευτυχίας και ταυτόχρονα τους ενθάρρυνα να προσφέρουν τις θεατρικές τους περσόνες στους θεατές ώστε να αισθανθούν πως αποδρούν από τους εαυτούς τους και γίνονται κάποιοι άλλοι. Ήταν λες και αποζητούσα ταυτόχρονα να παραμείνω ο εαυτός μου και να γίνω κάποιος άλλος. Στη συνέχεια ανέβηκα στη σκηνή για να ενημερώσω τους θεατές πως καθυστερήσαμε επειδή η Ρέιτσελ έφυγε και εξομολογήθηκα πως την αγαπούσα. Ό,τι δεν μπορούσα να της πω κατά πρόσωπο το είπα δημόσια, στους πιστούς θαμώνες. Και συνέχισα: «Λένε πως τα πάντα είναι σεξ, αλλά εδώ σας δίνουμε παραπάνω από αυτό». Στην σκηνή παιζόταν το I Cant Give You Anything but Love – τι άλλο μπορεί να ανταλλάζει κανείς στην ζωή του;

Ύστερα βγήκα έξω, όπως τόσες άλλες φορές, στο έρημο πεζοδρόμιο. Μπροστά μου ο σκοτεινός δρόμος και τα περαστικά αυτοκίνητα, πίσω μου οι χρωματιστές επιγραφές, οι χάρτινες γυναίκες, οι φωτισμένες υποσχέσεις. Αυτή συνήθιζε να είναι η απόλυτη στιγμή της ύπαρξής μου: στην είσοδο ενός αχνιστού κόσμου, επί της υποδοχής άρχοντας ενός βασιλείου των βλεμμάτων, λειτουργός των λιβιδικών αισθήσεων μοναχικών πιστών. Όμως τώρα κάτι είχε αλλάξει οριστικά και για πάντα – ίσως το αίμα που έτρεχε από την πληγή κι έβαφε το χέρι μου. Δεν θα ακολουθούσε καμία διαφυγή μου και καμία τιμωρία των κακών. Στο δικό μου σινεμά όλα γίνονταν όπως στην ζωή. Μέσα η παράσταση είχε μόλις αρχίσει.

Υπήρξα λοιπόν ένας τυπικός χαρακτήρας ταινιών του Τζον Κασσαβέτη. Ένας αντι-ήρωας που ήθελε να είναι ανεξάρτητος αλλά ήταν πολλαπλά εξαρτημένος – από τον τζόγο, το ποτό, τις γυναίκες, μια γυναίκα, την εμμονή της καλής τέχνης, την άγνοια της πραγματικότητας και τελικά από τον υπόκοσμο και την επεκτατική του επικράτεια. Ιδίως οι ατέλειωτες συναντήσεις και αντιπαραθέσεις με την συμμορία λες και αντανακλούσαν τις μαραθώνιες συνεδριάσεις του Κασσαβέτη με τους παράγοντες της κινηματογραφικής βιομηχανίας που τον εμπόδιζαν να πραγματοποιήσει τα οράματά του. Εμείς που θέλαμε απλώς να δημιουργήσουμε, βρίσκαμε μπροστά μας τους διακόπτες των ονείρων μας. Ο αυτόφωτος επιχειρηματίας ενός μικρού καμπαρέ με καλλιτεχνικές αξιώσεις, που από την Νέα Υόρκη έφτασε στην Δυτική Ακτή και δεν ζητούσε τίποτα παραπάνω από το να αφεθεί μόνος του να λειτουργεί το νάιτ κλαμπ του αλλά βρέθηκε σφηνωμένος στην τεράστια αλυσίδα της παρανομίας, κι ο σκηνοθέτης μου.

Ως δεινός κασσαβετικός μιλούσα συνεχώς, σα να γνώριζα πως μέσα από τις ακατάπαυστες λέξεις, δεν μπορεί, θα πέσω πάνω στην αλήθεια. Εκείνος έντυσε όλη την ταινία πάνω μου γιατί υπήρξα φίλος του, έμπιστος υποκριτής και πρόθυμος μείκτης της ζωής μου με την ζωή του Κόσμο. Έτσι κάναμε πάντα όλοι εμείς οι φίλτατοι φιλμικοί του κομήτες: όπως φιλοσοφούσαμε για την ζωή ζώντας, έτσι κάναμε και για την υποκριτική φτιάχνοντας ταινίες – έμπρακτοι φιλόσοφοι των πλατώ, ερευνητές τρόπων επί τόπου και επί τω έργω. Ακόμα κι αν οι ιστορίες μας έχασκαν χάσματα ή έχαναν νοήματα, ο τρόποι της αφήγησης και της υποκριτικής μας είχαν.

Όταν η ταινία βγήκε στους κινηματογράφους, στην αρχική κόπια των 135 λεπτών η αποτυχία ήταν παταγώδης. Κάποιος έγραψε πως είδε τον σκηνοθέτη να περπατάει μόνος του ένα βράδυ και να χώνεται στο πρώτο μπαρ που βρήκε μπροστά του, σα να ήταν προέκταση της ταινία του. Δυο χρόνια μετά, αφαιρέθηκαν 27 λεπτά από τις σκηνικές παρλάτες και το φιλμ ξαναβγήκε εκεί που ανήκε. Σήμερα τουλάχιστον ένας άνθρωπος την βλέπει και την ξαναβλέπει γιατί στο πρόσωπο του Κόσμο βλέπει την δική του εις πείσμα των πάντων εμμονή.  

Ίσως υπήρξα συμπαθής για το μόνιμο μειδίαμά μου, το έκπληκτο βλέμμα μου απέναντι στα πάντα, την ιδέα μου να συνδυάσω ένα στριπ/πιπ σώου για διψασμένους ηδονοβλεψίες με ένα παρισινό μπουρλέσκ, το γεγονός ότι ακόμα και στον κόσμο που είχα πλάσει παρέμενα δευτερεύων για τους άλλους, σαν το αναπόφευκτο μέλος της συντροφιάς, πράγμα ολοφάνερο σε στιγμές όπως όταν πασχίζω να διηγηθώ ένα ανέκδοτο στα κορίτσια μέσα στο καμαρίνι τους, αλλά συνομιλούν διαρκώς μεταξύ τους και με διακόπτουν, αδιάφορα για την ιστορία, πόσο μάλλον για το τέλος της· σημείο που μνημειώνει ο Αχιλλέας Κυριακίδης μέσα στο Φωτεινό του σκοτάδι – ακόμα και για την αναφορά σ’ ένα βιβλίο του, άξιζε ο κόπος.

Χρεωμένος και κυνηγημένος από δανειστές, δολοφόνος δυο διεφθαρμένων υποκοσμικών και αρνητής της επίμονης πραγματικότητας ή έστω επιβάτης του δρομολογίου που ορίζει η ίδια η ζωή, αποκλειστική οδηγός του, στο τέλος δεν είχε σημασία αν ξεψυχούσα στο πεζοδρόμιο, με αφάνιζαν οι κυνηγοί, με συλλάμβανε η αστυνομία ή γλίτωνα φεύγοντας μακριά, σε κάποια άλλη πολιτεία, να βρω ξανά κάποιον υπόγειο παράδεισο και μια υπέργεια μήτρα. Δεν είχα παρά ένα πλάνο, όπως ο ίδιος ο Μπεν Γκαζάρα, που ευχαρίστως υπεξαίρεσα ως Κόσμο Βιτέλλι, είπε σε μια συνέντευξη: Οι άνθρωποι δεν ξέρουν τι κάνουν – συμπεριλαμβανομένου και εμού. Δεν ξέρουν τι θέλουν ή τι αισθάνονται. Μόνο στις ταινίες ξέρουν τα προβλήματά τους και κάνουν σχέδια για την λύση τους. Το δικό μου σχέδιο ήταν ένα: το σώου πρέπει να συνεχίσει.

Μέσα σε όλα αυτά, υπήρξε η στιγμή και η γυναίκα της: εκείνη που με την αυτοσχέδια χορογραφία των γυμνών της ποδιών ήρθε αθώα και διαθέσιμη να γίνει έργο τέχνης στην προσωπική μου έκθεση. Κι αυτό ήταν το υπέρτατο στοιχείο ταύτισης με τον Κόσμο, προτού επιστρέψω στον δικό μου κόσμο. Θυμήθηκα μια προς μια όλες τις φορές που, παρά το μαύρο σκέπαστρο που πήγαινε να καλύψει την ζωή μου, αγαλλίασα και μόνο με την όψη δυο γυμνών ποδιών που επανέφεραν την ομορφιά της: όταν κάτω από την αφόρητη πίεση ενός επαγγέλματος βγήκα στον δρόμο για να ανασάνω και πέρασε μπροστά μου μια γυναίκα με δάχτυλα ποδιών που έμοιαζαν με εκείνα των έργων προραφαηλιτικής τέχνης· όταν συντετριμμένος από έναν χωρισμό διέκρινα άλλα δάχτυλα να κυματίζουν μέσα στην πρωινή δροσιά (ή αυτά την προκαλούσαν;)· όταν έντρομος μπροστά στο χείλος μιας οικονομικής καταστροφής φωτίστηκα από δυο κατάλευκα πέλματα που στην χειμωνιάτικη λιακάδα ξεπρόβαλλαν από τα κάγκελα ενός μπαλκονιού· ακόμα κι όταν βγήκα από ιατρείο με έναν φάκελο που προσομοίαζε με σχέδιο δραματικού μυθιστορήματος και είδα μια κοπέλα με τα πρώτα πέδιλα της πρώιμης καλοκαιρίας ενός Απριλίου. Και πόσες άλλες φορές, υπό το βάρος θλίψεων που δεν λείπουν από κανέναν ατομικό κατάλογο, αλάφρωσα από το φορτωμένο παρόν, που όταν μετά ξανασήκωσα έμοιαζε υποφερτό, ακόμα και μεταβλητό. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}.

Η ταινία: The killing of a chinese bookie (John Cassavetes, 1976). [Ελλ. τίτλος: Η Δολοφονία ενός Κινέζου πράκτορα στοιχημάτων]. Η γυναίκα: Άγνωστη. 

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.